ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 19, 1-10)

Ὁ Ζακ­χαῖ­ος, ὁ πλού­σι­ος ἀρ­χι­τε­λώ­νης τῆς ση­με­ρι­νῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς πε­ρι­κο­πῆς δὲν ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. Τὰ πλού­τη καὶ τὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα, ποὺ δι­έ­θε­τε, ναὶ μὲν τοῦ ἔ­δι­δαν κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πι­φά­νει­α, ὅ­μως τὸν ἄ­φη­ναν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἄ­δειο, δὲν τὸν γέ­μι­ζαν καὶ δὲν τοῦ ἔ­δι­ναν τὴν πραγ­μα­τι­κὴ χα­ρά. Κά­τι βα­θύ­τε­ρο τοῦ ἔ­λει­πε, κά­τι ποὺ θὰ τοῦ ἐ­πέ­τρε­πε νὰ ἀ­πο­διώ­ξει τὸ βά­ρος ἀ­πὸ τὴ συ­νεί­δη­σή του. Βά­ρος, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὶς ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἐκ τῶν πραγ­μά­των δι­έ­πρατ­τε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση τοῦ ἀρ­χι­τε­λώ­νη.


Αὐ­τὸ δὲ ποὺ ἔ­λει­πε ἀ­πὸ τὸν ἀρ­χι­τε­λώ­νη Ζακ­χαῖ­ο ἦ­ταν ὁ Θε­ός, γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ἡ ζω­ή του, ἡ ἐ­πι­φα­νει­α­κὰ πλή­ρης καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, ἦ­ταν ἄ­νευ νο­ή­μα­τος. Ἡ δι­έ­λευ­ση ὅ­μως τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρι­χὼ θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει εὐ­και­ρί­α ἐ­πα­νόρ­θω­σης τῶν ἀ­δι­κι­ῶν του καὶ ἄ­ρα προ­ο­πτι­κὴ λύ­τρω­σης καὶ δυ­να­τό­τη­τα σω­τη­ρί­ας. Τοῦ­το τὸ γνω­ρί­ζει ὁ Ζακ­χαῖ­ος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἂν καὶ ἀ­δι­κῶν καὶ ἁ­μαρ­τά­νων, εἶ­χε κα­τὰ βά­θος ἀ­γα­θὴ δι­ά­θε­ση, ἀλ­λὰ καὶ πό­θο ἐ­ξό­δου ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α βρι­σκό­ταν. Δι­ὰ τοῦ­το σπεύ­δει μπρο­στὰ καὶ σκαρ­φα­λώ­νει σὲ μί­α συ­κο­μο­ρέ­α, ὥ­στε νὰ πε­τύ­χει τὸ πο­θού­με­νο.

Ἡ αὐ­θόρ­μη­τη πρά­ξη τοῦ ἀρ­χι­τε­λώ­νη Ζακ­χαί­ου, πρά­ξη, ἡ ὁ­ποί­α οὐ­σι­α­στι­κὰ κα­τα­δει­κνύ­ει τὴν ἀ­γα­θή του δι­ά­θε­ση, δὲν δι­α­φεύ­γει τῆς προ­σο­χῆς τοῦ Κυ­ρί­ου. Τὸν εἶ­δε ὁ Κύ­ρι­ος καὶ τοῦ ζή­τη­σε νὰ μεί­νει καὶ νὰ φι­λο­ξε­νη­θεῖ στὴν οἰ­κί­α του. Ἡ τι­μὴ ποὺ τοῦ κά­νει ὁ Κύ­ρι­ος πυ­ρο­δο­τεῖ τὸ φι­λό­τι­μό του Ζακ­χαί­ου. Ὄ­χι μό­νο τὸν ὑ­πο­δέ­χθη­κε «χαί­ρων», ἀλ­λὰ καὶ τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο˙ ἔμ­προ­σθεν πάν­των καὶ πα­ρὰ τὴν κοι­νω­νι­κή του θέ­ση, μὲ συν­τρι­βὴ καρ­δί­ας ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­ται καὶ ἐ­πι­ζη­τεῖ τὴν ἐ­πα­νόρ­θω­ση τῶν ἀ­δι­κι­ῶν ποὺ δι­έ­πρα­ξε: «ἰ­δοὺ τὰ ἡ­μί­ση τῶν ὑ­παρ­χόν­των μου, Κύ­ρι­ε, δί­δω­μι τοῖς πτω­χοῖς, καὶ εἰ τι­νός τι ἐ­συ­κο­φάν­τη­σα, ἀ­πο­δί­δω­μι τε­τρα­πλοῦν». Ἔ­τσι τα­πει­νού­με­νος ὁ Ζακ­χαῖ­ος καὶ ἐ­πα­νορ­θώνον­τας τὶς ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἐ­πε­τέ­λε­σε λαμ­βά­νει τὴ λύ­τρω­ση τῆς ψυ­χῆς του.

Ἡ πε­ρί­πτω­ση τοῦ ἀρ­χι­τε­λώ­νη Ζακ­χαί­ου συ­νι­στᾶ ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρα δι­δα­κτι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα καὶ προ­σφέ­ρε­ται ὡς ἠ­χη­ρὴ ὑ­πεν­θύ­μι­ση στὸν κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Τά­χα ἐ­μεῖς δὲν ἀ­δι­κοῦ­με τοὺς ἄλ­λους; Δὲν σφάλ­λου­με λί­γο ἢ πο­λύ; Εἴ­μα­στε μή­πως ἄ­μεμ­πτοι στὶς δι­ά­φο­ρες συ­να­να­στρο­φές μας; Ἂς θε­λή­σου­με νὰ ψά­ξου­με βα­θι­ὰ μέ­σα μας καὶ τό­τε θὰ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με ὅ­τι καὶ ἐ­μεῖς ἀ­δι­κοῦ­με, τό­σο τοὺς ἀν­θρώ­πους τῆς οἰ­κο­γέ­νει­άς μας, ὅ­σο καὶ τοῦ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κοῦ καὶ τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ μας χώ­ρου. Ἡ δὲ ἀ­δι­κί­α ποὺ κά­νου­με στοὺς ἄλ­λους εἶ­ναι ποι­κί­λη. Πι­κραί­νου­με, κα­τα­κρί­νου­με, συ­κο­φαν­τοῦ­με μὲ τὴν ἄ­κρι­τη καὶ ἀ­πρό­σε­κτη συμ­πε­ρι­φο­ρά μας. Κυ­ρι­αρ­χού­με­νοι ἀ­πὸ τὸν φθό­νο προ­σβά­λου­με καὶ κα­τη­γο­ροῦ­με τοὺς ἄλ­λους. Ἡ ἀ­πλη­στί­α, μᾶς κα­τα­κυ­ρι­εύ­ει καὶ κλέ­βου­με εἴ­τε νο­μί­μως εἴ­τε ἀ­νό­μως. Πάν­τως κλέ­βου­με, τὴ στιγ­μὴ μά­λι­στα ποὺ μέ­νου­με ἀ­συγ­κί­νη­τοι ἀ­πὸ τὶς πολ­λὲς ἀ­νάγ­κες τῶν φτω­χῶν. Ἀ­δι­κοῦ­με βέ­βαι­α καὶ ὅ­ταν δὲν κα­τα­δε­χό­μα­στε νὰ συ­να­να­στρα­φοῦ­με μὲ ὅ­σους εἶ­ναι κοι­νω­νι­κὰ κα­τώ­τε­ροί μας.

Ἄ­ρα, ἀ­φοῦ λί­γο ἢ πο­λύ, κα­τὰ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο ἀ­δι­κοῦ­με, πρέ­πει νὰ ἐ­νερ­γή­σου­με κα­τὰ τὸν τρό­πο τοῦ Ζακ­χαί­ου. Νὰ με­τα­νο­ή­σου­με δη­λα­δὴ εἰ­λι­κρι­νὰ καὶ νὰ δι­ορ­θώ­σου­με θαρ­ρα­λέ­α τὶς ὅ­ποιες ἀ­δι­κί­ες κά­να­με, ὥ­στε νὰ ἀ­κού­σου­με καὶ ἐ­μεῖς τό «σή­με­ρον σω­τη­ρί­α τῷ οἴ­κῳ τού­τῳ ἐ­γέ­νε­το». Κα­μί­α ἁ­μαρ­τί­α καὶ κα­νέ­νας ἁ­μαρ­τω­λὸς ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἐμ­πο­δί­σει τὴ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἦλ­θε ζη­τῆ­σαι καὶ σῶ­σαι τὸ ἀ­πο­λω­λός». Ὁ Χρι­στὸς δὲν θὰ μᾶς ἀ­πο­διώ­ξει οὔ­τε θὰ μᾶς ἀ­πο­στρα­φεῖ. Ἡ ἀ­γά­πη του ἀ­να­μέ­νει τὴ με­τά­νοι­α τοῦ ἀ­πω­λο­λό­τος. Πρῶ­τος αὐ­τὸς μᾶς προ­σκα­λεῖ νὰ τὸν προ­σεγ­γί­σου­με, ὥ­στε νὰ μᾶς ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φορ­τί­ο τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας˙ «Δεῦ­τε πρός με πάν­τες οἱ κο­πι­ῶν­τες καὶ πε­φορ­τι­σμέ­νοι κα­γὼ ἀ­να­παύ­σω ὑ­μᾶς», μᾶς λέ­ει. Μᾶς πε­ρι­μέ­νει νὰ μᾶς ἀ­να­κου­φί­σει ἀ­πὸ τὸν καύ­σω­να τῆς ἀ­δι­κί­ας καὶ ἐν τέ­λει νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὸ κε­νὸ τῆς ψυ­χῆς μας.

Ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ἀ­παι­τεῖ­ται μό­νο ἡ φι­λό­τι­μη καὶ ἔμ­πρα­κτη ἐ­πί­δει­ξη τῆς με­τά­νοι­άς μας, ὥ­στε νὰ ἀ­να­κου­φί­σου­με τὸ βά­ρος τῆς ψυ­χῆς μας καὶ ἡ ζω­ή μας νὰ χρι­στο­ποι­η­θεῖ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου