ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ 29 Νο­εμ­βρί­ου 2015
Κυ­ρια­κή κστ΄ Ἐ­πι­στο­λῶν

29 Νο­εμ­βρί­ου 2015

(Ἐ­φεσ. ε΄ 8-19)

  «Καὶ μὴ συγ­κοι­νω­νεῖ­τε τοῖς ἔρ­γοι­ς τοῖς ἀ­κάρ­ποις τοῦ σκό­τους, μᾶλ­λον δὲ καὶ ἐ­λέγ­χε­τε» 
  

«Καί νά μή συμ­με­τέ­χε­τε στά ἔρ­γα τοῦ σκό­τους πού εἶ­ναι ἄ­καρ­πα καί ἐ­πι­βλα­βῆ. Οὔ­τε κἄν νά τά ἀ­νέ­χε­σθε, ἀλ­λά μᾶλ­λον νά τά ἐ­λέγ­χε­τε καί νά τά πα­ρου­σι­ά­ζε­τε στά μά­τια ὅ­λων ἐ­πι­βλα­βῆ καί ὀ­λέ­θρια», μᾶς δι­α­κη­ρύτ­τει ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, ἀ­δελ­φοί μου, μέ­σῳ τῶν χρι­στια­νῶν τῆς Ἐ­φέ­σου. Ἡ Ἔ­φε­σος ἦ­ταν μί­α ἀ­πό τίς πιό με­γά­λες πό­λεις τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­ςί­ας, κον­τά στή θά­λασ­σα καί γι’ αὐ­τό εἶ­χε με­γά­λη ἐμ­πο­ρι­κή κί­νη­ση. Πλού­σια πό­λη καί ὅ­που πλοῦ­τος ἐ­κεῖ καί δι­α­φθο­ρά. Τα­βέρ­νες, κρα­σί, γυ­ναῖ­κες, γλέν­τια, ἀ­σω­τί­α. Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α ἐ­νί­σχυ­ε αὐ­τή τήν ἀ­σω­τί­α τῶν κα­τοί­κων. Ἀ­φοῦ οἱ θε­οί πού πί­στευ­αν ἔ­κλε­βαν, με­θοῦ­σαν καί σκό­τω­ναν, φαν­τα­σθεῖ­τε τί ἔ­κα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι. Ὅ­λοι ζοῦ­σαν στό σκο­τά­δι.


Ἀλ­λά ὁ Θε­ός, πού θέ­λει ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι νά πι­στέ­ψουν καί νά σω­θοῦν, ἔ­στει­λε τόν Ἀ­πό­στο­λο Παῦ­λο. Τά θεῖ­α λό­για του πού ἦ­ταν σάν τό φῶς τοῦ ἥ­λιου δι­έ­λυ­σαν τά σκο­τά­δια τῆς εἰ­δω­λο­λα­τρί­ας. Ἄν­θρω­ποι πού πρίν ἔρ­θει ὁ Παῦ­λος ζοῦ­σαν τήν πιό δι­ε­φθαρ­μέ­νη ζω­ή, ὅ­ταν ἄ­κου­σαν τό κή­ρυγ­μα αἰ­σθάν­θη­καν κά­τι με­γά­λο στήν καρ­διά τους. Ἄ­νοι­ξαν τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς καί εἶ­δαν τό ἀ­λη­θι­νό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ, πί­στε­ψαν, με­τά­νι­ω­σαν, ἔ­κλα­ψαν γιά τά ἁ­μαρ­τή­μα­τά τους, μί­ση­σαν τό σα­τα­νᾶ καί τά πο­νη­ρά ἔρ­γα του, βα­πτί­σθη­καν κι ἔ­γι­ναν Χρι­στια­νοί. Καί συμ­πο­λί­τες τους, πού ἔ­βλε­παν τή ζω­ή τους καί τούς θαύ­μα­ζαν, πα­ρα­κι­νοῦν­ταν καί πί­στευ­αν στό Χρι­στό.

Ἀλ­λά ὑ­πῆρ­χαν καί ἄν­θρω­ποι κα­κοί καί δι­ε­στραμ­μέ­νοι πού δέν ἔ­βλε­παν μέ κα­λό μά­τι αὐ­τή τήν ἀλ­λα­γή. Μι­σοῦ­σαν τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ, για­τί ἔ­χα­ναν πε­λά­τες. Ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α γι’ αὐ­τούς ἦ­ταν ἐμ­πό­ριο. Ἔ­φτια­χναν μι­κρά καί με­γά­λα ἀ­γάλ­μα­τα πού τά που­λοῦ­σαν. Δι­α­τη­ροῦ­σαν τα­βέρ­νες μέ ἄ­φθο­νο κρα­σί, σπί­τια μέ­σα στά ὁ­ποῖ­α ἐρ­γα­ζό­ταν ἡ ἁ­μαρ­τί­α. Ὅ­λο αὐ­τό τό ἐμ­πό­ριο κιν­δύ­νευ­ε νά χα­θεῖ ἄν οἱ κά­τοι­κοι τῆς Ἐ­φέ­σου γί­νον­ταν Χρι­στια­νοί. Μί­ση­σαν τόν Παῦ­λο καί τόν θε­ώ­ρη­σαν ἐ­πι­κίν­δυ­νο ἐ­χθρό τους. Θά τόν σκό­τω­ναν ἄν ὁ Θε­ός δέν τόν προ­στά­τευ­ε ἀ­πό τή μα­νί­α τους.

