ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Μνήμη Αγ. Δημητρίου (26-10-2014) 

Ο καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού 
Β' Τιμ. 2.1-10 
Σὺ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, 2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι. 3 σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Ἰησοῦ Χριστοῦ. 4 οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ. 5 ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ. 6 τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν. 7 νόει ὃ λέγω· δῴη γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι. 8 Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυίδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου, 9 ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος· ἀλλ' ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται. 10 διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσι τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου. 
Εορτάζει σήμερα η αγία μας Εκκλησία την μνήμη του Αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου και το ανάγνωσμα από την δεύτερη προς Τιμόθεον επιστολή του αποστόλου Παύλου που ακούσαμε, περιέχει λόγους προτρεπτικούς για τους αγωνιστές του καλού αγώνα της πίστεως, σκιαγραφώντας τρόπον τινά τον χαρακτήρα του τιμώμενου Αγίου και προτρέποντας όλους εμάς να τον μιμηθούμε. Και συ παιδί μου, τού λέει, να ενδυναμώνεσαι από την χάρη του Ιησού Χριστού, ο οποίος έχει την δύναμη να υπερνικά τις θλίψεις και τις δοκιμασίες, για τις οποίες μίλησε νωρίτερα, και να μάς διαφυλάσσει σώους μέχρι τέλους. Και όσα άκουσες από εμένα να λέω ενώπιον όλων, δηλαδή την υγιή διδασκαλία, αυτά και να μεταδίδεις σε ανθρώπους πιστούς, οι οποίοι θα είναι ικανοί να διδάξουν και άλλους. Εσύ πάλι να είσαι έτοιμος και πρόθυμος να κακοπαθείς, σαν καλός στρατιώτης του Χριστού. Κανείς στρατευμένος δεν εμπλέκεται σε κοσμικές δραστηριότητες, προκειμένου να αρέσει σε αυτόν που τον στρατολόγησε. Και ο αθλητής δεν στεφανώνεται, εάν δεν αγωνιστεί με νόμιμο τρόπο. Ο γεωργός πάλι που διαρκώς κοπιάζει, πρέπει πρώτος να απολαμβάνει τους καρπούς. Έχε στο νου σου το νόημα αυτών των παρομοιώσεων που ανέφερα, και ο Κύριος να σου δίνει σύνεση σε όλα. Δεν υπάρχει μαθητής του Χριστού, δεν υπάρχει ούτε ένας χριστιανός ο οποίος να μην αντιμετώπισε θλίψεις και δυσκολίες στην ζωή του. Διότι ο Κύριος δεν μάς υποσχέθηκε ότι θα μάς απαλλάξει από τις κοινές για όλους τους ανθρώπους δυσκολίες, αλλά μάς είπε ότι παρόλο που θα έχουμε θλίψη μέσα στον κόσμο, να έχουμε θάρρος γιατί εκείνος νίκησε τον κόσμο (Ιω. 16.33). Και επιπλέον, γιατί τους ανθρώπους του Θεού συχνά τους πολεμούν τόσο οι πειρασμοί, όσο και οι άνθρωποι, προκειμένου να εγκαταλείψουν τον καλόν αγώνα της πίστεως ή την διδασκαλία, εάν πρόκειται για διδασκάλους. Γι αυτό και προτάσσει ο απόστολος Παύλος την ανάγκη να διατηρούμε απαρασάλευτη την διδασκαλία της Εκκλησίας και να αντλούμε δύναμη όχι από τον εαυτό μας, καθότι ως άνθρωποι είμαστε ανίσχυροι και αδύναμοι, αλλά από την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του αρχηγού της σωτηρίας ημών. Και έχοντας βεβαία πίστη μέσα μας, η οποία πηγάζει από την Ανάσταση του Χριστού και την σωτήρια παρουσία του Θεού στη ζωή όλων μας, μάς προτρέπει να είμαστε έτοιμοι να υποστούμε κακουχίες σαν καλοί στρατιώτες του Χριστού. Και ποιες είναι αυτές; είναι οι πειρασμοί, οι ύβρεις, οι συκοφαντίες, οι αδικίες, οι θλίψεις, οι στερήσεις. Αν έπαθε ο Κύριος, λογικό είναι οι εχθροί του να στραφούνε και εναντίον μας. Εξάλλου μάς το είπε ο ίδιος, ότι «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν» (Ιω, 15.20). Ο καλός στρατιώτης πάλι, δεν ασχολείται με τις κοσμικές φροντίδες και μέριμνες, ομοίως και ο μαθητής του Χριστού. Στο μυστήριο του Βαπτίσματος αποκηρύξαμε τον διάβολο και τα έργα αυτού και συνταχθήκαμε με τον Χριστό, με τα έργα του φωτός. Αν είμαστε με τον Χριστό, δεν γίνεται να ασχολούμαστε με τον πλούτο, με την δόξα, με τα κοσμικά ενδιαφέροντα, με την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, με κάθε είδους πλεονεξία και αδικία, ούτε να παραθεωρούμε την εργασία των αρετών, την δικαιοσύνη του Θεού, την αιωνιότητα. Τότε σαφώς δεν θα αρέσουμε σε αυτόν που μάς στρατολόγησε λέγοντας: «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καθ' ἡμέραν, καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Λοθκ. 9.23). Ελεύθερα αποδεχθήκαμε το κάλεσμα, ας μη φανούμε ανάξιοι της κλήσεως κι ας μη ασχολούμαστε με πράγματα τα οποία αποκηρύξαμε και μάς καθιστούν ασυνεπείς. Παρόμοιο είναι και το παράδειγμα του αθλητή, το οποίο σημαίνει ότι για να πετύχουμε της ουρανίου τιμής δεν αρκεί μόνο να αγωνιστούμε, αλλά οφείλουμε να αγωνιστούμε σωστά και όχι μεταχειριζόμενοι δόλιες ή αθέμιτες μεθόδους. Γιατί το καλό δεν είναι καλό, εάν δεν γίνει με καλόν τρόπο, σύμφωνα με την προσφιλή ρήση των Πατέρων της Εκκλησίας*. Και όντως, είναι αδύνατον να εργαστεί κανείς τον καλό αγώνα της πίστεως και να θέλει να γίνει μιμητής του Χριστού και των αγίων, και την ίδια στιγμή να μετέρχεται δόλο ή απάτη ή ψεύδος ή υποκρισία ή κατάκριση ή οποιοδήποτε άλλο τέχνασμα. Τέλος, με θετικό αυτή τη φορά τρόπο, προβάλλει ενώπιόν μα ςο απόστολος Παύλος το παράδειγμα του γεωργού. Εκείνος που εργάζεται διαρκώς και άοκνα να καλλιεργήσει είτε το χωράφι της ψυχής του είτε επιπροσθέτως -εάν είναι ποιμένας και διδάσκαλος- τον πνευματικό αγρό της Εκκλησίας, και στις δύο περιπτώσεις απολαμβάνει πρώτος τους καρπούς των κόπων του και μαζί με εκείνον τρέφονται και ευφραίνονται πνευματικά και όλοι οι άλλοι άνθρωποι. Τέτοιο ήταν το παράδειγμα των αποστόλων, τέτοιο ήταν το παράδειγμα των αγίων, των μαρτύρων, των οσίων και όλων εκείνων των γνωστών και αγνώστων εν Χριστώ αδελφών μας, οι οποίοι αρνήθηκαν τον κόσμο, ακολούθησαν τον Χριστό, άφησαν πίσω τους κάθε κοσμική και κάθε αμαρτωλή φροντίδα και μέριμνα, καλλιέργησαν τις αρετές, υπέμειναν κάθε θλίψη, κάθε πειρασμό και κάθε δοκιμασία, πολλοί μάλιστα από αυτούς βασανίστηκαν και θανατώθηκαν για την αγάπη του Χριστού, δίδαξαν την οικουμένη με λόγους και διδαχές πνευματικές αλλά πρωτίστως με την ακράδαντη πίστη τους και με το παράδειγμά τους, γέμισαν με πνευματικούς καρπούς την καρδιά τους και την Εκκλησία ολόκληρη και αξιώθηκαν του επουρανίου στεφάνου και της αιωνίου ζωής. Ας γίνουμε λοιπόν κι εμείς μιμητές των αγίων, σύμφωνα με όσα λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Οι εορτές των μαρτύρων δεν τελούνται μόνο σε συγκεκριμένες ημέρες, αλλά και με την διάνοια εκείνων που τις επιτελούν. Ιδού τι εννοώ: μιμήθηκες μάρτυρα; ζήλεψες την αρετή του; ακόμη και αν δεν είναι ημέρα μνήμης μάρτυρος, ετέλεσες εορτή μάρτυρος. Διότι τιμή μάρτυρος είναι η μίμηση του μάρτυρος. Κι όπως λοιπόν εκείνοι που πράττουν τις κακίες ακόμα και στις εορτές παραμένουν ανέορτοι, έτσι και εκείνοι που μετέρχονται την αρετή, ακόμα κι αν δεν είναι πανήγυρις, εορτή επιτελούν. Γιατί η εορτή χαρακτηρίζεται από την καθαρή συνείδηση»**. Αμήν. 

 * Βλ. Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, Κατά ευνομιανών, 4.14
 ** Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ομιλία εις μάρτυρας, PG 50.661 ---

Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: http://xerouveim.blogspot.gr/2014/10/26-10-2014.html#more
Κήρυγμα Κυριακῆς 26.10.2014

(Β΄ Τιμόθεον β΄ 1-10)

      Ἡ ἐποχή μας, ἀγαπητοί μου, ζητᾶ ἁγίους, ζητᾶ μάρτυρες, ἔχει ἐπιστήμονες, ἔχει κυβερνῆτες πολιτικούς, ἔχει, ἔχει, ἔχει. Καί τί δέν ἔχει. Ὅλοι αὐτοί μᾶς χρειάζονται γιά τήν ζωή μας αὐτή. Οἱ μάρτυρες καί οἱ ἅγιοι μᾶς ὑπενθυμίζουν τήν ἄλλη ζωή στήν ὁποία ὑποχρεωτικά θά βρεθοῦμε ὅλοι καί τήν ὁποία ὅμως θά κερδίσουν μόνο οἱ ἅγιοι.

      Ἡ χώρα μας εἶναι τόπος ἁγίων καί μαρτύρων. Κάθε σπιθαμή γῆς εἶναι ποτισμένη μέ τό αἷμα κάποιου ἤ κάποιων μαρτύρων. Τό ἑλληνικό χῶμα εἶναι ζυμωμένο μέ τό αἷμα τῶν μαρτύρων. Κι ὁ ἅγιος Δημήτριος εἶναι ἀπ’ αὐτούς τούς μάρτυρες, πού πότισαν μέ τό αἷμα τους τόν Ἑλληνικό χῶρο. Ἄς προσπαθήσουμε σήμερα νά πλησιάσουμε τόν ἅγιο Δημήτριο, ἔχει νά μᾶς διδάξει πολλά μέ τήν ζωή του, τήν πίστη του, τό μαρτύριό του.

      Ὁ ἅγιος Δημήτριος ἦταν ἱεραπόστολος. Γνώρισε τόν Χριστό σέ χρόνια δύσκολα, σέ χρόνια διωγμῶν καί μάλιστα τοῦ διωγμοῦ τοῦ Δεκίου πού ἦταν κι ὁ σκληρότερος. Ὁ Χριστός τόν εἴλκυσε, εἴλκυσε τήν εὐγενή ψυχή του, τόσο τόν πίστεψε γιά Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ὥστε δέν μπόρεσε νά ἡσυχάσει μέ τήν σκέψη ὅτι τόσοι συνάνθρωποι του δέν τόν ἔχουν γνωρίσει. Οὔτε τά δύσκολα χρόνια, οὔτε τό μεγάλο ἀξίωμά του τόν ἐμπόδισαν στό ξεχείλισμα αὐτῆς τῆς ἀγάπης γιά τήν ἱεραποστολή. Ἄν ὁ Χριστός διήνυσε τήν ἰλιγγιώδη ἀπόσταση πού χωρίζει τήν γῆ ἀπό τόν οὐρανό, καί κατέβηκε, ἄν ὁ Χριστός ἀνέβηκε στό δυσκολώτερο ἀνέβασμα τήν σκάλα τοῦ Σταυροῦ, τί εἶναι γιά τόν χριστιανό νά διανύσει λίγα μέτρα, ἔστω λίγα χιλιόμετρα νά βρεῖ μία ψυχή ἤ νά ὑποστεῖ μία μικρή περιπέτεια γιά νά ὁδηγήσει ἄλλους στόν Χριστό. Μία τέτοια σκέψη κάνει τόν ἱεραπόστολο Δημήτριο ζηλωτή. Βάζει τό μεγάλο σύνθημα : Δέν πρέπει νά περάσει ἡμέρα τῆς ζωῆς μου, πού μία τουλάχιστον ψυχή δέν θά τήν ὁδηγήσω στόν Χριστό. Ἰδιαίτερος ἱεραποστολικός στόχος ἦταν οἱ νέοι διότι οἱ νέοι ἀνήκουν στόν Χριστό. Οἱ νέοι θά ἔπρεπε νά εἶναι καί ὁ δικός μας στόχος, πού ὀφείλουμε νά ἐνδιαφερθοῦμε γι’ αὐτούς. Τήν ὥρα, πού ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε ἤ κοιμώμαστε οἱ ἀντίχριστοι στοχεύουν τά νιάτα καί τά κερδίζουν.

      Ὁ ἅγιος Δημήτριος εἶναι γνωστός ὡς Μυροβλήτης. Ὁ Θεός τόν τίμησε μέ τό νά ἀναβλύζει μύρο ὁ τάφος του γιατί πολύτιμο μύρο ἦταν ἡ ζωή του. Ὁ ἅγιος εἶναι εὐωδία Χριστοῦ. Μέσα σέ μία βρώμικη ἐποχή, ἕνας ἅγιος μοσχοβολᾶ οὐράνιο ἄρωμα. Μύρο ἀκόμα ἦταν τό αἷμα του. Τό αἷμα τῶν μαρτύρων εἶναι τό ὡραιότερο στολίδι τῆς Ἐκκλησίας μας. Σ’ ἕνα τροπάριο τῆς μνήμης του ἀκοῦμε «Ταῖς τῶν αἱμάτων σου ρεῖθροις, Δημήτριε τήν ἐκκλησίαν θεός ἐπορφύρωσε». Αἷμα ζητᾶ ἡ Ἐκκλησία, θυσία ζωῆς. Φαίνεται σκληρός ὁ λόγος κι ὅμως εἶναι ἀληθινός. Ἔλλειψη μαρτυρίου σημαίνει ἔλλειψη μαρτυρίας καί ὁμολογίας. Ἔλλειψη μαρτυρίου σημαίνει ἔλλειψη χάριτος, διότι τό μαρτύριο εἶναι χάρισμα «Ὑμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. 1, 29).

      Ὁ Ἅγιος εἶναι προστάτης, ὅσο ζοῦσε, προστάτευε τούς εὐσεβεῖς νέους ἀπό τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ. Κι ἀπό τόν οὐρανό, πού ὁ Δημήτριος βρέθηκε μετά τό μαρτύριο, δέν παύει νά προστατεύει. Οἱ χριστιανοί ἔχουμε ἀκαταμάχητους προστάτες τῆς ζωῆς καί τῆς ψυχῆς μας, τούς Ἁγίους. Καί σήμερα ἀντί νά ἀναζητᾶμε σάν ἄνθρωποι, σάν κοινωνία, σάν ἔθνος προστάτες σέ Ἀνατολή καί Δύση θά πρέπει νά καταφεύγουμε στήν προστασία τοῦ παντοδύναμου πατέρα μας καί τήν καλλίνικην μαρτυρίαν τῆς πίστεώς μας.

      Καί τέλος ὁ ἅγιος ἦταν ἕνας προπονητής ψυχῶν. Στήν Θεσσαλονίκη διοργανώθηκε ἕνας ἀγώνας. Ὁ ἕνας γίγαντας, ὁ Λιαῖος, ὁ ἄλλος νάνος, ὁ Νέστωρ. Στήν πάλη αὐτή δέν νίκησε ἡ ρώμη τοῦ σώματος ἀλλά ἡ δύναμη τῆς ψυχῆς, νίκησε ἡ πίστη. Πίσω ἀπό τόν νεαρό ἀγωνιστή βρισκόταν ὁ προπονητής του, ὁ Δημήτριος. Αὐτός εἶχε γυμνάσει τήν ψυχή του νεαροῦ μαθητή γιά νά νικήσει.

      Ὁ ἅγιος Δημήτριος προετοίμαζε ἀγωνιστές τῆς πίστεως. Σήμερα δέν προετοιμάζουμε ἀγωνιστές. Ἡ οἰκογένεια, τό σχολεῖο ἀγνοοῦν ὅτι ἡ ζωή κερδίζεται μέ τίς νίκες τῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτό τά παιδιά μας χάνουν τίς μάχες καί ὑποδουλώνονται στήν πορνεία, τήν ἀπιστία, τό ἔγκλημα, τήν βία, τήν ἀσωτία. Ἀγύμναστοι βουλιάζουν στό τέλμα καί χάνονται στό βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας πού καταπίνει τίς ψυχές καί τήν ζωή τους.

      Αὐτός ἦταν ὁ Ἅγιος Δημήτριος. Παράδειγμα ζωῆς σέ μικρούς καί μεγάλους. Ἀφορμή γιά αὐτοκριτική. Νά διαπιστώσουμε πόσο πεσμένη εἶναι ἡ ζωή μας καί τό ἀγωνιστικό φρόνημά μας. Ὁ κόσμος ἔχει ἀνάγκη τούς Ἁγίους μας γιά νά ζήσει.

      Ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη τούς Ἁγίους μας γιά νά ζήσουμε.       
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ – 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014
Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ

Λουκ. η΄, 26-39

Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς παρουσιάζεται ὡς ἐλευθερωτὴς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις ποὺ τὸν κρατοῦν αἰχμάλωτο καὶ τὸν καταδυναστεύουν. Σ᾿ αὐτὴ τὴν προσφορὰ τῆς ἐλευθερίας βλέπουμε δύο τρόπους ἀνταπόκρισης τῶν ἀνθρώπων· ἡ μία ἐκπροσωπεῖται ἀπὸ τὸν δαιμονισμένο ποὺ θεραπεύτηκε, ἡ ἄλλη ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς στὴν ὁποῖα ἔγινε τὸ θαῦμα. Ὁ πρῶτος μετὰ τὴ θεραπεία καθόταν «ἱματισμένος καὶ σωφρονῶν» δίπλα στὸ Χριστὸ κι ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν ἀκολουθήσει, ἐνῶ οἱ ἄλλοι μόλις εἶδαν τὸ θεραπευμένο κι ἔμαθαν τὰ σχετικὰ μὲ τὸ θαῦμα φοβήθηκαν καὶ ζήτησαν ἀπὸ τὸ Χριστὸ ν᾿ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν τόπο τους. Τὸ ἴδιο τὸ γεγονός, ἕνα μεγάλο θαῦμα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔδειχνε τὴ δύναμή του καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸν ἄνθρωπο, δημιούργησε διαφορετικὰ ἀποτελέσματα. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῶν ἀντιδράσεων μᾶς ἐπισημαίνει ὁρισμένες βασικὲς ἀλήθειες. Μᾶς δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἀλλὰ καὶ τὸ πιὸ ἀντιφατικὸ, μέσα στὴν πτώση του, πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Δείχνει ἐπίσης ὅτι κάθε ἄνθρωπος εἶναι μοναδικὸς κι ἀνεπανάληπτος κι ἐλεύθερος στὶς ἐπιλογές του.

Ἡ προσκόλληση στὸ Χριστὸ ἤ ἡ ἄρνησή του εἶναι δυνατότητες ἐπιλογῆς ποὺ ἔχουμε χάρη στὴν ἐλευθερία μας, καὶ γιὰ νὰ εἴμαστε πιὸ ἀκριβεῖς, αὐτὲς οἱ δυνατότητες συνιστοῦν τὴν ἐλευθερία μας. Ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἀνακεφαλαίωση ὅλης τῆς κτίσεως, γι αὐτὸ καὶ οἱ πιὸ καθοριστικὲς ἐπιλογές μας συνδέονται μὲ τὸ πρόσωπό του. Ἡ ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν αἰτία ποὺ τὴν προκαλεῖ εἶναι μιὰ ἀρνητικὴ ἐκδήλωση τῆς ἐλευθερίας μας. Αὐτοὶ ποὺ ἐπιλέγουν αὐτὴ τὴ στάση εἶναι οἱ ‘ψυχροί’, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται ἤδη ἔξω ἀπὸ τὸ Σῶμα του, τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὴν ἄρνησή τους. Ἡ πορεία τους εἶναι καταστροφική, ὅμως ὁ

Χριστὸς δὲ θέλει δυναστικὰ νὰ ἀνατρέψει τὴν ἐπιλογή τους, γιατὶ σέβεται καὶ δὲν ἐκβιάζει τὴν ἐλευθερία μας, ὅπως κι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ἐκβιάσουμε τὴ δική του.

Ἡ ἐλευθερία, βέβαια, ὡς δυνατότητα ἐπιλογῆς δὲν εἶναι γνώρισμα τῆς τελειότητας, ἀλλὰ εἶναι ἀπόδειξη ἀτέλειας. Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοση τῶν ἁγίων Πατέρων μας, ἐλεύθερος πραγματικὰ εἶναι αὐτὸς ποὺ ταύτισε τὸ θέλημά του μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ἔχει γίνει κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ἔχει ὑπερβεῖ μὲ τὴ ζωὴ τῆς χάριτος τὰ ὅρια τῆς γέννησης καὶ τοῦ θανάτου, ποὺ ἀποτελοῦν σκάνδαλο γιὰ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δισταγμὸς ποὺ ὑπάρχει πρὶν ἀπὸ τὴν ἐπιλογὴ σημαίνει ὅτι δὲν ἔχουμε ἀκόμη ἀποκτήσει σαφῆ γνώση τοῦ ἀγαθοῦ. Βέβαια, χωρὶς τὴν ἐλευθερία τῆς ἐπιλογῆς δὲ φθάνουμε στὴν τελειότητα τῆς ἐλευθερίας. Μὲ ἐλευθερία ποὺ ἔχει σὰν κίνητρο καὶ κριτήριο τὴν ἀγάπη ἐπιλέγουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτιζόμαστε μαζί του. Ἡ ἐλευθερία χωρὶς ἀγάπη εἶναι καταστροφή. Ἀγαποῦμε πρῶτα τὸ Χριστὸ κι ἔπειτα ὑπακοῦμε στὸ λόγο του. Ἄν δὲν τὸν ἀγαπήσουμε πραγματικά, δὲν μποροῦμε νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε. Ἄν κατανοοῦμε τὶς ἐντολές του μόνο σὰν ἀπειλὲς τῶν σωματικῶν μας ἀναπαύσεων καὶ δὲν βλέπουμε μέσα σ᾿ αὐτὲς τὴ δωρεὰ τῆς χάριτος καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ τὴν ἐξουσία τῆς ἁμαρτίας, ἀποστρεφόμαστε τὸ πρόσωπο καὶ τὸ λόγο του. Ζητᾶμε, σὰν τοὺς κατοίκους τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν, «ἀπελθεῖν ἀφ᾿ ἡμῶν», διότι «φόβῳ μεγάλῳ_ συνεχόμεθα» ἀπέναντι στὸν «ἐνεργῆ καὶ τομώτερον ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον» λόγο του.

Οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ζητοῦν τὴν ἀπομάκρυνση τοῦ εὐεργέτη, γιατὶ τοὺς κυρίεψε ὁ φόβος. Ὁ ‘φόβος’ τους, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ εὐαγγελιστὴς, δὲν εἶναι τὸ δέος καὶ ἡ συντριβὴ μπροστὰ στὴ δύναμη τοῦ θείου, ποὺ εἶναι ἠ ἀρχὴ τῆς ἀναγνώρισης καὶ τῆς προσκύνησής του, ἀλλὰ ὁ τρόμος μήπως ἡ παρουσία τοῦ Ἰησοῦ τοὺς ὁδηγήσει στὴ στέρηση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δὲν

θέλουν νὰ χάσουν. Τυφλοὶ ὡς πρὸς τὸ πνευματικό τους συμφέρον, ἀπορρίπτουν τὴν ἐλευθερία, προτιμώντας νὰ μείνουν δοῦλοι. Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι δὲν βλέπουν καθαρά, δὲν διακρίνουν τὸ σωστό, χάνουν τὰ μεγάλα γιὰ νὰ κερδίσουν τὰ μικρά, διώχνουν τὸ Σωτῆρα γιὰ νὰ ζήσουν πιὸ ἄνετα.

Ἡ κρίση τοῦ κόσμου βρίσκεται στὶς ἐπιλογές του. Ἐπιλέγουμε μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας καὶ τὶς ἀντιλήψεις τοῦ νοῦ μας τὸ αἰώνιο μέλλον μας, δηλ. ἤ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Φῶς ἤ τὴν ἄρνησή του. Ὁ Χριστός, στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, λέει ὅτι ἡ αἰτία τῆς καταδίκης τῶν ἀρνητῶν βρίσκεται στὸ ὅτι τὸ Φῶς, ὁ Χριστός, ἦλθε στὸν κόσμο, ἀλλὰ οἰ ἄνθρωποι ἀγάπησαν τὸ σκοτάδι κι ὄχι τὸ Φῶς, «ἦν γὰρ πονηρὰ τὰ ἔργα αὐτῶν», γιατὶ τὰ ἔργα τους ἦταν πονηρά.

Κι ὅμως ἐδῶ βρίσκεται ἡ τραγικὴ εἰρωνεία· παραμένουν κλεισμένοι στὰ δεσμὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ τοὺς λυτρώσει ὁ Χριστὸς. Δὲν βλέπουν τὰ θαύματα τῆς θείας ἀγάπης μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι γεμᾶτος ὁ κόσμος. Σκέπτονται ψυχρά, ἐγκεφαλικά, ἐγκοσμιοκρατικά. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ μεταβάλλει ριζικὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι ἡ ψυχρὴ λογικὴ καὶ τὸ στενὰ καὶ ὑλικὰ ἐννοούμενο συμφέρον, ἀλλὰ ἡ συνάντηση μὲ τὸ Χριστὸ μέσα στὸ χῶρο τοῦ βιώματος, ὁ διάλογος μ᾿ Αὐτὸν, ἡ ἀναγνώρισή του ὡς ἐλευθερωτῆ.

Ἡ πίστη εἶναι δωρεὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ ἀρετή. Σπέρνεται ἀπὸ τὸ Θεό, ἀλλὰ γιὰ νὰ καρπίσει χρειάζεται τὴ θετικὴ ἀνταπόκριση τῆς ἐλευθερίας μας. Ἡ πίστη δὲν ἐκβιάζει, ἐλευθερώνει ὅμως καὶ θεραπεύει, ἀπαλλάσει ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία στὸ διάβολο καὶ τὴν ὕλη. Ὁ Θεὸς ἔσπειρε τὴν πίστη στὸν πρώην δαιμονισμένο μὲ τὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν δαιμόνων. Ἡ θεραπεία του ἦταν μιὰ κλήση ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ βρῆκε τὴν ὁλοπρόθυμη ἀνταπόκρισή του. Καθόταν «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ…ἐδέετο δὲ αὐτοῦ…εἶναι σὺν αὐτῷ». Ζητοῦσε ἀπὸ τὸ Χριστὸ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ τὸν

ἀκολουθήσει. Ὅμως ὁ Χριστὸς δὲν ἐκμεταλεύτηκε τὴν εὐγνωμοσύνη του καὶ τὸν ἐνθουσιασμό του γιὰ νὰ προσθέσει ἕναν ἀκόμη ἀκόλουθο στὶς περιοδεῖες του. Τὸν ἔστειλε στὸ σπίτι του, γιατὶ αὐτὸ ἦταν τὸ σωτήριο γι᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, γιὰ τοὺς συγγενεῖς του καὶ γιὰ τοὺς συντοπίτες του. Τοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολή «διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Τὸν ἔκανε ἔτσι ἀπόστολό του καὶ κήρυκα τῆς ἀγάπης του.

Εἶναι χρήσιμο, ἀγαπητοί ἀδελφοί, νὰ προσέξουμε λίγο καλύτερα τὴν ἐντολὴ «διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Δὲν τὸν ἔστειλε ὁ Χριστὸς νὰ κηρύξει γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία ἤ γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἤ γιὰ τὶς ἐντολές του. Τὸ κήρυγμά του θὰ ἦταν διήγημα, θὰ ἐξιστοροῦσε τὴν ἐμπειρία ποὺ ἀπέκτησε ἀπὸ τὴ συνάντησή του μὲ τὸ Θεό. Τὴν ἐμπειρία αὐτὴ θὰ τὴν κήρυττε σ᾿ αὐτοὺς ποὺ προηγουμένως ἀποστράφηκαν τὸ Θεάνθρωπο Χριστό. Θὰ ἦταν δηλ. μιὰ νέα κλήση πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν. Τὸν ἀφήνει μάρτυρα καὶ διαλαλητὴ τῆς ἀλήθειας, τὸν ἕνα, τὸν ἄλλοτε δαιμονισμένο, καὶ τώρα ἀγαθὸ καὶ ταπεινὸ δοῦλο τοῦ Κυρίου νὰ μαρτυρᾶ καὶ νὰ βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὴ σωτηρία. Τὸν ἀφήνει τεκμήριο ἀσάλευτο, αὐτὸν τὸν ὥς χτὲς τρελόν, γιὰ νὰ φωτίζει ὅλους τοὺς σωφρονοῦντας.

Κι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται τὸ μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κι ὅταν ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος τὸν ἀρνιέται, Ἐκεῖνος δὲν τὸν ἐγκαταλείπει, δὲν παύει νὰ μᾶς δίνει ἀφορμὲς γιὰ νὰ διανοιχθοῦν τὰ μάτια τῆς ψυχής μας, ὥστε νὰ ἀντιληφθοῦμε καὶ νὰ γνωρίσουμε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καὶ ἡ Ζωή. Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
ΚΥΡΙΑΚΗ Κ΄ 26-10-2014

Μέσα ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ λέει στὸν Τιμόθεο : «Ἐσὺ, λοιπὸν, παιδί μου νὰ παίρνεις δύναμη ἀπὸ τὴ χάρη ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Κι ὅσα ἄκουσες ἀπὸ ἐμένα μπροστὰ σὲ πολλοὺς μάρτυρες, αὐτὰ νὰ τὰ μεταδώσεις σὲ ἔμπιστους ἀνθρώπους, ποὺ θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ διδάξουν καὶ ἄλλους. Κακοπάθησε, λοιπὸν, σὰν καλὸς στρατιώτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κανεὶς στρατευόμενος δὲν μπλέκεται στὶς ὑποθέσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς, ἂν θέλει νὰ εἶναι συνεπὴς ἀπέναντι σ΄ ἐκεῖνον ποὺ τὸν στρατολόγησε. Κι ὅταν κάποιος μετέχει σὲ ἀθλητικοὺς ἀγῶνες, δὲν παίρνει τὸ στεφάνι τῆς νίκης, ἂν δὲν ἀγωνιστεῖ σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες. Ὁ γεωργὸς πρέπει νὰ κοπιάσει, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ φάει πρῶτος ἀπὸ τοὺς καρπούς. Προσπάθησε νὰ καταλάβεις αὐτὰ ποὺ λέω. Ὁ Κύριος νὰ σὲ βοηθήσει νὰ τὰ ἐννοήσεις ὅλα. Νὰ μὴν ξεχνᾶς τὸν Ἰησοῦ Χριστό, τὸν ἀναστημένο ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ ἀπόγονο τοῦ Δαυΐδ, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιο ποὺ κηρύττω. Γιὰ τὸ εὐαγγέλιο αὐτὸ κακοπαθῶ ὡς τὸ σημεῖο νὰ μὲ δέσουν σὰν κακοῦργο. Ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲ δένεται. Γι’ αὐτό ὅλα τὰ ὑπομένω γι’ αὐτοὺς ποὺ διάλεξε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πετύχουν κι αὐτοὶ τὴ σωτηρία ποὺ ἔφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ νὰ δοξαστοῦν αἰώνια.»

Ὁ ἀποστολος Παῦλος προτρέπει τὸν μαθητή του Τιμόθεο, ἐπίσκοπο καὶ συνεχιστὴ τοῦ ἔργου του στὴν Ἔφεσο, νὰ εἶναι σὲ συνεχῆ ἐπιφυλακὴ καὶ διαρκῆ πνευματικὸ ἀγώνα ἔχοντας ὑψηλό τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης γιὰ τὴν ἐπιλογὴ ἱκανῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἕτοιμα νὰ κηρύξουν τὸν λόγο τοῦ Κυρίου καὶ ἂν χρειαστεῖ νὰ θυσιαστοῦν γι’ αὐτόν. Ὁ ποιμένας θὰ πρέπει νὰ νιώθει ἠθικὰ ἱκανοποιημένος γιὰ τὰ ἐπιτεύγματά του, ὅπως ὁ γεωργὸς γιὰ τοὺς καρπούς του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐπιβάλλεται μεγάλη ὀξυδέρκεια καὶ ἱκανότητα, ὥστε νὰ ἐντοπίζονται οἱ παγίδες τοῦ σατανᾶ, οἱ ὁποῖες ἀλλοιώνουν τὸ κάθε ποιμαντικὸ ἔργο καὶ νὰ ἐξουδετερώνονται ἄμεσα. Πρέπει νὰ ἐπαγρυπνεῖ συνεχῶς ὁ ὁποιοσδήποτε ποιμένας γιὰ τοὺς ἀδελφούς του, τῶν ὁποίων τὴ σωτηρία ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεὸς στὴν ποιμαντική του φροντίδα. Κάθε ἐργάτης, λοιπόν, τοῦ Εὐαγγελίου, ὀφείλει νὰ ἀναμένει θλίψεις καὶ ταλαιπωρίες, τὶς ὁποῖες θὰ ὑπομένει μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀντιμετωπίζει καρτερικὰ μὲ τὴν παράκληση ποὺ χαρίζει στὶς ἀγωνιζόμενους τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀναφέρεται ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὶς κακουχίες καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑπομένει γιά τὴν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Μαρτύρια, βάσανα, μνήμη θανάτου, ὅλα αὐτὰ ἀποτελοῦν την κύρια δομὴ καὶ τὸν πυρήνα τῆς ζωῆς ὅλων τῶν ἁγίων μας. Ὁ μεγάλος πόθος ποὺ φλόγιζε τὴν καρδιὰ τοῦ Παύλου ἀλλὰ καὶ τὴν καρδιά τοῦ κάθε ἅγιου εἶναι τὸ « ἀναλύσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι» ( Φίλ. 1,23).
Διαβάζοντας τὶς ἐπιστολὲς τοῦ ἀποστόλου Παύλου, μπορεῖ κάποιος νὰ παρατηρήσει ὅτι χρησιμοποιεῖται συχνὰ ἡ λέξη «ἀγώνας». Ἔννοια παρμένη ἀπὸ τὴν ἀθλητικὴ ζωή, ποὺ ἐκφράζει εἰκονικὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἕναν ἄλλο ἀγώνα πνευματικῆς τάξεως ποὺ διεξάγουν οἱ πιστοὶ στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἐπίγεια διαδρομή τους. Ἄλλωστε τὸ Εὐαγγέλιο δὲν κηρύσσεται παρὰ «ἐν πολλῷ ἀγῶνι» (Α΄ Θεσσ. 2,2) Ἡ συμπάθεια τοῦ ἀποστόλου γιὰ ὅλους τοὺς μαχόμενους πιστοὺς ἀλλὰ καὶ ἡ πρόθεσή του νὰ ἀνυψώσει τὸ ἠθικὸ τοῦ μαθητῆ του ἔχει ὡς κατάληξη τὴν βεβαίωση πὼς ἡ ἀνταμοιβὴ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Ἐξάλλου, αὐτὸ ποθεῖ κάθε ἀληθινὸς πιστός. Νὰ ζεῖ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ εἰσέλθει στὴ βασιλεία του καὶ ν’ ἀτενίσει τὸ φῶς τοῦ προσώπου του. Ἂς ἀναλογιστοῦμε πόσοι καὶ πόσοι μέσα στὴν ἱστορία τοῦ χριστιανισμοῦ προσηλωμένοι ἀταλάντευτα στὴν ὑπόσχεση τῆς αἰώνιας ζωῆς ποὺ ἔδωσε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος (Α΄ Ἰω. 2,25), πορεύτηκαν ζώντας στὴν ἀφάνεια μὲ πίστη, ἐλπίδα ὑπομονὴ καὶ ἀγώνα πολύ.
Σήμερα βέβαια, βλέπουμε τὸν ἑαυτὸ μας πνιγμένο στὴν καθημερινότητά του, νὰ ἀπομακρύνεται συνεχῶς ἀπὸ τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐλπίδα, ἡ ὑπομονή, ἡ καρτερικότητα θυσιάζονται στὸν βωμὸ τοῦ ἠδονισμοῦ, τοῦ ἀτομικισμοῦ καὶ τοῦ σύγχρονου τρόπου ζωῆς. Ἕνα σύστημαὑποταγμένο στὴ φθορὰ καὶ τὴν ἁμαρτία. Παρόλα αὐτὰ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔρχεται καὶ σήμερα νὰ μᾶς ὑποδείξει τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς. Ἔρχεται νὰ μᾶς ὑποδείξει τὸν ἀμετακίνητο ἄξονα γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ στρέφεται ὁ «καλὸς ἀγώνας» μας. Εἶναι ἡ ἐλπίδα μας καὶ ἡ προσμονή μας γιὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀτόνησε, ἡ ἐπιθυμία νὰ ἀπολαύσουμε τὸ ἄρρητο κάλλος τοῦ προσώπου του. Ἐμεῖς τὸ μόνο ποὺ ἔχουμε ὡς χρέος μας εἶναι αὐτὴ ἡ προσμονὴ νὰ ξαναγίνει ὁ βηματισμὸς καὶ ὁ δυναμισμὸς τῆς ζωῆς μας. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

«Εξελθόντι τω Ιησού…υπήντησεν αυτώ ανήρ τις, ος είχε δαιμόνια…» (Λουκ. 8, 28)

α. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Εκκλησία μας θέτει ως ανάγνωσμα το περιστατικό της θεραπείας του  δαιμονισμένου (ή των δύο δαιμονισμένων κατά τον ευαγγελιστή Ματθαίο) της περιοχής των Γερσεσηνών ή Γαδαρηνών. Και τούτο διότι θέλει να μας τονίσει ότι ο Κύριος ήλθε στον κόσμο ως  ελευθερωτής των ανθρώπων όχι μόνον από την ασθένεια και τον πόνο, όχι μόνον από την αμαρτία και το αποτέλεσμα αυτού τον θάνατο, αλλά και από τον ίδιο τον αρχέκακο διάβολο, τον απαρχής «ανθρωποκτόνον». Ο Κύριος ήλθε, κατά τον λόγο της Γραφής, «ίνα λύση τα έργα του διαβόλου». Αυτό που αποτελούσε στοιχείο του τέλους του κόσμου, κατά την Παλαιά Διαθήκη: η παντελής αποδυνάμωση των πονηρών δυνάμεων, γίνεται με τον Κύριο παρούσα πραγματικότητα, δείγμα βεβαίως ότι τα έσχατα ήδη εισήλθαν από Εκείνον μέσα στον κόσμο τούτο. Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα λοιπόν με τρόπο ανάγλυφο μας δείχνει την εξουσία του Κυρίου, ο Οποίος συναντώμενος με τα δαιμόνια στο πρόσωπο ενός ταλαίπωρου ανθρώπου, εκδιώκει αυτά, προσφέροντας στην κοινωνία τον θεραπευμένο άνθρωπο ως πραγματικό άνθρωπο.

β. 1. Ως εκ περισσού καταρχάς, ας υπενθυμίσουμε ότι τα δαιμόνια δεν αποτελούν αποκύημα της φαντασίας κάποιων ανθρώπων, ευρισκομένων σε νηπιακό επίπεδο ζωής, όπως αρέσκονται άθεοι άνθρωποι να λένε, ή μυθοποιημένο προσωποποιημένο περίβλημα απλώς της ύπαρξης του κακού, κατά την αποχριστιανοποιημένη τοποθέτηση ετεροδόξων «χριστιανών». Τέτοιες θέσεις, θα έλεγε κανείς, εκφράζονται από εκείνους που έχουν πέσει θύματα των τεχνασμάτων του Πονηρού, ο οποίος το πρώτο που επιχειρεί να κάνει, είναι να πείσει τους ανθρώπους ότι δεν υπάρχει. Σαν τους ευφυείς εχθρούς μίας χώρας, οι οποίοι κρύβονται με τέτοιον τρόπο, παραλλάσσοντας τη θέση τους, ώστε να πείσουν τους αντιπάλους τους ότι δεν υπάρχουν. Τα δαιμόνια υφίστανται και κατά την πίστη μας συνιστούν δημιουργήματα του Θεού, τα οποία ενώ δημιουργήθηκαν ως πνεύματα αγαθά, προκειμένου να υπηρετούν τον Θεό και το άγιο θέλημά Του, όμως λόγω της κακής χρήσης της προαιρέσεώς τους διεφθάρησαν και ξέπεσαν, γενόμενα πνεύματα πονηρά, τα οποία αντίκεινται έκτοτε  στον Θεό, - η πτώση τους ήταν και ένα είδος θανάτου τους - προσπαθώντας όχι μόνον να βρίσκονται σε ανυπακοή προς Εκείνον, αλλά και να καταστρέφουν την όποια δημιουργία του Θεού, κυρίως τον άνθρωπο. Βεβαίως, ο Θεός δεν καταστρέφει τα δημιουργήματά Του αυτά – ο Θεός ποτέ δεν καταστρέφει την δημιουργία Του – τα κρατάει στην ύπαρξη δε, ώστε, έστω και με τον αρνητικό τρόπο δράσεώς τους, να εξυπηρετούν το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου.

2. Ο Κύριος λοιπόν έρχεται στη χώρα των Γεργεσηνών, για να συναντήσει έναν άνθρωπο, ευρισκόμενο υπό κατοχήν  δαιμονίων,  και να τον απελευθερώσει από την κόλαση της παρουσίας τους. Διότι τα δαιμόνια, εισερχόμενα στον άνθρωπο, δημιουργούν πράγματι μία κατάσταση κολάσεως, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους γύρω του ανθρώπους, αλλά και για το φυσικό περιβάλλον. Το ευαγγέλιο με ανάγλυφο τρόπο μας περιγράφει την τραγωδία του δαιμονισμένου:
(α) ο ίδιος καταρχάς ζει σε μία παντελή έλλειψη αυτοσεβασμού και αυτοσυνειδησίας. Μη αντέχοντας ρούχο επάνω του, γυμνός, δεν έχει επίγνωση του εαυτού του, κάτι που αποδεικνύεται αμέσως με την απάντηση που «δίνει» στο ερώτημα του Κυρίου: «τι σοι εστιν όνομα;» «Λεγεών, ότι δαιμόνια πολλά εισεληλύθασιν εις αυτόν». Ενώ ερωτάται εκείνος, απαντούν τα δαιμόνια. Ο άνθρωπος ευρισκόταν σε αιχμαλωσία, δεν ήταν ο εαυτός του, δεν είχε όνομα, δεν είχε λοιπόν ταυτότητα. Ο διάβολος δηλαδή οδηγεί τον άνθρωπο σε μία κατάσταση χάους και ερημίας πνευματικής, κάνει τον άνθρωπο να χάνει ό,τι τον συνδέει με την ίδια την ανθρώπινη ψυχοσωματική του οντότητα. Είναι η κατάσταση της πνευματικής νέκρωσης, για την οποία ο Κύριος επανειλημμένως είχε μιλήσει: «άφες τους νεκρούς, θάψαι τους εαυτών νεκρούς». Σαν την κατάσταση επίσης που είχε περιέλθει ο άσωτος της παραβολής, μετά την απομάκρυνση από το σπίτι του Πατέρα του: «ο υιός μου ούτος νεκρός ήν…και απολωλός».
(β) Έπειτα, η σχέση του με τους συνανθρώπους του δεν υφίσταται. Ο δαιμονισμένος αδυνατεί να συνυπάρξει με τους άλλους. Ζει στα μνήματα και σε έρημους τόπους. Οι κατοικημένες περιοχές τον οδηγούν σε «ασφυξία». Κι όχι μόνον αυτό. Είναι και το φόβητρο των ανθρώπων. Τον έβλεπαν και τον έτρεμαν. Εμφορούμενος από δυνάμεις πέραν του κανονικού, λόγω των δαιμονίων, τον αλυσόδεναν, κι αυτός έσπαγε τις αλυσίδες και έφευγε. Αλλά αυτό είναι ο ορισμός της κόλασης. Η Εκκλησία μας έτσι ορίζει την κόλαση του ανθρώπου: ως αδυναμία σχέσης με τους άλλους, ως παντελή έλλειψη κοινωνίας με τον συνάνθρωπο. Όλοι γνωρίζουμε το περιστατικό από το Γεροντικό με τον όσιο Μακάριο: συνάντησε στον δρόμο του ένα κρανίο ανθρώπου, και στην ερώτησή του προς το πνεύμα του ανθρώπου εκείνου, σε ποια κατάσταση βρίσκεται, εκείνο του απάντησε ότι ήταν στον κόσμο ιερέας των ειδώλων κι ότι τώρα βρίσκεται μέσα σε μία φωτιά, που του προκαλεί άφατη οδύνη. Αλλά το χειρότερο, είπε, είναι το γεγονός ότι αδυνατούμε οι εκεί ευρισκόμενοι να δούμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου. Η κόλαση της απόλυτης μοναξιάς: το τίμημα της συνύπαρξης με τον διάβολο.
(γ) Αλλά και με το φυσικό περιβάλλον υπήρχε πρόβλημα. Ο δαιμονισμένος προκαλούσε καταστροφές. Η παρουσία του συνδεόταν με τέτοιες ενέργειες, που όπως είπαμε, αναγκάζονταν να τον αλυσοδένουν, για να ηρεμούν. Χωρίς βεβαίως αποτέλεσμα. Ο διάβολος μισεί όλη τη δημιουργία. Πρωτίστως τους ανθρώπους, αλλά και όλα τα πλάσματα του Θεού.

3. Τα πράγματα λοιπόν αλλάζουν από τη στιγμή που ο Κύριος δίνει εντολή τα δαιμόνια να φύγουν από τον δαιμονισμένο. Μπορεί εκείνα να είχαν υποχείριο τον αδύναμο αυτόν άνθρωπο, μπροστά στην εξουσία όμως Εκείνου, τρέμουν, αποκαλύπτοντας την άκρα αδυναμία τους: «Δέομαί σου, μη με βασανίσης!» Τρέμουν τον Κύριο, τον παρακαλούν, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ Εκείνου και αυτών:  «Τι εμοί και εσοί, Ιησού, υιέ του Θεού του Υψίστου;». Κι ακόμη: Του ζητούν  να επιτρέψει να εισέλθουν στους χοίρους – ούτε στους χοίρους δεν έχει εξουσία κανονικά ο διάβολος -  κάτι που ο Κύριος επιτρέπει. Ίσως, όπως σημειώνουν οι ερμηνευτές Πατέρες,  για να δείξει ότι ο άνθρωπος έχει τη μεγαλύτερη αξία, ίσως ότι όπου εισέλθει ο διάβολος προκαλούνται καταστροφές. Σημασία έχει ότι ο διάβολος είναι αδύναμος. Και πώς όχι; Η δύναμή Του καταργήθηκε από τη στιγμή που ο Κύριος ήλθε στον κόσμο, κατεξοχήν δε με την άνοδό Του πάνω στον Σταυρό και την κάθοδό Του στον Άδη. Εκεί, και ο πονηρός «ετρώθη την καρδίαν», κατά την υμνολογία της Εκκλησίας μας, αλλά και το όπλο του, η αμαρτία, έπαυσε να υπάρχει κατά τρόπο αναγκαστικό. Και μαζί με αυτά βεβαίως και το αποτέλεσμα της αμαρτίας, ο θάνατος.
Η παντοδυναμία λοιπόν του Κυρίου απελευθερώνει τον δαιμονισμένο και αυτός πια γίνεται πραγματικός άνθρωπος, με καταπλήσσουσα ψυχοσωματική ισορροπία. Δηλαδή, αποκτά συνείδηση του εαυτού του και αυτοσεβασμό: «ιματισμένος και σωφρονών». Σταματά να είναι επιθετικός προς τους άλλους, έχοντας υγιή κοινωνικότητα: κάθεται «παρά τους πόδας του Ιησού». Κι όχι μόνον αυτό: αισθάνεται ευγνωμοσύνη προς τον Κύριο, την οποία εκφράζει με τη διάθεση να παραμείνει κοντά Του και να Τον ακολουθεί. Και μπορεί ο Κύριος να μην αποδέχτηκε το αίτημά του – άλλους είχε καλέσει για να είναι οι μαθητές Του – του αναθέτει όμως άλλη αποστολή: «υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ’  όλην την πόλιν, κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς». Θυμίζει σ’  ένα βαθμό η περίπτωσή του τον απόστολο Παύλο. Και εκείνον θεράπευσε ο Κύριος από την επήρεια των δαιμόνων, καλώντας τον σε ιεραποστολή των ανθρώπων. Το σημειώνει ο ίδιος ήδη στην αρχή της προς Ρωμαίους επιστολής: «Διά του Χριστού ελάβομεν χάριν και αποστολήν». Η χάρη του Θεού ταυτοχρόνως σημαίνει και ανάθεση από Αυτόν αποστολής. Ποτέ δεν δίνεται η χάρη του Θεού, απλώς για να επαναπαυτεί ο άνθρωπος. Η χάρη δίνεται, για να κινητοποιηθεί στο απόλυτο δυνατό: να γίνεται ιεραπόστολος. Πρώτα στον εαυτό του και έπειτα, αν χρειαστεί, και στους άλλους. Αυτοσεβασμός, κοινωνικότητα, ιεραποστολική διάθεση, θετική παρουσία στον κόσμο: το αποτέλεσμα της αληθινής σχέσεως του ανθρώπου με τον Χριστό.

4. Σήμερα τι γίνεται; Μετά τον ερχομό του Κυρίου και την κατάργηση ουσιαστικά του διαβόλου, δρα ο διάβολος; Έχει δύναμη; Η απάντηση είναι γνωστή και διαρκώς την κηρύσσει η Εκκλησία μας. Ο διάβολος βεβαίως είναι ανίσχυρος και οριστικά ηττημένος, όμως παίρνει δύναμη εκεί που δεν υφίσταται ο Χριστός. Δηλαδή, πρώτα στους αβάπτιστους ανθρώπους, εκείνους που δεν έχουν γνωρίσει τον Κύριο ή δεν θέλουν να Τον αποδεχθούν στη ζωή τους – «το πανηγύρι μας είναι οι ειδωλολάτρες» είχε πει κάποτε σ’  έναν σύγχρονο ιεραπόστολο ένας δαιμονισμένος. Κι έπειτα, ακόμη και στους βαπτισμένους και χρισμένους χριστιανούς, οι οποίοι δεν έχουν πάρει στα σοβαρά την πίστη τους και ζουν, κατά τον λόγο του αποστόλου, ως «άθεοι εν τω κόσμω». Διότι δεν αρκεί μόνον το βάπτισμα και το χρίσμα και τα λοιπά μυστήρια της Εκκλησίας, αλλά και η θέληση του ανθρώπου. Αν και ο άνθρωπος δεν συνεργήσει, με την τήρηση των εντολών του Χριστού, κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, τότε η χάρη των μυστηρίων μένει ανενέργητη, συνεπώς βρίσκει δίοδο ο διάβολος για να «πειράζει» τον άνθρωπο, κάνοντάς τον να βρίσκεται υπό την επήρειά του. Το αποτέλεσμα βεβαίως σ’  αυτήν την περίπτωση είναι γνωστό. Ό,τι είδαμε στον δαιμονισμένο του ευαγγελίου, σε κάποιο βαθμό το βλέπουμε κι εδώ: ο άνθρωπος είτε  έχει διαγράψει τον Θεό είτε  Τον τρέμει και προσπαθεί να αποφεύγει οτιδήποτε σχετίζεται με Αυτόν είναι συνήθως  αντικοινωνικός και επιθετικός με τους συνανθρώπους του, δεν σέβεται το φυσικό του περιβάλλον, το δε χειρότερο: μέσα του ζει με ανασφάλειες και άγχη, με θλίψη και μελαγχολία, με ανησυχία και ταραχή, πράγματα που συνιστούν πράγματι ένα είδος κι εδώ κολάσεως. Ο ίδιος ο Κύριος έχει επιβεβαιώσει ότι ο άνθρωπος που ελευθερώθηκε από τον διάβολο και δεν προσέχει στη συνέχεια, δέχεται επίθεση δαιμονική, πολύ χειρότερη εκείνης που βίωνε στο παρελθόν. «Το πονηρόν πνεύμα παραλαμβάνει έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού και εισέρχεται εις τον άνθρωπον».

γ. Να ανήκουμε στον Χριστό, να είμαστε του Θεού, μέλη Εκείνου και καλυμμένοι από Εκείνον, στην ψυχή και στο σώμα, και να μας «δουλεύει» ο διάβολος, τούτο συνιστά τη μεγαλύτερη τραγωδία. Ο δαιμονισμένος της παραβολής δεν ήξερε τον Χριστό και υφίστατο ό,τι υφίστατο ως κόλαση. Αφότου Τον γνώρισε όμως, Τον ακολούθησε με συνέπεια μέχρι τέλους. Εμείς τι δικαιολογία μπορεί να έχουμε; Διαπιστώνοντας ότι η ζωή μας πολλές φορές παρουσιάζει σημάδια «δαιμονισμού», με την έννοια της εύκολης επήρειάς μας από τον Πονηρό: όπως είπαμε και παραπάνω, απιστία, αντικοινωνική συμπεριφορά, μνησικακία, ταραχή, θλίψη, άγχος, πρέπει να ανησυχήσουμε. Τον διάβολο τον «τρέφουμε» εμείς με την κακή ζωή μας. Η μόνη λύση και θεραπεία είναι η με δύναμη και αγάπη στροφή προς τον Χριστό. Δηλαδή η εκκλησιοποίηση της ζωής μας. Στον βαθμό που αρχίζουμε και προσευχόμαστε, εκκλησιαζόμαστε, μελετάμε τους βίους των αγίων μας, εξομολογούμαστε, κοινωνούμε, με ταυτόχρονη προσπάθεια να θερμαίνουμε λίγο την καρδιά μας  για τους συνανθρώπους μας, θα βλέπουμε την ενεργοποίηση της χάρης Του στην ύπαρξή μας, δηλαδή τη βίωση της ελευθερίας την οποία έφερε. Το ερώτημα στο οποίο τελικώς καλούμαστε να απαντάμε κάθε στιγμή και ώρα στη ζωή μας είναι: θέλουμε να είμαστε δούλοι ή ελεύθεροι; 
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ
῾Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε: Λεγεών᾽ (Λουκ. 8, 30)

α. Γνωστό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, τό ὁποῖο ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἐπαναφέρει καί μέσω τοῦ ἁγίου Ματθαίου ἄλλη Κυριακή, προκειμένου προφανῶς νά τονισθεῖ ἡ κεντρική ἀλήθεια τῆς πίστεως ὅτι ὁ Κύριος ἦλθε στόν κόσμο ῾ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου᾽.  ῾Ο Κύριος συγκεκριμένα πηγαίνει στή χώρα τῶν Γεργεσηνῶν, ὅπου ἔρχεται ἀντιμέτωπος μέ τή φοβερή κατάσταση πού εἶχαν δημιουργήσει σ᾽ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο τά δαιμόνια, τόν ὁποῖο καί ἀπαλλάσσει ἀπό τήν καταδυναστεία τους, γιά νά ὁδηγηθεῖ τελικῶς αὐτός σέ δοξολογική ἀνάληψη ἱεραποστολικοῦ ἔργου.  Ὁ διάλογος μάλιστα πού διαμείβεται μεταξύ τοῦ Κυρίου καί τοῦ δαιμονισμένου ἀνθρώπου εἶναι ἐξόχως ἐνδιαφέρων. ῾Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ῾Ο δέ εἶπε: Λεγεών᾽.

β. 1. Δέν εἶναι τυχαία βεβαίως ἡ ἐρώτηση τοῦ Κυρίου. Τόν ἐρωτᾶ καταρχάς ὄχι διότι δέν γνώριζε ἀσφαλῶς ὁ παντογνώστης τόν ἄνθρωπο -  γι᾽ αὐτόν ἄλλωστε βρέθηκε στή χώρα του - ἀλλά διότι ἤθελε νά προκαλέσει τό δαιμόνιο ἤ μᾶλλον τά δαιμόνια νά φανερώσουν τήν ἀδυναμία τους ἐνώπιόν Του. Κι ἀκόμη τόν ἐρωτᾶ γιά τό ὄνομά του, διότι τό ὄνομα σέ ὅλους τούς λαούς, ἰδιαιτέρως ὅμως στούς ῾Εβραίους, ἦταν καί εἶναι κατεξοχήν δηλωτικό  τοῦ χαρακτήρα τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ ἴδιου θά λέγαμε τοῦ βάθους καί τοῦ ἐσώτερου πυρήνα τῆς προσωπικότητάς του, γεγονός πού σημαίνει ὅτι ὁ Κύριος μέ τόν τρόπο αὐτόν πίεζε τά δαιμόνια νά φανερωθοῦν, ὥστε νά ἀποκαλυφθεῖ ἡ τραγωδία τοῦ ὑπό κατάληψη αὐτῶν εὑρισκομένου ἀνθρώπου: ὁ δαιμονισμένος δέν ἦταν ὁ ἑαυτός του. ῎Αλλοι ἔκαναν ῾κουμάντο᾽ στήν ψυχοσωματική ὕπαρξή του.

2. Κι ἐδῶ ἀκριβῶς πρέπει νά σταθοῦμε περισσότερο. Συνηθίζουμε εἶναι ἀλήθεια νά ἐπικεντρώνουμε τήν προσοχή μας στά ἐξωτερικά συμπτώματα τοῦ δαιμονισμοῦ του: τίς τάσεις αὐτοκαταστροφῆς καί καταστροφῆς τῶν ἄλλων, τήν ἀντικοινωνικότητά του, τήν ἔλλειψη ὁποιασδήποτε αἰδοῦς, ἀλλά μέ τήν ἐρώτηση τοῦ Κυρίου φανερώνεται ἡ κόλαση τήν ὁποία βιώνει ὁ τραγικός αὐτός ἄνθρωπος. ῾Ο δαιμονισμένος δέν ἔχει ταυτότητα. Ξένες καί ἐχθρικές πρός αὐτόν καί τούς ἄλλους δυνάμεις τόν διακατέχουν καί τόν προσδιορίζουν, οἱ ὁποῖες δέν τοῦ ἐπιτρέπουν οὔτε νά σκεφτεῖ ὅπως πρέπει οὔτε νά ἐπιθυμεῖ τά ὀρθά καί δίκαια οὔτε κἄν νά αἰσθάνεται ὡς ἄνθρωπος. Πρόκειται λοιπόν γιά μία ψυχική κατάσταση πλήρους ἀλλοιώσεώς του πού μόνο ἡ νέκρωση καί ἡ ἀπώλεια μποροῦν νά τήν χαρακτηρίσουν. ῎Αν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χαρακτήρισε ἔτσι τήν κατάσταση στήν ὁποία βρέθηκε ὁ ἄσωτος τῆς ὁμώνυμης παραβολῆς Του - ῾νεκρός  καί ἀπολωλός᾽ - πολύ περισσότερο ἰσχύει τοῦτο κι ἐδῶ: νά ζεῖ καί νά ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά σέ κατάσταση κυριολεκτικά θανάτου καί πνευματικῆς ἀνυπαρξίας. Διότι εἶναι ἀποκομμένος ἀπό τόν Θεό, ἀπό τόν συνάνθρωπο, ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

3. Τή χαμένη, νεκρή, διεστραμμένη καί γι᾽ αὐτό τραγική αὐτήν κατάσταση, σημειώνει ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης ὁ εὐαγγελιστής στήν ᾽Αποκάλυψή του, θά ζοῦν δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι πάντοτε καί διαχρονικά, ἰδιαιτέρως στούς χρόνους τοῦ ἀντιχρίστου πρό τῆς Δευτέρας Παρουσίας Του, ὅταν θά ἐπιλέγουν τρόπο ζωῆς ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ. ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος θά ἐναντιώνεται πρός τόν Θεό καί τό ἅγιο θέλημά Του, τόσο καί θά ὑποδουλώνεται στόν ἀντικείμενο, τόν σατανᾶ, μέ ἀποτέλεσμα νά ζεῖ μία κόλαση, θεωρώντας ὅτι ζεῖ ἕναν ῾παράδεισο᾽. Αὐτή εἶναι ἡ τραγωδία τοῦ ἀποκομμένου ἀπό τόν Χριστό ἀνθρώπου: νά βρίσκεται στά ῾νύχια᾽ τοῦ κατεξοχήν ἐχθροῦ του, νά τρέφεται ὁ ἐχθρός αὐτός, ὁ διάβολος, ἀπό τίς σάρκες τοῦ ὑποτακτικοῦ καί δούλου του, καί νά νομίζει ὅτι ῾λατρεύει τῷ Θεῷ᾽. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ χαρακτηρίζει τόν Πονηρό ὡς ῾ἀνθρωποκτόνον᾽ ἀπαρχῆς, πού σημαίνει ὅτι χαρά τοῦ Πονηροῦ εἶναι νά ταλαιπωρεῖ τά πλάσματα τοῦ Θεοῦ, κατεξοχήν δέ τόν ἄνθρωπο. Καί πρῶτο θῦμα του εἶναι ὁ ἴδιος ὁ δοῦλος του. Πῶς ἄλλωστε εἶναι δυνατόν ἀπό ῾δένδρον σαπρόν᾽ νά βγεῖ καλός καρπός; ῾Ο Πονηρός διάβολος συμπεριφέρεται πάντοτε μέ τόν τρόπο πού γνωρίζει: νά μεταφέρει τή δυστυχία του καί στούς ἄλλους.

4. Τή φοβερή αὐτή ἀλήθεια βεβαίως ἀγωνίζεται ὁ διάβολος νά τήν ἀποκρύπτει ἀπό τούς ἀνθρώπους, κυρίως δέ ἀπό τούς δικούς του. Κατά παραχώρηση μάλιστα τοῦ Θεοῦ - προκειμένου νά ἀποκαλύπτονται οἱ ἀληθινοί πιστοί ἀπό τούς ψευδεῖς – παρουσιάζει τά πράγματα ἐντελῶς διαφορετικά: ὡραιοποιημένα καί φανταχτερά. Κι αὐτό τό ζοῦμε ἔντονα στήν ἐποχή μας εἴτε μέ τήν ἔξαρση τοῦ λεγόμενου σατανισμοῦ εἴτε μέ τήν προβολή τοῦ διαβόλου ὡς τάχα σωτήρα τοῦ κόσμου ἀκόμη καί μέσα ἀπό τραγούδια καί ἀπό ῾λαμπρές᾽ εἰκόνες εἴτε  μέ τήν ἐξαγγελία ὅτι αὐτός εἶναι ὁ δυνατός μπροστά στόν ῾ἀδύναμο᾽ ἐσταυρωμένο. Καί δυστυχῶς ὑπάρχουν ἀφελεῖς πού πιστεύουν τά ψεύδη αὐτά καί καταστρέφονται, ὅπως βεβαίως ὑπάρχουμε καί οἱ πολλοί ἄλλοι πού μπορεῖ ἴσως νά μήν τά δεχόμαστε, ἀλλά νά μήν ἀντιδροῦμε ὅπως πρέπει, ἀφήνοντας τά ῾δαιμονικά᾽ αὐτά νά φαίνεται ὅτι κυριαρχοῦν.

5. ῾Η ἀλήθεια εἶναι βεβαίως πέρα ἀπό αὐτά καί τήν μαρτυρεῖ πάντοτε ἡ ᾽Εκκλησία μας. Μᾶς καλεῖ νά θυμόμαστε καί κυρίως νά ζοῦμε ἀδιάκοπα αὐτό πού σημαίνει τό ὄνομά μας: τό γενικό τοῦ χριστιανοῦ καί τό συγκεκριμένο πού πήραμε κατά τή βάπτισή μας. Διότι τό ἀληθινό ὄνομα πρωτίστως κάθε πιστοῦ εἶναι τό ῾χριστιανός᾽. ῞Ολοι γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀπάντηση τῶν ἁγίων μαρτύρων τῆς πίστεώς μας κατά τήν περίοδο τῶν διωγμῶν, ὅταν τούς ρωτοῦσαν γιά τό ὄνομά τους, ἦταν: ῾χριστιανός εἶναι τό ὄνομά μου᾽. ῎Ηξεραν οἱ ἅγιοι ὅτι ἡ ἔνταξή τους στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ χριστιανικότητά τους ἔκτοτε ἦταν ὅ,τι ἀνώτερο καί ἱερότερο ὑπῆρχε στή ζωή τους, αὐτό πού πράγματι χάραζε καί χαρακτήριζε τήν ὕπαρξή τους. Τό κέντρο βάρους τους ἦταν ὁ Χριστός καί ὄχι ὁτιδήποτε ἐπίγειο, ὅσο σπουδαῖο καί μεγάλο κι ἄν φάνταζε αὐτό. Γι᾽ αὐτό καί κατέθεταν καί τήν ἴδια τή ζωή τους. Κι ἔπειτα καί τό βαπτιστικό μας ὄνομα: εἶναι τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας, τό ὁποῖο καί αὐτό παραπέμπει στόν ἴδιο τόν Κύριο, τοῦ ῾Οποίου ἄλλωστε μιμητής ὑπῆρξε  ὁ ἅγιος καί γι᾽ αὐτό καί ἅγιασε. Εἴτε λοιπόν μέ τό ὄνομα χριστιανός εἴτε μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου μας θυμόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, εἰκόνες δικές Του, ναοί τοῦ ἁγίου Του Πνεύματος. Κι αὐτό δέν εἶναι φαντασία, ἀλλά ἡ ἀληθινή πραγματικότητα. ῞Οπως ὁ δαιμονισμένος ζοῦσε δυστυχῶς τήν ξενική κατοχή χωρίς ὄνομα δικό του, τό ἴδιο κι ἐμεῖς ἐκ τοῦ ἀντιθέτου: ζοῦμε τήν κατοχή μας ἀπό τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τόν Θεό μας, ὁ ῾Οποῖος ὅμως μᾶς ἐλευθερώνει (῾οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου ἐκεῖ καί ἐλευθερία᾽) καί μᾶς κάνει νά νιώθουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, μέ διαρκή μέσα μας τήν κραυγή: ῾᾽Αββᾶ, ὁ Πατήρ!᾽. Νά νιώθω παιδί τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν προσφωνῶ ῾Πατέρα᾽ εἶναι αὐτό πού μοῦ προσφέρει τό ὄνομά μου. Τό χριστιανικό ἀσφαλῶς ὄνομά μου καί ὄχι ὁποιοδήποτε περίεργο, παράδοξο, ὑποκοριστικό τέτοιο πού λειτουργεῖ ἐντελῶς κατά ἀποπροσανατολιστικό τρόπο.

γ. Νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση τῆς ἀξίας τῆς χριστιανικῆς πίστεώς μας, νά καλλιεργοῦμε τή συναίσθηση αὐτοῦ πού δηλώνει τό χριστιανικό ὄνομά μας. Καί κυρίως: νά μάθουμε γιά τή ζωή τοῦ ἁγίου μας, ὥστε νά τόν νιώθουμε πιό κοντά μας καί πιό οἰκεῖο μας. Κατεξοχήν ὅμως νά τόν ἀκολουθοῦμε στήν κατά Χριστόν πολιτεία του. Τότε ἡ κραυγή μας στόν Κύριο καί σ᾽ ἐκεῖνον θά φέρνει τήν ἄμεση ἀπάντησή τους καί τήν παρουσία τους.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ)

῾Μήν οὖν ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν᾽
(Β´ Τιμ. 1, 8)

α. Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς ἀπό τήν Β´ πρός Τιμόθεον ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου εἶναι ἐν σχέσει πρός τόν ἅγιο μεγαλομάρτυρα Δημήτριο. ῾Η ζωή τοῦ ἁγίου ὑπῆρξε μία ζωή μαρτυρίας καί ὁμολογίας τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τέτοιας πού κατέληξε καί στό δικό του αἱματηρό μαρτύριο, κάτι πού σημειώνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν ἐπιστολή γιά τή δική του πορεία, στή μίμηση τῆς ὁποίας καλεῖ καί τόν μαθητή του Τιμόθεο. Ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔτσι μέ τό συγκεκριμένο ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ὑπομνηματίζει θά λέγαμε τή ζωή τοῦ ἁγίου Δημητρίου καί εἶναι σάν νά μᾶς λέει ὅτι ὁ ἅγιος πορεύτηκε σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, γενόμενος μιμητής καθ᾽ ὅλα τῆς ζωῆς του. Ἡ προτροπή μάλιστα τοῦ ἀποστόλου πρός τόν μαθητή του Τιμόθεο ῾νά μήν ντρέπεσαι νά ὁμολογεῖς τόν Κύριό μας᾽ (῾μή ἐπαισχυνθῇς τό μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν᾽) ἔχει σπουδαία σημασία ἰδίως γιά τήν ἐποχή μας.

β. 1. Τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀποστόλου γιά τόν Τιμόθεο εἶναι νά μή χάσει τή ζωντανή σχέση του μέ τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο Χριστός εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὅπως θά τό σημειώσει ἀμέσως παρακάτω, γι᾽ αὐτό καί ἡ προτροπή του στήν πραγματικότητα συνιστᾶ ὑπενθύμιση στόν Τιμόθεο γιά προσωπική καί ἄμεση στάση του ἔναντι τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ. Γιατί αὐτό; Διότι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε πεῖ ὅτι ῾πᾶς ὅς ἄν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ αὐτόν ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ῞Ος δ᾽ ἄν ἀρνήσηταί μοι ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι κἀγώ αὐτόν᾽. ῎Ετσι ἡ ὁμολογία πίστεως στόν Χριστό ἀφενός ἀποτελεῖ ὅρο γιά νά εἴμαστε δικοί Του καί νά εἰσέλθουμε δικαιωμένοι δι᾽ Αὐτοῦ στή Βασιλεία τοῦ Πατέρα Του, ἀφετέρου προϋποθέτει πώς κέντρο βάρους γιά τόν πιστό εἶναι ὄχι ὁ κόσμος μέ τίς ἐπιθυμίες του, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, μέ ἑτοιμότητα μάλιστα θυσίας καί τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς πρός χάρη Του, ἀφοῦ ὁ κόσμος διάκειται ἐχθρικά πρός τόν Κύριο καί τήν πίστη Του.

2. ῾Η προτροπή ὅμως τοῦ ἀποστόλου πρός τόν Τιμόθεο νά μή ντρέπεται γιά τήν πίστη του στόν Χριστό φανερώνει ταυτοχρόνως  ἔμμεσα καί τόν ἀπόλυτο ρεαλισμό τοῦ ἀποστόλου. Γνωρίζει ὁ ἀπόστολος ὅτι ὡς ἄνθρωπος ὁ Τιμόθεος ἐνόψει μάλιστα τοῦ ἐχθρικά διακείμενου κόσμου  μπορεῖ νά δειλιάσει. ῎Εχει ὑπόψη του πολλές παρόμοιες περιπτώσεις, ὅπου ἄνθρωποι τῆς πίστεως τελικῶς ὑποχώρησαν εἴτε ἀρνούμενοι τήν πίστη εἴτε κρυπτόμενοι κάτω ἀπό τόν μανδύα τῆς ἀδιαφορίας. Ἡ περίπτωση χριστιανῶν γιά παράδειγμα,  ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἐπιστολή του πρός τούς Γαλάτες, εἶναι μία τέτοια περίπτωση, κατά τήν ὁποία παρουσιάζονταν κάποιοι ὑπέρμαχοι τοῦ ᾽Ιουδαϊσμοῦ, ἁπλῶς καί μόνον ῾ἵνα μή τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται᾽. Λοιπόν ὁ ἀπόστολος καλεῖ τόν μαθητή του σέ θαρραλέα ὁμολογία τῆς πίστεώς του, ὑπενθυμίζοντάς του μάλιστα ὅτι ἀφενός τήν πίστη του αὐτή τήν εἶδε ὁ Τιμόθεος ἐνσαρκωμένη ὄχι μόνο στόν ἴδιο, ἀλλά καί στήν ἁγία γιαγιά του Λωΐδα καί τήν ἁγία μητέρα του Εὐνίκη, ἀφετέρου ῾ὁ Θεός οὐκ ἔδωκεν ἡμῖν πνεῦμα δειλίας, ἀλλά δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ᾽, Πνεῦμα τό ὁποῖο ἤδη ἔχει λάβει ὁ Τιμόθεος ἀπό τό βάπτισμά του καί τήν ἱερωσύνη του.

3. ῎Ετσι ὁ ἀπόστολος σχετίζει ἄμεσα τή μαρτυρία καί τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στόν Χριστό μέ τό μαρτύριο ὑπέρ ᾽Εκείνου. Δέν ὑπάρχει οὔτε ὑποψία στόν ἅγιο Παῦλο ὅτι μπορεῖ ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ νά συνιστᾶ μία θεωρία ἤ μία ἰδεολογία πού ἐξαντλεῖται μόνο στά λόγια χωρίς νά ἀγκαλιάζει τή ζωή. Καί πῶς θά μποροῦσε νά συμβεῖ τοῦτο, ὅταν ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀπέκλεισε τήν κατάσταση αὐτή, ὅπως γιά παράδειγμα μέ τόν λόγο του ῾οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου᾽; ῾῾Ο ποιήσας καί διδάξας᾽ εἶναι πάντοτε αὐτός πού δικαιώνεται καί σώζεται, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἄλλος μεγάλος ἀπόστολος ᾽Ιάκωβος ὁ ἀδελφόθεος ἔχει χαρακτηρίσει τήν κατάσταση αὐτή ὡς σχεδόν δαιμονική. Διότι ῾καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίσσουσι᾽, ἀλλά βεβαίως δέν πράττουν. Ἡ ἴδια μάλιστα ἡ ζωή τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποτελεῖ τήν ἄμεση ἐπιβεβαίωση γιά τόν Τιμόθεο τῆς ἀλήθειας αὐτῆς. Ὁ ἀπόστολος καταρχάς εἶναι φυλακισμένος γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου Του: αὐτή εἶναι ἡ αἰτία ῾δι᾽ ἥν πάσχει᾽ αὐτός, ἐνῶ καλεῖ τόν μαθητή του καί ἐκεῖνος ῾νά εἶναι ἕτοιμος νά κακοπαθήσει μαζί του κι ὁ Θεός θά τοῦ δώσει τή δύναμη᾽.

4. Ἡ τελευταία φράση τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι ὁ Θεός θά δώσει τή δύναμη στόν Τιμόθεο γιά τό μαρτύριο πού θά ὑποστεῖ λόγω τῆς μαρτυρίας του γιά τόν Χριστό πηγαίνει παραπέρα τόν λόγο του. Καί ἡ πίστη στόν Χριστό δηλαδή ὡς ὁμολογία καί μαρτυρία γι᾽ Αὐτόν καί ἡ πίστη ὡς μαρτύριο καί κακοπάθεια ὑπέρ Αὐτοῦ συνιστοῦν χαρισματική κατάσταση. Δέν εἶναι οἱ ἀνθρώπινες δυνάμεις μέ ἄλλα λόγια πού καθιστοῦν κάποιον ἀληθινό χριστιανό, ἀλλά ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ πού βρίσκει ἁπλῶς ἑτοιμότητα διάθεσης καί καρδιᾶς ἀπό πλευρᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Διαφορετικά, μία ὁμολογία ἤ ἕνα μαρτύριο, βασιζόμενα στίς ἀνθρώπινες δυνατότητες, πού σημαίνει σ᾽ ἕνα ὑπερφίαλο ἐγώ: ῾ἐγώ μπορῶ καί τά καταφέρνω μόνος μου᾽, μπορεῖ νά θεωροῦνται ἡρωϊκές ἴσως καταστάσεις, δέν χαρακτηρίζονται ὅμως χριστιανικές κι οὔτε γίνονται ἀποδεκτές ἀπό τόν Θεό, διότι προφανῶς ἐλλείπει τό βασικότερο στοιχεῖο χριστιανοσύνης πού εἶναι ἡ ἀγάπη.  Δέν λέει τυχαῖα γιά παράδειγμα ὁ ἀπόστολος καί πάλι Παῦλος ὅτι ῾ἐάν παραδώσει κάποιος καί τό σῶμα του γιά νά καεῖ λόγω τῆς πίστης του, δέν ἔχει ὅμως ἀγάπη, δέν ὑπάρχει ὠφέλεια ἀπό τή θυσία του αὐτή᾽. Κι  ἔρχεται ἀκριβῶς ὁ ἀπόστολος νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια αὐτή ξεκάθαρα καί σέ ἄλλο σημεῖο τῶν ἐπιστολῶν του. ῾῾Ημῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς Αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ Αὐτοῦ πάσχειν᾽. Μᾶς δόθηκε σάν χάρισμα ἀπό τόν Θεό, λέει, ὄχι μόνο νά πιστεύουμε σ᾽ Αὐτόν, ἀλλά καί νά πάσχουμε γιά χάρη Του. ῎Ετσι στή δωρεά τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου του ὁ χριστιανός πάντοτε βρίσκεται στό σημεῖο ῾μηδέν᾽ ἀπό πλευρᾶς δικῆς του. ῾Η ταπείνωση δηλαδή ἀποτελεῖ τό μόνιμο βάθρο πάνω στό ὁποῖο κινεῖται, διατηρώντας μέ τόν τρόπο αὐτό τήν ἤδη ὑπάρχουσα χάρη πού ἔχει.

γ. Ἡ προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου – προτροπή  τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου – νά μή ντρέπεται ὁ Τιμόθεος νά ὁμολογεῖ τήν πίστη του ἰσχύει ἀσφαλῶς διαχρονικά. Καί τοῦτο γιατί σέ ὅλες τίς ἐποχές τό ἀντίχριστο πνεῦμα ὑπάρχει παρόν σέ μεγάλο βαθμό, ἰδίως δέ στήν ἐποχή μας πού λόγω τῆς αὐξημένης ὑποκρισίας της ξέρει νά παίρνει πολυποίκιλες μορφές. Καί σήμερα χρειάζεται τόλμη καί θάρρος νά ὁμολογήσει κανείς τήν χριστιανική πίστη του, ἀρκεῖ βεβαίως νά ἔχει ῾δέσει᾽ τήν ὕπαρξή του μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, πού σημαίνει νά βρίσκεται σέ ἑτοιμότητα νά ῾πάθει ὑπέρ Αὐτοῦ᾽. Προϋπόθεση γι᾽ αὐτό εἶναι ὁ βαθμός ἐκκλησιαστικότητάς μας, δηλαδή ὁ βαθμός τῆς ροῆς μέσα μας τοῦ ποταμοῦ τῆς ἀποστολικῆς παραδόσεως. ῞Οσο μένουμε στά λόγια τῶν ἀποστόλων ἐν ᾽Εκκλησίᾳ, τόσο μένουμε ἐν Χριστῷ, τόσο Τόν φανερώνουμε  ἐν τοῖς πράγμασι καί τοῖς λόγοις. Τό σημερινό παράδειγμα τοῦ ἁγίου Δημητρίου μάλιστα γίνεται καθοριστικό ὅριο τῆς πορείας αὐτῆς. Γιατί καί ὁ ἅγιος ζοῦσε τήν παράδοση τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού τόν ὁδήγησε κατά φυσικό τρόπο καί στή μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί στό μαρτύριο γιά χάρη Του.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΤΟΥ ΜΥΡΟΒΛΗΤΟΥ) (2)

῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 8)

α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ μεγαλομάρτυρα καί μυροβλήτη ἅγιο Δημήτριο πού τιμᾶ ἐνδόξως σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, παρμένο ἀπό τήν ποιμαντική λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ὁ ἀπόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του ἅγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε ἐφαρμοσμένα ἤδη στόν ἅγιο Δημήτριο: ἡ δύναμή του ἦταν ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κακοπάθησε ὡς καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, ἀθλήθηκε νόμιμα, ἡ διαρκής μνήμη του ἦταν ὁ ἀναστημένος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία μας μᾶς τά προβάλλει ἔντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας πάνω σ᾽ αὐτά καί νά πορευόμαστε ἀντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα ἡ μνήμη μας πρέπει νά εἶναι διαρκῶς στόν ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς ᾽Ιησοῦ Χριστό καί ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν μᾶς καλεῖ μέσω τῆς προτροπῆς του στόν ἅγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς ἱστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν ἔχει τήν ἔννοια μίας ἀνάμνησης πού ἀναπλάθει ἀπό τό παρελθόν ἕνα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, ὅπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες ἐπετείους σπουδαίων ἱστορικῶν γεγονότων ἤ ἀκόμη καί στή μνήμη τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο ἤ τό γεγονός ἀνήκει στό παρελθόν κι ἐπειδή ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ὡς καθοδηγητικό στοιχεῖο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.
῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου ἔχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι ἐκφράζει τήν πίστη τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε εἶναι ὁ ῾ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν᾽, δηλαδή εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἀνάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, καί ταυτοχρόνως εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ὡς καταγόμενος ῾ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος καλεῖ νά μνημονεύουμε ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ζωντανός καί διαρκῶς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τοῦ κόσμου, συνεπῶς καλεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο πού μᾶς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό.

2.  Μέ ἄλλα λόγια ἡ μνημόνευση αὐτή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν αὐτονόητη ἐν πίστει κίνηση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ βαπτισμένου καί χρισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζώντας τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του ὡς ἐνδεδυμένος ᾽Εκεῖνον - ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - Τόν ἀναπνέει ὅπως ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα γιά νά ζήσει. ῞Οταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει ὅτι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό τό νά ἀναπνέουμε - ῾μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ -, δηλαδή ἡ μνημόνευσή του εἶναι περισσότερο κι ἀπό θέμα ζωῆς καί θανάτου, αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει ἀληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζωντανό πτῶμα. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχει καί τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποια ἄλλη ἐπιστολή του.
Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι μία τέτοια μνημόνευση ὡς ἀναγκαία γιά τήν ἴδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ πιστός δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθεῖ στόν Κύριο ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ἄν δέν τόν φωτίζει ἐν προκειμένῳ τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό ὑπέρ φύσιν σημεῖο πίστης καί ἀποδοχῆς τῆς θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού ἐξόχως σημειώνει ὁ ἀπόστολος: ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.  ῎Ετσι ἡ μνημόνευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ἡ  ἐπιβεβαίωση τῆς ὕπαρξης στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν καθοδηγεῖ νά βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ᾽ παραπέμπει εὐθέως στό ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽.

3. Τά παραπάνω ἐξηγοῦν εὔκολα  γιατί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς μέ τούς ἁγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστᾶ μία συνοπτική ὁμολογία πίστης της εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ ἤ μέ τήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αὐτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή ἔχουμε τήν ἐπακριβή ἐπιβεβαίωση τῆς προτροπῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί ἐπικαλούμαστε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μᾶς σώσει. Τό ἔλεός Του εἶναι ἡ ἀπάντηση στή διαστροφή τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάλιστα συναίσθηση αὐτῆς καί τοποθεῖται ἐν ταπεινώσει ἀπέναντί Του. Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο στίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας ἀλλά καί σέ κάθε ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ συνοδεύει ὄχι μόνο τόν μοναχό – ἡ ῾ἀποκλειστικότητα᾽ αὐτή δέν συνάδει πρός τήν ἐκκλησιαστική πίστη - ἀλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αὐτό γιά παράδειγμα ἑνός μοναχοῦ μέ τόν  μεγάλο Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιθέσει πρός τόν μοναχό ὑποστήριζε ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά ὅλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στόν ἅγιο Γρηγόριο.

4. Τό μόνο πού ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε οἱ πιστοί εἶναι ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται κατά τρόπο ἐξωτερικό καί τυπικό. Οἱ ῾τεχνικές᾽ τῆς εὐχῆς τοῦ Χριστοῦ ἤ ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω ἀπέχουν ἀπό αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας καί λέει ὁ ἀπόστολος. ῾Η μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ὅπως εἴπαμε, καί μέ θερμότητα ἀγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽ἐξ Οὗ καί δι᾽ Οὗ καί εἰς ῞Ον τά πάντα ἔκτισται᾽, θέτει σέ ἐνέργεια κατά τρόπο αὐξητικό τή χάρη τῆς μνήμης Του καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποτελεῖ τό ῾κλειδί᾽ τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματός Του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ μνήμη Του καί ἡ ἀδιάκοπη ἐπίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Πιστός πού ἐπικαλεῖται τόν Κύριο χωρίς νά ὁδεύει κατά τίς ἐντολές Του, κατεξοχήν τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μᾶλλον δουλεύει σέ ἀλλότριο δεσπότη καί ὄχι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο λόγος τοῦ μεγάλου Πατέρα ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι καταπέλτης: ῾᾽Εκεῖνος πού μπόρεσε νά ἀποκτήσει τήν τέλεια ἀγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αὐτήν ὄλην τή ζωή του, αὐτός ἐπικαλεῖται τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (4η ἑκατ. Περί ἀγάπης).

γ. Δέν ὑπάρχει πιό ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια μας ἀπό ῾τό ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα᾽ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας καί τή δική του ζωή μᾶς παρακινεῖ σ᾽ αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἔχει ὡς τόν πιό μεγάλο καί ὑπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τῆς ὕπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά ἀναπνέουμε Αὐτόν πού συνιστᾶ τήν ἴδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τῆς ψυχῆς μας᾽ (ὅσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε ἐμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν.
ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ

Ὁ ἅ­γι­ος Δη­μή­τρι­ος εἶ­ναι ἀ­πὸ τοὺς ἐν­δο­ξό­τε­ρους ἁ­γί­ους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας. Ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν πο­λι­οῦ­χο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τῆς πό­λης ὅ­που γεν­νή­θη­κε, ἔ­ζη­σε καὶ μαρ­τύ­ρη­σε. Ἡ μνή­μη του ἑ­ορ­τά­ζε­ται στὶς 26 Ὀ­κτω­βρί­ου.

Ὁ Δη­μή­τρι­ος γεν­νή­θη­κε γύ­ρω στὸ 280, ἐ­πὶ αὐ­το­κρά­το­ρος Μα­ξι­μι­α­νοῦ, καὶ κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ εὐ­γε­νῆ οἰ­κο­γέ­νει­α. Σπού­δα­σε, ἔ­λα­βε μόρ­φω­ση καὶ χρι­στια­νι­κὴ παι­δεί­α, καὶ σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α κα­τα­τά­χθη­κε στὸν ρω­μα­ϊ­κὸ στρα­τό. Μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κή του ὑ­πε­ρο­χή, τὴν εὐ­σέ­βει­α καὶ τὸ ἦ­θος του ὁ Δη­μή­τρι­ος ἔ­γι­νε πο­λὺ γρή­γο­ρα γνω­στὸς σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πό­λη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἡ φή­μη του ἔ­φθα­σε μέ­χρι τὸν βα­σι­λιὰ Μα­ξι­μι­α­νὸ Γα­λέ­ρι­ο, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἐ­κτι­μῶν­τας τὶς ἀ­ρε­τές του, τὸν προ­σέ­λα­βε ἀρ­χι­κὰ ὡς μέ­λος τῆς συγ­κλή­του τῆς πό­λε­ως καὶ στὴ συ­νέ­χει­α τὸν τί­μη­σε μὲ τὸ ἀ­ξί­ω­μα τοῦ Δού­κα, δι­ο­ρί­ζον­τάς τον στρα­τη­γὸ ὅ­λης τῆς Θεσ­σα­λί­ας.

Ὡς ἀ­λη­θι­νὸς Χρι­στια­νὸς ὁ Δη­μή­τρι­ος ἀ­νέ­λα­βε μὲ ζῆ­λο ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸ ἔρ­γο. Σχη­μά­τι­σε ἕ­να κύ­κλο νε­α­ρῶν μα­θη­τῶν καὶ τοὺς δί­δα­σκε τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ στὶς ὑ­πό­γει­ες στο­ές, κον­τὰ στὰ δη­μό­σι­α λου­τρὰ τῆς πό­λης.   

Κα­τὰ τὴ δι­άρ­κει­α μί­ας τέ­τοιας συ­νά­θροι­σης, οἱ εἰ­δω­λο­λά­τρες τὸν συ­νέ­λα­βαν καὶ τὸν ὁ­δή­γη­σαν ἐ­νώ­πι­ον τοῦ αὐ­το­κρά­το­ρα Μα­ξι­μι­α­νοῦ, ποὺ τό­τε πα­ρε­πι­δη­μοῦ­σε στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας τοῦ ζή­τη­σε νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ γιὰ τὴ στά­ση του καὶ ὁ Δη­μή­τρι­ος ἀ­πάν­τη­σε μὲ θάρ­ρος: «Βα­σι­λιᾶ μου, ἐ­γὼ τι­μῶ τὴ βα­σι­λεί­α σου, τι­μῶ ὅ­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­σέ­να τὸν Θε­ὸ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι βα­σι­λιὰς ὅ­λου τοῦ κό­σμου». «Καὶ ποιὸς εἶ­ναι ὁ Θε­ός σου;», τὸν ρώ­τη­σε ὁ Μα­ξι­μι­α­νός; Καὶ ὁ ἅ­γι­ος τοῦ εἶ­πε: «Ὁ Κύ­ρι­ος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι Θε­ὸς ἀ­λη­θι­νὸς καὶ Βα­σι­λεὺς Παν­το­κρά­τωρ». Ὁ βα­σι­λιὰς τοῦ λέ­γει πά­λι: «Λοι­πὸν αὐ­τὸν πι­στεύ­εις ἐ­σὺ καὶ δι­ὰ τοῦ­το δὲν κα­τα­δέ­χε­σαι ἐ­μᾶς; Καὶ τί κα­λὸ εἶ­δες ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό σου καὶ τὸν ἔ­χεις Θε­ὸ καὶ Βα­σι­λέ­α; Δὲν εἶ­ναι θε­ὸς ὁ Ζεύς, ὁ Ἀ­πόλ­λων καὶ οἱ λοι­ποί, ἀλ­λὰ ὁ Χρι­στός σου; Δὲν σὲ τί­μη­σα ἐ­γὼ καὶ σὲ δι­ό­ρι­σα ἡ­γε­μό­να τῆς Θεσ­σα­λί­ας; Ἐ­πει­δὴ εἶ­σαι ἀ­γνώ­μων θὰ βα­σα­νι­σθεῖς καὶ θὰ τι­μω­ρη­θεῖς, γιὰ νὰ μά­θεις ποιὸς εἶ­μαι ἐ­γὼ καὶ ποιὸς εἶ­σαι ἐ­σὺ καὶ τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ὁ Θε­ός σου γιὰ σέ­να». Ὁ ἅ­γι­ος τό­τε τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: «Βα­σι­λιᾶ, τὶς τι­μω­ρί­ες καὶ τὰ βά­σα­να μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α μὲ ἀ­πει­λεῖς ἐ­γὼ τὰ θε­ω­ρῶ ὡς χα­ρὰ καὶ ἀ­γαλ­λί­α­ση, δι­ό­τι αὐ­τὰ θὰ μοῦ χα­ρί­σουν τὴ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν καὶ ἀ­τε­λεί­ω­τη τι­μή». Ὁ βα­σι­λιὰς ἐ­ξορ­γί­στη­κε καὶ πρό­στα­ξε νὰ τὸν φυ­λα­κί­σουν, μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ τὸν τι­μω­ροῦ­σε.

Ἐ­νῷ ὁ Δη­μή­τρι­ος ἦ­ταν φυ­λα­κι­σμέ­νος, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τές του, ὁ Νέ­στο­ρας, θέ­λη­σε νὰ ἀ­γω­νι­στεῖ ἐξ ὀ­νό­μα­τος τῶν χρι­στια­νῶν μὲ τὸν εἰ­δω­λο­λά­τρη Λυ­αῖ­ο. Ἔ­τσι πῆ­γε στὴ φυ­λα­κή, ὅ­που ἦ­ταν ὁ Δη­μή­τρι­ος καὶ τοῦ εἶ­πε: «Δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὁ βα­σι­λιὰς χαί­ρε­ται μὲ τὶς πρά­ξεις τοῦ Λυ­αί­ου. Ἡ ψυ­χή μου ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ πα­λέ­ψει μα­ζί του, γι᾽ αὐ­τὸ εὐ­λό­γη­σέ με καὶ ἐν­δυ­νά­μω­σέ με νὰ ὑ­πά­γω νὰ τὸν νι­κή­σω». Τότε ὁ Δη­μή­τρι­ος ἔ­κα­νε τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ στὸ μέ­τω­πο τοῦ Νέ­στο­ρος καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ὕ­πα­γε καὶ τὸν Λυ­αῖ­ο θὰ νι­κή­σεις καὶ ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ θὰ μαρ­τυ­ρή­σεις». Μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση λοι­πὸν ὅ­τι ἔ­χει τὴ χά­ρη καὶ τὴ βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ, ὁ Νέ­στο­ρας μπῆ­κε στὴν πα­λαί­στρα καὶ ὄ­χι μό­νο νί­κη­σε τὸν Λυ­αῖ­ο, ἀλ­λὰ καὶ τὸν σκό­τω­σε.

Ὀρ­γι­σμέ­νος ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας ἀ­πὸ τὴν ἥτ­τα τοῦ Λυ­αί­ου, καὶ μό­λις ἔ­μα­θε ὅ­τι αὐ­τὸς φο­νεύ­θη­κε μὲ παρέμβαση τοῦ Δη­μη­τρί­ου δι­έ­τα­ξε τὸν ἀ­πο­κε­φα­λι­σμὸ τοῦ Νέ­στο­ρα καὶ τὴ θα­νά­τω­ση τοῦ Δη­μη­τρί­ου μὲ λογ­χι­σμούς. Πράγ­μα­τι, οἱ στρα­τι­ῶ­τες πῆ­γαν στὴ φυ­λα­κὴ καὶ φό­νευ­σαν τὸν Δη­μή­τρι­ο, καρ­φώ­νον­τας τὶς λόγ­χες τους σὲ ὅ­λο του τὸ σῶ­μα. Ὁ πρῶ­τος μά­λι­στα λογ­χι­σμὸς ἦ­ταν στὴ δε­ξι­ά του πλευ­ρά, δι­ό­τι μό­λις τοὺς εἶ­δε ὁ Δη­μή­τρι­ος ὕ­ψω­σε μό­νος του τὴ δε­ξι­ά του χεῖρα, γιὰ νὰ τὸν λογ­χί­σουν. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο λοι­πὸν μαρ­τύ­ρη­σε ὁ Δη­μή­τρι­ος. Ὁ θά­να­τος τοῦ ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου ὀ­νο­μά­σθη­κε «Χρι­στο­μί­μη­τος σφα­γή», δι­ό­τι, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρει ὁ ἅ­γι­ος Νι­κό­λα­ος ὁ Κα­βά­σι­λας, εἶ­χε πολ­λὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες μὲ αὐ­τὸν τοῦ Κυ­ρί­ου: ὁ Δη­μή­τρι­ος ὑ­πη­ρέ­τη­σε τοὺς Χρι­στια­νούς, δι­δά­σκον­τάς τους, ὁ­μο­λό­γη­σε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Θε­ό, φυ­λα­κί­στη­κε γιὰ αὐ­τόν, δέ­χθη­κε πλῆγ­μα στὴν πλευ­ρὰ καὶ ἀ­πέ­θα­νε ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ.

Μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Δημητρίου εὐ­λα­βεῖς χρι­στια­νοὶ πῆγαν κρυ­φὰ στὴ φυ­λα­κὴ καὶ ἐν­τα­φί­α­σαν τὸ λεί­ψα­νο στὸ μέ­ρος, ὅ­που ἀρ­γό­τε­ρα χτί­στη­κε να­ὸς πρὸς τι­μή του. Ἀ­πὸ τὸν τά­φο του ἀ­νά­βλυ­ζε μύ­ρο, ἐ­ξοῦ καὶ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α Μυ­ρο­βλή­της.

Ὁ ἅ­γι­ος Δη­μή­τρι­ος ἔ­χει ταυ­τι­σθεῖ πο­λὺ στε­νὰ μὲ τὴν πό­λη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ἡ πό­λη καυ­χᾶ­ται γιὰ τὸν ἅ­γι­ο καὶ τὸ μαρ­τύ­ρι­ό του ὑ­πὲρ τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἀ­νέ­κα­θεν τὸν θε­ω­ρεῖ προ­στά­τη της ἀ­πὸ τὴν ἐ­ναν­τί­ον της ἐ­πι­βο­λὴ τῶν Σλά­βων, τῶν Ἀ­βά­ρων, τῶν Ἀ­ρά­βων, τῶν Νορ­μαν­δῶν, τῶν Φράγ­κων, τῶν Τούρ­κων καὶ ἄλ­λων βαρ­βά­ρων. Βέ­βαι­α ὁ ἅ­γι­ος δὲν πε­ρι­ο­ρί­ζει τὶς εὐ­ερ­γε­σί­ες του μό­νο στὴν πό­λη τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, ἀλ­λὰ βο­η­θᾶ ὅ­ποιον τὸν ἐ­πι­κα­λε­στεῖ μὲ πί­στη καὶ κα­θα­ρὰ καρ­δί­α, κα­θὼς καὶ ὅ­ποιον θε­λή­σει νὰ τὸν τι­μή­σει ὀρ­θὰ καὶ χρι­στια­νι­κά, δη­λα­δὴ προ­σπα­θῶν­τας νὰ μι­μη­θεῖ τὴ θε­ο­πρε­πῆ ζω­ή του.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Β΄ Τιμ. β΄ 1-10
Ευαγγέλιο: Λουκ. η΄ 26-39
26 Οκτωβρίου 2014


«Εδεσμείτο αλύσεσι… και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους».


Ο δαιμονιζόμενος, που ο Κύριος απελευθέρωσε στη χώρα των Γαδαρηνών, είναι, αγαπητοί αδελφοί, ένα σύμβολο που πρέπει να ελκύσει την προσοχή μας  πολύ. Ο άνθρωπος εκείνος, όπως διηγείται η ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε, είχε κυριευθεί από πολλά δαιμόνια – ολόκληρη λεγεώνα – που πολύ τον βασάνιζαν και τον είχαν φέρει σε δεινό κατάντημα. Ο ιερός Λουκάς διηγείται σήμερα, περιγράφοντας την κατάσταση αυτού του δαιμονιζόμενου, ότι οι δικοί του τον έδεναν με αλυσίδες και του περνούσαν στα πόδια σιδερένιους δακτυλίους, για να τον ακινητούν και να τον φυλάνε έτσι ακίνδυνο για τον εαυτό του και τους άλλους. Αλλά εκείνος – ή μάλλον τα πονηρά πνεύματα που στρατοπέδευαν μέσα του – έκαναν κάτι απίστευτο. Το έδιναν τόση δύναμη στο κορμί, ώστε κατόρθωσε να σπάζει τα δεσμά του. Και τότε, κεντρίζοντας του τα μέλη, τον έσπρωχναν κι έβγαινε σε ερημικούς τόπους. Εκεί κατέληγε, φεύγοντας σαν ατίθασο κτήνος, κάτω από το μαστίγωμα του δαίμονος.

Εικόνα, λοιπόν, είναι πολλών ο δαιμονιζόμενος εκείνος, εικόνα και σύμβολο όλων εκείνων, που ζώντας έξω από το Άγιο Πνεύμα, έξω από τον ζυγό του Χριστού, είναι παραδομένοι στα άλογα πάθη, στην αχαλίνωτη αμαρτία, τον ηνίοχο Διάβολο. Εικόνα και σύμβολο όλων εκείνων, που το σώμα τους και η ψυχή τους είναι κατεχόμενη χώρα από τον Πονηρό και τις λεγεώνες του και δεν υπακούουν παρά μονάχα στις δικές του προσταγές.

Δεν μοιάζουν, βέβαια, εξωτερικά με τον δαιμονιζόμενο της σημερινής περικοπής. Δεν περιφέρονται γυμνοί, ούτε τους φορτώνουν με σίδερα, όπως εκείνον. Δεν τρέπονται στους ακατοίκητους χώρους όπως εκείνος. Είναι, εξωτερικά, ομαλοί άνθρωποι. Αλλά μόνο επιφανειακά. Στο βάθος τους, ωστόσο, είναι ακριβώς ίδιοι με τον δαιμονιζόμενο των Γαδάρων, ενεργούν όπως εκείνος, τους συμβαίνουν παρόμοια και απαράλλαχτα πράγματα.

Οι ανθρώπινοι νόμοι, αυτοί που φτιάχνουν οι γήινες πολιτείες, έχουν γενικά ένα καλό σκοπό: να περιορίσουν, να αιχμαλωτίσουν, να φυλάξουν τα πάθη του καθενός ανθρώπου, ώστε να μη κινηθούν, να μην εκδηλωθούν με καταστρεπτικό τρόπο για τους γύρω του. Είναι αλυσίδες και χειροπέδες και δεσμά, που εμποδίζουν τον άπληστο να κλέψει και να αρπάξει, τον αιμοδιψή να σκοτώσει, τον ακόλαστο να ασελγήσει, τον άσεμνο να σκανδαλίσει. Αλλά δεν κατορθώνουν πάντα, ούτε και για πολύ, να αποσοβήσουν τις καταστροφές. Όπως ο δαιμονιζόμενος εκείνος, έτσι πολλοί αμαρτωλοί πετυχαίνουν, πότε ο ένας και πότε ο άλλος, πότε γρήγορα και πότε αργότερα, να θραύουν αυτά τα δεσμά, να ξεφεύγουν και να ανατρέπουν τα εμπόδια. Ο απόστολος Παύλος λέγει κάπου για τους ανθρώπινους νόμους και για τις γήινες εξουσίες, ότι ο ίδιος ο Θεός τους παρεχώρησε τη μάχαιρα που φορούν, όπως ο ίδιος ο Θεός ασφαλώς ενέπνεε τους οικείους του δαιμονιζόμενου της σημερινής περικοπής να του κλείνουν χέρια και πόδια στα σίδερα. Αλλά το κακό έχει πολλή δύναμη, ακριβώς τη δύναμη που την εικόνα της δίνει η σημερινή περικοπή με τη λεπτομέρεια που ακούσαμε. Όπως ο δαιμονιζόμενος έθραυσε τα δεσμά του, έτσι και κάθε κυριευμένος από τον διάβολο, κάθε αμαρτωλός και άπιστος συντρίβει πολλές φορές τους φραγμούς των ανθρώπινων νόμων.

Προσέξετε, όμως, αγαπητοί αδελφοί, και στο υπόλοιπο μέρος του στίχου που προτάξαμε. Αφού ο δαιμονιζόμενος έσπαζε τα δεσμά του και έκανε ασφαλώς κακό γύρω του, κατέληγε στις ερήμους. Εκεί τον ήλαυνε, εκεί τον έσπρωχνε ο δαίμονας. Και σ’ αυτόν, λοιπόν, το δεύτερο μέρος, η αντιστοιχία είναι πλήρης. Το ίδιο συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο, που είναι υποχείριος του διαβόλου, δεν έχει ελευθερωθεί από τον Χριστό, δεν αναγεννήθηκε με το βάπτισμα και τη μετάνοια. Κάνει το κακό, συντρίβοντας τα δεσμά των νόμων και της συνειδήσεως του, αλλά που καταλήγει; Μήπως εκεί που θα ήθελε ο ίδιος; Όχι, αλλά στις ερήμους. Αδικεί και ασωτεύει, αλλά δεν πετυχαίνει τη χαρά και την ικανοποίηση που ονειρευόταν μέσα στις αδικίες και τις ηδονές. Καταλήγει στην έρημο, δηλαδή στο μεγάλο κενό της μη ικανοποιήσεως, της πικρίας, της απογνώσεως. Καταλήγει στη μυστηριώδη έρημο των διαψεύσεων. Καταλήγει στο τίποτε, στον θάνατο. Αυτό είναι το μεγάλο και το μοναδικό κέρδος, η αποκλειστική απολαβή, το τέρμα της αμαρτίας. Ο θάνατος, που συμβολίζεται στη σημερινή περικοπή από τις ερήμους. Το λέγει ρητά ο θείος Παύλος, το μαρτυρεί η πείρα όλων των αμαρτωλών, το διατρανώνει η μια ημέρα στην άλλη από γενεά σε γενεά: τα οψώνια της αμαρτίας είναι ο θάνατος.

Μονάχα ο Χριστός σώζει απ’ αυτόν τον θάνατο. Μονάχα η Χάρη του Κυρίου, χωρίς να προστρέχει στη βοήθεια των αλυσίδων, που είναι οι νόμοι των γήινων πολιτειών, πραγματοποιεί το θαύμα της απελευθερώσεως του ανθρώπου από τον δαίμονα, το θαύμα της ημερώσεως του, της σωτηρίας του από τον αιώνιο θάνατο.
Γιώργος Σαββίδης
ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2014 – ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ
(Λουκ. η΄ 26-39) (Β΄Τιμ. β΄1-10)
Η αυθεντική κοινωνία
«ιματισμένον και σωφρονούντα»
Ο άνθρωπο ψάχνει εναγωνίως για να ψηλαφήσει την ελευθερία του, πλην όμως δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που στο βάθος δοκιμάζει μεγάλη απογοήτευση. Ο Χριστός είναι ο αληθινός ελευθερωτής του κόσμου. Ο δαιμονισμένος που παρουσιάζει η σημερινή ευαγγελική περικοπή θεραπεύθηκε μόλις συνάντησε τον Χριστό. Τον είδαμε να μεταβάλλεται ριζικά και να γίνεται νέα ύπαρξη. Από γυμνός γίνεται «ιματισμένος» και από αλλοπρόσαλλος «σωφρονών». Ζούσε πριν σε μνήματα και σε έρημους τόπους, μετά όμως επικοινωνεί και μάλιστα με τον πιο αυθεντικό τρόπο με τους συνανθρώπους του. Η επιθετικότητα και η καταστροφική μανία που τον καταλάμβαναν μεταβάλλονται τώρα σε ορμή κοινωνικότητας και σχέσης με τους γύρω του.
Η κοινωνικότητα
Η κοινωνικότητα είναι ουσιώδες γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, γεγονός που αναγνώρισε από την αρχή και η φιλοσοφική σκέψη. Η κοινωνικότητα που εκδηλώνει ο άνθρωπος διαφέρει εκείνης των άλλων δημιουργημάτων και κινείται σ’ ένα τελειότερο ορίζοντα. Αναπτύσσεται μάλιστα και κατακόρυφα ως θρησκευτικότητα.
Η κοινωνικότητα του ανθρώπου εκδηλώνεται σαφώς με την υπέρβαση της ατομικότητάς του. Αυτή πραγματοποιείται με την ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Η αγάπη ξεπερνά τα όρια του ατόμου. Γιατί καθιστά τον άνθρωπο πρόσωπο που σπεύδει να συναντήσει τον άλλο με ανοικτές αγκάλες και με πλήρη αποδοχή.
Ο χριστιανός από μια άλλη θεώρηση είναι κατ’ εξοχήν κοινωνικός αλλά και «αντικοινωνικός». Είναι «αντικοινωνικός» γιατί απαρνείται τον κόσμο και τα πράγματα του κόσμου για να δοθεί ολοκληρωτικά στον Θεό. Ταυτόχρονα όμως είναι κοινωνικός γιατί στον Θεό και με τον Θεό βρίσκει την αληθινή αγάπη και κοινωνεί με ολόκληρο τον κόσμο. Όπως ο Χριστός, έτσι και ο πιστός αφήνει τον εαυτό του να γίνει πλησίον για κάθε άνθρωπο. Η πίστη που δεν έχει τις κοινωνικές προεκτάσεις τις οποίες υπαγορεύει η αγάπη, είναι πίστη θεωρητική και νεκρή. Ο χριστιανός δεν μπορεί να αισθάνεται ευχαριστημένος όταν κλείνεται στον εαυτό του και αδιαφορεί για τις ανάγκες του πλησίον του.
Τελικά, η αληθινή ανθρώπινη κοινωνία αναπτύσσεται στο πρότυπο της Αγίας Τριάδας. Παρά την ασύλληπτη διαφορά μεταξύ Θεού και ανθρώπου, ο Τρισυπόστατος Θεός προβάλλεται στην Εκκλησία ως πρότυπο για ολόκληρη την ανθρωπότητα και για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά. Το Τριαδικό πρότυπο βρίσκει την ιδανική εφαρμογή του στη ζωή της Εκκλησίας. Η Εκκλησία, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι τύπος και εικόνα «του σύμπαντος κόσμου». Αυτό φανερώνει όχι μόνο τη θέση των χριστιανών μέσα στην κοινωνία, αλλά και την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο.
Η θεραπεία
Η ένταξη του ανθρώπου στην αληθινή κοινωνία που υπόσχεται η Εκκλησία προϋποθέτει την απελευθέρωσή του αλλά και τη γιατρειά του από τις λογής ασθένειες που τον προσβάλλουν. Ο δαιμονισμένος θεραπεύτηκε από το μεγάλο γιατρό, τον Χριστό. Καμιά ασθένεια, διαβεβαιώνει η Εκκλησία, δεν μένει αθεράπευτη.
Ο άνθρωπος που αφήνει την ύπαρξή του να είναι συνδεδεμένη με τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού γιατρεύεται από όλες τις «ασθένειες» που τόσο βασανιστικά τον καθηλώνουν στο κρεβάτι της μοναξιάς και της ακοινωνησίας. Αυτό αποτυπώνεται και στην εξωτερική του εμφάνιση, όπως είδαμε στο θαύμα της θεραπείας του δαιμονισμένου.
Η παρουσία της αγάπης του Χριστού έδινε μεγάλη πληρότητα στον εαυτό του ώστε το μόνο που φοβόταν ήταν ο κίνδυνος να περιπέσει στην προηγούμενη κατάστασή του. Ο άνθρωπος που είναι ενωμένος με τον Χριστό αισθάνεται μεγάλη ασφάλεια. Μέσα του κατοικεί ο Χριστός και γι’ αυτό γίνεται απόστολος και μάρτυράς του. Όπως συνέβη με το δαιμονισμένο που «απήλθεν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς».
Ισχυρή μαρτυρία Χριστού έδωσε με το άγιο και ευλογημένο παράδειγμά του και η μεγάλη μορφή του Δημητρίου του Μυροβλήτη, του οποίου τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία μας. Η υμνολογία της Εκκλησίας αποτυπώνει το ανάστημα του με την αναφορά ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης «ευφραίνεται, αγάλλεται και χορεύει λαμπροφορούσα διά της πίστεως τον πανένδοξον αθλητήν και μάρτυρα της αληθείας Δημήτριον τον μεγαλομάρτυρα. Κατέχει τον θησαυρόν του αγίου και απολαμβάνει των θαυμάτων τας ιάσεις».
Αγαπητοί αδελφοί, ο άνθρωπος μπορεί και σήμερα να δεχθεί στη ζωή του τον ελευθερωτή Χριστό, σύμφωνα με το παράδειγμα της μεγάλης στρατιάς των αγίων της Εκκλησίας αλλά και ειδικότερα του μεγαλομάρτυρα και μυροβλήτη Δημητρίου. Είναι ο μόνος που μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε καταλυτική δύναμη του κακού. Είναι εκείνος που το διασώζει με όλα τα χαρακτηριστικά της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας του. Τον αποκαθιστά στην πιο αυθεντική κοινωνικότηα «ιματισμένον και σωφρονούντα».
Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος
ΚΥΡΙΑΚΗ Ϛ/ ΛΟΥΚΑ

Κυριακὴ 26 Ὀκτωβρίου 2014

Ἔχει ὁ διάβολος δικαιώματα στὴν κτίση;

Ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴν εὐλογία νὰ κατακυριεύσῃ τὴν γῆ καὶὅλα ὅσα εἶναι πάνω της (Γέν. 1, 28). Αὐτὴ ἡ πνευματικὴ εὐλογία φαίνεται στοὺς ἁγίους, στοὺς ὁποίους ὑποτάσσεται ἑκουσίως ὅλη ἡ κτίση. Ἀλλ᾽ὁἄνθρωπος μὲ τὴ δύναμη τοῦ νοῦ, ποὺ τοῦἔδωσε ὁ Θεὸς, κατακυριεύει καὶὑλικὰ τὴν κτίση. Αὐτὸὅμως γίνεται ἀφορμὴ καυχήσεως καὶὑπερηφανείας.

Νομίζει, ὅτι εἶναι κάποιος σπουδαῖος καὶ ὅτι εἶναι σχεδὸν παντοδύναμος. Ἔρχεται ὅμως ἡ πραγματικότης νὰ τὸν διαψεύσῃ. Τότε φαίνεται, ὅτι πνευματικὰ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ μόνος του ἔχει τόση δύναμη, ὅσο ἕνα μυρμηγκάκι ἢ ἀκριβέστερα, ὅτι  ὁἄνθρωπος χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα μηδέν.

Ὁ Κύριος ἀφήνει τὴ Γαλιλαία γιὰ νὰ πάῃ στὴν ἀνατολικὴ ἀκτὴ τῆς λίμνης της, στὰ σύνορα τοῦἸσραήλ. Ἐκεῖ, ὅπου οἱ ντόπιοι κάτοικοι, ἂν καὶ ἦταν Ἑβραῖοι, εἶχαν ἐπηρεαστῆ ἀπὸ τὸν εἰδωλολατρικὸ τρόπο ζωῆς. Ἐκεῖ, ὅπου τὰ δαιμόνια εἶχαν μεγαλύτερη ἐξουσία ἐξ αἰτίας τῆς ἀποστασίας τῶν ἀνθρώπων. Ἄφησε τοὺς ὄχλους ποὺἔτρεχαν κοντά Του (Ματθ. 8, 18), γιὰ

νὰ γευτοῦν τὰ θαύματά Του καὶ πηγαίνει πρὸς ἐκείνους ποὺ θὰ τὸν διώξουν, γιατὶ θὰ δοῦν τὴ δύναμή Του. Ὁ Χριστός μας δὲν ἦρθε ἐδῶ στὴ γῆ γιὰ νὰ δοξασθῇ μὲἐπίγεια δόξα ἀπὸἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἦρθε γιὰ νὰ θεραπεύσῃ τὸ πλάσμα Του.

Στὴν περιοχὴ λοιπὸν τῶν Γαδαρηνῶν κατέπλευσε τὸ πλοιάριο ποὺ μετέφερε τὸν Κύριο.

Κι ὅταν βγῆκε στὴν ὄχθη, τί θέαμα ἀντίκρυσε; Ἐλεεινὸ καὶ τρισάθλιο. Ἕνας γυμνὸς ἄνθρωπος, μανιασμένος, ὁὁποῖος εἶχε γίνει κατοικητήριο τῶν δαιμόνων ἀπὸ παλαιά, τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦσαν οὔτε νὰ τὸν δέσουν. Τὸν ἔδεναν μὲἁλυσίδες καὶ μὲ σιδερένια δεσμὰ στὰ πόδια του καὶ αὐτὸς σὰν κλωστὲς τὰἔσπαζε καὶἔφευγε στοὺς ἔρημους τόπους. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς. Ζοῦσε μέσα στοὺς τάφους, ποὺ ἀφθονοῦσαν ἐκεῖ.

Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς ἀνθρωπότητος ποὺ βρῆκε ὁ Κύριος. Πίσω ἀπὸ τὴν βιτρίνα τῆς κοινωνικῆς ἁρμονίας, ἡἀποστασία ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶἡ συνακόλουθη ταραχὴ τοῦ δαιμονισμοῦ. Ψυχὲς χωρὶς ζωή, νεκρές, μανιασμένες ἀπὸ τὴ μανία τοῦ μισοκάλου ἐχθροῦ τοῦἀνθρώπου.

Ἀλλὰ  ἐδῶ φαίνεται ἡἐξουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δαιμονισμένος μόλις εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἄλλαξε συμπεριφορά. Ὁ πρώην ἀδέσμευτος καὶἀνίκητος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γονάτισε μπροστά Του βγάζοντας κραυγή, σὰν σκυλάκι ποὺ πέφτει στὰ γόνατα μπροστὰ στὰ πόδια τοῦἀφεντικοῦ του. Ὁ Κύριος διέταξε τότε τὸἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῇἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶἐκεῖνο μὲ δυνατὴ φωνὴ εἶπε· Τί κοινό ὑπάρχει ἀνάμεσά μας Ἰησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦὑψίστου; σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ βασανίσῃς. Ὁ βασανιστὴς τοῦἀνθρώπου παρακαλεῖ τὸν Κύριο καὶ Θεὸ νὰ μὴ τὸν βασανίσῃ. Ὁ ἄδικος καὶ κακοῦργος δαίμονας γνωρίζει, ὅτι θὰἔρθῃἡἡμέρα τῆς κρίσεώς του, τῆς δίκης του καὶ προσπαθεῖ νὰ τὴν ἀναβάλλῃ. Θὰἔρθῃἡἡμέρα καὶἡὥρα, ποὺὅλες οἱἀδικίες θὰ βγοῦν στὸ φῶς καὶὅλοι οἱἄδικοι, ποὺ τώρα καυχῶνται καὶ καταδυναστεύουν τοὺς ἀδελφούς τους, θὰ λάβουν τὸ μισθό τους.

Ὁ Κύριος προχωρᾷ στὴν ἀποκάλυψι τῆς τραγικότητος τοῦἀνθρώπου. Ποιό εἶναι τὸὄνομά σου; τὸν ρωτᾷ. Ἀντὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ἀποκρίνεται ἐκεῖνος ποὺ εἶχε κάνει κατάληψι στὴν ψυχή του. Λεγεώνα μὲ λένε, εἶναι ἡἀπάντησή του. Λεγεώνα ἦταν ὁλόκληρο ρωμαϊκὸ σύνταγμα μὲἕξι χιλιάδες στρατιῶτες. Ἑκατοντάδες, χιλιάδες δαιμόνια εἶχαν κάνει κατοικητήριό τους τὴν ἄθλια ἐκείνη ψυχή. Στιγμὴ δὲν ἔμενε ποὺἕνας ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μὴ τὸν πειράζῃ. Κι ὅταν ὅλοι μαζὶ τὸν τυρρανοῦσαν, τότε…

Ἡἑπόμενη φράση τοῦ εὐαγγελίου ἀποκαλύπτει τὴν τιποτένια δύναμη τοῦ διαβόλου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὰ δαιμόνια παρακαλοῦν τὸν Κύριο νὰ μὴ τὰ διατάξῃ νὰ πᾶνε στὴν ἄβυσσο, στὴν κόλαση. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγάλος φόβος τοῦ διαβόλου. Γιὰ νὰ διευκολύνουν τὸ αἴτημά τους προτείνουν μία λύση. Νὰ μποῦν μέσα στὰ γουρούνια ποὺἔβοσκαν ἐκεῖ στὸ βουνό. Ἔχει ὁ διάβολος δικαιώματα στὴν κτίση; Ὄχι ἀπὸ μόνος του. Ὅμως ἐκεῖ στὰ γουρούνια εἶχε κάποιο δικαίωμα. Οἱ Γαδαρηνοί, ἀντίθετα μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, τὸ μωσαϊκὸ νόμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺἴσχυε τότε καὶἀπαγόρευε τὴν βρώση γουρουνιῶν ἔθρεφαν χοίρους. Γι᾽ αὐτὸ καὶὁ πονηρὸς ποὺ τοὺς ἔσπρωχνε στὴν ἁμαρτία αὐτὴ καὶ τοὺς βοηθοῦσε στὴ διάπραξή της, εἶχε δικαιώματα ἀπὸ τοὺς καρπούς της. Τώρα λοιπὸν ζητᾷ νὰ πληρωθῇ αὐτὰ ποὺ τοῦ χρωστᾶνε.

Ὁ Κύριος ἐπιτρέπει στὸν πονηρὸ νὰ πάρῃ τὰ δικαιώματά του, νὰ μποῦν στὰ γουρούνια τὰ δαιμόνια καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὰὁδηγήσουν στὸν γκρεμὸ καὶ στὸν πνιγμό, στὴν καταστροφή.

Ὁ δικαιότατος καὶ φιλανθρωπότατος Θεὸς οἰκονομεῖ καὶ μὲ τιμωρητικὰ θαύματα (ὅπως καὶὁ κατακλυσμὸς κ.ἄ.) τὴν θεραπεία τοῦἀνθρωπίνου γένους ἀπὸ τὴν λέπρα τῆς ἁμαρτίας, ὅπως ὁ χειροῦργος κόβει κομμάτια ἀπὸ τὸἀνθρώπινο σῶμα γιὰ νὰ σώσῃ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ καταστροφὴ τοῦἁμαρτωλοῦ τρόπου κερδοσκοπίας ἐλευθέρωσε τοὺς βοσκούς της ἀπὸ αὐτὴν καὶ τοὺς μετέτρεψε σὲ κήρυκες τῶν θαυμάτων τοῦ Κυρίου σὲὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή.

Βγῆκαν λοιπὸν ὅλοι οἱ κάτοικοι, νὰ δοῦν τὸ θαῦμα. Πράγματι εἶδαν τὸν πρώην δαιμονισμένο, νὰ κάθεται σωφρονισμένος καὶ ντυμένος δίπλα στὰ πόδια τοῦ Κυρίου καὶ φοβήθηκαν.

Κατάλαβαν, ἀπ᾽ὅσα τοὺς εἶπαν οἱ αὐτόπτες μάρτυρες, τὴν παντοδυναμία Ἐκείνου ποὺἔδιωξε τὰ δαιμόνια καὶ εἰρήνευσε τὸν ταραχοποιό. Ἀπόρησαν, θαύμασαν, αἰσθάνθηκαν τὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἁμαρτία τὴ δική τους. Ἀλλ᾽ἡ συναίσθηση αὐτὴ δὲν ἔφερε τὴ μετάνοιά τους, ὅπως παλαιότερα στὸν ἀπόστολο Πέτρο (Λουκ. 5, 8). Σ᾽ αὐτοὺς ἀντιθέτως ἔμεινε μὲν ὁ φόβος τῆς τιμωρίας, ἀλλὰ προτίμησαν τὰ χαρούπια (Λουκ. 15, 16), τὴν τιποτένια ἡδονὴ τῆς ἁμαρτίας ἀπὸ τὴν λύτρωση τῆς μετανοίας. Γι᾽ αὐτὸ καὶἔχοντας τὸ νοῦ τους σκοτισμένο ἀπὸ τὸ φόβο ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσουν, διώκουν τὸν εὐεργέτη. Καὶ Ἐκεῖνος; Ἐκεῖνος φεύγει δείχνοντας ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῆς φιλανθρωπίας Του καὶ τῆς ἐλευθερίας ποὺ παραχωρεῖ στὸν ἄνθρωπο. Ἐπὶ πλέον τοὺς ἀφήνει ἕναν κήρυκα τῆς σωτηρίας, τὸν πρώην δαιμονισμένο, παρ᾽ ὅτι ἐκεῖνος ἤθελε νὰ βρίσκεται συνεχῶς κοντὰ στὸν λυτρωτή του.

Μηδαμινὴ εἶναι ἡ δύναμη τοῦἀνθρώπου μπροστὰ στὰ δαιμόνια. Ὁ δαιμονισμένος δὲν μποροῦσε μὲ τίποτα νὰ συγκρατηθῆ. Ἀλλὰ καὶ μηδαμινὴ εἶναι ἡ δύναμη τῶν δαιμονίων ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ἂς μετανοοῦμε, ἂς ἐπικαλούμαστε συνεχῶς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου καὶἂς κάνουμε τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ γιὰ νὰ ἐλευθερωνόμαστε μὲ τὴν ἀνίκητη χάρη τοῦ Χριστοῦ μας ἀπὸ κάθε δαιμονικὴἐπήρεια. Ἀμήν.

π. Χ.Π.
Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά (θεραπεία δαιμονισμένου εις τα Γάδαρα).

«εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον ἀφ' οὗ τὰ δαιμόνια ἐξῆλθεν ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ» (Λκ. 8,35).

Στο πάνω (βόρειο) μέρος της Παλαιστίνης βρίσκεται η Γαλιλαία με τη λίμνη της ή λίμνη Γεννησαρέτ. Στη μια μεριά αυτής βρισκόταν η Καπερναούμ, όπου σύχναζε κηρύττοντας και θεραπεύοντας ο Χριστός, και στην άλλη μεριά ήταν η χώρα των Γαδαρηνών, την επίσκεψη στην οποία μας περιέγραψε ο Ευαγγελιστής Λουκάς με το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα.

Όταν έφτασε ο Χριστός στη χώρα αυτή τον συνάντησε κάποιος που ήταν δαιμονισμένος από πολλά χρόνια. Μέσα του είχαν μπει όχι ένα αλλά πολλά δαιμόνια. Ποια η εμφάνιση και η ζωή του; Γυμνός δεν έμενε σε σπίτι αλλά στα μνήματα. Όταν προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του  έβαζαν σιδερένια δεσμά στα πόδια, τα έσπαζε και τριγυρνούσε στις ερημιές.

Σήμερα υπάρχουν δαιμονισμένοι;

Δυστυχώς ναι. Και σήμερα υπάρχουν οι χαρακτηριστικές εκείνες περιπτώσεις, που και μόνο αν τις δει κάποιος, καταλαβαίνει ότι δεν πρόκειται για φυσιολογικές καταστάσεις ή για απλές ψυχοπάθειες αλλά για περιπτώσεις σωματικής καταλήψεως από πονηρό ή πονηρά πνεύματα. Γενικότερα όμως, μετά την πτώση, κάθε άνθρωπος που δεν έχει βαπτιστεί έχει μέσα στην καρδιά του τον διάβολο που τον εξουσιάζει και τον τυραννεί.

Από αυτή την τυραννία του διαβόλου ήλθε να μας απαλλάξει ο Χριστός. Πώς έγινε και πώς γίνεται αυτό;

Α) με την ενανθρώπιση, τη διδασκαλία, τα θαύματα και ιδίως με τον Σταυρό και την Ανάστασή του ο Κύριος κατανίκησε και κατατρόπωσε τον διάβολο. Χάρισε στην ανθρώπινη φύση αντί της φθοράς την αφθαρσία και αντί του θανάτου την αθανασία.

Β) Σε αυτή τη νίκη του Χριστού κατά του διαβόλου συμμετέχει ο κάθε άνθρωπος παίρνοντας το Άγιο Πνεύμα με την πίστη στο Χριστό, ιδίως δε με τα άγια Μυστήρια, όπως το άγιο Βάπτισμα, το Χρίσμα, τη θεία Κοινωνία αλλά και τις άλλες αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας. Ιδιαίτερα με το άγιο Βάπτισμα, ο διάβολος βγαίνει από το κέντρο της καρδιάς του ανθρώπου, όπου μπαίνει η χάρη του Θεού, και μετά τον πολεμά από έξω με τους λογισμούς, διεγείροντας τα πάθη του, και ωθώντας τον έτσι προς την διάπραξη της αμαρτίας, για να τον καταστήσει αιχμάλωτό του εκ νέου.

Όμως ο βαπτισμένος χριστιανός, όταν αγωνίζεται να ζει ως ζωντανό μέλος της Εκκλησίας, έχει τώρα τη δύναμη να αντιστέκεται και να νικά με τη χάρη του Χριστού τον διάβολο. Αντίθετα αν δεν αγωνίζεται και δεν αξιοποιεί τις εν Χριστώ δυνατότητές του, δεν υπακούει στις εντολές του Χριστού αλλά στον εαυτό του και στον πονηρό, αποξενώνεται από το Χριστό, γίνεται δούλος του διαβόλου, δαιμονισμένος, δυστυχής, πάει κατά κρημνού, όπως οι χοίροι του σημερινού Ευαγγελίου. Τι άλλο παρά δαιμονισμένος είναι εκείνος που εγκληματεί ή δεν μπορεί να ξεφύγει από τα ναρκωτικά ή αυτοκτονεί;

Αλλά ας μη πάμε μακριά. Και εμείς κάθε φορά που αμαρτάνουμε, κατακρίνουμε, ζηλεύουμε, κρατάμε κακία, υπερηφανευόμαστε, είμαστε υπό δαιμονική επήρεια, δηλαδή λίγο-πολύ δαιμονισμένοι. Ιδιαίτερα δε κινδυνεύει ο άνθρωπος να δαιμονιστεί , ακόμη και σωματικά, όταν καταφεύγει στα όργανα του διαβόλου, τους μάγους, τα μέντιουμ, τις χαρτορίχτρες, τους ανοιχτάδες ή τους τάχα θεραπευτές ή μάντεις και ακόμη περισσότερο όταν ο ίδιος καταγίνεται με τις διαβολικές τέχνες. Επικίνδυνο είναι ακόμη το να φοράμε χάντρες ή παραποιήσεις του Σταυρού ή άλλα μαγικά σύμβολα καθώς επίσης το να στέλνουμε στο διάβολο κάποια, πολλές φορές κοντινά και αγαπητά πρόσωπα.

Ο διάβολος τρέμει το Χριστό και φεύγει όπου υπάρχει η χάρη του. Γι' αυτό αν θέλουμε να γλυτώσουμε από τον πονηρό, τις μεθοδίες και την τυραννία του και γενικότερα στις δυσκολίες μας, δεν πρέπει να τρέχουμε στους μάγους και τους άλλους που προαναφέραμε, δηλαδή πάλι στο διάβολο. Διότι σε αυτές τις περιπτώσεις, και αν ακόμα έχουμε ένα κάποιο προσωρινό, νομιζόμενο όφελος, αυτό δεν είναι παρά ένα δόλωμα για να μένουμε πάντα κοντά του, να γίνουμε δούλοι και θύματά του και τελικά να καταντήσουμε όπου αυτός, δηλαδή στην κόλαση, στην καταστροφή.

Αντιθέτως, πάση θυσία πρέπει να μένομε μέσα στην Εκκλησία και κοντά στο Χριστό. Και μένουμε κοντά στο Χριστό, με την τήρηση των εντολών του -δηλαδή με τις άγιες αρετές- και με τα άγια Μυστήρια· με τη μετάνοια, την ι. Εξομολόγηση, τη θεία Κοινωνία και ιδιαίτερα με το συνεχές, το πάντα πρόχειρο μυστήριο της αδιάλειπτης προσευχής, το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.

Με το όνομα του Ιησού, μας λέει ο άγ. Ιωάννης Σιναίτης, μάστιζε τους πολεμίους, τον διάβολο. Η δύναμη του Χριστού είναι παρούσα στο όνομά του και η με πίστη επίκληση αυτού του ονόματος, μας φέρνει τη χάρη του η οποία και διώχνει τον διάβολο. Και όχι μόνο αυτό. Και αν ακόμα επιχειρήσει ο μισόκαλος να μας πολεμήσει από μακριά, τα βέλη του, δηλαδή οι πονηροί λογισμοί τους οποίους επιχειρεί να μας υποβάλει, εφ’ όσον φροντίζουμε μέσα στο νου μας να μη έχουμε κανένα λογισμό παρά μόνο το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, δεν γίνονται δεκτοί και δεν εξελίσσονται στην συγκατάθεση και διάπραξη της αμαρτίας.

Έτσι, με την ευχή, όχι μόνο απομακρύνεται ο διάβολος αλλά απομακρύνεται και η αμαρτία. Έτσι μπορούμε και εμείς να είμαστε «ιματισμένοι και σωφρονούντες» και να ευαρεστούμε στο Θεό. Γι' αυτό μας συμβουλεύει ο άγ. Θεόληπτος· «αν θέλεις ενόσω είσαι με αυτό το σώμα να ζεις ως ασώματος, απόκτησε αδιάλειπτη ευχή μέσα στην καρδιά σου και γίνεται πριν το θάνατο ως άγγελος η ψυχή σου».

Με την καρδιακή ευχή γινόμαστε ζωντανοί, πραγματικοί ναοί του Αγίου Πνεύματος, του αγίου Τριαδικού Θεού, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄, 26-39)

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

Περὶ τοῦ Λεγεώνος, κεφάλαιον Η΄

«Καὶ ἔφτασαν μὲ τὸ πλοῖο στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι στὴ Γαλιλαία. Βγῆκε στὴ στεριὰ ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν συνάντησε κάποιος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ροῦχα δὲν ἔβαζε οὔτε ἔμενε στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἔβγαλε κραυγὴ καὶ πέφτοντας στὰ πόδια του τοῦ εἶπε σὲ ψηλὸ τόνο· Τί ἔχεις μαζί μου Ἰησοῦ, Γιὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀνωτάτου; Μὴ μὲ βασανίσης σὲ παρακαλῶ».  Γιατὶ εἶχε διατάξει τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε κυριέψει καὶ τὸν ἔδεναν μ’ ἁλυσίδες καὶ τὸν κρατοῦσαν μὲ χειροπέδες, ἔσπαζε ὅμως αὐτὸς τὰ δεσμὰ καὶ τὸν ἔσερνε ὁ δαίμονας στὶς ἐρημιές. «Τὸν ρώτησε ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε· ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου; Κι αὐτὸς ἀπάντησε· Λεγεῶνα», ἐπειδὴ εἶχαν μπῆ μέσα του πολλὰ δαιμόνια καὶ παρακαλοῦσε νὰ μὴ διατάξη νὰ φύγουν στὴν ἄβυσσο. «Ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ ἀρκετοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἐπιτρέψη νὰ μποῦν σ’ ἐκείνους. Ὁ Χριστὸς τοὺς ἐπέτρεψε. Ὥρμησε τότε τὸ κοπάδι στὸν κρημνὸ καὶ πνίγηκαν μέσα στὴν λίμνη». Δῆτε τὸ δαίμονα νὰ χωρίζεται σὲ δὺο ἐκδηλώσεις τῆς κακίας·  τὴ θρασύτητα καὶ τὸ φόβο. Ἡ ἐρώτηση «τί ἔχεις μαζί μου;» χαρακτηρίζει τὸ θρασὺ καὶ ἀδιάντροπο νοῦ. Κι ἡ ἔκφραση «σὲ παρακαλῶ», μαρτυρεῖ τὸ φοβισμένο.  Κατοικοῦσε στὰ μνήματα, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ σταλάζη στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἁμαρτωλὴ γνώμη, ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν γίνονται δαίμονες. Ζητοῦν οἱ δαίμονες νὰ μὴν πᾶνε στὴν ἄβυσσο ἀλλὰ νὰ τοὺς γίνη ἡ παραχώρηση νὰ μείνουν ἀκόμα στὴ γῆ. Κι ὁ Κύριος τοὺς ἀφήνει νὰ μείνουν στὴ γῆ, γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους πιὸ δόκιμους, παλεύοντας μαζί τους. Γιατὶ ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀντίπαλοι, δὲ θὰ ὑπῆρχαν ἀγῶνες κι ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀγῶνες, δὲ θὰ ὑπῆρχαν μήτε στεφάνια. Καὶ πιὸ μεταφορικά. Ὅποιος ἔχει μέσα του δαίμονες, παναπῆ πράξεις δαιμονικές, δὲ φοράει ροῦχο, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ στολὴ ποὺ δίνει τὸ βάπτισμα καὶ δὲ μένει στὸ σπίτι, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι ἄξιος νὰ μπῆ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, ποὺ θὰ πῆ στὰ δοχεῖα τῶν νεκρῶν ἔργων, ὅπως τὰ πορνεῖα καὶ τὰ τελωνεῖα. Αὐτὰ εἶναι τῆς κακίας τὰ μνήματα.

«Ὅταν εἶδαν οἱ βοσκοὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἔφυγαν καὶ τὸ διέδωσαν στὴν πόλη καὶ στὰ χωράφια. Βγῆκε ὁ κόσμος νὰ δοῦν τὸ θαῦμα κι ἦρθαν στὸν Ἰησοῦ. Βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια ντυμένο καὶ φρόνιμο στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοὺς ἔπιασε φόβος. Ὅσοι εἶχαν ἰδεῖ τὸ θαῦμα, διηγήθηκαν πῶς σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. Ὅλος ὁ κόσμος τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν τὸν παρακάλεσε νὰ φύγη ἀπὸ τὸν τόπο τους, γιατὶ τοὺς κρατοῦσε μεγάλος φόβος. Κι ἐκεῖνος μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ γύρισε πίσω. Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια τὸν παρακαλοῦσε νὰ μείνη μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τὸν ἄφησε ἐλεύθερο καὶ τοῦ εἶπε·  Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Ἔφυγε καὶ διαλάλησε σ’ ὅλη τὴν πόλη τί τοῦ εἶχε κάνει ὁ Ἰησοῦς». Ὅτι ἔφυγαν οἱ βοσκοί, στάθηκε ἀφορμὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς Γαδαρηνοὺς, ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν. Ἔπρεπε νὰ θαυμάσουν τὴ δύναμη τοῦ Σωτῆρα καὶ νὰ πιστέψουν σ’ αὐτόν. Αὐτοὶ ὅμως τοῦ ζήτησαν, ποὺ θὰ πῆ παρακαλοῦσαν, νὰ φύγη ἀπ’ τὸν τόπο τους. Γιατὶ φοβηθήκαν  μήπως πάθουν καὶ καμμιὰ ἄλλη ζημιά, ὅπως ἔχασαν τοὺς χοίρους. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θεραπεύτηκε παρουσιάζει ἀδιαφολινείκητη ἀπόδειξη τῆς θεραπείας του.  Τόσο ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία τοῦ νοῦ του, ὥστε ἔφτασε στὴν ἐπίγνωση τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶχε τὴν ἀξίωση νὰ μείνη μαζί του. Φοβόταν, ὅπως ἔδειχνε, μήπως ὅταν μείνη μακρυὰ  ἀπὸ τὴν Ἰησοῦ, πέση πάλι εὔκολα στὰ χέρια τῶν δαιμόνων. Ὁ Κύριος ὅμως τοῦ δείχνει ὅτι κι ἄν δὲν εἶναι μαζί του, μπορεῖ προστατευμένος ἀπὸ τὴ χάρη του νὰ ἀποφύγη τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια λέγοντάς του· Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι ὅ,τι σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Δὲν εἶπε ὅ,τι σοῦ ἔκαμα ἐγώ, γιατὶ ἤθελε νὰ μᾶς δώση παράδειγμα ταπεινότητος καὶ νὰ μᾶς κάμη νὰ ἀποδίδωμε στὸ Θεὸ κάθε ἐπιτυχία. Κι αὐτὸς  ἔνοιωθε τόση εὐγνωμοσύνη, ὥστε νὰ διηγῆται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς.  Ὁ Κύριος τὸν προσέταξε νὰ διηγεῖται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Θεὸς. Ἐνῶ αὐτὸς διηγεῖται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς. Πρέπει λοιπὸν κι ἐμεῖς ὅταν κάνωμε κάτι καλὸ σὲ κάποιον νὰ μὴ θέλωμε νὰ τὸ διαλαλοῦμε. Νὰ διαλαλῆ ὅμως τὸ καλὸ ποὺ τοῦ κάνουν αὐτὸς ποὺ τὸ δέχτηκε κι ἄς μὴν τὸ θέλωμε ἐμεῖς.

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΑΔΑΡΗΝΟΙ

Θ. Θεοφυλάκτου

Ο Χριστός συναντάται με έναν δαιμονισμένο

Στα Γάδαρα μας μεταφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, για να παρακολουθήσουμε ένα συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο σημειώνεται έξω από την πόλη, κοντά στο κοιμητήριο. Ο Κύριός μας, έχοντας μαζί του τους μαθητές, ύστερα από σκληρή δοκιμασία που πέρασαν στην θάλασσα με το πλοιάριό τους, ανεβαίνουν και ανηφορίζουν προς την περιοχή των Γαδαρηνών. Αλλά ενώ πλησίαζαν στην πόλη, εκεί ακριβώς μπροστά στο κοιμητήριο, συναντούν έναν άνθρωπο. Ταλαίπωρο άνθρωπο. Είναι γυμνός, αχτένιστος και αγριωπός. Είναι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος δαιμονισμένος. Σπίτι του ήταν τα μνήματα, κι ανάμεσα στους νεκρούς ζούσε κι αυτός, περιφέροντας το πληγωμένο από τις αλυσίδες σώμα του, με τις οποίες τον έδεναν συχνά. Όταν ο Χριστός πλησίασε, τότε ο δαιμονιζόμενος προσέπεσε στα πόδια του και με δυνατή φωνή του είπε: «τι εμοί και συ Ιησού υιέ του Θεού του υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσης». Μίλησε έτσι το δαιμόνιο διά στόματος του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου, διότι ο Χριστός το διέταξε να βγει, επειδή από πολλά χρόνια τον ταλαιπωρούσε. Βλέπετε, αδελφοί μου, και τα δαιμόνια πιστεύουν στον Χριστό και στην δύναμη του Χριστού και γνωρίζουν ότι μπορεί να καταργήσει το κράτος και την κυριαρχία τους. Γι’ αυτό και τον παρακαλούν να μην τα ρίξει στην άβυσσο, αλλά να επιτρέψει, αφού εξέλθουν από τον δαιμονισμένο άνθρωπο, να εισέλθουν σε μια αγέλη χοίρων που έβοσκε εκεί κοντά. Και ο Κύριος ερωτά να μάθει ποιο είναι το όνομα του δαιμονίου. Και εκείνα απαντούν, «λεγεών». Δηλαδή, ένα ολόκληρο σύνταγμα δαιμόνων κατοικούσε στην καρδιά του δαιμονισμένου. Ο Κύριος επέτρεψε στα δαιμόνια, βγαίνοντας από τον άνθρωπο, να μπουν στους χοίρους. Και τότε η αγέλη των χοίρων, όρμισε στον κρημνό και πνίγηκε στην λίμνη. Έτσι, μ’ έναν και μόνο λόγο Του ο Κύριος ελευθερώνει τον δαιμονισμένο, και εκείνος ήρεμος πλέον, γαλήνιος και νηφάλιος, γονατιστός μπροστά στον Χριστό Τον ευχαριστούσε.

 Οι αντιδράσεις των Γαδαρηνών

Οι βοσκοί όμως μετέφεραν την είδηση στην πόλη των Γαδαρηνών και όλοι έτρεξαν, ανήσυχοι προς τα εκεί. Πλησίασαν τον Χριστό και είδαν τον δαιμονισμένο να κάθεται σωφρονισμένος και ιματισμένος στα πόδια του Χριστού. Μα αυτοί, αντί να τον ευχαριστήσουν και αντί να χαρούν, τι κάνουν; Του απευθύνουν μία έκκληση. Σε παρακαλούμε, Χριστέ, μην έλθεις στην πόλη μας, δεν σε θέλουμε. Και ο Κύριος, σεβόμενος την ελευθερία του ανθρώπου, έφυγε. Δεν εισήλθε στην πόλη των Γαδαρηνών. Πήρε το επιτελείο του και έφυγε, για να μας διδάξει και εμάς ότι πρέπει να σεβόμαστε την ελευθερία του ανθρώπου. Ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να καταδυναστεύει τον συνάνθρωπό του. Να βασανίζει τον συνάνθρωπό του, να αφαιρεί την ελευθερία του ανθρώπου. Και η παράκληση αυτή, το «δεν σε θέλουμε, Χριστέ», ακούγεται και στις ημέρες μας και ας καταδικάζουμε τους Γαδαρηνούς. Πολλές φορές και εμείς λέμε: Χριστέ δεν σε θέλουμε στην ζωή μας. Εκείνοι δεν ήθελαν τον Χριστό, γιατί φοβούνταν ότι θα θιγούν τα συμφέροντά τους. Δεν μπορούσαν να ανεχθούν την ζημία που έπαθαν. Γιατί είχαν παράνομο εμπόριο και δεν επιτρέπονταν σ’ αυτούς να εκτρέφουν κοπάδια από χοίρους. Αλλά χάριν του κέρδους, παρανομούσαν, παραβίαζαν τον νόμο. Γι’ αυτό είπαν: «Χριστέ, δεν σε θέλουμε στην πόλη μας».

Οι σύγχρονοι Γαδαρηνοί

Μήπως και στις ημέρες μας δεν ακούγεται η ίδια πρόταση, η ίδια έκκληση; Χριστέ, δεν σε θέλουμε στην πόλη μας, στο μαγαζί μας, στο σπίτι μας, στην καρδιά μας! Στην εποχή την οποία βρισκόμαστε, στην εποχή της αποστασίας, ο άνθρωπος έχει αποστασιοποιηθεί, από τον Θεό: Χριστέ δεν σε χρειαζόμαστε, δεν θέλουμε τον νόμο σου, δεν μπορούμε να ζήσουμε με το Ευαγγέλιό Σου, δεν αντέχουμε τα μη και τα όχι του ευαγγελικού νόμου. Δεν σε θέλουμε ούτε καν στην σκέψη μας. Και σκεφτείτε, πόσοι από μας στο εικοσιτετράωρο, μιλούμε για τον Χριστό και πόσοι από μας σκεφτόμαστε τον Χριστό, πόσοι από μας αισθανόμαστε κατά την διάρκεια της ημέρας την ανάγκη να επικοινωνήσουμε με τον Χριστό, να προσευχηθούμε και να εναποθέσουμε τα προβλήματά μας στον Κύριο, λέγοντας ένα ευχαριστώ για ό,τι καλό και αγαθό μας έδωσε, αλλά και να τον παρακαλέσουμε να μας διαφυλάξει από κάθε κακό. Και εμείς διώχνουμε από την καρδιά μας τον Χριστό, αλλά και από το σπίτι μας. Δεν θέλουμε να βασιλεύει στο σπίτι μας ο Χριστός. Δεν θέλουμε το οικογενειακό δίκαιο να στηρίζεται στο σύνταγμα του Ευαγγελίου. Δεν θέλουμε ο Χριστός να ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Όλοι μας έχουμε αυτονομηθεί. Θα ζήσουμε όπως θέλουμε. Αυτό είναι το πνεύμα μας. Θεέ, δεν υπάρχεις! Και αν υπάρχεις θα σε γκρεμίσουμε. Και αυτονομημένοι θα ζήσουμε όπως μας αρέσει. Σ’ αυτό ακριβώς το στάδιο βρίσκεται σήμερα η κοινωνία μας. Αυτονομημένοι από τον Θεό και καταπατώντας τον νόμο του Θεού, γευόμαστε τους καρπούς της ανομίας και της παραβάσεως του θεϊκού νόμου. Ο φόβος έκανε τους Γαδαρηνούς να εξέλθουν και να πουν στον Χριστό «δεν σε θέλουμε στην πόλη μας» και ο Κύριος δεν μπήκε. Αλλά και στις μέρες μας η ανθρωπότητα έχει αποξενωθεί από τον Θεό.

Και οι Ευρωπαίοι Γαδαρηνοί;

Δεν ακούσατε τι είπαν στην Νίκαια της Γαλλίας οι Ευρωπαίοι; Ότι δεν μπορούν τα κράτη να έχουν θρησκεία, πως δεν μπορεί η Ευρώπη να πολιτεύεται κατά τον νόμο του Χριστού. Και όμως, η Ευρώπη υπήρξε πάντοτε χώρα χριστιανική, δηλαδή ήπειρος χριστιανική. Άκουσε την διδασκαλία του Ευαγγελίου, δέχθηκε το Ευαγγέλιο, σ’ αυτό θεμελίωσε την ανθρώπινη κοινωνία. Αλλά στην Νίκαια, μας είπαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ότι δεν έχουν καμία θέση οι θρησκείες μέσα στις διακυβερνήσεις των λαών της Ευρώπης. Και αυτονομήθηκε ο άνθρωπος, γιατί θεοποίησε τον εαυτό του. Στηρίχθηκε στα πλούτη του, στις γνώσεις του, στις επιστημονικές του ανακαλύψεις, στα επιστημονικά του επιτεύγματα, και γιατί να μην το πούμε, και στους πολεμικούς του εξοπλισμούς, με τα έξυπνα όπλα που εφεύρε και ανακάλυψε και έχει στα χέρια του. Θεωρεί τον εαυτό του παντοδύναμο. Αλλά είδαμε και αυτόν τον παντοδύναμο και πανίσχυρο που παίζει τον ρόλο του πλανητάρχη να καταλαμβάνεται από φόβο. Και όχι μόνον αυτός, αλλά όλοι μας τρέμουμε για το τι θα ξημερώσει αύριο, το τι θα γίνει αύριο και αν θα υπάρξει ζωή επάνω στον πλανήτη μας.

Τα αίτια της τρομοκρατίας

 Ένα χτύπημα των τρομοκρατών συγκλόνισε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Βεβαίως, δεν είμαστε υπέρ της τρομοκρατίας, αλλά πρέπει να ψάξουμε να βρούμε πού έχει την ρίζα της τρομοκρατία. Η ρίζα της τρομοκρατίας βρίσκεται στα αναρχικά συνθήματα, τα οποία δεν υιοθετεί και δεν εγκρίνει το Ευαγγέλιο. Και εμείς, μη συμμορφούμενοι με τον νόμο του Θεού, θεοποιήσαμε τον εαυτό μας, φτιάξαμε έναν πύργο Βαβέλ, με αποτέλεσμα να ισχύει στην κοινωνία μας ο νόμος της ζούγκλας, το δίκαιο του ισχυρότερου. Ο ισχυρότερος τρώει τον ολιγότερο ισχυρό ή και τον πλέον αδύναμο. Αλλά εκεί που χρησιμοποιείται η βία δεν λύνονται τα προβλήματα. Ο πόλεμος δεν λύνει τα προβλήματα των ανθρώπων. Πρέπει να σκύψουμε και να ψάξουμε πόθεν γεννάται η τρομοκρατία. Όταν τα πέντε δισεκατομμύρια των ανθρώπων πεινούν, δυστυχούν, δεν έχουν ψωμί, δεν έχουν στέγη, δεν έχουν φάρμακα, δεν έχουν νοσοκομεία, δεν έχουν σχολεία και στερούνται των στοιχειωδών υλικών αγαθών, αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο ένα δισεκατομμύριο διαπράττει μία καταφανή αδικία. Και αυτή η αδικία που υπαγορεύεται από τα συμφέροντα των ευημερούντων, είναι φυσικό να γίνει χείμαρρος, να γίνει ηφαίστειο, να γίνει πλημμυρίδα και θύελλα που θα σαρώσει τον κόσμο μας. Δεν βλέπετε τα «έξυπνα όπλα» των ισχυρών που απειλούν ολόκληρο τον πλανήτη μας;

Σημεία των καιρών

Είναι, αδέλφια μου, σημεία των καιρών αυτά που βλέπουμε. Διαβάστε, σας παρακαλώ, τώρα που θα φύγετε και θα πάτε στα σπίτια σας, διαβάστε το εικοστό τέταρτο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και θα δείτε τι λέει εκεί για τα σημεία των καιρών, περί συντελείας του κόσμου. Μήπως εκολοβώθησαν οι ημέρες μας, μήπως λιγόστεψε η ζωή μας και πρέπει να σκεφθούμε σοβαρά για το μέλλον τι μέλλει γενέσθαι; Τι θα γίνει πριν γίνει η συντέλεια του αιώνος; Θα προηγηθούν φυσικά φαινόμενα. Ο ήλιος θα χάσει το φέγγος του. Η σελήνη θα σκοτισθεί. Τα άστρα θα πέσουν, η γη θα σείεται και θα υπάρξουν λοιμοί, λιμοί, σεισμοί, παίνα και αρρώστιες. Τα φυσικά φαινόμενα μας προειδοποιούν αλλά και η εξαχρείωση και η εξαθλίωση του ανθρώπου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε σε εσχάτους καιρούς. Ο απόστολος Παύλος στο τρίτο κεφάλαιο της δευτέρας επιστολής προς Τιμόθεον λέγει: «Τούτο δε γίνωσκε, ότι εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί. Έσονται γαρ οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεύσιν απειθείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άστοργοι, άσπονδοι, διάβολοι, ακρατείς ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι, έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β΄Τιμ. γ΄ 1-5). Όπως εμάς που κάνουμε τον χριστιανό, -ας μην κρυβόμαστε, εμείς όλοι μας κάνουμε τον χριστιανό, κάνουμε τον δάσκαλο-, αν μας πάρει ένας άγγελος και μας κοσκινίσει, και μας ζυγίσει και μας στύψει, δεν θα βγάλουμε τίποτε. Έχουμε εξωτερική εμφάνιση ευσεβούς και δικαίου και εναρέτου ανθρώπου, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε βάθος ευσεβείας, δεν πιστεύουμε, δεν ζούμε, δεν εφαρμόζουμε, δεν βιώνουμε την αλήθεια του Ευαγγελίου, και δεν ζούμε σύμφωνα με τον νόμο και το θέλημα του Θεού.

 Το μήνυμα του Ευαγγελίου

Το μήνυμα που μας στέλνει η Εκκλησία, δια του Ευαγγελιστού Λουκά, είναι μήνυμα προετοιμασίας, είναι μήνυμα μετανοίας, είναι μήνυμα δακρύων, είναι μήνυμα που μας φέρνει προς το τέλος της ζωής μας. Όλοι μας πρέπει να ξυπνήσουμε και να ετοιμαστούμε, γιατί το τρένο της ζωής μας σφυρίζει. Εκολοβώθησαν οι ημέρες του ανθρώπου, λιγόστεψαν οι ημέρες μας και δεν ξέρουμε πότε και ποια ώρα θα γίνουν όλα αυτά. Αυτό το γνωρίζει μόνον ο Θεός. Εμείς όμως, βλέποντες τα σημεία των καιρών, ας προετοιμαζόμαστε και ας είμαστε έτοιμοι, γιατί αν ζούμε κοντά στον Θεό, σύμφωνα με το θέλημα και τον νόμο του Θεού, τότε δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε, «εάν τε ουν ζώμεν εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν». (Ρωμ. 14, 8). Ζώντας κοντά στον Θεό, και φεύγοντας από τον κόσμο αυτό και από τον πλανήτη αυτό, θα πάμε στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, που είναι η Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας είθε όλοι να αξιωθούμε. Αμήν.


 Πηγή:http://www.tv4e.gr/