ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

ΚΥ­ΡΙ­Α­ΚΗ ΤΩΝ Α­ΓΙ­ΩΝ ΠΑ­ΤΕ­ΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ ΟΙ­ΚΟΥ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΗΣ ΣΥ­ΝΟ­ΔΟΥ

19 Ἰουλίου 1998

«Μὴ νο­μί­ση­τε ὅ­τι ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι τὸν νό­μον ἢ τοὺς προ­φή­τας· οὐκ ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι, ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι».

Μι­λώ­ντας, Χρι­στι­α­νοί μου, ὁ Χρι­στός μας στούς Ἰ­ου­δαί­ους, κα­τά τή δι­άρ­κει­α τῆς «ἐ­πί τοῦ ὄ­ρους ὁ­μι­λί­ας» Του καί γνω­ρί­ζο­ντας, ὡς πα­ντο­γνώ­στης, τίς ἐ­σω­τε­ρι­κές δι­α­θέ­σεις, τίς ἐν­στά­σεις καί ἐ­πι­θυ­μί­ες γι­ά τό ἔρ­γο τοῦ Μεσ­σί­α καί γι­ά τήν ἀ­ντι­με­τώ­πι­ση τῶν κοι­νω­νι­κῶν προ­βλη­μά­των, προ­σπα­θεῖ μέ τήν πι­ό πά­νω φρά­ση Του νά τούς δώ­σει νά ἐν­νο­ή­σουν ὅ­τι, ὄ­ντας Αὐ­τός ὁ ἴ­δι­ος ὁ Μεσ­σί­ας, δέν θά γι­νό­ταν στόν κό­σμο «κα­τα­λυ­τής», ἀλ­λά «τε­λει­ω­τής». Δέν ἦλ­θε ὁ Χρι­στός μας γι­ά νά κρη­μνί­σει, ἀλ­λά γι­ά νά οἰ­κο­δο­μή­σει. Δέν ἦλ­θε στήν Πρώ­τη Του Πα­ρου­σί­α «ἵ­να κρί­νῃ, ἀλλ᾿ ἵ­να σώ­σῃ τὸν κό­σμον.­.­.­.­». Ἦλ­θε πνευ­μα­τι­κός καί ἠ­θι­κός ἀ­να­μορ­φω­τής τῶν ἀν­θρώ­πων. «Οὐκ ἦλ­θον κα­τα­λῦ­σαι», εἶ­πε, «ἀλ­λὰ πλη­ρῶ­σαι». Τί ἆ­ρα­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο νά ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη αὐ­τή «πλη­ρῶ­σαι.­.­.­.» στά θε­ϊ­κά χεί­λη καί ποι­ά ἡ βα­θύ­τε­ρη ση­μα­σί­α καί ἀ­ξί­α της;

Ἐ­κεῖ­νο πού κατ᾿ ἀρ­χήν πρέ­πει νά σκε­φθοῦ­με εἶ­ναι τό τί ἔ­λει­πε ἀ­πό τό Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο, καί τό ὁ­ποῖ­ο ὁ Χρι­στός μας πρό­σθε­σε, συ­μπλη­ρώ­νο­ντάς τον καί ὀ­λο­κλη­ρώ­νο­ντάς τον.

Ἦ­ταν ἡ «και­νή ἐ­ντο­λή», ἡ και­νούρ­γι­α ἐ­ντο­λή τῆς Ἀ­γά­πης!! Προ­σθέ­το­ντας στίς Δέ­κα Ἐ­ντο­λές τήν ἐ­ντο­λή τῆς Ἀ­γά­πης, δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἡ ἐ­φαρ­μο­γή τους παίρ­νει ἄλ­λο ὕ­φος καί οἱ ἄν­θρω­ποι, ἐ­φαρ­μό­ζο­ντας αὐ­τές, ἔ­χουν ἄλ­λο ἦ­θος ζω­ῆς. Ἀ­πό τό­τε οἱ ἐ­ντο­λές τοῦ Μω­σα­ϊ­κοῦ Νό­μου δέν ἔ­χουν χα­ρα­κτῆ­ρα ἄ­κα­μπτης καί δε­σμευ­τι­κῆς ἐ­πι­βο­λῆς στίς συ­νει­δή­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λά εἰ­ρη­νι­κῆς καί ἐ­γκάρ­δι­ας ἀ­πο­δο­χῆς. Ξε­κι­νώ­ντας οἱ Χρι­στι­α­νοί μέ δι­ά­θε­ση ἀ­γά­πης πρός τούς συ­ναν­θρώ­πους τους, αἰ­σθά­νο­νται τήν ἀ­νά­γκη νά εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νεῖς, τί­μι­οι, φι­λα­λή­θεις εὐ­θεῖς στίς σχέ­σεις τους καί στίς συ­να­να­στρο­φές τους (δέ λέ­νε ψέμ­μα­τα, δέν κλέ­βουν, οὔ­τε ἀ­τι­μά­ζουν, οὔ­τε φθο­νοῦν, οὔ­τε ἀ­σε­βοῦν πρός τόν Θε­ό καί τούς γο­νεῖς τους, ὄ­χι γι­α­τί δέν μπο­ροῦν νά κά­νουν ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λά γι­α­τί δέν θέ­λουν νά πλη­γώ­σουν τήν ἀ­δελ­φι­κή ἀ­γά­πη πού τούς δέ­νει σάν παι­δι­ά τοῦ οὐ­ρά­νι­ου Πα­τέ­ρα).

Καί γι­ά νά μήν μεί­νει στή σκέ­ψη τους καμ­μι­ά ἀμ­φι­βο­λί­α γι­ά τήν πρα­γμα­τι­κό­τη­τα τῆς ζω­ῆς πού τή χρω­μα­τί­ζει ἡ θε­ό­σταλ­τη ἀ­γά­πη καί καμ­μι­ά ἀμ­φι­σβή­τη­ση γι­ά τή δυ­να­τό­τη­τα ἐ­φαρ­μο­γῆς τοῦ ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νου Μω­σα­ϊ­κοῦ Νό­μου ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους, ἔ­γι­νε ὁ ἴ­δι­ος ὁ Χρι­στός μας ὑ­πό­δει­γμα καί ὑ­πο­γραμ­μός ἐ­κτέ­λε­σής του σ᾿ ὅ­λη του τήν πλη­ρό­τη­τα.

Καί ἐ­νῶ, ἀ­δελ­φοί μου, ὁ Χρι­στός μας, ὄ­χι μό­νο δέν κα­τέ­στρε­ψε τό Μω­σα­ϊ­κό Νό­μο γι­ά νά φτι­ά­ξει τή ζω­ή μας γνή­σι­α καί ἀ­λη­θι­νή, ἀλ­λά καί τόν συ­μπλή­ρω­σε καί μᾶς ἔ­δω­σε τή δυ­να­τό­τη­τα νά τόν ἐ­φαρ­μό­ζου­με στήν πρά­ξη, πολ­λοί ἄν­θρω­ποι σή­με­ρα, ὄ­χι μό­νο σκέ­πτο­νται μέ ἕ­να τρό­πο ἀρ­νη­τι­κό γι­ά τά ἀ­το­μι­κά καί κοι­νω­νι­κά προ­βλή­μα­τα, ἀλ­λά, ἀ­πλο­ποι­ώ­ντας καί ὑ­πο­βα­θμί­ζο­ντας τήν οὐ­σι­α­στι­κή ση­μα­σί­α τους, κα­τα­λύ­ουν κά­θε δυ­να­τό­τη­τα ἠ­θι­κῆς καί λο­γι­κῆς ἐ­πί­λυ­σής τους καί κα­τα­στρα­τη­γοῦν θεί­ους καί ἀν­θρώ­πι­νους θε­σμούς καί κα­νό­νες δι­καί­ου. Κα­τα­στρώ­νουν πα­ρά­νο­μα σχέ­δι­α, ἐ­μπνέ­ο­νται ἄ­τι­μα συ­στή­μα­τα, θέ­τουν σέ ἐ­φαρ­μο­γή ἀ­νή­θι­κες με­θό­δους, πού κα­τα­σκευ­ά­ζουν μέ­σα στό χῶ­ρο μι­ᾶς νο­ση­ρῆς ἀν­θρω­πο­κε­ντρι­κῆς καί ἐ­γω­ι­στι­κῆς νο­ο­τρο­πί­ας, ὄ­ντας ἔ­τσι ὅ­λα αὐ­τά τε­λεί­ως ἔ­ξω ἀ­πό τό αἰ­ώ­νι­ο θέ­λη­μα καί ἐ­νά­ντι­α στό Νό­μο τοῦ Θε­οῦ. Καί τό πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ζοῦν ἔ­τσι μέ τήν αὐ­τα­πά­τη πώς κά­τι κα­λύ­τε­ρο δι­κό τους ἔ­χουν νά βά­λουν στή θέ­ση τοῦ θεί­ου Νό­μου, πού τό­σο ἐ­πι­πό­λαι­α πε­ρι­φρο­νοῦν καί κα­τα­λύ­ουν. Καί ὄ­χι μό­νον αὐ­τό, ἀλ­λά πολ­λές φο­ρές, δαι­μο­νό­πλη­κτοι κα­θώς εἶ­ναι ἀρ­κε­τοί, ὁρ­μοῦν γι­ά νά κρη­μνί­σουν τά πά­ντα. Πι­στεύ­ουν πώς ἡ ζω­ή δέν ἔ­χει θε­μέ­λι­α καί βά­σεις στα­θε­ρές. Ξε­θε­με­λι­ώ­νουν τή ζω­ή, γι­ά νά τή στη­ρί­ξουν πά­νω σέ νέ­α θε­μέ­λι­α. Τό εἴ­δα­με αὐ­τό στόν αἰ­ῶ­να μας ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ντο­να, μέ τίς δι­ά­φο­ρες φι­λο­σο­φι­κο­κοι­νω­νι­κές ἰ­δε­ο­λο­γί­ες καί τά ψευ­το­μεσ­σι­α­νι­κά συ­στή­μα­τα καί τό ζή­σα­με στήν πρα­κτι­κή του πλευ­ρά στά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα καί κά­τω ἀ­πό τά ἐ­ρεί­πι­α δύ­ο πα­γκο­σμί­ων πο­λέ­μων.

Πρέ­πει νά τό ποῦ­με, Χρι­στι­α­νοί μου. Κα­νέ­νας δέν ἔ­χει τό δι­καί­ω­μα, ὅ­σο καί ἄν εἶ­ναι εἰ­λι­κρι­νής στίς προ­θέ­σεις του, νά πει­ρα­μα­τί­ζε­ται πά­νω στή ζω­ή καί στήν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας. Κα­νείς δέν πρέ­πει νά ἔ­χει τήν τόλ­μη νά κρη­μνί­ζει τόν κό­σμο, μέ τή δι­και­ο­λο­γί­α καί τή μά­ται­η καύ­χη­ση πώς θέ­λει καί μπο­ρεῖ νά τόν ξα­να­χτί­σει κα­λύ­τε­ρο. «Θε­μέ­λι­ον ἄλ­λον οὐ­δεὶς δύ­να­ται θεῖ­ναι.­.­.­», ση­μει­ώ­νει ὁ προ­φη­τι­κός λό­γος. Κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά βά­λει ἄλ­λο θε­μέ­λι­ο στίς ζω­ές καί στίς κοι­νω­νί­ες τῶν ἀν­θρώ­πων, «πα­ρὰ τὸν κεί­με­νον», ἐ­κτός ἀ­πό αὐ­τό πού ἔ­χει μπεῖ ἀ­λη­θι­νά στα­θε­ρό καί ἐγ­γυ­η­μέ­νο καί πού εἶ­ναι ὁ Χρι­στός μας, ἡ ἀ­λή­θει­ά Του καί ὁ θε­ϊ­κός Νό­μος.

Πά­νω σ᾿ αὐ­τόν τόν θε­μέ­λι­ο ἔ­κτι­σαν οἱ αἰ­ῶ­νες μέ πο­λύ­τι­μα ἤ ψεύ­τι­κα ὑ­λι­κά τό οἰ­κο­δό­μη­μα τῆς ζω­ῆς καί τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Ἱ­στο­ρί­ας. Ἄν δέν ἦ­σαν κα­λά ὅ­λα τά ὑ­λι­κά, μέ τά ὁ­ποῖ­α ἔ­κτι­σαν ὥς τώ­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι τό οἰ­κο­δό­μη­μά τους, καί ἄν γι᾿ αὐ­τό ἡ ζω­ή σή­με­ρα πα­ρου­σι­ά­ζει ἀ­ντι­νο­μί­ες καί ἀ­ντι­φά­σεις, κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά πεῖ πώς φταί­ει ὁ θε­μέ­λι­ος, δηλ. ὁ Χρι­στός μας. Τέ­τοι­ες σκέ­ψεις μό­νον ὁ Ἀ­ντί­χρι­στος μπο­ρεῖ νά σο­φι­σθεῖ καί νά ἐμ­φυ­τεύ­σει στίς συ­νει­δή­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων. Μό­νον αὐ­τός, «ὁ υἱ­ὸς τῆς ἀ­πω­λεί­ας, ὁ ἀ­ντι­κεί­με­νος καὶ ὑ­πε­ραι­ρό­με­νος ἐ­πὶ πά­ντα λε­γό­με­νον Θε­ὸν ἤ σέ­βα­σμα».

Ὅ­ποι­ος φι­λο­δο­ξεῖ γι­ά νά δοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι κα­λύ­τε­ρες ἡ­μέ­ρες, τό μό­νο πού ἔ­χει νά κά­νει εἶ­ναι ν᾿ ἀρ­χί­σει νά οἰ­κο­δο­μεῖ τή ζω­ή πά­νω στόν ἀ­λάν­θα­στο καί δο­κι­μα­σμέ­νο Νό­μο τοῦ Θε­οῦ, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἀρ­χί­σει νά μορ­φώ­νει καί νά οἰ­κο­δο­μεῖ ἀ­λη­θι­νά τόν ἑ­αυ­τό του.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας πά­ντο­τε ἀ­ντι­στέ­κε­ται καί ἀ­μύ­νε­ται στά κα­τα­λυ­τι­κά ρεύ­μα­τα καί κι­νή­μα­τα τῆς ζω­ῆς καί μέ τή δύ­να­μη τοῦ Χρι­στοῦ μας καί ἀ­λη­θι­νά οἰ­κο­δο­μεῖ τή ζω­ή τῶν ἀν­θρώ­πων καί τούς συμ­φι­λι­ώ­νει. Καί ὁ κά­θε πι­στός Χρι­στι­α­νός, βλέ­πο­ντας τήν μό­νη ἀ­λη­θι­νή δυ­να­τό­τη­τα τῆς ζω­ῆς στό χῶ­ρο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού σάν κοι­νω­νί­α ἀ­γά­πης καί ἐλ­πί­δας καί δι­και­ο­σύ­νης πο­ρεύ­ε­ται καί ἀ­να­μορ­φώ­νει τήν ἱ­στο­ρί­α, ἀ­κου­μπᾶ μέ χα­ρά καί ἐ­μπι­στο­σύ­νη στή χα­ρι­σμα­τι­κή ζω­ή της καί, εὐ­χό­με­νος, ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τά λό­γι­α τῶν ἁ­γί­ων «ἐ­μοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι τίθεσθαι ἐν τῷ Κυρίῳ τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μου». ΑΜΗΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου