ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Κυριακή προ της Χριστού Γέννησης- «καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν• αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν»
Ἀπόστολος: Ἑβρ. ια´ 9-10, 32-40
Εὐαγγέλιον: Ματθ. α´ 1-25
Ἦχος: γ´.– Ἑωθινόν: ΣΤ´
«καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν»
      Καθὼς πλησιάζουμε στὴν μεγάλη ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων, ἡ διάθεση τῶν ἀνθρώπων καὶ οἱ στολισμοὶ φανερώνουν ἕνα γενικότερο ἑορταστικὸ κλῖμα χαρᾶς καὶ προσμονῆς γιὰ τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Κυριακή 21η Δεκεμβρίου 2014

Η σημερινή Κυριακή, σηματοδοτείται από τη μεγάλη γιορτή των Χριστουγέννων και η Εκκλησία μας έρχεται σήμερα να μας παραθέσει ένα μακρύ κατάλογο που περιλαμβάνει τους κατά σάρκα προγόνους του Κυρίου μας μέσα από το απόσπασμα του κατά Ματθαίον ευαγγελίου που ακούσαμε πριν από λίγο. Αλλά σε τι αποσκοπεί όμως ο μακρύς αυτός κατάλογος των ολίγων σε μας γνωστών και των πλείστων αγνώστων και ιδιότροπων ονομάτων; Σε τι αποσκοποεί η απαρίθμηση αυτής της γενεαλογίας; Δείχνει την πορεία της φροντίδας του Θεού για το ανθρώπινο γένος . Είναι οι πρόγονοι του Χριστού που περίμεναν από γενιά σε γενιά την στιγμή που οι υποσχέσεις του Θεού για τον Μεσσία θα γινόταν πραγματικότητα.
ΚΥΡΙΑΚΗ 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014 – ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗΣ
(Ματθ. α΄ 1-25) (Εβρ. ια΄ 9-10, 32-40) 
Υποδοχή του Θείου Βρέφους

“Αυτός γάρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών”.

Λίγες μόνο μέρες μας χωρίζουν από την κοσμοσωτήρια ημέρα της Γεννήσεως του Θεανθρώπου. Οι χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες των ναών θ’ αντιλαλούν στα πέρατα της οικουμένης και θ’ ακούμε και πάλιν τους αγγέλους να δοξολογούν το μεγάλο και παράδοξο μυστήριο της σάρκωσης του άναρχου Θεού.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
Απόστολος: Εβρ. ια ́9-10, 32-40
Ευαγγέλιο: Ματθ. α ́ 1-25
21 Δεκεμβρίου 2014
«Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου ̇ τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν ̇ αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από τών αμαρτιών αυτών» (Ματθ. α ́ 20-21).
Η Γέννηση του Κυρίου Ημών Ιησού Χριστού αποτελεί γεγονός μοναδικό στην ιστορία.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

(Μθ. 1, 1-25)

 «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε˙ Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν, ἀπαντήσατε˙ Χριστὸς ἐπὶ γῆς, ὑψώθητε»

 Ἡ γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι γε­γο­νὸς χα­ρᾶς καὶ εὐ­φρο­σύ­νης, δο­θέν­τος πὼς τὸ φῶς τοῦ Θε­οῦ δι­α­λύ­ει τὸ σκό­τος τῆς δου­λεί­ας στὴν ἁ­μαρ­τί­α, τὴ φθο­ρὰ καὶ τὸν θά­να­το. Ὁ ἀ­μή­τωρ ἐκ Πα­τρὸς γί­νε­ται ἀ­πά­τωρ ἐκ μη­τρός, ὁ ἄ­χρο­νος Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ἄρ­χε­ται ὡς υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που, μὲ τὴν ὑ­πὲρ φύ­ση γέν­νη­σή του. Ἔρ­χε­ται ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ στὴ γῆ, γι­νό­με­νος ἄν­θρω­πος, γιὰ νὰ μᾶς ἐ­πα­να­γά­γει στὸν Θε­ὸ καὶ νὰ μᾶς προ­σφέ­ρει τὴν κα­τὰ χά­ρη θέ­ω­ση. Ὅ­πως στὸ πρό­σω­πο τοῦ προ­πά­το­ρα Ἀ­δὰμ ὑ­πέ­στη ἔκ­πτω­ση ὅ­λη ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἔ­τσι καὶ τώ­ρα μὲ τὴν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση ὅ­λη ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα -στὸ πρό­σω­πο τοῦ νέ­ου Ἀ­δάμ- ἐ­πα­νέρ­χε­ται στὸ ἀρ­χαῖ­ο καὶ προ­πτω­τι­κό της κάλ­λος.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ 21-12-2014
Σήμερα μιὰ Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ἀκοῦμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ μᾶς λέει: «Μὲ πίστη ἐγκαταστάθηκε στὴ γῆ ποὺ τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ξένος σὲ ἄγνωστη χώρα, ζώντας σὲ σκηνὲς μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ κι αὐτοὶ ἦταν κληρονόμοι τῆς ἴδιας ὑπόσχεσης. Κι αὐτό, γιατί περίμενε τὴν πόλη ποὺ θὰ εἶχε στέρεα θεμέλια καὶ ποὺ ἀρχιτέκτονας καὶ δημιουργὸς θὰ ἦταν ὁ Θεός. Χρειάζεται νὰ συνεχίσω; Δὲν θὰ μὲ πάρει ὁ χρόνος νὰ διηγηθῶ γιὰ τὸ Γεδεών, τὸ Βαράκ, τὸ Σαμψών, τὸν Ἰεφθάε, τὸ Δαυΐδ, τὸ Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφῆτες.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ: 21-12-2014 : «Ο ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ».

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΞΑΝΘΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΕΩΡΙΟΥ  

«Ο ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ»

Μιὰ πρώτη ἀντίδραση στὰ γεγονότα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ ὑπῆρξε ὁ σκανδαλισμός. Ὁ σκανδαλισμὸς ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πιὸ καλοπροαίρετους ἀνθρώπους, τοῦ Ἰωσήφ. Ὅταν ἀντιλαμβάνεται πὼς ἡ Παρθένος Μαριάμ, ἡ ἐκλεκτὴ καὶ εὐσεβέστατη κόρη, μὲ τὴν ὁποία εἶχε μηστευθεῖ, ἑτοιμάζεται νὰ γίνει μητέρα, τὰ χάνει, σκανδαλίζεται φοβερά. Ἕνα σωρὸ ὑποψίες τὸν τυλίγουν. Ξέρει πολὺ καλὰ τὸν ἄσπιλο χαρακτήρα τῆς Μαρίας, γι’ αὐτὸ βρίσκεται σὲ σύγχυση. Τοῦ εἶναι δύσκολο νά ἔξηγήσει ὅλη αὐτή τήν ὑπόθεση.
Ὁμιλία στὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ Anthony Bloom
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Κάθε χρόνο πρὶν τὰ Χριστούγεννα, διαβάζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἀποστόλου Ματθαίου τὴν γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ χρόνια ἀναρωτιόμουνα, γιατί; Γιατί πρέπει νὰ διαβάζουμε ὅλα αὐτὰ τὰ ὀνόματα ποὺ σημαίνουν τόσο λίγα πράγματα γιά μᾶς, ἐὰν δὲν σημαίνουν τίποτα; Καὶ τότε μοῦ ἔγινε αἰσθητὴ ἡ σημασία ποὺ ἔχουν γιὰ μᾶς αὐτὰ τὰ ὀνόματα.
Κυριακή Προ της Χριστού Γεννήσεως Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ

Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ Ματθ. α', 1-17. Λουκ. γ', 23-38

Κείμενον Ματθαίου. «Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ υἱοῦ Ἀβραάμ. Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ. Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ, Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών, Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν Βασιλέα, Δαυῒδ δὲ ὁ Βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς Οὐρίου, Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά, Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν, Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν,
Ἡ γενεαλογία τοῦ Χριστοῦ Anthony Bloom

Ὅταν ὁ ἄγγελος παρουσιάστηκε στὸν Ἰωσὴφ τοῦ θύμισε τὴν ἀρχαία προφητεία (Ἠσ. 7.14) ἡ ὁποία ἔδινε τὴν ὑπόσχεση πὼς θὰ ἐρχόταν μία ἐποχὴ ποὺ ὁ Θεὸς θὰ ζοῦσε ξανὰ ἀνάμεσα στὸ λαό Του, ὅπως ἦταν καὶ στὴν ἀρχὴ ἀχώριστος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Τότε ἐκεῖνοι θὰ ἀναφωνοῦσαν τὴ λέξη «Ἐμμανουὴλ» ἡ ὁποία στὰ Ἑβραϊκὰ σημαίνει «ὁ Θεὸς μαζί μας». Ἡ προφητεία αὐτὴ ἔχει ἐκπληρωθεῖ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ τώρα ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσά μας.
Κυριακή προ Χριστουγέννων Ὁ ἐρχομός τοῦ Θεοῦ στή γῆ καί τή zωή μας

Τό μυστήριο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Θεοῦ στή γῆ μᾶs προτρέπει νά ζήσουμε ἡ γιορτή τῶν Χριστουγέννων, πού πλησιάζει. Αὐτός ὁ ἐρχομός εἶναι μία θεμελιώδη ἀφετηρία πού βαθαίνει τό νόημα τῆς ζωῆs καί τῆς ὑπαρξήs μαs καί ἀνανεώνει τήν πίστη καί τήν ἐλπίδα μαs στή ζωντανή παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα μας καί γύρω μας. Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει πανηγυρικά ὅτι ὁ Θεόs ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά γίνει ὁ ἄνθρωποs Θεός.
Ἀπόστολος Κυριακῆς πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως

Κυριακὴ πρὸ τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως (Ἑβρ. ια΄ 9-10, 32-40)

18 Δεκεμβρίου 1966

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὴ μεγάλη γιορτὴ ποὺ πλησιάζει, μᾶς φέρνει πάλι κοντὰ στὰ μεγάλα κατορθώματα τῆς πίστεως τῶν ἀρχαίων Ἁγίων, τῶν Πατριαρχῶν, τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Δικαίων, ἐκείνων ποὺ ἔλαβαν ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ δὲν τὶς εἶδαν νὰ ἐκπληρώνωνται. Μία ἦταν ἡ μεγάλη ὑπόσχεση, ποὺ ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεὰ τὴν ἀνανέωνε ὁ Θεός, ὁ ἐρχομὸς τοῦ Λυτρωτῆ. Αὐτὸς ὁ ἐρχομός, ποὺ οἱ ἀρχαῖοι τὸν προσδοκοῦσαν καὶ τὸν περίμεναν μὲ πίστη, ἔφτασε νὰ γίνη μόνο στὰ χρόνια τὰ δικά μας. Ἂς ἀκούσουμε ὅμως τώρα στὴ δική μας ἁπλὴ γλώσσα τὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.
“ΤΟ ΥΠΕΡ ΠΑΝ ΟΝΟΜΑ” Ευαγγελικό ανάγνωσμα. Κυριακή προ Χριστού γεννήσεως. (Ματθ. Α' 1-25)
“ΤΟ ΥΠΕΡ ΠΑΝ ΟΝΟΜΑ”

Ευαγγελικό ανάγνωσμα.
Κυριακή προ Χριστού γεννήσεως.
(Ματθ. Α' 1-25)

Ανέκαθεν η Εκκλησία μας έδινε μεγάλη σημασία στο όνομα Ιησούς, όσον αφορά την πνευματική πρόοδο του πιστού. Βεβαίως οι θεοφόροι πατέρες και διδάσκαλοι χαρακτηρίζουν τον Θεό, τόσο ανώνυμο, όσο και πολυώνυμο. Και ανώνυμο μεν γιατί ουδεμία λέξη κτιστή μπορεί να περιλάβει τον Θεό, πολυώνυμο δε διότι μέσω ονομάτων, εκφράζονται κάπως οι ιδιότητες του Τριαδικού Θεού.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΣΥΓΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΙΑΣ π ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ
Τόσο το ιερό Ευαγγελικό ανάγνωσμα, όσο και το Αποστολικό, αναφέρονται στα πρόσωπα των προπατόρων του Ιησού, που έζησαν με σεβασμό προς τον Θεό. Αναφέρεται στην πίστη που επέδειξαν οι προπάτορες του Χριστού, την εμπιστοσύνη δηλαδή στο Θεό και την αμεσότητα της προσωπικής σχέσης την οποία είχαν μαζί Του όλες εκείνες οι σπουδαίες μορφές, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Γεδεών, ο Βαράκ, ο Σαμψών, ο Ιεφθάε, ο Δαβίδ, ο Σαμουήλ και όλοι εκείνοι οι άνδρες και οι γυναίκες που προετοίμασαν τον κόσμο για τον ερχομό του Χριστού και τον τρόπο που ο άνθρωπος θα μπορούσε να συναντήσει τον αληθινό Θεό.
Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως

Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης

Πολλοί άνθρωποι ακόμα και στις ημέρες, μπροστά στα καταπληκτικά επιτεύγματα της επιστήμης και όχι μόνο, σηκώνουν εγωιστικά το ανάστημά τους και διακηρύσσουν: Από τι έχουμε ανάγκη να μάς σώσει ο Χριστός στον 21ο αιώνα; Και σήμερα πρέπει ο Χριστός να ονομάζεται Σωτήρ, ο μοναδικός Σωτήρας του κόσμου και των ανθρώπων;
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)
«Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από των αμαρτιών αυτών»(Ματθ. 1, 21)

α. Ένα παράδοξο ευαγγελικό ανάγνωσμα, στο μεγαλύτερο τμήμα του, είναι το σημερινό της Κυριακής προ της Χριστού Γεννήσεως. Μία πληθύς ονομάτων, ένα γενεαλογικό δένδρο, από τον Αβραάμ μέχρι και τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γιατί αυτό; Γιατί η Εκκλησία μας δεν χρησιμοποίησε μόνο τα σχετικά με τη Γέννηση του Κυρίου, ή, ακόμη πιο πίσω, γιατί ο Ευαγγελιστής θεώρησε αναγκαία την προ του Ιησού Χριστού καταγραφή της γενεαλογίας Του;
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

῾Καί οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διά τῆς πίστεως...᾽
(῾Εβρ. 11, 39)

α. ᾽Εποποιΐα τῆς πίστεως ἔχει χαρακτηρισθεῖ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἀπό τήν πρός ῾Εβραίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου, πού ἀκούγεται κάθε φορά τήν Κυριακή πρό τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως. ᾽Εποποιΐα γιατί φανερώνει μέσα ἀπό τήν ἱστορία τῆς Θείας Οἰκονομίας ὅτι ἡ πίστη ἀποτελεῖ τό ἀκαταμάχητο ὅπλο μέ τό ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει ὅλες τίς δυσκολίες  καί ὅλα τά ἐμπόδια τῆς ζωῆς αὐτῆς καί ἐξέρχεται νικητής. ῾Μεγάλα τά τῆς πίστεως κατορθώματα᾽. Θά μποροῦσε κανείς νά ἔβαζε ὡς τίτλο τοῦ ἀποσπάσματος τή φράση τῆς ᾽Αποκάλυψης τοῦ ᾽Ιωάννου ῾αὕτη ἡ πίστις ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν᾽.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

῾Πίστει παρώκησεν (ὁ ᾽Αβραάμ) εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν...ἐξεδέχετο γάρ τήν τούς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καί δημιουργός ὁ Θεός᾽ (῾Εβρ. 11, 9.10)
(Μέ πίστη (ὁ ᾽Αβραάμ) ἐγκαταστάθηκε στή γῆ πού τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Θεός, ξένος σέ ἄγνωστη χώρα...κι αὐτό γιατί περίμενε τήν πόλη πού θά εἶχε στέρεα θεμέλια καί πού ἀρχιτέκτονας καί δημιουργός της θά ἦταν ὁ Θεός).
Κήρυγμα Κυριακῆς 21.12.2014 Κυριακή πρό τῆς τοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως

Ἡ πίστη πού θαυματουργεῖ

      Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιά ἄλλη μία φορά, μέσῳ τοῦ Ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος πού θά ἀκούσουμε αὔριο, ἐξυμνεῖ τήν πίστη πρός τόν Θεό. Καί μιᾶς καί βρισκόμαστε λίγο πρίν τά Χριστούγεννα, πού μόνο διά τῆς πίστεως μποροῦμε νά τά βιώσουμε καί νά τά κατανοήσουμε, κρίνω ἀναγκαῖο νά ἀναφερθοῦμε σήμερα στό θέμα αὐτό τό ὁποῖο καί θά μᾶς βοηθήσει στήν πνευματική μας ζωή.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ – 21 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2014
Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

Ματθ. α΄, 1-25

Μία ἑβδομάδα πρίν ἀπό τά Χριστούγεννα σήμερα, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ἀκούσαμε τήν ἀρχή τοῦ κατά Ματθαῖον Εὐαγγελίου. Εἶναι ὁ γνωστός κατάλογος τῶν προγόνων τοῦ Χριστοῦ. Ἄλλα ἀπό τά ὀνόματα πού ἀκούσαμε μᾶς εἶναι γνωστά –ὅπως τά ὀνόματα τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ, τοῦ Ἰακώβ, τοῦ Δαυίδ- τά πιό πολλά ὅμως μᾶς εἶναι ἄγνωστα. Αὐτός ὁ κατάλογος μᾶς δείχνει τήν πορεία τῆς φροντίδας τοῦ Θεοῦ γιά τό ἀνθρώπινο γένος. Τά ὀνόματα αὐτά εἶναι ἀντιπροσωπευτικά τῶν ἀνθρώπων, πού γενιές ὁλόκληρες περίμεναν τή μεγάλη ὥρα, τόν ἐρχομό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ. Εἶναι οἱ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πού ἀπό γενιά σέ γενιά πρόσμεναν τή στιγμή κατά τήν ὁποία οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, οἱ ὑποσχέσεις του, θά γίνονταν πραγματικότητα.
Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως (21-12-2014) 
Η πίστη και το πλήρωμα της Επαγγελίας 
Εβρ. 11.9-10, 32-40 Ἀδελφοί, πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. Καὶ τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. 
Κυριακή προ των Χριστουγέννων σήμερα, η οποία είναι αφιερωμένη στην τιμή όλων των δικαίων και των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, από τον Αδάμ μέχρι και τον Ιωσήφ τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου,
Κυ­ρια­κὴ πρὸ τῆς Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως
21 Δε­κεμ­βρί­ου 2014
Ματ­θαί­ου α΄ 1 – 25

Λί­γες μό­λις ὧ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη ἑ­ορ­τὴ τῆς Χρι­στι­α­νο­σύ­νης, ἀ­γα­πη­τοί μου ἀ­δελ­φοί, καὶ ὁ κό­σμος ἀ­να­μέ­νει νὰ ἀν­τλή­σει ἀ­πὸ αὐ­τὴν μη­νύ­μα­τα ἐλ­πί­δας καὶ ζω­ῆς. Τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα ποὺ βι­ώ­νει τό­σο ἐ­φι­αλ­τι­κὰ στρέ­φουν τὴν προ­σο­χὴ στὴ Γέν­νη­ση τοῦ Θε­αν­θρώ­που ὡς τὸ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν γε­γο­νὸς ποὺ τὸν ἀ­νε­βά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἔ­σχα­τα ση­μεῖ­α κα­τά­πτω­σης στὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χει βρε­θεῖ σή­με­ρα. Χρι­στού­γεν­να! Μιὰ μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­βα­πτί­σου­με τὴν ὕ­παρ­ξή μας στὸ μυ­στή­ριο τοῦ Θε­οῦ, μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται καὶ φω­τί­ζε­ται τὸ μυ­στή­ριο τοῦ ἀν­θρώ­που.

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Κυριακή πρὸ Χριστοῦ Γεννήσεως
Ματθ. α΄, 1-52
(σελ.235-249)
Εὐθ. Ζιγαβηνοῦ
Ἑρμηνεία τοῦ κατὰ Ματθαίον Εὐαγγέλιον

Ἐν ταῖς ἐπιγραφαῖς Εὐαγγέλιον οἱ εὐαγγελισταὶ τήν διήγησιν ὠνόμασον.  Καὶ μαρτυροῖ Λουκᾶς εἰρηκώς·  Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων. Εὐαγγέλιον δὲ ταύτην κεκλήκασι· διότι ἀγαθὰ μηνύει τοῖς ἀνθρώποις, οἷον Θεοῦ ἐνανθρώπησιν, ἀνθρώπου θέωσιν, δαιμόνων κατάλυσιν ἀμαρτημάτων λύσιν, ἀναγέννησιν ὑοθεσίαν καὶ κληρονομίαν τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Εὐαγγελισταὶ δὲ εἰσιν, οὐχ οἰ τέσσαρες οὗτοι μόνον, ἀλλὰ σύμπαντες οἰ ἀπόστολοι, περὶ ὧν κοινῇ προανεφώνησεν Ἡσαΐας·  Ὡς ὡραῖοι, λέγων οἱ πόδες τῶν εὐαγγελιζομένων εἰρήνην, τῶν εὐαγγελιζομένων τὰ ἀγαθά. Ἀλλ’ οἱ τέσσερες μὲν ἰδίως εὐαγγελισταὶ κέκληνται, ὡς ἐγγράφως περὶ πάντων διηγησάμενοι καὶ ἱστορήσαντες· οἱ δ’ ἄλλοι πάντες ὡς ἀγράφως τοῦτο ποιήσαντες.
Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ.  Γένεσιν ἐνταῦθα τὴν γέννησιν ἐννόησεν ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης. Ἡ γὰρ γένεσις καθολικὴ λέξις, οὖσα, σημαίνει καὶ ταύτην.  Τινὲς δὲ φασιν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ὑπερφυῶς γεννηθεὶς ἐκ παρθένου τὴν κατὰ φύσιν γέννησιν ἐκαινοτόμησεν, λοιπὸν καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐκαινοτόμησε τὸ κατὰ φύσιν ὄνομα τῆς γεννήσεως, γένεσειν αὐτὴν καλέσας.
Τὸ δὲ Ἰησοῦς, ὄνομα Ἑβραϊκὸν μέν ἐστι, σημαίνει δὲ τὸν Σωτῆρα – Αὐτὸς γὰρ σώσει, φησί, τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. Ἵνα δὲ μὴ πλανηθῆς περὶ τὴν ὁμωνυμίαν, Ἰησοῦν ἀκούσας· γέγονε γὰρ καὶ ἄλλος Ἰησοῦς, ὁ τοῦ Ναυῆ -οὐκ εἶπεν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διαστέλλων ἀπ’ ἐκείνων τοῦτον. Ἀπορήσειε δ’ ἄν τις, ὅτι, καὶ μὴν ἡ βίβλος αὕτη οὐκ ἔστι μόνης τῆς γεννήσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ὅλης αὐτοῦ τῆς οἰκονομίας καὶ πολιτελείας· λύομεν δὲ τὴν ἀπορίαν, ὅτι τὸ κεφάλαιον ὅλης τῆς οἰκονομίας καὶ πολιτείας, καὶ ἀρχὴ καὶ ρίζα τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἡ γέννησις ἦν. Τοῦτον γὰρ ἐκπλήξεως γέμει καὶ φρίκης, καὶ ὑπὲρ ἐλπίδα πᾶσαν καὶ προσδοκίαν ἐστί, τό, γενέσθαι τὸν Θεὸν ἄνθρωπον.  Τούτου γὰρ γενομένου, τὰ μετὰ τοῦτο πάντα κατ’ ἀκολουθίαν καὶ λόγον ἕπονται. Λοιπὸν οὖν ἀπὸ τοῦ κυριωτέρου μέρους βίβλον γενέσεως, ὅλον τὸ βιβλίον ἐκάλεσε. Οὕτω γὰρ καὶ ὁ Μωυσῆς, βίβλον Γενέσεως οὐρανοῦ καὶ γῆς, τὸ πρῶτον αὐτοῦ βιβλίον ὠνόμασε, καίτοι οὐ περὶ οὐρανοῦ καὶ γῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐν μέσῳ πάντων διαλεχθείς.
(Ἤ, ἐπεὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὑπὲρ φύσιν ἐγεννήθη, ὡς ἄνευ σπέρματος, καὶ ὡς ἐκ Παρθένου, καὶ κατὰ φύσιν, ὡς ἐκ γυναικός, καὶ ὡς μετὰ θηλῆς· ἄνω μὲν εἶπεν Γενέσεως, τὸ ὑπὲρ φύσιν αἰνιττόμενος· κάτω δὲ, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, φησίν, ἡ γέννεσις οὕτως ἦν, τὸ κατὰ φύσιν δηλῶν. Τινὲς δὲ εἶπον γένεσιν Ἰησοῦ, τὴν εἰς τὸν κόσμον παραγωγὴν αὐτοῦ, οἷον πῶς γέγονεν).
Υἱοῦ Δαυΐδ, υἱοῦ Ἀβραάμ, Υἱὸν μὲν τοῦ Δαυΐδ, τὸν Χριστὸν ἐκάλεσεν· υἱὸν δὲ τοῦ Ἀβραάμ, τὸν Δαυΐδ, ἀνάγων τὰς διανοίας τῶν ἀκροατῶν εἰς μνήμην τῶν ἐπαγγελιῶν.  Πάλαι γὰρ ὁ Θεὸς ἐπηγγείλατο,  καὶ τῷ Ἀβραάμ, καὶ τῷ Δαυΐδ, ἀναστήσειν ἐκ τοῦ σπέρματος αὐτῶν τὸν Χριστὸν. Ἐξ Ἰδουδαίων γὰρ ὄντες οἱ ἀκροαταί, καθὰ προειρήκαμεν, ἐγνώριζον ταύτας.  Πρῶτον δὲ τὸν Δαυΐδ τέθεικεν ὅτι ἐν τοῖς ἁπάντων ἐφέρετο στόμασιν, ὡς προφήτης μέγας καί ὡς βασιλεὺς ἐνδοξότατος, καὶ ὡς οὐ πάλαι τετελευτηκώς. Ὁ γὰρ Ἀβραάμ, εἰ καὶ αὐτὸς ἐπίσημος ἦν ὡς πατριάρχης, ἀλλ’ οὖν πάλαι θανών, οὐ τοσαύτης μνήμης ἠξίωτο. Εἰ γὰρ καὶ ἀμφοτέροις ἐπηγγείλατο ὁ Θεὸς, ἀλλ’ ὅμως ἐκεῖνο μέν, ὡς παλαιόν, ἐσιγᾶτο· τοῦτο δὲ ὡς νεώτερον, ὑπὸ πάντων πριεφέρετο.  Διὸ καὶ ἔλεγον· ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν ὁ Δαυΐδ, ἔρχεται ὁ Χριστὸς; Καὶ οὐδεὶς αὐτὸν υἱὸν Ἀβραάμ, ἀλλὰ πάντες υἱὸν Δαυΐδ ἐκάλουν. Οὕτω γοῦν ἀπὸ τοῦ γνωριμωτέρου μᾶλλον ἀρξάμενος, ἐπὶ τὸν παλαιότερον ἀνῆλθεν.
Ἀλλὰ Ματθαῖος μὲν πρὸς τοὺς ἐκ περιτομῆς γράφων, οὐκ ἀνωτέρω τοῦ Ἀβραὰμ ἀνήγαγε τὴν γενεαλογίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τούτου ἀρξάμενος, κατῆλθεν ἄχρις αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ, δεικνύων μόνον, ὅτι ἐκ σπέρματος Ἀβραὰμ καὶ Δαυΐδ ἐβλάστησε, κατὰ τὴν πρὸς ἐκείνους ἐπαγγελίας. Οὐδὲν γὰρ οὕτως ἀνέπαυε τοὺς ἐξ Ἰουδαίων πεπιστευκότας, ὡς τὸ μαθεῖν, ὅτι ἐκ σπέρματος Ἀβραάμ καί Δαυΐδ ἦν ὁ Χριστὸς, ὡς ἐκεῖθεν αὐτὸν ἀεὶ προσδοκῶντες. Ὁ δὲ Λουκᾶς, ἅτε, διὰ μέσου τοῦ Θεοφίλου, κοινῇ πᾶσι πιστοῖς διαλεγόμενος, ὁλοτελῆ ποιεῖται τὴν γενεαλογίαν, κάτωθεν ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ μᾶλλον ἀρξάμενος, καὶ ἀναβὰς ἄχρι τοῦ Ἀδάμ, ἴνα δείξῃ, πόσαις τε γενεαῖς ἀφειστήκει τοῦ παλαιοῦ ὁ νέος Ἀδάμ, καὶ πόσων γενεῶν ἐβασίλευσεν ἡ ἁμαρτία. Ἡ διαφορὰ τῶν ἀποδεδειγμένων πραγμάτων, διαφορὰν ἐποίησε καὶ τῶν ἀποδείξεων. Ὁ μὲν γὰρ Ματθαῖος ἀναγκαίως τοῦ Ἀβραὰμ ἐπιμνησθείς, εἰκότως ἀπὸ τούτου κάτεισιν ἐπὶ τὸν γενεαλογούμενον Χριστόν· ὁ δὲ Λουκᾶς, μὴ ἐλθὼν εἰς χρείαν τῆς τοιαύτης μνήμης τὸ τοῦ Ἀβραάμ, ἀναγκαίως ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ ἀρξάμενος, ἀνεπόδισε. Σύνηθες δὲ τοῖς Ἑβραίοις, καὶ τὸ κατὰ ἀναποδισμὸν γενεαλογεῖν.
Ἀβραὰμ -ἀδελφὸς αὐτοῦ. Ἔθνος ἦν, δι’ ἀρρένων ποιεῖσθαι τὰς γενεαλογίας. Ὁ ἀνὴρ γὰρ σπείρει, καὶ οὗτός ἐστιν ἀρχὴ μὲν καὶ ρίζα τοῦ τέκνου, κεφαλὴ δὲ τῆς γυναικός· ἡ δὲ γυνή, ἐκτρέφουσα, καὶ θάλπουσα, καὶ συναύξουσα τὸ σπέρμα, βοηθὸς δέδοται τῷ ἀνδρί. Τὸν Ἰούδαν δὲ παρέλαβεν ἀπὸ τῶν ἄλλων υἱῶν τοῦ Ἰακώβ, καίτοι μὴ πρωτότοκον ὄντα, ὅτι ἐκ τῆς φυλῆς αὐτοῦ κατήγετο ὁ Χριστὸς.  Ἐπεὶ δὲ ἐν ταῖς γενεαλογίας, εἷς ἐφ’ ἑκάστους διαδόχους ἀεὶ τίθεται, παρατηρητέον, ἔνθα παραλαμβάνονται πλείοις, ὅτι οὐ μάτην ἡ τῶν πλειόνων προσθήκη γέγονεν, ἀλλ’ αἰτία τίς ἐστιν αὐτῆς. Αὐτίκα γὰρ τῶν ἀδελφῶν ἐμνημόνευσε τοῦ Ἰούδα, διότι ἕν ἔθνος ἐστι τὸ Ἱσραηλιτικόν, εἰς δώδεκα ρίζας ἀναφερόμενον, αἵτινές εἰσιν οἰ δώδεκα υἱοῖ τοῦ Ἰακώβ. Καὶ δοκοῦσι καὶ αὐτοὶ πρόγονοι χρηματίζειν τοῦ Χριστοῦ ὡς τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ γένους ὄντες φύλαρχοι, ἐξ οὗ ὁ Χριστὸς ἐβλάστησεν.
(Ἀβραὰμ ἑρμηνεύεται, πατὴρ ἐθνῶν· Ἰσαὰκ δὲ, χαρά, γέλως).
Ἰούδας –Θάμαρ (Ζαρά ἐστιν ἀνατολή· Φαρὲς δὲ, μερισμὸς ἤ διακοπή. Ὅθεν καὶ οἰ Φαρισαῖοι, παρὰ τὸ μερίζειν ἑαυτοὺς τῆς τῶν πολλῶν ἐπιμιξίας).
Ὁ Ἰούδας, τέταρτος μὲν ἦν υἱὸς τοῦ Ἰακώβ, ἔλαβε δὲ τὴν Θάμαρ νύμφην εἰς τὸν πρῶτον ἑαυτοῦ υἱὸν Ἥρ· τούτου δὲ τελευτήσαντος ἄπαιδος ἔζευξεν αὐτὴν τῷ δευτέρῳ (Αὐνὰν)· καὶ τούτου δὲ ὁμοίως ἀποθανόντος, ὑπέσχετο καὶ τὸν τρίτον αὐτῇ συνάψαι (Σηλώμ)· Φοβηθεὶς δὲ, μὴ καὶ οὗτος εὐθὺς ἀποθάνῃ, τὸν γάμον ὑπερετίθετο. Ἡ δὲ νύφῃ, λίαν ἐπιθυμοῦσα σπέρμα λαβεῖν ἀπὸ τοῦ Ἀβραμιαίου γένους, ὡς λαμπροῦ καὶ περιβοήτου, ἐπεὶ τὸν πενθερὸν Ἰούδαν ὑπερτιθέμενον ἔγνω, κατασοφίζεται τοῦτον, καὶ περιθεμένη σχῆμα πόρνης, ἐκάθισε πρὸς ταῖς πύλαις τῆς πόλεως ἐγκαλυψαμένη.  Θεασάμενος δὲ ταύτην Ἰούδας καὶ ἀγνοήσας, εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν, ὡς εἰς πόρνην, καὶ συμφθαρείς, ἔγκυον διδύμων τέκνων ἐποίησε. Παραγενομένων δὲ τῶν ὠδίνων, ἐπεὶ τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ τίκτειν ἔμελεν, ἐξήνεγκε πρῶτος ὁ Ζαρὰ τὴν χεῖρα· εἴτε ἡ μαῖα θεασάμενη τοῦτο, καὶ βουληθεῖσα γνώριμον ποιῆσαι τὸν πρωτότοκον, κοκκίνῳ τὴν ἐξενεχθεῖσαν ἔδησε χεῖρα· ὡς δὲ ἐδέθη, συνέστειλεν αὐτὴν τὸ παιδίον·  συσταλείσης δὲ, προῆλθεν ὁ Φαρὲς, εἶτα ὁ Ζαρά. Ἡ μὲν οὖν ἰστορία ταύτη. Ἦν δὲ εἰκὸς, τὸν Φαρὲς παραλαβεῖν μόνον εἰς γενεαλογίαν, ὡς δι’ αὐτοῦ βαδίζοντος τοῦ γένους ἐπὶ τὸν Δαυΐδ· νῦν δὲ καὶ τὸν Ζαρά. τέθηκεν, ὡς τύπον τοῦ Χριστιανικοῦ λαοῦ. Ὁ γὰρ Φαρὲς τύπος ἦν τοῦ Ἑβραίου.  Καθὼς περ γὰρ ὁ Ζαρὰ πρῶτος ἐξενεγκὼν τὴν χεῖρα συνέστειλε ταύτην, εἶτα ἐξολισθήσαντος τοῦ Φαρὲς, τότε καὶ αὐτὸς ἐξῆλθεν ὁλοτελῶς· οὕτω καὶ τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας, μέρος μὲν ἐφάνη ἐν τοῖς χρόνοις τοῦ Ἀβραάμ, εἶτα συσταλέντος, ἦλθεν ἡ νομική, καὶ μετὰ ταύτην ἐξέλαμψεν ἐντελῶς ἡ εὐαγγελική. Ὁρᾷς, ὅτε οὐ  μάτην ὁ Ζαρὰ παρείληπται.
Λοιπὸν οὖν, οὐδὲ τῆς Θάμαρ ἀκαίρως ἐμνημόνευσεν, οὐδὲ τῶν ἄλλων τριῶν γυναικῶν μετὰ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπεὶ ἡ μὲν Θάμαρ ἀθεμιτόγαμος ἦν, ὡς τῷ πενθερῷ μιγεῖσα, πόρνη δὲ ἡ ῾ Ραὰβ, ἡ ῾ Ροὺθ, ἀλλόφυλος, ἡ δὲ τοῦ Οὐρίου, Βηρσαβεέ, μοιχαλίς, ὡς αἱ κατ’αὐτὰς ἱστορίαι διδάσκουσιν· ἤγαγε τὰς τοιαύτας γυναῖκας εἰς μέσον, ἵνα δείξῃ, ὅτι οὐκ ἐπῃσχύνετο ὁ Χριστὸς ἀπὸ τοιούτων προγόνων καταγόμενος, ὧν ὁ μὲν ἐξ ἀθεμιτογαμίας ἦν, ὁ δὲ ἐκ πορνείας, ὁ δὲ ἐξ ἀλλοφύλου μητρός, ὁ δὲ, ἀπὸ μοιχαλίδος. Οὐδὲν γὰρ βλάπτει τὸν ἐνάρετον ἡ τῶν προγόνων αὐτοῦ παρανομία.  Πᾶς γὰρ ἀπὸ τῶν οἰκείων πράξεων, ἀλλ’οὐκ ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων κρίνεται καλὸς ἤ φαῦλος.  Καὶ γὰρ καὶ διὰ τοῦτο ἦλθεν ὁ Χριστὸς οὐχ ἵνα φύγῃ τὰ ἡμέτερα ὀνείδη, ἀλλ’ ἵνα δέξηται ταῦτα, καὶ ἀνέλῃ διὰ τῶν ἑαυτοῦ ἀρετῶν. Ὡς ἰατρὸς γὰρ, οὐχ ὡς κριτής, παραγέγονε. Μία μὲν οὖν αὔτη αἰτία.  Δευτέα δὲ, ὅτι, ἐπειδὴ Ἰουδαῖοι τῆς κατὰ ψυχὴν ἀρετῆς ἀμελοῦντες, μέγα ἐπὶ τοῖς προγόνοις ἐκόμπαζαν, τὴν εὐγένειαν ἐκείνων ἄνω καὶ κάτω περιφέροντες, καταστέλλει τὸ φύσημα τούτων, δεικνύων, ὅτι κἄκεῖνοι ἐκ παρανόμων γάμων ἐγένοντο. Αὐτίκα γὰρ ὁ πατριάρχης αὐτῶν καὶ ὁμώνυμος Ἰδούδας, ἐξ ἀθεμιτογαμίας τὸν πρόγονον αὐτῶν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἀπεγέννησε.  Καὶ ὁ περιβόητος δὲ Δαυΐδ, ἐκ μοιχείας τὸν Σολομῶντα.  Καὶ λοιπὸν μάτην ἐπὶ τοῖς προγόνοις μεγαλαυχοῦσιν. Οἷμοι γὰρ διὰ τὴν αἰτίαν μᾶλλον ταύτην μνημονευθῆναι καὶ τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Ἰούδα. Οἱ τέσσερες γὰρ αὐτῶν ἀπὸ δουλίδων τῷ Ἰακώβ ἐγεννήθησαν, καὶ ὅμως οὐκ ἔβλαψεν οὐδένα τούτων ἡ τοῦ γένους διαφορά.  Πάντες γὰρ ὁμοίως ἐγένοντο καὶ πατριάρχαι, καὶ φύλαρχοι.  Τρίτη δὲ αἰτία, ὅτι αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι, τύπος ἦσαν τῆς ἐξ ἐθνῶν Ἐκκλησίας. Ὥσπερ γὰρ ἐκείνας, διαφόροις ἁμαρτήμασιν ὑποκειμένας, οἱ δηλωθέντες ἄνδρες ἠγάγοντο· οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, διαφόροις ἁμαρτήμασιν ὑποπεσοῦσαν ἡρμόστατο ἑαυτῷ. Καὶ ὥσπερ τὸ γένος τοιούτων γυναικῶν οὐκ ἀπηξίωσεν· οὕτως δὲ τὴν τῆς Ἐκκλησίας νύμφευσιν. Ἅμα δὲ καὶ διδασκόμεθα διὰ τῶν τοιούτων, μὴ ἐπὶ ταῖς τῶν προγόνων ἁμαρτίαις, ἀλλ’ ἐπὶ ταῖς οἰκείας αἰσχύνεσθαι, μηδὲ φρονεῖν ἐπὶ προγόνοις, ἀλλ’ οἰκείας ἐπιμελεῖσθαι ἀρετῆς· μηδὲ φαυλίζειν τοὺς ἀπὸ διαβεβλημένων γάμον ἐναρέτους γεγενημένους, μηδὲ παρωθεῖσθαι, τοὺς ἐκ διαφόρων ἁμαρημάτων τῇ πίστει προσεροχμένους.
Φαρὲς –Βαβυλῶνος. Ἡ μὲν Τετάρτη βίβλος τῶν Βασειλιῶν καὶ ἡ Δευτέρα τῶν Παραλειπομένων τρεῖς υἱοὺς ἱστοροῦσι τοῦ Ἰωσίου, τὸν Ἰωάχαζ καὶ τὸν Ἰωακείμ, ὅς καὶ Ἐλιακεὶμ  ἐκαλεῖτο, καὶ τὸν Σεδεκίαν, ὅς καὶ Ματθανίας ἐλγέγετο, ἑνὸς δὲ τούτων, τοῦ Ἰωακεὶμ ἀπογεννηθῆναι τὸν Ἰεχονίαν· ἡ δὲ του Ἔσδρα βίβλος τὸν Ἰεχονίαν, υἱὸν εἶναι τοῦ Ἰωσίου φυσίν, ὥσπερ καὶ ὁ παρὼν εὐαγγελιστής.  Τί οὖν ἐροῦμεν; Ὅτι ὅν ἐκεῖναι εἶπον Ἰωάχαζ, τοῦτον αὕτη φυσὶν Ἰεχονίαν. Διώνυμος γὰρ ἦν, ὥσπερ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ. Καὶ γὰρ, ἅπερ ἔφασαν ἐκεῖναι παράσημα τοῦ Ἰωάχαζ, ταῦτα εἴρηκεν ἀπαραλλάκτως ἡ τοῦ Ἔσδρα βίβλος πάντα ἐπὶ τῷ Ἰεχονίᾳ, ὅτι τε μητέρα εἶχε τὴν Ἀμιτάδ, θυγατέρα Ἱερεμίου, καὶ ὅτι εἴκοσι καὶ τριῶν ἐτῶν ἐβασίλευσε, καὶ ὅτι τρεῖς μόνους μῆνας βασιλεύσας ἐξεβλήθη παρὰ τοῦ Φαραὼ, βασιλέως Αἰγύπτου, καὶ κατήχθη δοῦλος εἰς Αἴγυπτον.
Ὥστε λοιπὸν ἕτερος Ἰεχονίας ἦν, ὁ υἱὸς Ἰωακείμ, οὗτινος οὐδὲ ἀδελφοὺς οὐδεμία βίβλος ἀνέγραψεν.  Εἰκὸς δὲ μετὰ τὸ κατατροπωθῆναι τοὺς Αἰγυπτίους ὑπὸ Ναβουχοδονόσορ, βασιλέως Βαβυλῶνος, μετενεχθῆναι καὶ τὸν Ἱεχονίαν, εἰς Βαβυλῶνα, καὶ ἐν ταύτῃ γεννῆσαι τὸν Σαλαθιήλ. Ἰωσίας δέ, φησίν, ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος.  Καὶ μὴν, πρὸ τῆς εἰς Βαβυλῶνα μετοικεσίας τῶν Ἰουδαίων, τούτους ὁ Ἰωσίας ἐγέννησε. Λοιπὸν οὖν τό, Ἐπὶ τῆς μετοικεσίας, ἀντὶ τοῦ, Πλησίον τοῦ καιροῦ τῆς μετοικεσίας. Ἐμνημόνευσε δὲ καὶ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, διότι καὶ αὐτοὶ πάντες ἀμοιβαδὸν ἐβασίλευσαν, καὶ μετῳκίσθησαν καὶ οὗτοι ὑπὸ Ναβουχοδονόσορ αἰχμάλωτοι εἰς Βαβυλῶνα.
(Τὶ δὲ δήποτε κατὰ τὴν μέσην ταύτην μερίδα τρεῖς παρέλιπε βασιλεῖς, τὸν τὲ τοῦ Ἰωρὰμ υἱὸν, Ὀχοζίαν, καὶ τὸν τοῦ Ὀχοζίου υἱόν, Ἰωάς, καὶ τὸν τοῦ Ἰωὰς υἱὸν. Ἀμεσίαν; Ἀμεσίας γὰρ ἐγέννησε τὸν Ἀζαρίαν, κατὰ τὴν τέταρτην τῶν Βασιλειῶν βίβλον, ὅν Ὀζίαν ἡ δευτέρα τῶν Παραλειπομένων ὠνόμασε· διώνυμος γὰρ ἦν. Πῶς οὖν ὁ Ματθαϊός φησιν, ὅτι Ἰωρὰμ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν; ἀλλ’ ὅτι μὲν Ἰωρὰμ ἐγέννης τὸν Ὀζίαν, ὡς ἀπόγονον αὐτοῦ δῆλον· διὰ τίνα δὲ λόγον οἱ τρεῖς παρειάθησαν, ὡς εἴρηται, βασιλεῖς, οὐδείς πω μέχριν καὶ νῦν εἶπε. Πάνυ γὰρ ἄπορος ὁ λόγος τοῖσγε κατὰ τὰς ἡμετέρας γενεάς, ὅτι μηδὲ τῶν πρὸ ἡμῶν τι ἔλυσε τὸ ζητούμενον).
Μετὰ δὲ ὁ λεγόμενος Χριστὸς.  Καταντήσας εἰς τὸν Ἰωσήφ, οὐκ ἔστησε μέχρι τούτου τὸν λόγον, ἀλλὰ προσέθηκεν, ὅτι τὸν  ἄνδρα Μαρίας, διδάσκων, ὅτι διὰ ταύτην αὐτὸν ἐγενεαλόγησεν. Ἐπεὶ γὰρ οὐκ ἦν ἔθος γενεαλογεῖσθαι γυναῖκας, ἐσπούδασεν, ἵνα καὶ τὸ ἔθος φυλάξῃ καὶ τρόπον ἕτερον ἀποδείξῃ τὸν Χριστὸν ἐκ γένους τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Δαυΐδ καταγόμενον. Διὸ καὶ γενεαλογήσας τὸν μνηστῆρα τῆς Θεομήτορος, διὰ τούτου τὸ σπουδαζόμενον ἐπέδειξεν. Ἐπεὶ γὰρ ὁ Ἰωσὴφ ἐκ τοῦ γένους ἐκείνων ἐπεδείχθη, πρόδηλον, ὅτι ἐκεῖθεν καὶ ἡ Θεοτόκος κατήγετο. Οὐ γὰρ ἐξῆν ἑτέρωθεν ἄγεσθαι μνηστὴν, ἀλλ’ ἤ ἐκ τῆς ἐαυτοῦ φυλῆς, καὶ τῆς αὐτῆς πατριᾶς, εἴτουν συγγενείας. Ἄνδρα δὲ αὐτῆς εἶπε τὸν Ἰωσήφ, ὡς μνηστῆρα. Καὶ γὰρ γυναῖκα ταύτην αὐτοῦ καλεῖ προϊών, ὡς μνηστήν. Οὕτω γὰρ ἦν ἔθος καλεῖσθεαι πρὸ τῆς συναφείας.
Πᾶσαι οὖν –δεκατέσσαρες. Εἰς τρεῖς μερίδας διεῖλε τὰ γενεὰς ἁπάσας εἰκότως. Τρεῖς γὰρ πολιτεῖαι τούτων ἐγένετο. Ἀπὸ μὲν γὰρ Ἀβραὰμ ἕως Δαυΐδ, μετὰ Μωυσέα καὶ Ἰησοῦν τὸν τοῦ Ναυῆ, ὑπὸ τῶν κριτῶν ἡγεμονεύοντο· ἀπὸ δὲ τοῦ Δαυΐδ, ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος, ὑπὸ βασιλέων ἰθύνοιτο· ἀπὸ δὲ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ, ὑπὸ ἀρχιερέων ἐκυβερνῶντο. Ἐλθόντες δὲ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθοῦς Κριτοῦ καὶ Βασιλέως. Ἀρχιερέως, ἀπαύθησαν αἱ δηλωθεῖσαι πολιτεῖαι. Ἄξιον δὲ ζητῆσαι, πῶς ἐν τῇ τρίτῃ μερίδα δώδεκα πρόσωπα θείς, δεκατέσσαρας ταῦτα γενεὰς ἐκάλεσε.  Διότι καὶ τὸν χρόνων τῆς μετοικεσίας ἐν τάξει τέθεικε γενεᾶς καὶ αὐτὸν τὸν Χριστὸν, ὡς ὁ μέγας φησὶ Χρυσόστομος.
Τοῦ δὲ Ἰησοῦ -οὕτως ἦν. Οὕτως, ὡς εἰπεῖν μέλλει, ἤγνουν ἀπόκεται.
Μνηστευθείσης -ἐκ Πνεύματος ἁγίου. Πρὸ τοῦ συνελθεῖν αὐτοὺς εἰς συνάφειαν. Οὐκ εἶπε δέ, ὅτι Πρὸ τοῦ ἐλθεῖν αὐτὴν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ, ἔνδον γὰρ ἦν. Ἔθος γὰρ τοῖς πολλοῖς, παρ’ ἑαυτοῖς ἔχει τὰς μνηστὰς, δι’ἀσφάλειαν. Εὑρέθη, δὲ, ἀντὶ τοῦ, Ἐφάνη.  Εὑρέθη δὲ εἶπε, διὰ τὸ ἀπροσδόκητον. Ἐπεὶ δὲ εἴρηκεν, ὅτι εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα, ἵνα μὴ θροηθῇ τις, ἀκούσας τοῦτο μόνον, ἐθεράπευσε τὸν λόγον, προσθείς, ὅτι ἐκ Πνεύματος ἁγίου.
Καὶ τίνος ἔνεκεν οὐ γέγονεν ἔγκυος πρὸ τῆς μνηστείας; Ἵνα μὴ ἀποθάνῃ, ὡς ὑποπτευθεῖσα διαφθαρῆναι. Τίνα γὰρ ἄν ἔπεισεν, ὅτι οὐχ ὡμίλησεν ἀνδρὶ; Διὰ τοῦτο τοίνυν μετὰ τὴν μνηστείαν, καὶ ἔνδον τῆς οἰκίας αὐτοῦ, ἐγκυμονεῖ, ἵνα νομισθῇ συλλαβεῖν ἐξ αὐτοῦ, καὶ οὕτω διαδράσῃ τὸν κίνδυνον, καὶ ἵνα σχῇ τοῦτον χορηγόν τε τῶν ἀναγκαίων καὶ κηδεμόνα, καὶ μάλιστα παρὰ τὸν καιρὸν τῆς εἰς Αἴγυπτον φυγῆς.
Σὺ δὲ μῆ ζητήσῃς, πῶς συνέλαβε, μηδὲ περιεργάσῃ, πῶς διεπλάσθη τὸ ἔμβρυον. Τοῦτο γὰρ οὔτε ὁ εὐαγγελιστὴς  ἐδίδαξεν οὔτε πρὸ αὐτοῦ ὁ ἄγγελος, ὁ εὐαγγελισάμενος τῇ Θεοτόκῳ τὴν σύλληψιν. Ἠγνόησαν γὰρ τοῦτο καὶ αὐτοὶ, διὰ τὸ εἶναι πᾶσιν, ἀκατάληπτον, καὶ μόνῃ τῇ μακαρίᾳ Τρίαδι γνώριμον. Τοῦτο δὲ γίνωσκε μόνον, ὅτι σεσάρκωται ὁ Ὑιός, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρὸς, καὶ συνεργίᾳ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.
Ἰωσὴφ-ἀπολῦσαι αὐτήν. Δίκαιος, λέγεται μέν, καὶ ὁ μισῶν τὴν πλεονεξίαν, λέγεται δέ, καὶ ὁ καθόλου ἐνάρετος, ὥσπερ καὶ νῦν ὁ Ἰωσήφ, δίκαιος εἶναι μαρτυρηθείς, διά τε τὰς ἄλλας αὐτοῦ ἀρετάς, καὶ διὰ τὴν παρότητα καὶ ἀγαθοσύνην.  Παραδειγματίσαι δὲ ἐλέγετο, ὅταν ἀνήρ παρὰ τὸ συνέδριον ἦγε τὴ ὑποπτευομένην καὶ κατηγρόρει ταύτης, καὶ οὕτως αὐτὴν φανερῶς ἀπέλυεν ἀπὸ τὴς οἰκίας αὐτοῦ, ὅπερ μὴ θέλων ποιῆσαι ὁ Ἰωσήφ , ἠβουληθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτὴν, ἵνα καὶ αὐτὸς ἀνεύθυνος ἀπὸ τοῦ νόμου μείνῃ, τοῦ κελεύοντος, ἀπολύειν τὰς κυούσας ἑτέρωθεν, κἀκείνην ἀπαθῆ κακῶν συντηρήσῃ μὴ δημοσιεύσας τὸ γεγονός.
Ταῦτα δὲ -ἐφάνῃ αὐτῷ. Ὅρα πραότητος ὑπερβολήν. Οὐ μόνον γὰρ οὐκ ἐξεῖπεν ἑτέρῳ περὶ τοῦ πράγματος, ἀλλ’οὐδὲ αὐτῇ τῇ ὑποπτευομένῃ, ἀλλὰ καθ’ ἑαυτόν ἐνθυμήθη, λάθρα ἁπολῦσαι αὐτὴν.  Καὶ διατί μὴ, πρὸ τοῦ ἐξογκωθῆναι τὴν γαστέρα αὐτῆς, ὁ ἄγγελος εἶπε τῷ Ἰωσήφ τὰ περὶ τῆς συλλύψεως: Διότι ἔμελλεν ἀπιστεῖσθαι, διὰ τὸ παράδοξον. Λοιπὸν οὖν ὁρωμένου του  πράγματος, μηνύει, καί πείθει ρᾳδιον.  Καὶ διατὶ μὴ ἡ Παρθένος τῷ Ἰωσὴφ ἀνήγγειλε, προδιδαχθεῖσα ταῦτα παρὰ τοῦ Γαβριήλ; Διότι ἐγίνωσκε, ὡς οὐ πιστευθήσεται, μᾶλλον μὲν οὖν καὶ παροξυνεῖ, ὡς ἐπιχειροῦσα συσκιάζειν τὸ πεπλημμελημένον. Καὶ διατί μὴ καὶ τῇ Παρθένῳ, μετὰ τὸν ὄγκον τῆς γαστρός, ἐμήνυσεν ὁ ἄγγελος τὴν ἐκ Πνεύματος ἁγίου σύλληψιν; Διότι, εἰ μὴ προμεμάθηκε τοῦτο, ἔμελλεν ἐν θορύβῳ εἶναι ταραχῇ, καὶ ἐπὶ βρόχου ἐλθεῖν εὖ εἰδυῖα, ὡς οὐκ ἄν ποτε πείσῃ τινά, λέγουσα, μὴ ὁμιλῆσαι ἀνδρί. Διὰ τοῦτο, τῇ μὲν Παρθένῳ, πρὸ τῆς συλλήψεως, ὁ ἄγγελος διαλέγεται· τῷ δὲ Ἰωσήφ, ἐν τῷ καιρῷ τῶν ὠδίνων.
Καὶ ὁ μὲν Ματθαῖος περὶ τοῦ ἀγγέλου τοῦ ἐπιστάντος τῷ Ἰωσὴφ ἀνέγραψεν· ὁ δὲ Λουκᾶς περὶ τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῇ Παρθένῳ τὴν θείαν σύλληψιν. Ἀμφότερα γὰρ γεγόνασι.  Καὶ διατί κατ’ὄναρ αὐτῷ φαίνεται ὁ ἄγγελος, καὶ μὴ φανερῶς, ὥσπερ καὶ τῇ Παρθένῳ; Διότι ἡ μὲν Παρθένος ἔχρηζε φανερᾶς ὄψεως, διὰ τὸ παράδοξον τοῦ μηνύματος· ὁ δὲ Ἰωσήφ, βλέπων μὲν καὶ τὸν ὄγκον τῆς γαστρός, γινώσκων δὲ τὸν βίον τῆς Παρθένου καθαρόν τε καὶ ἀνεπίληπτον, εὐχαρέστερον ἔμελλε πιστεύειν. Ἄλλως τε δὲ, καὶ ὡς εὖ εἰδὼς διακρίνειν ὀνείρους, ἐν ὀνείρῳ βλέπει τὸν ἄγγελον.
Λέγων –γυναῖκά σου, Υἱὸν Δαυΐδ αὐτὸν ἐκάλεσεν, ἀνάγων τὴν διάνοιανν αὐτοῦ ἐπὶ τὸν Δαυΐδ, ἀφ’ οὖ προσεδόκων Ἰουδαῖοι τὸν Χριστὸν ἔσεσθαι. Εἰπὼν δέ, Μὴ φοοβηθῆς ἀνακάλυψεν αὐτῷ τὸ τῆς καρδίας αὐτοῦ μυστήριον. Ἐφοβεῖτο γὰρ  κατέχειν τὴν Θεοτόκον, μὴ προσκρούσῃ τῷ Θεῷ, μοιχαλίδα κατέχων παρὰ τὸν νόμον.  Τί δὲ ἐστι τό, παραλαβεῖν; Ἔνδον κατέχειν παρ’ ἑαυτῷ, λαβεῖν αὗθις. Ἤδη γὰρ αὐτῷ κατὰ διάνοιαν ἀπολέλυτο.  Παραλαβεῖν δὲ οὐκ εἰς γάμον, ἀλλ’ εἰς φυλακήν.  Τὴν γυναῖκά σου δὲ εἶπε κἀντεῦθεν πληροφορῶν αὐτὸν, ὅτι οὐχ ὡμίλησεν ἀνδρί.
 Τὸ γὰρ -ἐκ Πνεύματος ἐστιν ἁγίου.  Τὸ ἐν αὐτῇ  διαπλασθὲν. Γεννηθὲν γὰρ εἶπεν ἵνα μάθωμεν, ὅτι κατὰ μικρὸν ἐμορφώθη, νόμῳ σπέρματος, ἀλλ’ εὐθὺς, ὅσον εἰς μόρφωσιν, τέλειον διεπλάσθη. Ὅρα δέ, πῶς πρότερον ἀνέμνησεν αὐτὸν τῆς ἐκ Δαυΐδ προσδοκίας, ἔπειτα ἐξεκάλυψεν αὐτῷ τὸν ἀπόρρητον φόβον τῆς καρδίας, καὶ ὅ ἐβουλήθη, εἶτα ἐδίδαξεν, ὅτι καθαρῶς μνηστή ἐστι αὐτοῦ, καὶ τότε τὸ κεφάλαιον ἐπήνεγκεν, ὅτι ἐκ Πνεύματος ἐστιν ἁγίου, ἵνα εὐπαράδεκτον οὕτω γένηται.
( Τὸ ἐκ τινος, ἤ γεννητικῶς κατὰ τό· Ἐγὼ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον ἤ δημιουργικῶς, κατὰ τό ·Εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα· ἤ φυσικῶς ὡς ἡ ἐνέργεια ἐκ τοῦ ἐνεργοῦντος. Τὸ τοίνυν ἐν τῇ Παρθένῳ γεννηθέν, οὔτε γεννητικῶς ἐκ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὅτι τὸ γεννηθὲν σάρξ· οὔτε φυσικῶς ὅτι τὸ Πνεῦμα ἀσώματον.  Λειπόμενον οὖν ἐσιν, ἐξ αὐτοῦ εἶναι, ὡς δημιούργημα καὶ κτίσμα αὐτοῦ).
Τέξεται -ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.  Σὺ τοῦτο καλέσεις Ἰησοῦν, ὡς νόμῳ πατήρ, εἰ καὶ μή φύσει, καὶ τὰ πατρὸς ἐπιδείξῃ περὶ αὐτίν, εἰ καὶ μὴ σὸν ἐστι γέννημα.  Διὰ τοῦτο γὰρ τὸ μὲν ὄνομα αὐτὸς ἄνωθεν ἐκόμισα, σὺ δὲ τοῦτο ἐπιθήσεις αὐτῷ. Ἐπεὶ δὲ τὸ Ἰησοῦς ὄνομα, Σωτῆρα σημαίνει, δείκνυσιν, ὅτι δικαίως οὕτω κληθήσεται.  Αὐτὸς γὰρ, σώσει φησί, τὸν λαὸν αὐτοῦ, οὐκ ἀπὸ πολεμίων αἰσθητῶν, ἀλλ’ ὅ πολλῷ μείζον ἦν, ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν, ὅπερ οὐδεῖς ἀνθρώπων ποτὲ πεποίηκεν. Ὡς εἶναι κἀντεῦθεν γνώριμον, ὅτι Θεός ἐστιν ὁ τικτόμενος.  Λαὸν δὲ αὐτοῦ φησί, κατὰ μὲν τὴν πρόχειρον γνῶσιν, τοὺς Ἰουδαίους, ἐξ ὧν ἀνεβλάστησε· κατὰ δὲ τὴν βαθυτέραν, πάντας τοῦς αὐτῷ πιστεύοντας, καὶ βασιλέα τοῦτον ἑαυτοῖς ἐπιγραψομένους.
Τοῦτο δὲ -προφήτου. Ὁ ἄγγελος καὶ τοῦτό φησι.  Τοῦτο δὲ ὅλον, τὸ τηλικοῦτον, φημὶ δὲ τὸ ἐγκυμονῆσαι τὴν Παρθένον ἐκ Πνεύματος ἁγίου. Εἶτα παράγει μαρτυρίαν διὰ τοῦ προφήτου μὲν Ἡσαΐου ρηθεῖσαν, οὐκ αὐτοῦ δὲ οὖσαν ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Τὸ ρηθὲν γάρ, φησίν, ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου.
Λέγοντος -ἐν γασρὶ ἕξει. Ἐνταῦθα κακουργοῦσιν Ἰουδαῖοι, προβαλλόμενοί τινας ἑρμηνευτάς, γράψαντας· Ἰδοὺ ἡ νεᾶνις. Πρὸς οὕς φαμεν, ὅτι μᾶλλον τῶν ἄλλων ἁπάντων ἑρμηνευτῶν τὸ ἀξιοπιστότερον οἱ Ἑβδομήκοντα ἔχουσι, οὐ μόνον διὰ τὸ πλῆθος καὶ τὴν συμφωνίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν χρόνον. Οὗτοι μὲν γὰρ πρὸ ἑκατὸν ἤ καὶ πλειόνων ἐτῶν τῆς τοῦ Χριστοῦ παρουσίας ἑρμηνεύσαντες πάσης εἰσὶν ὑποψίας ἀπηλλαγμένοι· οἱ δὲ γράψαντες τό, Ἰδοὺ ἡ νεᾶνις, μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν τοῦ Χριστοῦ ἑρμηνεύσαντες, ἀπεχθείᾳ μᾶλλον, ὡς Ἑβραῖοι, συνεσκίασαν τὴν ἀλήθειαν. Ἄλλως τε δὲ, καὶ τὸ τῆς νεανιότητος ὄνομα ἐπὶ τῆς παρθενίας ἡ Γραφὴ τίθησι.  Καὶ γὰρ περὶ κόρης ἐπιβουλομένης διαλεγομένη, φησίν, ἐὰν φωνήσῃ ἡ νεᾶνις, τοὐτέστιν,  ἡ παρθένος. Εἰ δὲ κατ’ αὐτοὺς νεᾶνις, ἡ γεγαμημένη ἐστί, τί καινόν, τὸ τὴν γεγαμημένην ἐγκυμονῆσαι καὶ τεκεῖν; Ὁ γὰρ προφήτης πρῶτον εἶπεν· Ἰδοὺ δώσει Κύριος ὑμῖν σημεῖον. Εἶτα ἐπήγαγεν·  Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει. Σημεῖον δέ ἐστι, τὸ ὑπὲρ τὴν φύσιν, ἀλλ’ οὐ τὸ κατὰ φύσιν.
Καὶ τέξεται –μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός.  Καλέσουσι, τίνες; Ὅσοι δηλαδή πιστεύσουσιν εἰς αὐτόν. Καὶ μὴν οὐδεὶς αὐτὸν Ἐμμανουὴλ ὠνόμασεν. Ὀνομαστὶ μέν οὐδεὶς, πραγματικῶς δὲ πάντες. Οἱ γὰρ πιστεύοντες, ὅτι ὁ διαλεγόμενος αὐτοῖς, οὗτός ἐστι Θεός, ἀφ’ ὧν οὕτως ἐπίστευον, συνωμολόγουν, ὅτι Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς, εἴτουν συναστρέφεται ἡμῖν, ὡς ἄνθρωπος.  Τοῦτο δὲ ἐστι τὸ Ἐμμανουήλ. Ἔθος δέ, καὶ ἑτέρως πολλάκις τοῖς προφήταις κλήσεις ὀνομάζειν, τὰς ἀποβησαμένας πράξεις.  Καὶ γὰρ τουτὶ τὸ παιδίον ἐν ἄλλοις ὁ προφήτης ἐπιτρέπεται καλέσαι.  Ταχέως σκύλευσον, Ὀξέως προνόμευσον· οὐχ ὡς οὕτω κληθέντος ὀνομαστί, ἀλλ’ ὡς αὐτίκα τὸν διάβολον κατατροπωσαμένου καὶ σκυλεύσαντος, οὕς εἶχεν ἐκεῖνος αἰχμαλώτους, καὶ προνομεύσαντος, ὡς εἴτουν, διαρπάσαντος τὰ σκεύη τὰ τὴν πονηρίαν αὐτοῦ δεξάμενα, φημὶ δή, τελώνας, καὶ πόρνας, καὶ ληστὰς καὶ τοὺς ἐξ ἐθνῶν· καὶ πολλὰ τοιαῦτα εὑρήσομεν.
Διεγερθεὶς- τὴν γυναῖκα αὐτοῦ.  Διατί τῷ ἐνυπίῳ ρᾷον ἐπιστευσε περὶ τηλικούτου πράγματος; Διότι ὁ φανεὶς ἄγγελος ἀνκάλυψεν αὐτῷ τὸ τῆς καρδίας αὐτοῦ ἐνθύμημα.  Συνῆκε γάρ, ὅτι ὄντως παρὰ Θεοῦ ἦκεν ὁ φανείς.  Μόνος  γὰρ ὁ Θεὸς, οἶδε τὰ τὼν καρδιῶν ἐνθυμήματα. Ἐπεὶ δὲ ἀνέμνησεν αὐτὸν καὶ τῆς Ἡσαΐου προφητείας, ἔτι μᾶλλον εἰς πληροφορίαν ἐβεβαιώθη.
Καὶ οὐκ –πρωτότοκον. Τό, ἕως, ἐνταῦθα τέθεικεν, οὐχ ἵνα ὑποπτεύσῃς, ὅτι μετὰ ταῦτα ἔγνω αὐτήν, ἀλλ’ ἐπεὶ ἐκ πορνείας γεγεννῆσθαι τὸν Χριστὸν ἐφλυάρουν Ἰουδαῖοι, πρὸς τὴν βλάσφημον ὑπόληψιν αὐτῶν ἱστάμενος ὁ εὐαγγελιστής, περὶ μόνον τοῦ μέχρι τῆς αὐτοῦ γεννήσεως ἐπληροφόρησε χρόνου, τὸ δὲ μετὰ ταῦτα, σοὶ κατέλιπε συλλογίζεσθαι.  Πῶς γὰρ ἄν ἐπιχείρησεν ἤ καὶ ὅλως ἐνεθυμήθη γνῶναι τὴν συλλαβοῦσαν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, καὶ τοιοῦτον δοχεῖον γεγεννημένην;  Γνῶσιν δέ, ἐνταῦθα, τὴν συνάφειαν εὐφήμως ἐκάλεσεν. Ἀλλὰ καὶ ἰδίωμά ἐστι τῆς Γραφῆς, τὸ τὴν λέξιν πολλάκις, τὴν ἕως, μὴ ἐπὶ περιωρισμένου τιθέναι χρόνου· ὡς τὸ ἐπὶ τῆς κιβωτοῦ· · Καὶ οὐκ ἐπέστρεψεν ὁ κόραξ, ἕως οὖ ἐξηράνθη ἡ γῆ. Οὔτε γὰρ μετὰ ταῦτα ἐπέστρεψεν.  Καὶ αὖθις· Κάθου ἐκ δεξιῶν μου, ἕως ἄν θῶ τοὺς ἐχθροὺς του ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.  Καίτοι, καὶ μετὰ τὴν ὑποταγὴν τῶν ἐχθρῶν, ὁμοίως ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ καθεδεῖται.  Καὶ πολλὰ τοιαῦτα πολλαχοῦ κείμενα.  Πρωτότοκον δέ, λέγει, νῦν, οὐ τὸν πρῶτον ἐν ἀδελφοῖς, ἀλλὰ τὸν καὶ πρῶτον, καὶ μόνον. Ἔστι γάρ, τι καὶ τοιοῦτον εἶδος ἐν ταῖς σημασίαις του πρωτοτόκου.  Καὶ γὰρ πρῶτόν ἐστιν, ὅτε τὸν μόνον ἡ Γραφὴ καλεῖ· ὡς τό· Ἐγὼ εἰμι Θεὸς πρῶτος, καὶ μετ’ ἐμοῦ οὐκ ἔστιν ἕτερος.
(Τέσσαρα δὲ παρὰ τῇ Θείᾳ Γραφῇ τοῦ πρωτοτόκου τὰ σημαινόμενα.  Δηλοῖ γὰρ τὸν πρῶτον τεχθέντα ἐν ἀδελφοῖς, ὡς  ῾Ρουβεὶμ λέγεται πρωτότοκος ἐν υἱοῖς Ἰακώβ. Ἔτι δὲ καὶ τὸν πρῶτον καὶ μόνον τεχθέντα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ρητοῦ.  Πρὸς δὲ τούτοις, καὶ τὸν ἐξαίρετον καὶ τίμιον·  ὡς τό· Καὶ ἐκκλησία πρωτοτόκων ἀπογεγραμμένων ἐν οὐρανοῖς. Ἐπὶ πᾶσι δὲ, καὶ τὸν ἁπλῶς προσόντα, ὡς τό · Πρωτότοκος πάσης κτίσεως, τοὐτέστι, πρὸ πάσης κτίσεως ὤν.)
Καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Ἐκάλεσεν αὐτὸ ὁ Ἰωσήφ, ὡς ἐδιδάχθη παρὰ τοῦ ἀγγέλου.
Οἱ Εὐαγγελισταὶ ἐχαρακτήρισαν στὶς ἐπιγραφὲς τὴ διηγησή τους σὰν Εὐαγγέλιο. Ἔχομε τὴ μαρτυρία τοῦ Λουκᾶ ποὺ λέει· Ἐπειδὴ πολλοὶ προσπάθησαν νὰ συντάξουν διήγηση γιὰ τὰ γεγονότα ποὺ ἔχομε πληροφορηθῆ. Καὶ τὴν ὠνόμασαν Εὐαγγέλιο, γιατὶ φέρνει ἐλπιδοφόρο μήνυμα στοὺς ἀνθρώπους Κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ἡ κατάργηση τῶν δαιμόνων, ἡ παραγραφή τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ ἀναγέννηση, ἡ υἱοθεσία καὶ κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Εὐαγγελισταὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτοὶ οἱ τέσσερις ἀλλὰ ὅλοι μαζὶ οἱ ἀπόστολοι, ποὺ γιὰ ὅλους μαζὶ ἐκήρυξε ἀπὸ παλαιὰ ὁ Ἡσαΐας·  Πόσον ὡραῖα τὰ πόδια ἐκείνων ποὺ εὐαγγελίζονται τὰ ἀγαθὰ. Ἀλλὰ
ξεχωριστὰ οἱ τέσσερις ὠνομάστηκαν εὐαγγελισταί, γιατὶ μᾶς ἔδωσαν γραπτή ἀφήγηση κι ἐξιστόρηση γιὰ ὅλα· ὅλοι οἱ ἄλλοι ἔκαμαν τὸ ἴδιο σὲ λόγο προφορικό.
«Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ».  Γένεση ἐδῶ ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ τὴ γέννηση. Ἔχει κι αὐτὴ τὴ σημασία ἡ γένεση, λέη μὲ περιεχόμενο γενικό.  Μερικοὶ λένε τὸ ἑξῆς· ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς μὲ τὴν ὑπερφυσική του γέννηση ἀπὸ τὴν Παρθένο παρουσίασε μὲ τρόπο καινὸ τὴ φυσικὴ γέννηση, κατ’ ἀκολουθία κι ὁ εὐαγγελιστὴς ἐχρησιμοποίησε κατὰ τρόπο καινὸ τὴ λέξη γέννηση, ὀνομάζοντάς την γένεση.
Τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, εἶναι ἑβραϊκὸ καὶ σημαίνει τὸ Σωτῆρα. Αὐτός, λέει, θὰ σώση τὸ λαό του ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του. Ἀκούοντας Ἰησοῦ μπορεῖ ν’ ἀπατηθῆς ἀπὸ τὴν ὁμωνυμία, ἐπειδὴ εἶναι καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶπε Ἰησοῦ μόνο ἀλλὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, διαστέλλοντας αὐτὸν ἀπὸ κεῖνον.  Θ’ ἀπορήση κανένας ποὺ τὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται μόνο στὴ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ ἀλλὰ σὲ ὅλη τὴν θεία οἰκονομία τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ τῆς ζωῆς του. Ἡ λύση τῆς ἀπορίας εἶναι τούτη· ἡ συγκεφαλαίωση ὅλης τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ζωῆς του   καὶ τῆς σωτηρίας μας ἀρχὴ καὶ ρίζα εἶναι ἡ γέννηση.  Τοῦτο εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ συγκλονισμὸ καὶ φρίκη, πάνω ἀπὸ κάθε ἐλπίδα κι ἀπαντοχή· νὰ γίνη ὁ Θεὸς ἄνθρωπος. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν πραγματοποίηση τούτου, τἀ ἄλλα ἔρχονται μὲ λογικὴν ἀκολουθία. Ἀπὸ τὸ σημαντικώτερο λοιπὸν σημεῖο ὠνομάστηκε ὅλο τὸ βιβλίο «Βίβλος Γενέσεως». Ὅμοια κι ὁ Μωυσῆς Βίβλο Γενέσεως τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ὠνόμασε τὸ πρῶτο βιβλίο του, ἐνῶ δὲν κάνει λόγο γιὰ τὸν οὐρανό καὶ τῆ γῆ μόνο ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅ,τι βρίσκεται ἀνάμεσά τους.
Κι ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ὑπερφυσικὰ μὲ τὴν ἄσπορο σύλληψη τῆς Παρθένου ἀλλὰ καὶ φυσικά, ἀφοῦ σὰν βρέφος ἀνθρώπου ἐθήλασε, εἶπε στὴν ἀρχὴ ὁ εὐαγγελιστὴς Βίβλο Γενέσεως, ὑπονοῶντας τὸ ὑπερφυσικό. Πιὸ κάτω ὅμως φανερώνοντας τὸ φυσικὸ εἶπε· τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γένεση ἔγινε μὲ τὸν ἀκόλουθο τρόπο. Μερικοὶ ἐνοοῦν μὲ τὴ λέξη γένεση πῶς πραγματοποιήθηκε ἡ ἔλευση τοῦ τοῦ Χριστοῦ στὴ γῆ.
«Τοῦ γιοῦ τοῦ Δαυΐδ, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἀβραάμ». Γιὸ τοῦ Δαυΐδ ἀποκαλεῖ τὸ Χριστὸ καὶ γιὸ τοῦ Ἀβραάμ τὸ Δαΰιδ καὶ ὁδηγεῖ ἔτσι τὴ μνήμη τῶν ἀκροατῶν του στὶς ὑποσχέσεις. Γιατὶ στὸ παρελθὸν ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς καὶ στὸν Ἀβραὰμ καί στὸ Δαυΐδ ὅτι θ’ ἀναστήση ἀπ’  αὐτοὺς τὸ Χριστό. Ἐπειδὴ οἱ ἀκροαταὶ κρατοῦσαν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, ὅπως  προαναφέραμε, ἐγνώριζαν τὶς ὑποσχέσεις. Κι ἀνέφερε πρῶτα τὸ Δαυΐδ, γιατὶ τὸν εἶχαν ὅλοι στὰ στόματά τους, καθὼς ἦταν μεγάλος προφήτης κι ἐνδοξότατος βασιλεὺς καὶ δὲν εἶχε πεθάνει πολὺ παλαιά. Ἐνῶ ὁ Ἀβραὰμ μολονότι ἦταν κι αὐτὸς σὰν πατριάρχης πολὺ ἐπιφανὴς, ἐπειδὴ εἶχε πεθάνει στὸ ἀπώτερο παρελθὸν, δὲν βρισκόταν στὴ σκέψη τους τόσο συχνά.  Καὶ στοὺς δύο εἶχε δώσει ὑποσχέσεις ὁ Θεὸς ἀλλὰ τὸ παλιὸ ἐκεῖνο τὸ ἀποσιωποῦσαν· ἐνῶ τὸ πιὸ πρόσφατο ἐπαναλαμβανόταν ἀπὸ ὅλους.  Δὲν ἔρχεται ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαυΐδ καὶ ἀπὸ τὴ Βηθλεέμ, ὅπου ἔζησε ὁ Δαυΐδ; Ἔτσι κανένας δὲν τόν ἔλεγε γιὸ τοῦ Ἀβραάμ, τὸν ἀποκαλοῦσαν ὅλοι γιὸ τοῦ Δαυΐδ. Ἔτσι λοιπὸν ἀρχίζει ἀπὸ τὸν περισσότερο γνωστὸ κι ἀνεβαίνει στὸν παλιότερο.
Ὁ Ματθαῖος, ἐπειδὴ ἀπευθυνόταν πρὸς τοὺς Ἑβραίους, ἀνέβασε τὴ γενεαλογία ἀρχίζοντας ὄχι πιὸ πάνω ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ κατέβηκε ὡς τὸ Χριστό, παρουσιάζοντας ὅτι προῆλθε ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Δαυΐδ, σύμφωνα μὲ τήν ὑπόσχεση πρὸς αὐτοὺς.  Τίποτα δὲν ἡσύχαζε τόσο τοὺς πιστοὺς ποὺ προέρχονταν ἀπὸ Ἰουδαίους, ὅσο τὸ ν’ ἀκούσουν ὅτι ὁ Χριστὸς καταγόταν ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Δαυΐδ, ἐπειδὴ ἀπὸ κείνους τὸν περίμεναν. Ἐνῶ ὁ Λουκᾶς, ἐπειδὴ διὰ μέσου τοῦ Θεοφίλου ἐπικοινωνοῦσε μὲ ὅλους ἀπὸ κοινοῦ τοὺς πιστοὺς, ὁλοκληρώνει τὴ γενεαλογία ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ Χριστὸ καὶ φτάνοντας στὸν Ἀβραὰμ, γιὰ νὰ δείξη πόσες γενεὲς μεσολαβοῦσαν ἀνάμεσα στὸ νέο καὶ τὸν παλαιὸ Ἀδὰμ κι ἐπάνω σὲ πόσες γενεὲς βασίλεψε ἡ ἁμαρτία. Ἡ διαφορὰ τῶν γεγονότων ποὺ ἀποδείχτηκαν προσιδιώρισε καὶ τὴ διαφορὰ τῶν ἀποδείξεων. Ὁ Ματθαῖος πού ἀνέφερε κατ’ ἀνάγκη τὸν Ἀβρααμ, εὔλογα κατεβαίνει ἀπ’ αὐτὸν στὸ Χριστὸ πού γενεαλογεῖ· ἐνῶ ὁ Λουκᾶς, ποὺ δὲν τοῦ χρειάσθηκε ν’ ἀναφέρη τὸν Ἀβραὰμ ἀλλὰ ξεκίνησε ἀπὸ τὸ Χριστό, ἀκολούθησε τὸν ἀντίστροφο δρόμο. Εἶναι συνηθισμένη στοὺς Ἑβραίους καὶ ἡ ἀντίστροφη γενεαλόγηση.
«Ἀβραὰμ...ἀδελφούς του». Ἦταν συνήθεια νὰ στηρίζουν τὴ γενεαλογία στοὺς ἄνδρες ἀπογόνους. Ὁ ἄνδρας γεννᾶ κι αὐτὸς εἶναι ἀρχὴ καὶ ρίζα τοῦ παιδιοῦ καὶ τῆς γυναίκας κεφαλή.  Κι ἡ γυναίκα ποὺ ἐκτρέφει καὶ ζεσταίνει καὶ συναυξάνει τὸ σπέρμα, ἔχει δοθῆ βοηθὸς στὸν ἄνδρα.  Τὸν Ἰούδα τὸν πῆρε ἀπὸ τοὺς ἄλλους γιοὺς τοῦ Ἰακώβ, ἄν καὶ δὲν ἦταν πρωτότοκος, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα καταγόταν ὁ Χριστός. Κι ἐπειδὴ στὶς γενεαλογίες μνημονεύεται ἕνας πάντοτε διάδοχος, πρέπει νὰ παρατηρηθῆ, ὅτι ὅπου μνημονεύονται περισσότεροι, δὲ γίνεται χωρὶς αἰτία ἡ προσθήκη αὐτή· ἔχει τὸ λόγο της.  Μνημόνευσε ἀμέσως τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Ἰοῦδα, ἐπειδὴ οἱ Ἰσραηλῖτες ἀποτελοῦν ἕνα ἔθνος, ποὺ ἀναφέρεται σὲ δώδεακ γενάρχες, ποὺ εἶναι οἱ δώδεκα γιοὶ τοῦ Ἰακώβ. Καὶ μοιάζει νὰ εἶναι κι αὐτοὶ πρόγονοι τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἶναι ἀρχηγοὶ τῶν φυλῶν τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους ἀπ’ ὅπου βλάστησε ὁ Χριστὸς.
Ἀβραὰμ σημαίνει πατέρας ἐθνῶν· Ἰασαὰκ χαρά καὶ γέλιο.
Ἰούδας - Θάμαρ (Ζαρὰ εἶναι ἀνατολἠ. Φαρὲς σημαίνει χώρισμα ἤ διακοπή, γ’ αὐτὸ καὶ Φαρισαῖοι λέγονται, ἐπειδὴ ξεχώριζαν ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ μὲ τοὺς πολλοὺς).
Ὁ Ἰούδας ἦταν τέταρτος γιὸς τοῦ Ἰακώβ κι ἔδωσε γυναῖκα τὴ Θάμαρ στὸν πρῶτο του γιό, τὸν Ἥρ. Ὅταν αὐτὸς πέθανε ἄτεκνος τὴν ἐνύμφευσε μὲ τὸ δεύτερο, τὸν Αὐνάν, κι ὅταν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο πέθανε κι αὐτὸς ὑποσχέθηκε νὰ τὴν ἑνώση καὶ μὲ τὸν τρίτο τὸ Σηλώμ. Ἀνέβαλλε ὅμως τὸ γάμο ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως πεθάνη ἀμέσως. Ἡ νύφη ὅμως ἐπιθυμοῦσε πολὺ ν’ ἀποκτήση παιδὶ ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Ἀβραάμ, ἐπειδὴ ἦταν λαμπρὴ καὶ φημισμένη. Κι ὅταν εἶδε τὶς ἀναβολὲς τοῦ Ἰούδα σκέφτηκε νά τὸν παγιδεύση.  Μεταμφιέστηκε σὲ πόρνη καὶ σκεπασμένη μὲ τὴν καλύπτρα της κάθησε στὶς πύλες τῆς πόλης. Τὴν εἶδε ὁ Ἰούδας καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζη πῆγε μαζί της κι ἀφοῦ ἁμάρτησε μαζί της, τὴν ἄφησε ἔγκυο διδύμων γιῶν. Ἦρθε ἡ ὥρα τῶν πόνων κι ἦταν νὰ γεννήσῃ τὸ Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρά, ὅταν ὁ Ζαρὰ ἔβγαλε πρῶτος τὸ χέρι του. Ὄταν ἡ μαῖα τὸν εἶδε, ἐπειδὴ θέλησε νὰ ξεχωρίση τὸν πρωτότοκο ἔδεσε μὲ κόκκινο τὸ χέρι τοῦ παιδιοῦ. Ἀμέσως τότε τὸ παιδὶ μάζεψε τὸ χέρι του, καὶ ἀκολούθησε ἡ γέννηση πρῶτα τοῦ Φαρὲς κι ἔπειτα τοῦ Ζαρᾶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία.  Φυσικὸ ἦταν νὰ περιλάβη στὴ γενεαλογία τὸ Φαρὲς μονάχα, γιατὶ μ’ αὐτὸν ἡ γενιὰ ἀνεβαίνει στὸ Δαυΐδ. Τώρα συμπεριλαμβάνει καὶ τὸ Ζαρά, σὰν σύμβολο τοῦ Χριστιανικοῦ λαοῦ. Ὁ Φαρὲς ἦταν τύπος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ. Στὴν περίπτωση τούτη ὁ Ζαρὰ πρῶτος ἔβγαλε τὸ χέρι του καὶ τὸ μάζεψε, γιὰ νὰ γεννηθῆ ἀφοῦ γλίστρησε πρῶτος ὁ Φαρές. Ἔτσι καὶ στὴν πολιτεία τοῦ Εὐαγγελίου. Ἕνα μέρος της φάνηκε στὰ χρόνια τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ὑποχώρησε, γιὰ νὰ φανῆ, ἡ πολιτεία τοῦ νόμου, κι ἔπειτα ἀπ’ αὐτὴ ἄστραψε μ’ ὅλη τὴ λάμψη της ἡ πολιτεία τοῦ   Εὐαγγελίου.  Βλέπεις ὅτι δὲν ἔχει μάταια συμπεριληφθῆ ὁ Ζαρά.
Ἄρα μήτε τὴ Θάμαρ δὲν ἀνέφερε ἄκαιρα, οὔτε τὶς ἄλλες τρεῖς γυναῖκες κατόπιν. Ἀθεμιτόγαμη ἦταν ἡ Θάμαρ ποὺ συνευρέθηκε μὲ τὸν πεθερὸ της, πόρνη ἡ Ραάβ, ἡ Ρούθ ἀλλόφυλη κι ἡ γυναίκα τοῦ Οὐρία Βηρσαβεὲ μοιχαλίδα, ὅπως ἀναφέρουν οἱ σχετικὲς διηγήσεις. Τὶς ἀναφέρει ὅμως, γιὰ νὰ δείξει ὅτι δὲν ντρεπόταν ὁ Χριστὸς, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τέτοιους προγόνους, ποὺ ὀ ἕνας τους ἦταν καρπὸς ἀθέμιτου γάμου, ὁ ἄλλος πορνείας, ὁ τρίτος προερχόταν ἀπὸ ἀλλόφυλη κι ὁ ἄλλος ἀπὸ μοιχαλίδα. Σὲ τίποτα δὲ ζημιώνουν τὸν ἐνάρετο οἱ ἀθεμιτουργίες τῶν προγόνων.  Γιατὶ καθένας ἀπὸ τὴ δικές του πράξεις κρίνεται ἄξιος ἤ ἀνάξιος. Γι’ αὐτό ἐξ ἄλλου ἦρθε κι ὁ Χριστὸς ὄχι γιὰ νὰ ἐξαφανιστοῦν οἱ ντροπὲς μας, ἀλλὰ νὰ τὶς φανερώση καὶ μὲ τὶς ἀρετὲς του νὰ τὶς ὑπερνικήση. Ἦρθε σὰν γιατρὸς ὄχι σὰν κριτής.  Τοῦτος εἶναι ὁ πρῶτος λόγος. Ὁ δεύτερος· ἐπειδή οἱ Ἰουδαῖοι παραμελῶντας τὶς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς ἐκόμπαζαν γιὰ τοὺς προγόνους τους προβάλλοντας σ’ ὅλες τὶς διευθύνσεις τὴν ἀνωτερότητα ἐκείνων, περιορίζει τὴν περηφάνειά τους φανερώνοντας ὅτι κι ἐκεῖνοι γεννήθηκαν ἀπὸ παρανόμους γάμους. Ἀμέσως-ἀμέσως, ὁ Πατριάρχης τους Ἰούδας, ποὺ τοὺς ἐχάρισε καὶ τὸ ὄνομα ἀπὸ ἀθέμιτο γάμο τοὺς ἔδωσε τὸν προγονό τους Φαρὲς καὶ τὸ Ζαρὰ. Κι ὁ φημισμένος Δαυΐδ ἀπόχτησε ἀπὸ μοιχεία τὸ Σολομῶντα.  Μάταια λοιπὸν μεγαλοπιάνονταν γιὰ τοὺς προγόνους. Γιὰ τὸν ἴδιο λόγο –νομίζω- μνημονεύθηκαν κι οἱ ἀδελφοί τοῦ Ἰούδα. Οἱ τέσσερις τους γεννήθηκαν ἀπὸ σκλαβοποῦλες, κανένα τους   ὅμως δὲν ἔβλαψε ἡ διαφορά τῆς καταγωγῆς. Ὅλοι τὸ ἴδιο ἔγιναν πατριάρχες κι ἀρχηγοὶ φυλῶν. Τρίτος λόγος ὅτι οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες συμβόλιζαν τὴν ἐκκλησία τῶν ἐθνῶν. Ὅπως ἐκεῖνες, ἄν καὶ σκλάβες στ’ ἁμαρτήματά τους, τὶς ἀπόχτησαν οἱ ἄνδρες ποὺ ἀνάφερα, ἔτσι κι ὁ Χριστὸς συνέδε τὸν ἑαυτὸ του τὴν ἀνθρώπινη φύση, σκλάβα σὲ λογῆς ἁμαρτήματα. Κι ὅπως δὲν περιφρόνησε τὴν καταγωγή του ἀπὸ τέτοιες γυναῖκες, τὸ ἴδιο δὲν περιφρόνησε καὶ τὸ γάμο μὲ τὴν Ἐκκλησία. Συνάμα διδασκόμαστε ἀπὸ τὰ περιστατικὰ ταῦτα νὰ μὴν ντρεπώμαστε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν προγόνων μας ἀλλὰ γιὰ τὶς δικὲς μας, οὔτε νὰ μεγαλοφρονοῦμε γιὰ τοὺς προγόνους ἀλλὰ νὰ φροντίζωμε γιὰ τὴν ἀρετὴ τὴ δικὴ μας. Μήτε νὰ ταπεινώνωμε ὅσους ἀπὸ γάμους διαβλητούς, ἔγιναν ὡστόσο ἐνάρετοι, μήτε νά παραγνωρίζωμε ὅσους ἔρχονται στὴν πίστη ὕστερ’ ἀπὸ διάφορα ἁμαρτήματα.
«Φαρὲς...... Βαβυλῶνος»- Τὸ τέταρτο βιβλίο τῶν Βασιλειῶν καὶ τὸ δεύτερο τῶν Παραλειπομένων ἀναφέρουν τρεῖς γιοὺς τοῦ Ἰωσία, τὸν Ἰωάχαζ καὶ τὸν Ἰωακεὶμ –ποὺ λεγόταν κι Ἐλιακείμ- καὶ τὸ Σεδεκία, ποὺ λεγόταν καὶ Ματθανίας· κι ὅτι ἀπὸ κάποιον ἀπ’ αὐτούς, τὸν Ἰωακείμ, γεννήθηκε ὁ Ἰεχονίας. Τὸ βιβλίο ὅμως τοῦ Ἔσδρα ἀναγράφει τὸν Ἰεχονία σὰν γιὸ τοῦ Ἰωσία, ὅπως ὁ σημερινὸς Εὐαγγελλιστής.  Θὰ δεχτοῦμε λοιπόν, ὅτι τὸν ἴδιο ποὺ τὰ δύο βιβλία ὀνομάζουν Ἰωάχαζ, ὁ Ἔσδρας ἀποκαλεῖ Ἰεχονία. Εἶχε δύο ὀνόματα, ὅπως καὶ οἱ ἀδελφοί του.  Γιατὶ ὅσα καθέκαστα ἀνέφεραν ἐκεῖνα τὰ δύο γιὰ τὸν Ἰωάχαζ, τὰ ἴδια ἀπαράλλαχτα ὁ Ἔσδρας ἀποδίδει στὸν Ἰεχονία, ὅτι δηλαδὴ εἶχε μητέρα τὴν Ἀμιτὰδ, κόρη τοῦ Ἰερεμία, ὅτι ἔγινε βασιλιὰς εἰκοσιτριῶν χρονῶν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τριῶν μηνῶν βασιλεία μονάχα τὸν ἐκθρόνισε ὁ Φαραὼ τῆς Αἰγύπτου καὶ τὸν ἔφερε σκάβο στὴν Αἰγυπτο.
Ὥστε λοιπὸν ἦταν ἄλλος ὁ Ἰεχονίας, ὁ γιὸς τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ κανένα βιβλίο δὲν ἔγραψε τοὺς ἀδελφοὺς του.  Κι εἶναι φυσικό, ὅταν κατατροπώθηκαν οἱ Αἰγύπτιοι ἀπὸ τὸ Ναβουχοδονόσορα, τὸ βασιλέα τῆς Βαβυλῶνος, ὅτι μεταφέρθηκε στὴ Βαβυλῶνα κι ὁ Ἰεχονίας κι ἐκεῖ γέννησε τὸ Σαλαθιήλ. Ὁ Ἰωσίας, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, γέννησε τὸν Ἰεχονία καὶ τοὺς ἀδελφούς τους, ἐπὶ μετοικεσίας Βαβυλῶνος. Ὁ Ἰωσίας τοὺς γέννησε βέβαια πρὶν ἀπὸ τὴ μετοικεσία τῶν Ἰουδαίων στὴ Βαβυλῶνα. Ἐπομένως ἡ ἔκφραση «ἐπὶ τῆς μετοικεσίας» σημαίνει «κοντὰ στὴν ἐποχὴ τῆς μετοικεσίας. Ἀνέφερε καὶ τοὺς ἀδελφούς του, γιατὶ κι ἐκεῖνοι μὲ τὴ σειρά τους ὅλοι ἐβασίλεψαν καὶ μεταφέρθηκαν καὶ τοῦτοι ἀπὸ τὸ Ναβουχοδονόσορα στὴ Βαβυλῶνα αἰχμάλωτοί του.
(Γιὰ ποιό λόγο τώρα στὴ μεσαία αὐτὴ περίοδο παρέλειψε τρεῖς βασιλιάδες τὸν Ὀχοζία, γιὸ τοῦ Ἰωράμ, καὶ τὸν Ἰωάς, γιὸ τοῦ Ὀχοσία καὶ γιὸ τοῦ Ἰωὰς, τὸν Ἀμεσία; Γιατὶ ὁ Ἀμεσίας γέννησε κατὰ τὸ τέταρτο βιβλίο τῶν Βασιλειῶν τὸν Ἀζαρία, ποὺ τὸ δεύτερο βιβλίο τὸ ὀνομάζει Ὀζία, εἶχε δὺο ὀνόματα. Ὅτι ὁ Ἰωρὰμ ἐγέννησε τὸν Ὀζία εἶναι φανερό, ἀφοῦ ὁ δεύτερος ἦταν ἀπόγονος τοῦ πρώτου.  Γιὰ ποιὸν ὅμως λόγο ἀποσιωπήθηκαν οἱ τρεῖς βασιλιάδες ποὺ εἴπαμε, κανεὶς ὡς τώρα δὲν τὸ εἶπε.  Πολὺ δύσκολο τὸ πρόβλημα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῶν χρόνων μας, γιατὶ κι ἀπὸ τοὺς πρὶν ἀπὸ μᾶς δὲ βρῆκε τὴ λύση του.
«Μετὰ δὲ ... ὁ λεγόμενος Χριστὸς». Ἀφοῦ ἔφτασε στὸν Ἰωσήφ, δὲ σταμάτησε τὸ λόγο ὡς αὐτὸν ἀλλὰ πρόσθεσε τὸ χαρακτηρισμὸ του «τὸν ἄνδρα τῆς Μαρίας» ἐπεξηγῶντας ὅτι γι’ αὐτὴν τὸν συμπεριέλαβε στὴ γενεαλογία. Ἐπειδὴ δὲν ἦταν συνήθεια νὰ συμπεριλαμβάνωνται στὶς γενεαλογίες γυναῖκες, πρόσεξε καὶ τὴ συνήθεια νὰ διατηρήση καὶ μὲ ἄλλο τρόπο νὰ δείξῃ ὅτι ὁ Χριστὸς κατάγεται ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Δαυΐδ. Μὲ τὸ νὰ συμπεριλάβη ὅμως στὴ γενεαλογία τὸ μνηστῆρα τῆς Μητέρας τοῦ Χριστοῦ ἀπέδειξε αὐτὸ ποὺ ἤθελε. Ἀφοῦ ὁ Ἰωσὴφ φάνηκε νὰ κρατάη ἀπὸ τὴ γενιὰ ἐκείνων, εἶναι φανερό ὅτι ἀπ’ αὐτοὺς καταγόταν καὶ ἡ Θεοτόκος. Γιατὶ δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ πάρη μνηστὴ παρὰ μονάχα ἀπὸ τὴ φυλή του, τὴν ἴδια τὴν πατριά, παναπῆ τὴ συγγένεια.Κι ἐπειδὴ ἦταν ὁ Ἰωσὴφ μνηστῆρας τῆς τὸν ὠνόμασε ἄνδρα της.  Καὶ προχωρῶντας τὴν ὀνομάζει ἐκείνη γυναῖκα του, ἐπειδὴ ἦταν μνηστὴ του. Αὐτὸ τὸ ὄνομα ἦταν συνήθεια νὰ χρησιμοποιοῦν στὴν περίπτωση τῆς μνηστείας.
«Πᾶσαι οὖν... δεκατέσσαρες». Δικαιολογήμένα χώρισε τὶς γενιὲς σὲ τρεῖς περιόδους, ἐπειδὴ, ἄλλαξαν οἱ Ἑβραῖοι τρία διαφορετικὰ πολιτεύματα. Ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ ὡς τὸ Δαβίδ, ἔπειτα ἀπὸ τὸ Μωϋσῆ καὶ τὸν Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ ἦταν ἡ ἡγεμονία τῶν κριτῶν. Ἀπὸ τὸ Δαβίδ καὶ τὴ μετοικεσία τῆς Βαβυλῶνος εἶχαν τὰ ἡνία οἱ βασιλιάδες.  Κι ἀπὸ τὴ μετοικεσία τῆς Βαβυλῶνος ὡς τὸ Χριστὸ κυβερνοῦσαν οἱ ἀρχιερεῖς. Κι ὅταν ἦρθε ὁ Χριστὸς, ὁ ἀληθινὸς Κριτὴς καὶ βασιλιὰς καὶ Ἀρχιερέας κατατέθηκαν τὰ πολιτεύματα ποὺ μνημονεύσαμε. Ἀξίζει νὰ ρωτήση κανεὶς. Πῶς στὴ Τρίτη περίοδο, ἐνῶ θέτει δώδεκα πρόσωπα, μιλᾶ γιὰ δεκατέσσερις γενιές.  Θεωρεῖ σὰν γενιὰ καὶ τὸν καιρὸ τὴς μετοικεσίας καὶ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καθὼς λέει ὁ Χρυσόστομος.
«Τοῦ δὲ Ἰησοῦ... οὕτως ἦν». Ὅπως δηλαδὴ θὰ διηγηθῆ παρακάτω.
«Μνηστευθείσης...ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Πρὶν αὐτοὶ ἔρθουν σὲ σχέση. Δὲν εἶπε, πρὶν ἔρθη ἐκείνη στὸ σπίτι του, γιατὶ ἐκεῖ ἦταν. Συνήθιζαν οἱ πολλοὶ νὰ ἔχουν γιὰ ἀσφάλεια, τὴ μνηστή τους στὸ σπίτι τους. Τὸ εὑρέθηκε τὸ χρημοποιεῖ ἀντὶ τοῦ φάνηκε. Εἶπε «εὑρέθηκε» γιὰ νὰ ἐκδηλώση τὸ ἀπροσδόκητο.  Κι ἐπειδὴ εἶδε ὅτι εὑρέθηκε ἔγκυος, γιὰ νὰ μὴ σκανδαλιστῆ κανένας ἀκούοντάς το, διώρθωσε μονάχα τὸ λόγο προσθέτοντας ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα
Καὶ γιὰ ποιό λόγο δὲν ἔμεινε ἔγκυος πρὸς ἀπὸ τὴ μνήστευσή της; Γιὰ νὰ μὴ θανατωθῆ σὰν ὕποπτη παραπτώματος. Ποιός θὰ πίστευε, ὅτι δὲν εἶχε σχέση μέ ἄνδρα; Γι’ αὐτὸ λοιπὸν συλλαμβάνει ἔπειτα ἀπὸ τὴ μνηστεία της καὶ μέσα στὸ σπίτι τοῦ Ἰωσήφ, γιὰ νὰ νομιστῆ ὅτι ἐκεῖνος ἦταν ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ καὶ νὰ διαφύγη ἔτσι τὸν κίνδυνο.  Θὰ εὕρισκε ἀκόμα στὸ πρόσωπο ἐκείνου τὸν προστάτη καὶ κηδεμόνα καὶ μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸ τῆς φυγῆς στὴν Αἴγυπτο.
Ἄς μὴ ρωτήσωμε τώρα πῶς ἔγινε ἡ σύλληψη κι ἄς μὴν ἐρευνήσωμε, πῶς διαμορφώθηκε τὸ ἔμβρυο. Αὐτὸ δὲν τὸ φανέρωσε οὔτε ὁ Εὐαγγελιστὴς, οὔτε ὁ ἄγγελος πρὶν ἀπ’ αὐτὸν, ποὺ εὐαγγελίστηκε στὴ Θεοτόκο τὴ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ. Τὸ ἀποσιώπησαν κι ἐκεῖνοι, ἐπειδὴ εἶναι ἀκόμη εἶναι ἀκατάληπτο σὲ ὅλους καὶ μόνο στὴ μακάρια Τριάδα γνωστό.  Σὲ τοῦτο περιώρισε τὴ γνώση σου· ὅτι ὁ Γιὸς ἔλαβε σάρκα, μὲ τὴ θέληση τοῦ Πατέρα καὶ τὴ συνεργασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
«Ἰωσήφ... ἀπολῦσαι αὐτὴν». –Δίκαιος λέγεται αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὴν πλεονεξία, λέγεται κι ὁ ἐνάρετος γενικά, ὅπως καὶ τώρα ὁ Ἰωσήφ ἔχει τὴ μαρτυρία ὅτι εἶναι δίκαιος καὶ γιὰ τὶς ἄλλες ἀρετές του καὶ γιὰ τὴ πραότητα καὶ τὴν καλοσύνη του. Ὁ «παραδειγματισμὸς» γινόταν, ὅταν ὁ ἄνδρας ὡδηγοῦσε στὸ συνέδριο τὴ γυναῖκα πού τή βάρυνε ὑποψία, ἐκεῖ τὴν κατηγοροῦσε καὶ φανερὰ τὴν ἔδιωχνε ἀπὸ τὸ σπίτι του. Τοῦτο δὲν ἤθελε νὰ τὸ κάμη ὁ Ἰωσὴφ γι’ αὐτὸ καὶ θέλησε νὰ τὴν ἀπομακρύνει κρυφά·  ἔτσι κι αὐτὸς δὲ θὰ εἶχε εὐθύνη ἔναντι τοῦ νόμου ποὺ ὥριζε νὰ διώχνουν ὅσες συνελάμβαναν ἀπὸ ἄλλον ἄνδρα, κι ἐκείνην θὰ τὴν προφύλαγαε ἀπὸ συμφορές, ἀφοῦ δὲ θὰ κοινολογοῦσε τὸ περιστατικό.
«Ταῦτα δὲ .... ἐφάνη αὐτῷ». Βλέπετε τὴ ὑπερβολὴ τῆς πραότητάς του; Ὄχι μόνο δέν εἶπε τίποτε σέ κανένα ἄλλο γιὰ τὴν ἀπόφασή του, ἀλλὰ μήτε σ’ ἐκείνη ποὺ ὑποπτευόταν.  Σκέφτηκε μόνος του νὰ τὴν ἀφήση κρυφά.  Καὶ γιὰ ποιά αἰτία ὁ ἄγγελος δὲν ἔκαμε λόγο στὸν Ἰωσὴφ γιὰ τὴν ἄσπορο σύλληψη, πρὶν φανῆ ἡ ἐγκυμοσύνη της; Γιατὶ δὲ θὰ γινόταν πιστευτὴ ἡ παράδοξη ἀγγελία του.  Τοῦ μιλάει λοιπόν, ὅταν ἡ ἐγκυμοσύνη ἦταν φανερὴ καὶ τὸν πείθει εὔκολα.  Καὶ γιατὶ δὲν κάμει τὴν ἀποκάλυψη ἡ Παρθένος ὕστερ’ ἀπὸ προηγούμενη ὑπόδειξη τοῦ Γαβριήλ; Γιατὶ ἐγνώριζε ὅτι δὲ θὰ γινόταν πιστευτή, κι ἀκόμα θὰ τὸν ἐθύμωνε, ἐπειδὴ προσπαθοῦσε νὰ συγκαλύψη τὸ σφάλμα της.  Καὶ γιατὶ δὲν ἔμηνυσε ὁ ἄγγελος καὶ στὴν Παρθένο τὴ σύλληψη ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μετὰ τὴν ἐγκυμοσύνη; Γιατὶ ἄν δὲν τὸ ἐμάθαινε ἀπὸ πρῶτα, θὰ ἐδοκίμαζε φόβο καὶ ταραχὴ καὶ θὰ ἀποφάσιζε ν’ αὐτοκτονήση, ἐπειδή ἐγνώριζε ὅτι δὲ θὰ ἔπειθε κανένα, λέγοντας ὅτι δὲν εἶχε σχέσεις μὲ ἄνδρα.  Γι’ αὐτὸ ὁ ἄγγελος μίλησε τὴν Παρθένο πρὶν ἀπὸ τὴ σύλληψη καὶ στὸν Ἰωσήφ, ὅταν πλησίαζαν οἱ πόνοι τῆς γεννήσεως.
Ὁ Ματθαῖος πάλι ἔγραψε γιὰ τὸν ἄγγελο πού παρουσιάστηκε στὸν Ἰωσήφ, ἐνῶ ὁ Λουκᾶς γιὰ κεῖνον ποὺ εὐαγγελίστηκε τὴ θεία σύλληψη στὴν Παρθένο. Ἔγιναν καὶ τὰ δύο.  Καὶ γιὰ ποιό λόγο παρουσιάστηκε ὁ ἄγγελος στὸ ὄνειρό του κι ὄχι φανερὰ καθῶς στὴν Παρθένο; Ἐπειδὴ ἡ Παρθένος εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ φανερὸ ἀντίκρυσμα ἐξ αἰτίας τῆς παράδοξης ἀγγελίας.  Ἐνῶ ὁ Ἰωσήφ θὰ πίστευε εὐκολώτερα, ἐπειδὴ ἐγνώριζε ὅτι ὁ βίος τῆς Παρθένου ἦταν καθαρὸς κι ἁγνὸς.  Καὶ τοῦτο ἀκόμα ἐγνώριζε καλά· νὰ βρίσκη τὸ νόημα τῶν ὀνείρων, καὶ γι’ αὐτὸ βλέπει τὸν ἄγγελο στὸ ὄνειρό του.
«Λέγων....γυναῖκά του».  Τὸν ὠνόμασε γιὸ τοῦ Δαυΐδ, στρέφοντας, τὴ σκέψη τοῦ Ἰωσὴφ στὸ Δαυΐδ ἀπ’ τὸν ὁποῖο οἱ Ἰουδαῖοι περίμεναν νὰ ἔρθῃ ὁ Χριστός.  Μὲ τὴν προτροπή του·  Μὴ φοβηθῆς τοῦ ἐφανέρωσε τὸ μυστικὸ τῆς καρδιᾶς του. Φοβόταν νὰ κρατήση τὴ Θεοτοκο, μήπως προσκρούση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, κρατῶντας παρὰ τὸ νόμο μιὰ μοιχαλίδα.  Τὸ «παραλαβεῖν» πάλι σημαίνει «νὰ τὴν ἔχης κοντά σου, νὰ τὴν πάρης ξανά», γιατὶ μέσα στὴν ψυχή του τὴν εἶχε κι ὅλας ἀφήσει.  Καὶ νὰ τὴν πάρη ὄχι γιὰ νὰ τὴ νυμφευτῆ ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴν προφυλλάξη. Μὲ τὸ χαρακτηρισμὸ «τὴ γυναῖκα σου» τοῦ ἔκαμε γνωστὸ καὶ μὲ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχε ἔρθη σὲ ἐπαφὴ μὲ ἄνδρα.
«Τὸ γὰρ... ἐκ Πνεύματος ἐστιν ἁγίου».  Ἐκεῖνο ποὺ εἶχε διαπλαστῆ μέσα της. Εἶπε αὐτὸ ποὺ γεννήθηκε, γιὰ νὰ μάθωμε, ὅτι δὲ διαμορφώθηκε διαδοχικά, κατὰ τοὺς βιολογικοὺς νόμους, ἀλλὰ μὲ μιὰ βρέθηκε τέλειο κατὰ τὴ διαμορφωσή του.  Πρόσεξε τώρα πῶς τοῦ ἐθύμισε πρῶτα τὴν προσδοκία τους ἀπὸ τὸ Δαυΐδ, πῶς τοῦ φανέρωσε ἔπειτα τὸ μυστικὸ φόβο τῆς ψυχῆς, τὴν ἐπιθυμία του, ἔπειτα τὸν ἐβεβαίωσε ὅτι ἦταν μνηστή του καὶ τὸτε μόνο πρόσθεσε καὶ τὸ τελικό, ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, γιὰ νὰ γίνη καὶ τοῦτο εὔκολα παραδεκτό.
Τὸ ἀπὸ κάποιον (ἔκ τινος) ἤ μὲ τὴν ἔννοια τῆς γεννήσεως κατὰ τὸ ἐγὼ βγῆκα ἀπὸ τὸ Θεὸ· ἤ μὲ τὴν ἔννοια τῆς δημιουργίας κατὰ τό· Ἕνας Θεὸς ὁ Πατέρας, ἀπὸ τὸν ὁποῖο προέρχονται τὰ πάντα· ἤ μὲ ἔννοια φυσική, ὅπως ἡ ἐνέργεια –προέρχεται ἀπὸ αὐτὸν ποὺ ἐνεργεῖ. Ὅ,τι γεννήθηκε λοιπόν μέσα στὴν Παρθένο, δὲν ἔγινε μὲ τὴν ἔννοια τῆς γεννήσεως ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα, ἐπειδὴ αὐτὸ ποὺ γεννήθηκε ἦταν σάρκα. Οὔτε μὲ τὴ φυσικὴ ἔννοια, γιατὶ τὸ Πνεῦμα ἦταν ἀσώματο. Ἀπομένει λοιπὸν νὰ ἔχῃ πορέλθει ἀπὸ τὸ Θεό, δημιούργημα καὶ πλάσμα του.
«Τέξεται.. ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν».  Θὰ τὸν ὀνομάσης Ἱησοῦ, σὰν πατέρα του κατὰ νόμο, ἄν καὶ ὄχι κατὰ φύση, καὶ θὰ τοῦ φερθῆς σὰν πατέρα κι ἄς μὴν εἶναι δικό σου παιδί.  Γι’ αὐτό κι ἔφερα ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν οὐρανό τὸ ὄνομά του, καὶ σὺ θὰ τοῦ τὸ ἀποδώσης ἁπλᾶ. Κι ἐπειδὴ  τὸ ὄνομα Ἰησοῦς σημαίνει τὸ Σωτῆρα, δείχνει ὅτι δίκαια θὰ ὀνομασθῆ ἔτσι. Αὐτὸς θὰ σώση τὸ λαό του, λέει ἡ Γραφή, ὄχι ἀπὸ ἀντιπάλους αἰσθητοὺς ἀλλὰ ἀπὸ κάτι μεγαλύτερο κατὰ πολὺ, ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του, πρᾶγμα ποὺ κανένας ἄνθρωπος ὡς τώρα δὲν ἐπραγματοποίησε. Γιὰ νὰ εἶναι κι ἀπ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο γνωστὸ ὅτι αὐτὸς ποὺ γεννιέται εἶναι Θεός.  Λαό του πάλι θεωρεῖ στὴν πρώτη ματιά, τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ ὅπου γεννήθηκε, στὸ βάθος ὅμως ὅλους ποὺ θὰ τὸν πίστευαν καὶ θὰ τὸν παραδέχονταν σὰν βασιλιά τους.
«Τοῦτο δέ... προφήτου». Ὁ ἄγγελος τὸ λέει καὶ τοῦτο. Κι ὅλο αὐτό, τὸ τὸσο μεγάλο, εἶναι ὅτι ἡ Παρθένος βρέθηκε σὲ κατάσταση ἐγκυμοσύνης ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ἔπειται προσκομίζει μαρτυρία, ποὺ τὴν ἔχει ὁ προφήτης Ἡσαΐας, πού δέν εἶναι βέβαια δική του ἀλλά τοῦ Θεοῦ.  Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος γράφει ἡ Γραφή, μὲ τὸ στόμα τοῦ προφήτη.
«Λέγοντος...ἐν γαστρὶ ἕξει». Ἐδῶ κακουργοῦν οἱ Ἰουδαῖοι μὲ τὸ νὰ προβάλλουν μερικοὺς ἑρμηνευτὰς ποὺ ἔγραψαν· ἰδοὺ ἡ νεᾶνις.  Σ’ αὐτοὺς ἀπαντοῦμε ὅτι περισσότερο ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ἑρμηνευτάς ἔχουν τὴν ἀξιοπιστία οἱ Ἑβδομήκοντα, ὄχι μονάχα γιὰ τὸ πλῆθος καὶ τὴ συμφωνία τους ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ χρόνο. Οἱ Ἑβδομήκοντα δηλαδή, ἐπειδὴ ἔκαμαν τὴ ἑρμηνεία τους ἑκατὸ καὶ περισσότερα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε ὑποψία. Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ ἔγραψαν Ἰδοὺ ἡ νεᾶνις ἐπειδὴ ἔκαμαν τὴν ἑρμηνεία τους μετὰ τὴν ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, σὰν Ἑβραῖοι ἀπὸ μῖσος, περισσότερο συσκότισαν τὴν ἀλήθεια. Ἐξ’ ἄλλου καὶ τὸ ὄνομα νεᾶνις τὸ χρησιμοποιεῖ ἡ Γραφὴ στὴν περίπτωση τῆς Παρθενίας. Γιατί, ὅταν κάμη λόγο γιὰ Κόρη, ποὺ τὴν ἐπιβουλεύονται, λέγει· ἐὰν φωνήση ἡ νεᾶνις, δηλαδὴ ἡ παρθένος. Ἄν ὅμως κατ’ αὐτοὺς «νεᾶνις» εἶναι ἡ ἔγγαμη, τί παράδοξο εἶναι νὰ μείνη ἡ ἔγγαμη ἔγκυος καὶ νὰ ἀποκτήση παιδί; Ὁ προφήτης εἶπε πρῶτα· Ἰδοὺ, θὰ δώση ὁ Κύριος σημάδι.  Καὶ πρόεθεσε· Ἰδοὺ, θὰ συλλάβη παιδὶ ἡ Παρθένος.  Σημεῖο εἶναι τὸ ὑπερφυσικό, ὄχι τὸ φυσικό.
«Καὶ τέξεται .....μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεὸς».  Θὰ ὀνομάσουν, ποιοί; Ὅσοι πιστέψουν σ’ αὐτὸν.  Κανένας ὅμως δὲν τὸν ὠνόμασε Ἐμμανουήλ. Μὲ τὸ ὄνομα κανένας, πραγματικὰ ὅμως ὅλοι. Ὅσοι πιστεύουν, ὅτι αὐτὸς ποὺ τοὺς ὁμιλεῖ εἶναι ὁ Θεὸς, μὲ τὴν πίστη τους αὐτὴ συνωμολογοῦσαν ὅτι «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», εἶναι δηλαδὴ ἀνάμεσά μας σὰν ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ νόημα ἔχει τὸ Ἐμμανουήλ. Εἶναι συνήθεια τῶν προφητῶν, νὰ ὠνομάοζουν ἀλλιῶς κλήσεις τὶς πράξεις ποὺ θὰ συμβοῦν. Αὐτὸ τὸ παιδὶ ὁ προφήτης σὲ ἄλλα σημεῖα ἀφήνεται νὰ τὸ καλέση· Λαφυραγώγησε γρήγορα, ἅρπαξε εὐθὺς (Ταχέως σκύλευσαν ὀξέως προνόμευσον). Ὅχι ἐπειδὴ τοῦ δόθηκε αὐτὸ τὸ ὄνομα ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀμέσως κατατρόπωσε τὸ διάβολο καὶ τοῦ πῆρε τοὺς αἰχμαλώτους ποὺ εἶχε καὶ ἐπειδὴ ἅρπαξε τὰ σκεύη, ποὺ εἶχαν δεχθῆ τὴν πονηρία του, ἐννοῶ τοὺς τελῶνες, τὶς πόρνες, τοὺς ληστάς, τοὺς ἐθνικούς.  Πολλὰ παρόμοια θὰ βροῦμε.
«Διεγερθείς... τὴν γυναῖκα αὐτοῦ».  Γιατὶ μὲ εὐκολία μεγάλη πίστεψε στὸ ὄνειρο γιὰ τὸσο μεγάλο πρᾶγμα; Ἐπειδὴ ὁ ἄγγελος τοῦ φανέρωσε τὴ μυστική του σκέψη. Κατάλαβε ὅτι πραγματικὰ εἶχε ἔλθει ἀπὸ τὸ Θεό, γιατὶ ὁ Θεὸς μονάχα γνωρίζει τὶς μυστικὲς σκέψεις. Ἐπειδὴ ἔπειτα τοῦ ὑπενθύμισε καὶ τὴν προφητεία τοῦ Ἡσαΐα, ἡ πληροφόρησή του ἔγινε βεβαιότητα.
«Καὶ οὐκ... πρωτότοκον». Ἐχρησιμοποίησε ἐδῶ τὸ ἕως, ὄχι γιὰ νὰ ὑποπτευθῆς ὅτι ἔπειτ’  ἀπ’ αὐτὸ εἶχε ἐπαφὴ μαζί της, ἀλλὰ ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι φλυαροῦσαν ὅτι ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀπὸ παράνομη ἔνωση.  Στὴ βλάσφημη αὐτὴ γνώμη τῶν Ἰουδαίων ὁ Εὐαγγελιστὴς μᾶς πληροφορεῖ γιὰ τὸ χρονικὸ διάστημα καὶ τὴ γέννηση του μονάχα, τὸ κατοπινὸ ἀφήνει σὲ σένα νὰ τὸ σκεφθῆς. Πῶς μποροῦσε νὰ θελήση ἤ καὶ νὰ στοχαστῆ κἄν νὰ ἔχη ἐπαφὴ μ’ ἐκείνην ποὺ συνέλαβε ἀπὸ Ἅγιο Πνεῦμα κι εἶχε γίνει τέτοιο πολύτιμο σκεῦος; Γιὰ τὴ σαρκικὴ ἕνωση ἐδῶ χρησιμοποιεῖ τὸν εὐφημισμὸ γνώση. Ἐπίσης ἰδίωμα τῆς Γραφῆς εἶναι νὰ μὴ χρησιμοποιῆ τὴ λέξη ἕως σὲ περιωρισμένο χρόνο. Παράδειγμα στὴ περίπτωση τῆς Κιβωτοῦ. Καὶ δὲν ἐπέστρεψε ὁ κόρακας ἕως ὅτου ξηράθηκε ἡ γῆ· οὔτε ἔπειτα βέβαια δὲν ἐπέστρεψε.  Καὶ σ’ ἄλλο σημεῖο· Κάθησε στὰ δεξιὰ μου, ἕως ὅτου κάμω τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιο σου. Βέβαιο εἶναι ὅτι καὶ μετὰ τὴν ὑποταγὴ τῶν ἐχθρῶν, ὅμοια θὰ παραμείνη στὰ δεξιὰ του. Πολλὰ τέτοια βρίσκονται σὲ πολλὰ σημεῖα.  Πρωτότοκο πάλι ἐννοεῖ ὄχι τὸν πρῶτο μόνο ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, ἀλλὰ τὸν πρῶτο καὶ μοναδικὸ. Ἔχει κι αὐτὴ τὴ σημασία ἡ λέξη πρωτότοκος. Τὴ λέξη πρῶτος χρησιμοποιεῖ ἡ Γραφή, ὅταν θέλη νὰ πῆ μόνος. Ὅπως, ἐγὼ εἶμαι πρῶτα Θεός, κι ἔπειτα ἀπὸ μένα δὲν ὑπάρχει ἄλλος.
Τέσσερις σημασίες παίρνει στὴν θεία Γραφὴ ἡ λέξη πρωτότοκος. Σημαίνει αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε πρῶτος ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς του, ὅπως ὁ Ρουβεὶμ λέγεται πρωτότοκος ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ Ἰακώβ. Ἐπίσης τὸν πρῶτο καὶ μοναδικὸ, ποὺ εἶναι ἡ περίπτωσή μας. Ἀκόμα σημαίνει τὸν ἐξαιρετικὸ καὶ πολύτιμο, ὅπως στὴ φράση· Καὶ Ἐκκλησία πρωτοτόκων ποὺ ἔχουν ἀπογραφῆ στοὺς οὐρανούς. Κοντὰ σὲ ὅλα αὐτὰ σημαίνει κι αὐτὸν ποὺ προϋπάρχει πρὶν ἀπὸ ὅλα· ὅπως ἡ φράση Πρωτότοκος ὅλης τῆς δημιουργίας, δηλαδὴ αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ κάθε πλάσμα.
Καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Ἰησοῦς. Τὸν ὠνόμασε ὁ Ἰωσήφ, ὅπως εἶχε ὁδηγήσει ὁ ἄγγελος.
Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
 Ἀθῆναι 1969
(σελ.235-249)
 Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως. Αγ. Κυρίλλου Ιεροσολύμων, «Κατήχησις προς τους φωτιζομένους, περί Ενανθρωπήσεως.»

Ομιλία του Αγίου Κυρίλλου, Αρχιεπισκόπου Ιεροσολύμων. «Κατήχησις προς τους φωτιζομένους, περί Ενανθρωπήσεως.»

«Ιωσήφ, υιός Δαβίδ, μη φοβηθείς παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου. Το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν αγίου. Τέξεται δε υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ιησούν. Αυτός γαρ σώσει τον λαόν αυτού από την αμαρτίαν αυτών. Τούτο δε όλον γέγονεν ίνα πληρωθεί το ρηθέν υπό του Κυρίου δια του προφήτου λέγοντος. Ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν, και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ, ο εστί μεθερμηνευόμενον «μεθ’ ημών ο Θεός»».
Κυριακή πρὸ Χριστουγέννων
(Ματθ. α΄ 1-25)
 (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας

Κατηγορῶ τοὺς Χριστιανούς (σελ.279-284)
«Καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα
αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι
 μεθερμηνευόμενον
μεθ’ ὑμῶν ὁ Θεὸς».

Ὀκτακόσια ὁλόκληρα χρόνια ἐνωρίτερον, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, εἶχεν ἴδει ὁ προφήτης Ἡσαΐας, μὲ τὸ θεοφώτιστο μάτι του, τὴν ὡραίαν καὶ μυσταγωγικὴν σκηνὴν τῆς Γεννήσεως τοῦ ἀναμενομένου Λυτρωτοῦ.

Ἡ ματιά του προσέπεσεν ἔκθαμβος εἰς τὴν ἀκτινοβολοῦσαν προσωπικότητα τῆς Παρθένου καὶ Μητρός. Ἐστάθη μὲ δέος ἐμπρὸς εἰς τὸ μέγα μυστήριον τῆς θείας Σαρκώσεως.  Καὶ μέσα εἰς αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιραν τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ταπεινώσεως, εἶδε νὰ ἑνώνεται ὁ οὐρανὸς μέ τὴν γῆν, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἐμμανούηλ, πού σημαίνει «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός».
(21-12-2008) ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

Ἡ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­ση τῆς προ­ε­τοι­μα­σί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας γι­ά τίς Δε­σπο­τι­κές Ἑ­ορ­τές τοῦ Δω­δε­κα­η­μέ­ρου βρί­σκε­ται στήν ση­με­ρι­νή Κυ­ρι­α­κή πρό τῆς Χρι­στοῦ Γεν­νή­σε­ως. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Ἱ­ε­ρά Ἱ­στο­ρί­α πα­ρε­λαύ­νει μπρο­στά μας μέ τά κεί­με­να τοῦ ἀ­πο­στο­λι­κοῦ καί εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ ἀ­να­γνώ­σμα­τος, ὅ­πως ἐ­πί­σης καί μέ τήν θε­σπέ­σι­α Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη Ὑ­μνο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Τό­σο τό εὐ­αγ­γε­λι­κό, ὅ­σο καί τό ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα πα­ρου­σι­ά­ζουν ἀ­πό τή μι­ά με­ρι­ά τό κα­τά σάρ­κα γε­νε­α­λο­γι­κό δέν­δρο τοῦ Κυ­ρί­ου καί ἀ­πό τήν ἄλ­λη τούς «ἀπ᾿ αἰ­ῶ­νος τῷ Θε­ῷ εὐ­α­ρε­στή­σα­ντας» καί συ­νερ­γή­σα­ντας ἀν­θρώ­πους στό ἔρ­γο τῆς ἐν Χρι­στῷ σω­τη­ρί­ας μας. Πρό­κει­ται γι­ά τούς προ­κρί­τους τῶν Πα­τρι­αρ­χῶν, τούς πρό τοῦ Νό­μου Πα­τέ­ρας, πού ἐμ­φα­νί­ζουν δι­ά τῆς προ­τυ­πώ­σε­ως τήν «ἐν σαρ­κί τοῦ Χρι­στοῦ θεί­αν Γέν­νη­σιν». Ἔ­λαμ­ψαν δέ δι­ά τῆς πί­στε­ως, ὡς φω­το­ει­δεῖς λα­μπά­δες, πού κα­τε­φώ­τι­σαν καί προ­ε­κή­ρυ­ξαν τήν ἀ­παλ­λα­γή τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τήν φθο­ρά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΣΤΑΓΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΕΩΡΩΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ
 (22-12-2013)

«Τὸ γὰρ ἐν αὐ­τῇ γεν­νη­θὲν ἐκ Πνεύ­μα­τός ἐ­στιν Ἁ­γί­ου». (Ματθ. α΄, 20)

Συμ­βαί­νει συ­νή­θως, ἀ­γα­πη­τοί μου Ἀ­δελ­φοί, νά ἀ­να­ζη­τοῦ­με ἀ­πό κά­ποι­ο γνω­στό καί ἐ­πί­ση­μο πρό­σω­πο τό γε­νε­α­λο­γι­κό του δέν­δρο. Ἀ­να­μο­χλεύ­ου­με τήν κα­τά­στα­ση τῆς γε­νι­ᾶς του, ὥ­στε νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με καί κα­τα­λή­ξου­με σέ κά­ποι­ο συμ­πέ­ρα­σμα· ἄν πραγ­μα­τι­κά κα­τά­γε­ται ἀ­πό ἀρ­χον­τι­κή γε­νι­ά ἤ ἀ­πό κά­ποι­α ἄ­ση­μη οἰ­κο­γέ­νει­α.
ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΘΕΣΣΑΛΙΩΤΙΔΟΣ ΚΑΙ ΦΑΝΑΡΙΟΦΕΡΣΑΛΩΝ

ΟΜΙΛΙΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Γιά τήν Κυριακή 21  Δεκεμβρίου 2014

Κυριακή Πρό τῶν Χριστουγέννων (Ματθ.  α΄ 1-25)

          ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ

«Καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν»

Φτάσαμε μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ στό κατώφλι τῶν Χριστου­γέννων. Τή με­γάλη γιορτή τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Τό εὐαγγέλιο πού σήμερα ἀκούσαμε, μᾶς προετοιμάζει.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ – KΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ

Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αντινόης

κ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

 Μέσα από τις προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης ο Κύριος προετοίμαζε την ανθρωπότητα να δεχτεί τον αναμενόμενο Μεσσία, που θα είναι ο ίδιος Θεός ενσαρκωμένος. Θα έμενε και θα συνανεστρεφόταν ανάμεσα στους ανθρώπους. Στον Μωϋσή δίνει την υπόσχεση, ότι θα στήσει την σκηνή Του ανάμεσα στον Ισραηλιτικό λαό, και θα είναι Θεός τους και αυτοί θα είναι λαός Του (Λευτ. 26:11, 12). Περισσότερο από κάθε άλλον Προφήτη ο Ησαϊας προανήγγειλε, ότι ο Θεός θα λάμβανε σάρκα ανθρώπινη και σαν Θεάνθρωπος θα συναναστρεφόταν μεταξύ των ανθρώπων. Ακόμη και το όνομα Εμμανουήλ που δόθηκε από τον Άγγελο σημαίνει: ο Θεός είναι μαζί σας.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ (15 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ)

«Ο άγιος Ελευθέριος ήταν από την πόλη της Ρώμης, πολύ νέος στην ηλικία, ορφανός από πατέρα, που είχε μόνη τη μητέρα του, στο όνομα Ανθία, η οποία είχε κατηχηθεί στην πίστη του Χριστού από τον άγιο απόστολο Παύλο. Οδηγήθηκε από αυτήν στον επίσκοπο Ανίκητο ο άγιος και έμαθε από αυτόν τα ιερά γράμματα, ενώ τον ενέταξε και στο τάγμα των κληρικών. Κατά το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του χειροτονείται διάκονος, κατά το δέκατο όγδοο πρεσβύτερος, στο δε εικοστό προχειρίζεται επίσκοπος του Ιλλυρικού, ενώ προηγουμένως είχε κάνει πολλά θαύματα λόγω της μεγάλης αρετής του.