Ὁ Παῦ­λος ἔ­φυ­γε ἀ­πό τήν Ἔ­φε­σο καί πῆ­γε σ’ ἄλ­λα μέ­ρη. Ἤ­ξε­ρε πώς οἱ Χρι­στια­νοί ἔ­πρε­πε νά στη­ρι­χθοῦν στήν πί­στη γιά νά μή νι­κη­θοῦν ἀ­πό τούς ὑ­πό­λοι­πους εἰ­δω­λο­λά­τρες, συγ­γε­νεῖς, φί­λους καί γνω­στούς, πού θά προ­σπα­θοῦ­σαν νά τούς τρα­βή­ξουν στήν πα­λιά θρη­σκεί­α. Ὁ δι­ά­βο­λος ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τά μι­κρά δῆ­θεν καί ἀ­θῶ­α, γιά νά κα­τα­λή­ξει στά με­γά­λα ἁ­μαρ­τή­μα­τα. «Ἔ­λα κα­η­μέ­νε, ἕ­να πο­τη­ρά­κι κρα­σί θά πι­οῦ­με, δέ χά­θη­κε ὁ κό­σμος»! Ναὶ, ἀλ­λά ἐ­άν τὸ ἕ­να πο­τη­ρά­κι γί­νουν δύ­ο, τά δύ­ο τέσ­σε­ρα, ἡ κα­τά­λη­ξη θὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἀλ­κο­ο­λι­κός μέ­θυ­σος πού δέ θά μπο­ρεῖ νά ξε­φύ­γει ἀ­π’ τό πο­τή­ρι τό κρα­σί, τό οὖ­ζο, τό ἀλ­κο­όλ.

Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος συ­νι­στᾶ σέ ὅ­λους μας νά μήν ἔ­χου­με φι­λί­ες μέ ἀν­θρώ­πους πού ζοῦν μέ­σα στήν αἰ­σχρή ζω­ή. Πο­τέ νά μήν δι­και­ο­λο­γοῦ­με τά πο­νη­ρά τους ἔρ­γα. Μέ τά λό­για μας καί τό πα­ρά­δειγ­μά μας νά τούς ἐ­λέγ­χου­με μή­πως με­τα­νι­ώ­σουν κι αὐ­τοί καί ἐ­πι­στρέ­ψουν. Ὁ ἔ­λεγ­χος πού θά κά­νουν οἱ Χρι­στια­νοί, πάν­το­τε μέ ἀ­γά­πη καί συγ­κα­τά­βα­ση, θά ξε­σκε­πά­σει ὅ­λη τή δι­α­φθο­ρά τους κι ὅ­σοι ἀ­π’ αὐ­τούς εἶ­ναι κα­λο­προ­αί­ρε­τοι μπο­ροῦν νά με­τα­νο­ή­σουν καί νά σω­θοῦν. Ὁ ἔ­λεγ­χος θά εἶ­ναι σάν τό φάρ­μα­κο, πού εἶ­ναι πι­κρό καί δυ­σά­ρε­στο καί δέ θέ­λει νά τό πά­ρει ὁ ἄρ­ρω­στος. Κι ὅ­μως τό πι­κρό αὐ­τό φάρ­μα­κο θά εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α του.

Χω­ρίς δι­δα­σκα­λί­α, χω­ρίς ἔ­λεγ­χο τῆς κα­κί­ας καί τῆς δι­α­φθο­ρᾶς οἱ κοι­νω­νί­ες θά σα­πί­σουν καί θά κα­τα­στρα­φοῦν. Ἀλ­λοί­μο­νο στίς κοι­νω­νί­ες πού μι­σοῦν τόν ἔ­λεγ­χο καί κα­τα­δι­ώ­κουν τούς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους πού κη­ρύτ­τουν καί γρά­φουν τήν ἀ­λή­θεια. «Καὶ μὴ με­θύ­σκε­σθε οἴ­νῳ ἐ­ν ᾧ ἐ­στὶ ἀ­σω­τί­α», γρά­φει στούς Ἐ­φε­σί­ους. Κά­θε βρά­δυ ἔ­βλε­πε ἀν­θρώ­πους πολ­λούς νά εἶ­ναι με­θυ­σμέ­νοι, νά μήν ξέ­ρουν τί λέ­νε καί τί κά­νουν, νά γυ­ρί­ζουν στά σπί­τια τους καί νά βα­σα­νί­ζουν τίς γυ­ναῖ­κες καί τά παι­διά τους. Μα­κριά ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α τῆς μέ­θης. Εἰ­δω­λο­λά­τρης καί μέ­θυ­σος ται­ριά­ζει. Χρι­στια­νός καί μέ­θυ­σος δέν ται­ριά­ζει. Τό ἀλ­κο­όλ κα­τα­στρέ­φει τήν ὑ­γεί­α, πο­τί­ζει ὅ­λο τό σῶ­μα μέ δη­λη­τή­ριο, σκο­τώ­νει τόν ἄν­θρω­πο.

Ἀ­δελ­φοί μου, ὅ­ταν ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί δέν δι­δά­σκου­με καί δέν ἐ­λέγ­χου­με μέ λό­για καί προ­πάν­των μέ τή ζω­ή μας, τό κα­κό αὐ­τό μέ τήν ἔ­νο­χη σι­ω­πή μας ἐ­ξα­πλώ­νε­ται. Εἴ­θε ὁ Θε­ός, διά πρε­σβει­ῶν τῆς Θε­ο­τό­κου καί ὅ­λων τῶν Ἁ­γί­ων, νά φω­τί­σει καί νά δυ­να­μώ­σει κλη­ρι­κούς καί λα­ϊ­κούς, ὥ­στε νά ἀ­κου­σθεῖ καί πά­λι στόν τό­πο μας ἡ σάλ­πιγ­γα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, τό κή­ρυγ­μα τῆς με­τα­νοί­ας, γιά νά ἀ­ξι­ω­θοῦ­με νά γί­νου­με πο­λί­τες τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἀ­μήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου