ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Κυριακή Στ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄, 26-39)

Θεοφυλάκτου Ἀρχιεπισκόπου Βουλγαρίας

Περὶ τοῦ Λεγεώνος, κεφάλαιον Η΄

«Καὶ ἔφτασαν μὲ τὸ πλοῖο στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν, ποὺ εἶναι ἀπέναντι στὴ Γαλιλαία. Βγῆκε στὴ στεριὰ ὁ Ἰησοῦς καὶ τὸν συνάντησε κάποιος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια. Ροῦχα δὲν ἔβαζε οὔτε ἔμενε στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ ἔβγαλε κραυγὴ καὶ πέφτοντας στὰ πόδια του τοῦ εἶπε σὲ ψηλὸ τόνο· Τί ἔχεις μαζί μου Ἰησοῦ, Γιὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀνωτάτου; Μὴ μὲ βασανίσης σὲ παρακαλῶ».  Γιατὶ εἶχε διατάξει τὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε κυριέψει καὶ τὸν ἔδεναν μ’ ἁλυσίδες καὶ τὸν κρατοῦσαν μὲ χειροπέδες, ἔσπαζε ὅμως αὐτὸς τὰ δεσμὰ καὶ τὸν ἔσερνε ὁ δαίμονας στὶς ἐρημιές. «Τὸν ρώτησε ὁ Χριστὸς καὶ τοῦ εἶπε· ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου; Κι αὐτὸς ἀπάντησε· Λεγεῶνα», ἐπειδὴ εἶχαν μπῆ μέσα του πολλὰ δαιμόνια καὶ παρακαλοῦσε νὰ μὴ διατάξη νὰ φύγουν στὴν ἄβυσσο. «Ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ ἀρκετοὺς χοίρους, ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνὸ καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ἐπιτρέψη νὰ μποῦν σ’ ἐκείνους. Ὁ Χριστὸς τοὺς ἐπέτρεψε. Ὥρμησε τότε τὸ κοπάδι στὸν κρημνὸ καὶ πνίγηκαν μέσα στὴν λίμνη». Δῆτε τὸ δαίμονα νὰ χωρίζεται σὲ δὺο ἐκδηλώσεις τῆς κακίας·  τὴ θρασύτητα καὶ τὸ φόβο. Ἡ ἐρώτηση «τί ἔχεις μαζί μου;» χαρακτηρίζει τὸ θρασὺ καὶ ἀδιάντροπο νοῦ. Κι ἡ ἔκφραση «σὲ παρακαλῶ», μαρτυρεῖ τὸ φοβισμένο.  Κατοικοῦσε στὰ μνήματα, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ σταλάζη στὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων τὴν ἁμαρτωλὴ γνώμη, ὅτι οἱ ψυχὲς τῶν νεκρῶν γίνονται δαίμονες. Ζητοῦν οἱ δαίμονες νὰ μὴν πᾶνε στὴν ἄβυσσο ἀλλὰ νὰ τοὺς γίνη ἡ παραχώρηση νὰ μείνουν ἀκόμα στὴ γῆ. Κι ὁ Κύριος τοὺς ἀφήνει νὰ μείνουν στὴ γῆ, γιὰ νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους πιὸ δόκιμους, παλεύοντας μαζί τους. Γιατὶ ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀντίπαλοι, δὲ θὰ ὑπῆρχαν ἀγῶνες κι ἄν δὲν ὑπῆρχαν ἀγῶνες, δὲ θὰ ὑπῆρχαν μήτε στεφάνια. Καὶ πιὸ μεταφορικά. Ὅποιος ἔχει μέσα του δαίμονες, παναπῆ πράξεις δαιμονικές, δὲ φοράει ροῦχο, δὲν ἔχει δηλαδὴ τὴ στολὴ ποὺ δίνει τὸ βάπτισμα καὶ δὲ μένει στὸ σπίτι, δηλαδὴ στὴν Ἐκκλησία. Δὲν εἶναι ἄξιος νὰ μπῆ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, ποὺ θὰ πῆ στὰ δοχεῖα τῶν νεκρῶν ἔργων, ὅπως τὰ πορνεῖα καὶ τὰ τελωνεῖα. Αὐτὰ εἶναι τῆς κακίας τὰ μνήματα.

«Ὅταν εἶδαν οἱ βοσκοὶ αὐτὸ ποὺ ἔγινε ἔφυγαν καὶ τὸ διέδωσαν στὴν πόλη καὶ στὰ χωράφια. Βγῆκε ὁ κόσμος νὰ δοῦν τὸ θαῦμα κι ἦρθαν στὸν Ἰησοῦ. Βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια ντυμένο καὶ φρόνιμο στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοὺς ἔπιασε φόβος. Ὅσοι εἶχαν ἰδεῖ τὸ θαῦμα, διηγήθηκαν πῶς σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. Ὅλος ὁ κόσμος τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν τὸν παρακάλεσε νὰ φύγη ἀπὸ τὸν τόπο τους, γιατὶ τοὺς κρατοῦσε μεγάλος φόβος. Κι ἐκεῖνος μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ γύρισε πίσω. Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχε τὰ δαιμόνια τὸν παρακαλοῦσε νὰ μείνη μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τὸν ἄφησε ἐλεύθερο καὶ τοῦ εἶπε·  Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι αὐτὰ ποὺ σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Ἔφυγε καὶ διαλάλησε σ’ ὅλη τὴν πόλη τί τοῦ εἶχε κάνει ὁ Ἰησοῦς». Ὅτι ἔφυγαν οἱ βοσκοί, στάθηκε ἀφορμὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς Γαδαρηνοὺς, ὅμως δὲν τὸ κατάλαβαν. Ἔπρεπε νὰ θαυμάσουν τὴ δύναμη τοῦ Σωτῆρα καὶ νὰ πιστέψουν σ’ αὐτόν. Αὐτοὶ ὅμως τοῦ ζήτησαν, ποὺ θὰ πῆ παρακαλοῦσαν, νὰ φύγη ἀπ’ τὸν τόπο τους. Γιατὶ φοβηθήκαν  μήπως πάθουν καὶ καμμιὰ ἄλλη ζημιά, ὅπως ἔχασαν τοὺς χοίρους. Αὐτὸς ὅμως ποὺ θεραπεύτηκε παρουσιάζει ἀδιαφολινείκητη ἀπόδειξη τῆς θεραπείας του.  Τόσο ἀποκαταστάθηκε ἡ ὑγεία τοῦ νοῦ του, ὥστε ἔφτασε στὴν ἐπίγνωση τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶχε τὴν ἀξίωση νὰ μείνη μαζί του. Φοβόταν, ὅπως ἔδειχνε, μήπως ὅταν μείνη μακρυὰ  ἀπὸ τὴν Ἰησοῦ, πέση πάλι εὔκολα στὰ χέρια τῶν δαιμόνων. Ὁ Κύριος ὅμως τοῦ δείχνει ὅτι κι ἄν δὲν εἶναι μαζί του, μπορεῖ προστατευμένος ἀπὸ τὴ χάρη του νὰ ἀποφύγη τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια λέγοντάς του· Γύρισε σπίτι σου καὶ νὰ διηγῆσαι ὅ,τι σοῦ ἔκαμε ὁ Θεός. Δὲν εἶπε ὅ,τι σοῦ ἔκαμα ἐγώ, γιατὶ ἤθελε νὰ μᾶς δώση παράδειγμα ταπεινότητος καὶ νὰ μᾶς κάμη νὰ ἀποδίδωμε στὸ Θεὸ κάθε ἐπιτυχία. Κι αὐτὸς  ἔνοιωθε τόση εὐγνωμοσύνη, ὥστε νὰ διηγῆται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς.  Ὁ Κύριος τὸν προσέταξε νὰ διηγεῖται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Θεὸς. Ἐνῶ αὐτὸς διηγεῖται ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς. Πρέπει λοιπὸν κι ἐμεῖς ὅταν κάνωμε κάτι καλὸ σὲ κάποιον νὰ μὴ θέλωμε νὰ τὸ διαλαλοῦμε. Νὰ διαλαλῆ ὅμως τὸ καλὸ ποὺ τοῦ κάνουν αὐτὸς ποὺ τὸ δέχτηκε κι ἄς μὴν τὸ θέλωμε ἐμεῖς.

Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΑΔΑΡΗΝΟΙ

Θ. Θεοφυλάκτου

Ο Χριστός συναντάται με έναν δαιμονισμένο

Στα Γάδαρα μας μεταφέρει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, για να παρακολουθήσουμε ένα συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο σημειώνεται έξω από την πόλη, κοντά στο κοιμητήριο. Ο Κύριός μας, έχοντας μαζί του τους μαθητές, ύστερα από σκληρή δοκιμασία που πέρασαν στην θάλασσα με το πλοιάριό τους, ανεβαίνουν και ανηφορίζουν προς την περιοχή των Γαδαρηνών. Αλλά ενώ πλησίαζαν στην πόλη, εκεί ακριβώς μπροστά στο κοιμητήριο, συναντούν έναν άνθρωπο. Ταλαίπωρο άνθρωπο. Είναι γυμνός, αχτένιστος και αγριωπός. Είναι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος. Ένας άνθρωπος δαιμονισμένος. Σπίτι του ήταν τα μνήματα, κι ανάμεσα στους νεκρούς ζούσε κι αυτός, περιφέροντας το πληγωμένο από τις αλυσίδες σώμα του, με τις οποίες τον έδεναν συχνά. Όταν ο Χριστός πλησίασε, τότε ο δαιμονιζόμενος προσέπεσε στα πόδια του και με δυνατή φωνή του είπε: «τι εμοί και συ Ιησού υιέ του Θεού του υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσης». Μίλησε έτσι το δαιμόνιο διά στόματος του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου, διότι ο Χριστός το διέταξε να βγει, επειδή από πολλά χρόνια τον ταλαιπωρούσε. Βλέπετε, αδελφοί μου, και τα δαιμόνια πιστεύουν στον Χριστό και στην δύναμη του Χριστού και γνωρίζουν ότι μπορεί να καταργήσει το κράτος και την κυριαρχία τους. Γι’ αυτό και τον παρακαλούν να μην τα ρίξει στην άβυσσο, αλλά να επιτρέψει, αφού εξέλθουν από τον δαιμονισμένο άνθρωπο, να εισέλθουν σε μια αγέλη χοίρων που έβοσκε εκεί κοντά. Και ο Κύριος ερωτά να μάθει ποιο είναι το όνομα του δαιμονίου. Και εκείνα απαντούν, «λεγεών». Δηλαδή, ένα ολόκληρο σύνταγμα δαιμόνων κατοικούσε στην καρδιά του δαιμονισμένου. Ο Κύριος επέτρεψε στα δαιμόνια, βγαίνοντας από τον άνθρωπο, να μπουν στους χοίρους. Και τότε η αγέλη των χοίρων, όρμισε στον κρημνό και πνίγηκε στην λίμνη. Έτσι, μ’ έναν και μόνο λόγο Του ο Κύριος ελευθερώνει τον δαιμονισμένο, και εκείνος ήρεμος πλέον, γαλήνιος και νηφάλιος, γονατιστός μπροστά στον Χριστό Τον ευχαριστούσε.

 Οι αντιδράσεις των Γαδαρηνών

Οι βοσκοί όμως μετέφεραν την είδηση στην πόλη των Γαδαρηνών και όλοι έτρεξαν, ανήσυχοι προς τα εκεί. Πλησίασαν τον Χριστό και είδαν τον δαιμονισμένο να κάθεται σωφρονισμένος και ιματισμένος στα πόδια του Χριστού. Μα αυτοί, αντί να τον ευχαριστήσουν και αντί να χαρούν, τι κάνουν; Του απευθύνουν μία έκκληση. Σε παρακαλούμε, Χριστέ, μην έλθεις στην πόλη μας, δεν σε θέλουμε. Και ο Κύριος, σεβόμενος την ελευθερία του ανθρώπου, έφυγε. Δεν εισήλθε στην πόλη των Γαδαρηνών. Πήρε το επιτελείο του και έφυγε, για να μας διδάξει και εμάς ότι πρέπει να σεβόμαστε την ελευθερία του ανθρώπου. Ότι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να καταδυναστεύει τον συνάνθρωπό του. Να βασανίζει τον συνάνθρωπό του, να αφαιρεί την ελευθερία του ανθρώπου. Και η παράκληση αυτή, το «δεν σε θέλουμε, Χριστέ», ακούγεται και στις ημέρες μας και ας καταδικάζουμε τους Γαδαρηνούς. Πολλές φορές και εμείς λέμε: Χριστέ δεν σε θέλουμε στην ζωή μας. Εκείνοι δεν ήθελαν τον Χριστό, γιατί φοβούνταν ότι θα θιγούν τα συμφέροντά τους. Δεν μπορούσαν να ανεχθούν την ζημία που έπαθαν. Γιατί είχαν παράνομο εμπόριο και δεν επιτρέπονταν σ’ αυτούς να εκτρέφουν κοπάδια από χοίρους. Αλλά χάριν του κέρδους, παρανομούσαν, παραβίαζαν τον νόμο. Γι’ αυτό είπαν: «Χριστέ, δεν σε θέλουμε στην πόλη μας».

Οι σύγχρονοι Γαδαρηνοί

Μήπως και στις ημέρες μας δεν ακούγεται η ίδια πρόταση, η ίδια έκκληση; Χριστέ, δεν σε θέλουμε στην πόλη μας, στο μαγαζί μας, στο σπίτι μας, στην καρδιά μας! Στην εποχή την οποία βρισκόμαστε, στην εποχή της αποστασίας, ο άνθρωπος έχει αποστασιοποιηθεί, από τον Θεό: Χριστέ δεν σε χρειαζόμαστε, δεν θέλουμε τον νόμο σου, δεν μπορούμε να ζήσουμε με το Ευαγγέλιό Σου, δεν αντέχουμε τα μη και τα όχι του ευαγγελικού νόμου. Δεν σε θέλουμε ούτε καν στην σκέψη μας. Και σκεφτείτε, πόσοι από μας στο εικοσιτετράωρο, μιλούμε για τον Χριστό και πόσοι από μας σκεφτόμαστε τον Χριστό, πόσοι από μας αισθανόμαστε κατά την διάρκεια της ημέρας την ανάγκη να επικοινωνήσουμε με τον Χριστό, να προσευχηθούμε και να εναποθέσουμε τα προβλήματά μας στον Κύριο, λέγοντας ένα ευχαριστώ για ό,τι καλό και αγαθό μας έδωσε, αλλά και να τον παρακαλέσουμε να μας διαφυλάξει από κάθε κακό. Και εμείς διώχνουμε από την καρδιά μας τον Χριστό, αλλά και από το σπίτι μας. Δεν θέλουμε να βασιλεύει στο σπίτι μας ο Χριστός. Δεν θέλουμε το οικογενειακό δίκαιο να στηρίζεται στο σύνταγμα του Ευαγγελίου. Δεν θέλουμε ο Χριστός να ρυθμίζει τις σχέσεις ανάμεσα στον άνδρα και στην γυναίκα, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά. Όλοι μας έχουμε αυτονομηθεί. Θα ζήσουμε όπως θέλουμε. Αυτό είναι το πνεύμα μας. Θεέ, δεν υπάρχεις! Και αν υπάρχεις θα σε γκρεμίσουμε. Και αυτονομημένοι θα ζήσουμε όπως μας αρέσει. Σ’ αυτό ακριβώς το στάδιο βρίσκεται σήμερα η κοινωνία μας. Αυτονομημένοι από τον Θεό και καταπατώντας τον νόμο του Θεού, γευόμαστε τους καρπούς της ανομίας και της παραβάσεως του θεϊκού νόμου. Ο φόβος έκανε τους Γαδαρηνούς να εξέλθουν και να πουν στον Χριστό «δεν σε θέλουμε στην πόλη μας» και ο Κύριος δεν μπήκε. Αλλά και στις μέρες μας η ανθρωπότητα έχει αποξενωθεί από τον Θεό.

Και οι Ευρωπαίοι Γαδαρηνοί;

Δεν ακούσατε τι είπαν στην Νίκαια της Γαλλίας οι Ευρωπαίοι; Ότι δεν μπορούν τα κράτη να έχουν θρησκεία, πως δεν μπορεί η Ευρώπη να πολιτεύεται κατά τον νόμο του Χριστού. Και όμως, η Ευρώπη υπήρξε πάντοτε χώρα χριστιανική, δηλαδή ήπειρος χριστιανική. Άκουσε την διδασκαλία του Ευαγγελίου, δέχθηκε το Ευαγγέλιο, σ’ αυτό θεμελίωσε την ανθρώπινη κοινωνία. Αλλά στην Νίκαια, μας είπαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες, ότι δεν έχουν καμία θέση οι θρησκείες μέσα στις διακυβερνήσεις των λαών της Ευρώπης. Και αυτονομήθηκε ο άνθρωπος, γιατί θεοποίησε τον εαυτό του. Στηρίχθηκε στα πλούτη του, στις γνώσεις του, στις επιστημονικές του ανακαλύψεις, στα επιστημονικά του επιτεύγματα, και γιατί να μην το πούμε, και στους πολεμικούς του εξοπλισμούς, με τα έξυπνα όπλα που εφεύρε και ανακάλυψε και έχει στα χέρια του. Θεωρεί τον εαυτό του παντοδύναμο. Αλλά είδαμε και αυτόν τον παντοδύναμο και πανίσχυρο που παίζει τον ρόλο του πλανητάρχη να καταλαμβάνεται από φόβο. Και όχι μόνον αυτός, αλλά όλοι μας τρέμουμε για το τι θα ξημερώσει αύριο, το τι θα γίνει αύριο και αν θα υπάρξει ζωή επάνω στον πλανήτη μας.

Τα αίτια της τρομοκρατίας

 Ένα χτύπημα των τρομοκρατών συγκλόνισε ολόκληρη την ανθρωπότητα. Βεβαίως, δεν είμαστε υπέρ της τρομοκρατίας, αλλά πρέπει να ψάξουμε να βρούμε πού έχει την ρίζα της τρομοκρατία. Η ρίζα της τρομοκρατίας βρίσκεται στα αναρχικά συνθήματα, τα οποία δεν υιοθετεί και δεν εγκρίνει το Ευαγγέλιο. Και εμείς, μη συμμορφούμενοι με τον νόμο του Θεού, θεοποιήσαμε τον εαυτό μας, φτιάξαμε έναν πύργο Βαβέλ, με αποτέλεσμα να ισχύει στην κοινωνία μας ο νόμος της ζούγκλας, το δίκαιο του ισχυρότερου. Ο ισχυρότερος τρώει τον ολιγότερο ισχυρό ή και τον πλέον αδύναμο. Αλλά εκεί που χρησιμοποιείται η βία δεν λύνονται τα προβλήματα. Ο πόλεμος δεν λύνει τα προβλήματα των ανθρώπων. Πρέπει να σκύψουμε και να ψάξουμε πόθεν γεννάται η τρομοκρατία. Όταν τα πέντε δισεκατομμύρια των ανθρώπων πεινούν, δυστυχούν, δεν έχουν ψωμί, δεν έχουν στέγη, δεν έχουν φάρμακα, δεν έχουν νοσοκομεία, δεν έχουν σχολεία και στερούνται των στοιχειωδών υλικών αγαθών, αυτό σημαίνει ότι το υπόλοιπο ένα δισεκατομμύριο διαπράττει μία καταφανή αδικία. Και αυτή η αδικία που υπαγορεύεται από τα συμφέροντα των ευημερούντων, είναι φυσικό να γίνει χείμαρρος, να γίνει ηφαίστειο, να γίνει πλημμυρίδα και θύελλα που θα σαρώσει τον κόσμο μας. Δεν βλέπετε τα «έξυπνα όπλα» των ισχυρών που απειλούν ολόκληρο τον πλανήτη μας;

Σημεία των καιρών

Είναι, αδέλφια μου, σημεία των καιρών αυτά που βλέπουμε. Διαβάστε, σας παρακαλώ, τώρα που θα φύγετε και θα πάτε στα σπίτια σας, διαβάστε το εικοστό τέταρτο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και θα δείτε τι λέει εκεί για τα σημεία των καιρών, περί συντελείας του κόσμου. Μήπως εκολοβώθησαν οι ημέρες μας, μήπως λιγόστεψε η ζωή μας και πρέπει να σκεφθούμε σοβαρά για το μέλλον τι μέλλει γενέσθαι; Τι θα γίνει πριν γίνει η συντέλεια του αιώνος; Θα προηγηθούν φυσικά φαινόμενα. Ο ήλιος θα χάσει το φέγγος του. Η σελήνη θα σκοτισθεί. Τα άστρα θα πέσουν, η γη θα σείεται και θα υπάρξουν λοιμοί, λιμοί, σεισμοί, παίνα και αρρώστιες. Τα φυσικά φαινόμενα μας προειδοποιούν αλλά και η εξαχρείωση και η εξαθλίωση του ανθρώπου οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε σε εσχάτους καιρούς. Ο απόστολος Παύλος στο τρίτο κεφάλαιο της δευτέρας επιστολής προς Τιμόθεον λέγει: «Τούτο δε γίνωσκε, ότι εν εσχάταις ημέραις ενστήσονται καιροί χαλεποί. Έσονται γαρ οι άνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, αλαζόνες, υπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεύσιν απειθείς, αχάριστοι, ανόσιοι, άστοργοι, άσπονδοι, διάβολοι, ακρατείς ανήμεροι, αφιλάγαθοι, προδόται, προπετείς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μάλλον ή φιλόθεοι, έχοντες μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (Β΄Τιμ. γ΄ 1-5). Όπως εμάς που κάνουμε τον χριστιανό, -ας μην κρυβόμαστε, εμείς όλοι μας κάνουμε τον χριστιανό, κάνουμε τον δάσκαλο-, αν μας πάρει ένας άγγελος και μας κοσκινίσει, και μας ζυγίσει και μας στύψει, δεν θα βγάλουμε τίποτε. Έχουμε εξωτερική εμφάνιση ευσεβούς και δικαίου και εναρέτου ανθρώπου, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχουμε βάθος ευσεβείας, δεν πιστεύουμε, δεν ζούμε, δεν εφαρμόζουμε, δεν βιώνουμε την αλήθεια του Ευαγγελίου, και δεν ζούμε σύμφωνα με τον νόμο και το θέλημα του Θεού.

 Το μήνυμα του Ευαγγελίου

Το μήνυμα που μας στέλνει η Εκκλησία, δια του Ευαγγελιστού Λουκά, είναι μήνυμα προετοιμασίας, είναι μήνυμα μετανοίας, είναι μήνυμα δακρύων, είναι μήνυμα που μας φέρνει προς το τέλος της ζωής μας. Όλοι μας πρέπει να ξυπνήσουμε και να ετοιμαστούμε, γιατί το τρένο της ζωής μας σφυρίζει. Εκολοβώθησαν οι ημέρες του ανθρώπου, λιγόστεψαν οι ημέρες μας και δεν ξέρουμε πότε και ποια ώρα θα γίνουν όλα αυτά. Αυτό το γνωρίζει μόνον ο Θεός. Εμείς όμως, βλέποντες τα σημεία των καιρών, ας προετοιμαζόμαστε και ας είμαστε έτοιμοι, γιατί αν ζούμε κοντά στον Θεό, σύμφωνα με το θέλημα και τον νόμο του Θεού, τότε δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε, «εάν τε ουν ζώμεν εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν». (Ρωμ. 14, 8). Ζώντας κοντά στον Θεό, και φεύγοντας από τον κόσμο αυτό και από τον πλανήτη αυτό, θα πάμε στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, που είναι η Βασιλεία των Ουρανών, της οποίας είθε όλοι να αξιωθούμε. Αμήν.


 Πηγή:http://www.tv4e.gr/
Κυριακή ΣΤ' Λουκά: Ομιλία περί της θεραπείας του δαιμονιζομένου των Γαδαρινών (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Η. 27 – 39.

Τω καιρώ εκείνω, Εξελθόντι τω Ιησού εις την γην των Γαδαρινών, υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ός είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασιν. Ιδών δέ τον Ιησούν και ανακράξας, προσέπεσεν αυτώ και φωνή μεγάλη είπε: τί εμοί και σοί, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; Δέομαί σου, μή με βασανίσης. Παρήγγειλε γάρ τω πνεύματι τω ακαθάρτω εξελθείν απο του ανθρώπου. Πολλοίς γάρ χρόνοις συνηρπάκει αυτόν, και εδεσμείτο αλύσεσι, και πέδαις φυλασσόμενος, και διαρρήσσων τα δεσμά ηλαύνετο υπό του δαίμονος εις τας ερήμους. Επηρώτησε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων: τί σοί εστιν όνομα? Ο δέ είπε, λεγεών’ ότι δαιμόνια πολλά εισήλθεν εις αυτόν’ και παρεκάλει Αυτόν ίνα μή επιτάξη αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν. Ήν δέ εκεί αγέλη χοίρων ικανών βοσκομένων εν τω όρει, και παρεκάλουν αυτόν ίνα επιτρέψη αυτοίς εις εκείνους εισελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δέ τα δαιμόνια απο του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους, και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη. Ιδόντες δέ οι βόσκοντες το γεγενημένον, έφυγον, και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. Εξήλθον δέ ιδείν το γεγονός, και ήλθον προς τον Ιησούν» και εύρον καθήμενον τον άνθρωπον, αφ’ ού τα δαιμόνια εξεληλύθει, ιματισμένον και σωφρονούντα παρά τους πόδας του Ιησού, και εφοβήθησαν. Απήγγειλαν δέ αυτοίς οι ιδόντες πώς εσώθη ο δαιμονισθείς. Και ηρώτησαν Αυτόν άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδαρηνών απελθείν απ’ αυτών, ότι φόβω μεγάλω συνείχοντο. Αυτός δέ εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν. Εδέετο δέ Αυτού ο ανήρ, αφ’ ού εξεληλύθει τα δαιμόνια, είναι σύν Αυτώ’ απέλυσε δέ αυτόν ο Ιησούς λέγων: υπόστρεφε εις τον οίκόν σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός. Και απήλθε καθ’ όλην την πόλιν κηρύσσων όσα εποίησεν αυτώ ο Ιησούς.


Απόδοση:

Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς κατέπλευσε στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη από την Γαλιλαία. Όταν βγήκε στην ξηρά, τον συνάντησε κάποιος άντρας από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύν καιρό. Ρούχο δεν ντυνόταν, ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε στα μνήματα. Όταν είδε τον Ιησού, έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και του είπε με δυνατή φωνή: «Τί δουλειά έχεις εσύ μ’ εμένα Ιησού, Υιέ του Υψίστου Θεού; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις». Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε στην εξουσία του, και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν στα πόδια σιδερένια δεσμά. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»• γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. Τα δαιμόνια, λοιπόν, τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο. Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. Τότε το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε, και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια, να κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει, τους είπαν για το πώς ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδάρων παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους είχε πιάσει μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: «Γύρισε στο σπίτι σου, και διηγήσου όσα έκανε σ’ εσένα ο Θεός». Εκείνος έφυγε διαλαλώντας σ’ όλη την πόλη όσα έκανε σ’ αυτόν ο Ιησούς.

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)




Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, περί του: «Εξελθόντι τω Ιησού εις την γην υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως ος είχεν δαιμόνια εκ χρόνων ικανών»

«Ο ων εκ του Θεού τα ρήματα του Θεού ακούει», λέγει ο Κύριος. Δηλαδή υπακούει στις εντολές του Θεού, και μετατρέπει τους λόγους σε έργα, ζει και πολιτεύεται κατά Χριστόν, εκτελεί το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, και γίνεται «κληρονόμος μεν Θεού, συγκληρονόμος δε Χριστού». Όποιος όμως παρακούει τον Θεό, διαπράττει την αμαρτίαν, και επιδίδεται σ’ αυτήν αμετανοήτως. Είναι δούλος της αμαρτίας και ουκ έστιν εκ του Θεού, αλλά εκ του πονηρού», αφού με την κακήν προαίρεση μεταπλάσσει την φύση την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, και την εξομοιώνει με τον πατέρα της απωλείας. Γι’ αυτό και ο Κύριος έλεγε στους Ιουδαίους, «υμείς εκ του πατρός υμών του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν».
Αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι αθλιότεροι και από τους φανερά δαιμονιζομένους, έστω και αν διαφεύγουν την προσοχή των πολλών.

Πράγματι, ενώ οι δαιμονιζόμενοι κατακόπτουν τα σώματά τους και μερικές φορές βλάπτουν σωματικώς όποιους συναντούν, εκείνοι που δια των πονηρών επιθυμιών έχουν εξομοιωθεί με τον αρχέκακον εχθρό, διαφθείρουν τις ψυχές τις ιδικές τους και όσων τους συναναστρέφονται απρόσεκτα. Και ενώ οι πρώτοι στον καιρό του θανάτου αποβάλλουν μαζί με το σώμα και την επήρεια των δαιμόνων, οι δεύτεροι, επειδή αμαρτάνουν αμετανοήτως, έχουν αθάνατον και αναπόβλητον την βλάβην. Επίσης, τον ενοχλούμενον φανερώς από τον δαίμονα όλοι τον λυπούμεθα όταν τον αντικρύσωμε, ενώ τον φονέα και τον φιλάργυρον, τον υπερήφανον και τον αναίσχυντον, και τον ανυπότακτον και όλους τους ομοίους των, όχι μόνον δεν τους λυπούμεθα, αλλά και τους μισούμε. Διότι ο ένας περιπίπτει στο πάθος ακουσίως, ενώ ο φιλαμαρτήμων, προσελκύει ελευθέρως το κακόν, μερικές φορές μάλιστα αποκρύπτοντας την βλαπτικότητα και την κακοήθεια της νόσου του.

Επειδή όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν την εναντίον μας μανίαν του διαβόλου, από τις επιθέσεις εκείνου κατά της ψυχής και από την συνεργία του στην αμαρτία, παρεχώρησεν ο Θεός να υπάρχουν και κατά το σώμα δαιμονοφόρητοι, ώστε να μάθουμε από αυτούς όλοι, πόσον φοβερά είναι η κατάστασις της ψυχής που έκαμε τούτον ένοικόν της δια των πονηρών έργων. Όταν δε ο Μονογενής Υιός του Θεού, από απροσμέτρητον πέλαγος φιλανθρωπίας, έκλινεν ουρανούς και κατήλθε στην γη, για να ελευθερώσει τις ψυχές μας από την τυραννία του διαβόλου, απεδίωκε τα δαιμόνια και από τους φανερά κατά το σώμα δαιμονιζομένους. Το έκαμε αυτό για να παρουσιάσει και να επιβεβαιώσει με την φανερώς ενεργουμένην ελευθερία και ίαση, την γινομένην κρυπτώς ελευθερία και ίαση της ψυχής.

Πράγματι, και όταν εχάρισε την θεραπεία στην ψυχή του παραλυτικού, όχι μόνον δεν επευφημήθη από εκείνους που έβλεπαν μόνον τα φαινόμενα, αλλά και εβλασφημήθη. Γι’ αυτό εθεράπευσε και την σωματικήν του παράλυση, για να μάθουν, όπως ο ίδιος έλεγε προς τους παρόντες, ότι «εξουσίαν έχει ο υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας».
Κυρίως γι’ αυτό λοιπόν απομακρύνει τους δαίμονες από τους δαιμονιζομένους, για να μάθωμε ότι αυτός είναι που τους αποδιώκει και από τις ψυχές μας, και μας χαρίζει την αιωνίαν ελευθερίαν.

«Εξελθόντι γαρ εις την γην», σύμφωνα με την αναγινωσκομένην σήμερα περικοπήν του Ευαγγελίου, «υπήντησεν αυτώ ανήρ τις εκ της πόλεως, ος είχε δαιμόνια εκ χρόνων ικανών, και ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο, και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασιν». Εξήλθε, λέγει, όχι ήλθε στην ξηρά, για να δείξει ότι ήλθε με πλοίον, αφού ήδη και την θύελλα του ανέμου κατέπαυσε, και την θάλασσαν εγαλήνευσε με την επιτίμησή του. Διότι όταν από την Γαλιλαίαν επεβιβάσθη στο πλοίο με τους μαθητάς του, είπε προς αυτούς, όπως λέγει παραπάνω ο Ευαγγελιστής: «διέλθωμεν εις το πέραν». Από εδώ φαίνεται ότι προείδε το γεγονός, και από ευσπλαγχνίαν ήλθεν αυτόκλητος βοηθός στον βασανιζόμενον τόσον δεινώς και πολυετώς από τους δαίμονες. Ο Λουκάς λοιπόν λέγει ότι ήταν ένας και είχε πολλά δαιμόνια, ο Μάρκος όμως ομιλεί και αυτός περί ενός, «αλλ’ εν πνεύματι ακαθάρτω». Ο δε Ματθαίος ισχυρίζεται ότι ήσαν δύο μαζί και εβασανίζοντο από πολλά δαιμόνια.

Την αιτίαν δε, για την οποίαν άλλοι Ευαγγελισταί ομιλούν για έναν, άλλοι δε για περισσοτέρους, και δαιμονιζομένους και δαιμόνια, την εφανέρωσε και ο Λουκάς και ο Μάρκος. Διότι το ένα, το οποίον ο Μάρκος ωνόμασεν ακάθαρτον πνεύμα, εξεταζόμενο στην συνέχεια από τον Κύριον λέγει «λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμέν». Πράγματι λεγεών είναι ορμαθός και πολυάριθμον σύστημα αγγέλων ή ανθρώπων, οι οποίοι στέκονται, μετακινούνται μαζί και αποβλέπουν και κινούνται προς ένα έργον και σκοπόν. Γι’ αυτό και οι δαιμονιζόμενοι εκείνοι, επειδή ενεργούντο και εκινούντο από ένα τοιούτο σύστημα, ευρίσκοντο αδιασπάστως μαζί στα μνήματα και στα όρη, και μαζί εβασανίζοντο. Γι’ αυτό άλλοτε μεν καλούνται ενικώς, άλλοτε δε πληθυντικώς, και αυτοί και τα πονηρά πνεύματα που τους ταλαιπωρούσαν.

Δεν ανεγνώρισε δε απλώς τον Ιησούν ο λεγεών δια μέσου του ανθρώπου εκείνου, αλλά και «προσέπεσε και φωνή μεγάλη ανεκραύγασε: τι εμοί και σοί, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Δέομαί σου, μη με βασανίσεις. Παρήγγειλε γάρ» λέγει, «ο Κύριος τω ακαθάρτω πνεύματι εξελθείν από του ανθρώπου». Έχοντας καταπλεύσει επί τούτου ο Κύριος από ευσπλαχνία στην παραλίαν εκείνην όπου ζούσε ο δαιμονιζόμενος, διέταξε μεν τον λεγεώνα των δαιμόνων να εξέλθει από τον άνθρωπο, πού όμως να απέλθει δεν του είπε. Γι’ αυτό εκείνο το παμμίαρον σμήνος των πονηρών πνευμάτων κατελήφθη από αμηχανίαν, και εφοβήθη μήπως παραδοθεί τώρα από τον Κύριο στην μέλλουσαν καταδίκη, στην προετοιμασμένην γι’ αυτά γέεννα του πυρός, με την οποία θα παραδοθούν σε τελείαν ακινησίαν, αφού θα καταργηθεί κάθε ενέργειά τους. Ηναγκάσθη λοιπόν να προσέλθει, και να προσπέσει, χρησιμοποιώντας ταπεινότερα και αληθινά λόγια προς τον Κύριον, τα οποία τον εμαρτύρησαν ότι είναι Υιός του Υψίστου. Μέσα στην πονηρία τους ενόμιζαν ότι με αυτήν την μαρτυρία, σαν με κάποιαν κολακεία, θα μεταπείσουν τον Κύριον των όλων.

Και ο Κύριος ανέχθη την μαρτυρία των δαιμόνων, προς καταρτισμόν των ευρισκομένων στο πλοίο. Διότι πριν από λίγο, βλέποντας ο κόσμος τα τόσον μεγάλα θαύματά του στην θάλασσα, έλεγαν μεταξύ τους με απορία: «τις εστίν ούτος, ότι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ»; Τώρα όμως έμαθαν ότι είναι «ο Υιός του Θεού του Υψίστου». Διότι πάντοτε, ακόμη και ο διάβολος, είναι συνεργός στην βουλήν του Θεού, όχι όμως επειδή το θέλει ούτε αποβλέποντας σ’ αυτό. Γι’ αυτό και κάποιος από τους θεοφόρους λέγει, ότι «το κακόν συνεργεί στο αγαθόν, όχι με καλήν προαίρεση».
Ο δε Κύριος θέλοντας να φανερώσει στους παρόντες ότι ο δαίμων που τόσον φρίττει ενώπιόν του δεν είναι ένας, αλλά πλήθος πολύ, τον ηρώτησε: «τι σοι εστίν όνομα; Ο δε είπεν, λεγεών ονομά μοι, ότι δαιμόνια πολλά εσμέν». Λέγουν ορισμένοι ότι το τάγμα του λεγεώνος αποτελείται από έξι περίπου χιλιάδες.

«Και παρεκάλουν αυτόν», λέγει, «ίνα μη επιτάξει αυτοίς εις την άβυσσον απελθείν». Βλέπεις ότι είναι ο φόβος, όπως είπαμε παραπάνω, αυτός που τους ηνάγκασε και να προσέλθουν, και να προσπέσουν, και να χρησιμοποιήσουν σχήματα και λόγια αληθινά και ταπεινότερα. Κοίταξε όμως και την Παντοκρατορικήν εξουσία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Πράγματι΄ ο δαίμων και χωρίς να το θέλει τον εμαρτύρησε Κύριον και της αβύσσου. Και ποιος είναι αυτός που επιβλέπει αβύσσους; Βεβαίως ο καθήμενος στους ουρανούς, αυτός που περιέχει και κατευθύνει τα πάντα.

Βλέπε δε και ότι το στίφος των δαιμόνων δεν ημπορεί να μένει πουθενά, αν δεν έχει πάρει από αυτόν την άδειαν ή την παραχώρηση. Γι’ αυτό και όταν προσετάχθη από τον Κύριο να φύγει, αλλά δεν έλαβε εντολήν πού να απέλθει, κατελήφθη από μεγάλην βία, και εύρε ως καταφύγιον τους χοίρους, οι οποίοι έβοσκαν στο όρος, ώστε να διαφύγει δι’ αυτών. Αλλά ούτε κατ’ αυτών είχεν από μόνον του την εξουσία, πολύ δε περισσότερον δεν την έχει εναντίον των ανθρώπων. Διότι, λέγει «ην εκεί αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη εν τω όρει. Και παρεκάλεσαν αυτόν ίνα επιτρέψει αυτοίς εις εκείνους απελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Εξελθόντα δε τα δαιμόνια από του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους. Και όρμησεν η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την λίμνην και απεπνίγη». Τα δαιμόνια λοιπόν, ζητώντας δήθεν πρόφαση φυγής, και έχοντας κακοποιό προαίρεση, εζήτησαν την άδεια κατά των χοίρων, επειδή ο Σωτήρ τα εδίωκε από τους ανθρώπους. Εσυνειδητοποίησαν ότι την στιγμήν εκείνη δεν εδιώκοντο από έναν ή δύο, αλλά δια του ενός από όλους τους ανθρώπους. Και ο Κύριος τους το επέτρεψε, για να γνωρίσουμε εμείς από όσα έπαθαν οι χοίροι, ότι ούτε τον άνθρωπον εκείνον θα ελυπούντο να τον καταστρέψουν τελείως, αν δεν ανεχαιτίζοντο και πριν αοράτως από την δύναμιν εκείνου.

«Ιδόντες δε», λέγει, «οι βόσκοντες, έφυγον. Και απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς το γεγονός». Λάβετε τώρα παρακαλώ στον νου σας τον άσωτον υιόν του Ευαγγελίου, που εσώθη με την απομάκρυνσιν από τους χοίρους, για να καταλάβετε ποιοι ήσαν αυτοί που έβοσκαν τους χοίρους, ή μάλλον ποιοι ομοιάζουν με αυτούς. Πράγματι ο χοιρώδης βίος εξ αιτίας της ακαθαρσίας του, συμβολίζει κάθε πονηρόν πάθος. Και χοίροι είναι κυρίως αυτοί που περιφέρουν τον ρυπωμένον από την σάρκα χιτώνα. Προϊστάμενοί τους, ένα είδος βοσκών, είναι εκείνοι που υπερέχουν από αυτούς στην ηδυπάθεια, και λαμβάνουν πρόνοιαν για την σάρκα και την δίαιτά τους, εις τρόπον ώστε να εκπληρώνουν την επιθυμία τους.
Σ’ εμάς όμως δεν επιτρέπει ο χρόνος ούτε, όπως βλέπετε, ο θόρυβος του πλήθους, να ασχοληθούμε λεπτομερώς με την συνέχεια, ποία δηλαδή είναι η γύμνωσις που προκαλείται στην ψυχήν από την αμαρτία, την οποίαν υπεδήλωνε ο δαιμονιζόμενος εκείνος, και ποία η διαβίωσις στα όρη (διότι, λέγει «ιμάτιον ουκ ενεδιδύσκετο και εν οικία ουκ έμενεν, αλλ’ εν τοις μνήμασι») και ποίες οι αλυσίδες, οι χειροπέδες και τα δεσμά τα οποία εκείνος έσπαζε και έφευγε διωκόμενος.

Αλλά ας αποφύγωμε και εμείς, μάλιστα οι μοναχοί, την συναναστροφή και συμβίωση με τους χοίρους. Διότι κατά το Σολομώντειον λόγιον «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί», και ως επί το πλείστον καθένας είναι ή γίνεται όμοιος με τους συντρόφους του. Τι το όφελος να φύγεις οριστικώς από τον κόσμο και να καταφύγεις στα αφιερωμένα στον Θεόν φροντιστήρια, να εξέρχεσαι όμως καθημερινώς από αυτά και να συμφύρεσαι πάλι με τον κόσμο; Πώς, ειπέ μου, τριγυρνώντας στις αγορές θα αποφύγεις τα προσανάμματα των παθών, δια των οποίων επέρχεται ο θάνατος της ψυχής, που χωρίζει τον άνθρωπον από τον Θεόν; Αυτός είναι ο θάνατος «ο αναβαίνων εις ημάς δια των θυρίδων», οι οποίες είναι μέσα μας, δηλαδή των αισθήσεων. Αυτές έγιναν αφορμή να εκπέσουν από την αθανασίαν και οι προπάτορες εκείνοι.

Ας φύγωμε λοιπόν όλοι μας μακριά, άλλοι από την συμβίωση με τα κακά, έστω και αν μας φαίνεται ότι υπερτερούμε πολλών στην καταγωγή και στην δόξα και στην σωματικήν ρώμη και στον υλικόν πλούτο, και άλλοι από την ομοίωση προς τους χοίρους, λαμβάνοντας στον νου μας την λίμνην εκείνη του ασβέστου πυρός, μέσα στην οποίαν, φευ!, θα πέσουν όσοι αμετανοήτως υπηρετούν τις προσβολές των δαιμόνων. Και βλέποντας το βάραθρον στο οποίον κρημνίζονται όταν αποθαίνουν, όσοι μέχρι το τέλος τους ομοιάζουν ως προς τον τρόπον της ζωής με τους χοίρους, ας απομακρυνθούμε ανεπιστρόφως από τον όντως δυσώδη βίον της αμαρτίας, και ας προσέλθωμε έτσι καλώς και δικαίως στην πηγήν των μύρων, την οποία μας εχάρισεν ο Θεός, και εκχύνεται δια της λάρνακος από την σωρόν του εντοπίου μας Χριστομάρτυρος (Δημητρίου).

Και αφού με την χρήση τούτων αγιασθούμε και ενισχυθούμε, να κηρύττωμε και στους αγρούς και στις πόλεις, όπου και αν είμεθα, την θειοτάτην δύναμη και ενέργειαν του θείου αυτού μύρου. Δεν εννοώ με την γλώσσα και τα λόγια (διότι ποίος δεν ήκουσε με την ιδικήν του ακοή την συρροή των θαυμάτων που γίνονται εδώ;), αλλά με την μεταβολήν της ζωής μας προς το καλλίτερον, ώστε βλέποντάς μας όλοι να ειπούν, «αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου», με την οποία δεξιάν έχει ζωγραφηθεί ο μέγας Δημήτριος, και δια της οποίας μετασχηματίζει αυτούς που τον πλησιάζουν προς το θειότερον, ώστε να έχει και στον ουρανόν συμπολίτες αυτούς που ευτύχησαν να είναι στην γη συγκάτοικοί του. Αυτό είθε να συμβεί με τις πρεσβείες εκείνου, και να επιτύχωμε όλοι τις υπεσχημένες ουράνιες μονές, και την εκεί συνοίκηση με τους αγίους, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα εις τους αιώνας».
Αμήν.


(13ος - 14ος αιών - ΕΠΕ Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, τομ. 11, σελ. 196. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 347 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
 Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. η΄ 26-39) +Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης Διονύσιος

24 Ὀκτωβρίου 1965

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς λέει σήμερα γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κι ἔβγαλε τὰ δαιμόνια ἀπὸ ἕναν ταλαίπωρο ἄνθρωπο. Πολλὲς φορὲς τὸ χρόνο ἀκοῦμε νὰ διαβάζεται στὴ θεία Λειτουργία Εὐαγγέλιο ποὺ μιλάει γιὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ γιὰ δαιμονιζόμενους, ποὺ βρῆκαν θεραπεία στὴ θεϊκὴ δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶναι γιατί ἡ Ἐκκλησία θέλει ὅλο καὶ νὰ θυμώμαστε τὸν ἐχθρό μας καὶ νὰ μὴν ξεχνοῦμε τὸν κίνδυνο ποὺ πάντα μᾶς παραμονεύει. Ὁ κίνδυνος κι ὁ ἐχθρός μας εἶναι ὁ διάβολος κι ἂς τὸ δοῦμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο.

Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἦρθε ὁ Ἰησοῦς στὴν περιοχὴ τῶν Γαδαρηνῶν ποὺ εἶναι ἀντίπερα στὴ Γαλιλαία. Ἐκεῖ τὸν ἀπάντησε ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πόλη, ποὺ εἶχε δαιμόνια ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ δὲν ἔβανε ροῦχο ἐπάνω του καὶ σὲ σπίτι δὲν ἔμενε, ἀλλὰ μέσα στὰ μνήματα. Ὅταν εἶδε τὸν Ἰησοῦ, ἔβαλε μία μεγάλη φωνή, ἔπεσε κάτω μπροστά του καὶ τοῦ εἶπε δυνατά. Τί δουλειὰ ἔχω ἐγὼ μὲ σένα, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ νὰ μὴν μὲ βασανίσης. Ὁ Ἰησοῦς λοιπὸν παράγγειλε στὸ ἀκάθαρτο πνεῦμα νὰ βγῆ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχε αἰχμαλωτισμένο· τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες χέρια πόδια καὶ τὸν φύλαγαν, μὰ ἐκεῖνος ἔσπαζε τὰ δεσμὰ κι ἔτρεχε σερνόμενος ἀπὸ τὸν δαίμονα στὶς ἐρημιές. Τὸν ρώτησε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοῦ λέγει· ποιὸ εἶναι τ' ὄνομά σου; Κι ἐκεῖνος εἶπε· Λεγεώνα· καὶ τὸν παρακαλοῦσε νὰ μὴν τὰ προστάξη νὰ πᾶνε στὴν ἄβυσσο. Κι ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπὸ πολλοὺς χοίρους ποὺ ἔβοσκαν στὸ βουνὸ καὶ τὰ δαιμόνια παρακαλοῦσαν τὸν Ἰησοῦ νὰ τοὺς ἐπιτρέψη νὰ μποῦνε στοὺς χοίρους· καὶ τοὺς ἐπέτρεψε· καὶ βγῆκαν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μπῆκαν στοὺς χοίρους καὶ χύμηξε τὸ κοπάδι κατὰ πάνω στὸ γκρεμὸ κι ἔπεσαν στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν ὅλοι. Κι ὅταν εἶδαν οἱ χοιροβοσκοὶ τὸ τί γίνηκε, ἔφυγαν καὶ τὸ διαλάλησαν στὴν πόλη καὶ στὰ χωράφια. Βγῆκαν τότε νὰ δοῦν ἐτοῦτο ποὺ 'γινε κι ἦρθαν στὸν Ἰησοῦ καὶ βρῆκαν τὸν ἄνθρωπο, ποὺ 'χαν βγῆ ἀπὸ μέσα του τὰ δαιμόνια, νὰ κάθεται ντυμένος καὶ φρόνιμος κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ φοβήθηκαν. Τοὺς εἶπαν ἔπειτα κι ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν τὸ θαῦμα πῶς ἐσώθηκε ὁ δαιμονισμένος. Κι ὅλος ὁ κόσμος ἀπὸ τὰ περίχωρα τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Ἰησοῦ νὰ φύγη ἀπ' αὐτούς, γιατί τοὺς εἶχε πιάσει μεγάλος φόβος. Τότε ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στὸ πλοῖο καὶ ξαναγύρισε στὴ Γαλιλαία. Κι ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶχαν βγῆ ἀπὸ μέσα τὰ δαιμόνια τὸν θερμοπαρακαλοῦσε νὰ εἶναι μαζὶ του· μὰ ὁ Ἰησοῦς τὸν ἀπόλυσε καὶ τοῦ εἶπε· πήγαινε πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ λὲς ὅσα ἔκαμε σ' ἐσένα ὁ Θεός. Κι ἒφυγ' ἐκεῖνος καὶ διαλαλοῦσε σ' ὅλη τὴν πόλη ὅσα ἔκαμε σ' αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς.

Ἦταν ἕνας καιρός, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ διάβολος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἡ ἁμαρτία στὴ γῆ, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ θάνατος. Ὁ διάβολος ἀκόμα τότε ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους, ὁ Ἑωσφόρος, κι οἱ Πρωτόπλαστοι ζοῦσαν στὴ μακαριότητα τοῦ παραδείσου. Ἀγκάθια δὲ φύτρωναν στὴ γῆ, τὰ ζῶα ἦσαν ἥμερα καὶ ὑπηρετούσανε τὸν ἄνθρωπο, καὶ ἡ φύση κι ἐκείνη ἦταν στὴν ὑποταγὴ καὶ τὴ δούλεψη τοῦ Ἀδάμ. Μὰ περιφανεύτηκε ὁ Ἑωσφόρος καὶ σήκωσ' ἐπανάσταση στὸν οὐρανὸ καὶ γκρεμίστηκε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ποὺ τὸν ἀκολούθησαν στὰ τάρταρα τοῦ Ἅδη. Ἀπὸ τότε εἶναι ὁ σατανᾶς, ἐκεῖνος δηλαδὴ ποὺ ἀντιμάχεται καὶ πολεμάει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Πῆγε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ φιδιοῦ στὸν Παράδεισο καὶ ξεγέλασε τοὺς Πρωτοπλάστους καὶ παράκουσαν ἐκεῖνοι τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ κι ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς ξωρίστηκαν ἀπὸ τὸν παράδεισο. Ἀπὸ τότε ἀρχίζουν τὰ δεινά τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, ἡ ἁμαρτία σὰν κληρονομιὰ ἀπὸ τοὺς Πρωτοπλάστους κι ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας ἡ ἀρρώστια, ἡ φτώχεια, ὁ πόνος, ὁ θάνατος. Μὰ ἀπὸ τότε ἀρχίζει καὶ τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων· ἀπὸ τότε ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε πὼς θὰ 'ρθῆ ὁ σωτήρας νὰ γλυτώση τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου.

Ὁ Ἰησοῦς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ ὁ Θεὸς ὑποσχέθηκε στοὺς Πρωτοπλάστους, στοὺς Πατριάρχες καὶ στοὺς Προφῆτες. Ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ σωτήρας, καθὼς τὸ λέει καὶ τ' ὄνομά του, γιατί Ἰησοῦς θὰ πῆ Σωτήρας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς λοιπὸν ἦρθε γιὰ νὰ κατάργηση τὴν ἐξουσία τοῦ διαβόλου. Ὅ,τι κακὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο, εἶναι ἀπὸ τὸ διάβολο, ἐκεῖνος πειράζει τοὺς ἀνθρώπους, ἐκεῖνος γεννάει μέσα τους ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες, ἐκεῖνος τοὺς τραβάει σὲ κακὲς πράξεις. Πρὶν νὰ 'ρθῆ ὁ Ἰησοῦς Χριστός, οἱ ἄνθρωποι ἦσαν στὰ νύχια τοῦ θηρίου ποὺ εἶναι ὁ διάβολος· ὅταν ἦρθε ὁ Χριστὸς κι ὕστερα, εἴμαστε στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος βέβαια δὲν καταργήθηκε· ὑπάρχει ἀκόμα «ἄχρι καιροῦ», μέχρι δηλαδὴ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως· ὑπάρχει καὶ πειράζει τοὺς ἀνθρώπους. Μὰ τώρα, φτάνει νὰ μὴν τὸ θέλουμε, δὲ μᾶς νικᾶ καὶ δὲν μᾶς αἰχμαλωτίζει. Γιατί τώρα ἔχουμε τὴ θεία χάρη, τώρα ἔχουμε τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ Αἷμα του, τώρα ἔχουμε τὴν πρεσβεία τῆς Θεοτόκου κι ὅλων τῶν Ἁγίων, ποὺ μᾶς φυλᾶνε καὶ μᾶς ἐλευθερώνουν ἀπὸ τὴν κακία τοῦ διαβόλου. Αὐτὸ μᾶς ἔμαθε ὁ Χριστὸς νὰ προσευχώμαστε καὶ νὰ λέμε «ἀλλὰ ρῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ», δηλαδὴ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὴν κακία τοῦ διαβόλου.

Ὅλα ἐτοῦτα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ποὺ ἐμεῖς τὰ λέμε ἁπλὰ καὶ σύντομα, ὅλα ἐτοῦτα εἶναι γραμμένα στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὰ κηρύττει καὶ τὰ διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας. Τὸ βλέπουμε καὶ στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ποὺ καταντᾶ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν πέση στὰ νύχια τοῦ διαβόλου. Μήτε σπίτι τὸν χωράει μήτε ροῦχο τὸν βαστάει· γυρίζει στὶς ἐρημιές, κοιμᾶται μέσ' στὰ μνήματα κι εἶναι ὁ φόβος κι ὁ τρόμος τῶν ἀνθρώπων. Γι' αὐτό, χριστιανοί μου, πρέπει νὰ 'χουμε τὰ μάτια μας ἀνοιχτά, τὸ μυαλὸ μας ἀνύσταχτο καὶ νὰ προσέχουμε· νὰ φυλᾶμε τὶς πύλες ἀπὸ τὶς ὁποῖες βρίσκει τρόπο καὶ μπαίνει μέσα μας ὁ πειρασμός. Θὰ πῆς· πῶς νὰ προσέχω καὶ τί θὰ πῆ νὰ φυλᾶμε τὶς πύλες; Θὰ πῆ νὰ μὴν ἀφίνης ξένιαστο τὸν ἑαυτό σου, νὰ θυμᾶσαι πὼς ἔχεις ψυχή, νὰ μὴν θέλης ὅ,τι εὐχαριστάει μόνο τὶς αἰσθήσεις σου, νὰ μὴν ξεμακραίνης ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία· στὴν Ἐκκλησία δὲν μπαίνει ὁ διάβολος. Καὶ πρὶν ἀπ' ὅλα νὰ φοβᾶσαι τὸ Θεό· ὅποιος φοβᾶται τὸ Θεὸ νικάει τὸ διάβολο.

Ἀγαπητοὶ χριστιανοί,

Ὁ Θεὸς θέλει τὴ σωτηρία μας κι ὁ διάβολος θέλει τὸ χαμό μας. Ἐμεῖς τί θέλουμε καὶ τί θὰ προτιμήσουμε; Στὸ Θεὸ εἶναι ἡ ἀσφάλειά μας, στὸ Θεὸ εἶναι ἡ εἰρήνη κι ἡ χαρά μας, στὸ Θεὸ εἶναι ἡ ζωὴ κι ἡ προκοπή μας, στὸ Θεὸ εἶναι ἡ σωτηρία μας. Ἀμήν.
 ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ ΛΟΥΚΑ Ἡ κακουργία τοῦ διαβόλου (Λουκ. η΄ 26-39) «Δέομαί σου, μὴ μὲ βασανίσῃς» Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας Ἰωὴλ


«Δέομαί σου, μὴ μὲ βασανίσῃς»

Πολλοὶ ἄνθρωποι τὴ μανία τοῦ διαβόλου ποὺ στρέφεται κατὰ τῆς ψυχῆς μας καὶ μᾶς δημιουργεῖ πολλὰ προβλήματα «συνορᾶν οὐκ ἔχουσι», δηλαδὴ ἀδυνατοῦν νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν, γι’ αὐτὸ παρεχώρησε ὁ Θεὸς καὶ κατὰ τὸ σῶμα «δαιμονοφορήτους γίνεσθαι», νὰ δαιμονισθοῦν μερικοὶ καὶ στὸ σῶμα, ὥστε νὰ ἀντιληφθοῦμε ὅλοι πόσο φοβερὸ πράγμα εἶναι νὰ κάνει κάποιος ἔνοικο τῆς ψυχῆς του τὸ διάβολο, ὅταν πραγματοποιεῖ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς. Τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα περιγράφει ἕνα δαιμονισμένο στὰ Γάδαρα. Ἡ περιγραφὴ εἶναι φοβερὴ καὶ ἀξίζει νὰ δοῦμε μερικὰ σημεῖα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀναφέρει ὁ Εὐαγγελιστής.


Ἡ παράκληση τοῦ διαβόλου

Κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ τονίσουμε πὼς ὁ Χριστὸς ἦλθε νὰ καταργήσει τὸ κράτος τοῦ διαβόλου· «ἵνα καταργήσῃ τὸν τὸν κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον» (Ἑβρ. 2, 14), θὰ μᾶς πεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ δείξει πὼς εἶναι παντοδύναμος ἐκδιώκει τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ μᾶς χαρίζει τὴν αἰώνια ζωή. Ἀπὸ εὐσπλαχνία ἦλθε στὸν αἰγιαλὸ ὅπου διέτριβε καθημερινῶς ὁ δυστυχισμένος ἄνθρωπος, ποὺ εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο τὸ παμμίαρο ἐκεῖνο σμῆνος τῶν δαιμόνων, ὅταν ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου τοὺς μάστιζε ἀνηλεῶς, βρέθηκε σὲ ἀμηχανία κι ἄρχιζε νὰ κραυγάζει· «τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου μὴ μὲ βασανίσῃς» (Λουκ. 8,28). Φοβήθηκαν πὼς θὰ τοὺς παραδώσει στὴν αἰώνια κόλαση. Ἡ κόλαση γιὰ τὸ διάβολο, γράφει ὁ προμημονευθεὶς ἅγιος, εἶναι νὰ παραδοθεῖ σὲ ἀκινησία καὶ νὰ καταργηθεῖ κάθε πονηρή του ἐνέργεια. Νὰ μὴν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ κακό. Ἀναγκάσθηκε λοιπὸν ἡ λεγεώνα τῶν δαιμονίων νὰ ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν παρακαλέσει χρησιμοποιώντας μάλιστα λόγια κολακείας.

Τὸ πλῆθος τῶν δαιμονίων ἐξαιτίας τῆς πονηρῆς κοινωνίας ποὺ εἶχαν μεταξύ τους, ὁμιλοῦν σὰν νὰ εἶναι ἕνας καὶ χρησιμοποιοῦν τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου. Ὁ Κύριος ρώτησε τὸ δαιμονισμένο ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά του· «ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι εἰσῆλθεν δαιμόνια πολλὰ εἰς αὐτόν» (ὅπ.π. στίχ. 30). Ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη νὰ ρωτήσει γιὰ νὰ μάθει τί γίνεται μέσα στὸ δαιμονισμένο, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς πληροφορήσει πόσοι φονευτὲς δαίμονες ταλαιπωροῦσαν ἐκεῖνον τὸ δυστυχισμένο. Ἐπίσης ἤθελε ὁ Χριστὸς νὰ μᾶς δείξει πὼς ὅλος αὐτὸς ὁ συρφετὸς ποὺ ἐξεστράτευε καθημερινῶς ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, «ἀνελεῖν οὐκ ἐξίσχυσεν», δὲν μπόρεσε νὰ τὸν σκοτώσει, θὰ ὑπογραμμίσει ἰδιαίτερα ὁ Βασίλειος Σελευκείας. Ὁ διάβολος ὅλα θὰ τὰ κατάστρεφε καὶ κανένα πλάσμα δὲ θὰ ἔμενε ἀπείρακτο ἀπ’ τὶς ἐνέργειές του, ἐὰν δὲν τὰ προστάτευε ἡ ἀκαταγώνιστη δύναμη τοῦ Χριστοῦ. Ἀκόμη κι ἡ παράκληση τῶν δαιμονίων νὰ μποῦν μέσα στοὺς χοίρους, δείχνει τὴν ἀδυναμία τους, ὅταν ἐμφανισθεῖ μπροστά τους ὁ Θεὸς καὶ τοὺς καταργήσει τὴν πονηρὴ δραστηριότητα.


Ἀναγωγικὲς ἑρμηνεῖες

Κάθε πονηρὸ πάθος ἐξαιτίας τῆς ἀκαθαρσίας του δημιουργεῖ στὸν ἄνθρωπο χοιρώδη βίο. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μόλυναν τὸ χιτώνα τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, περιφέρονται σὰν χοῖροι. Ἀπ’ αὐτοὺς προεξέχουν αὐτοὶ ποὺ ἀγάπησαν τὴν ἡδυπάθεια καὶ προνοοῦν ἁμαρτωλὰ γιὰ τὴ σάρκα τους. Ὁ Παῦλος λέγει: «ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας» (Ρωμ. 13,14). Ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος προσθέτει πὼς κάθε ἄνθρωπος ποὺ στερεῖται λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴ στολὴ τοῦ βαπτίσματος, δὲ μένει μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ στὰ μνήματα, δηλαδὴ ζεῖ μέσα στὰ νεκρὰ ἔργα, ὅπως π.χ. στὴν πορνεία καὶ στὶς ἀκάθαρτες πράξεις.

Ἕνας ἄλλος ἑρμηνευτὴς θὰ συμπληρώσει. Ὁ ἄνθρωπος ποὺ βαρύνεται μὲ φαῦλες πράξεις, συνέχεται ἀπ’ τὸν πονηρὸ δαίμονα. Βγαίνει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι τῶν ἀρετῶν, δηλαδὴ τὴν Ἐκκλησία καὶ σὰν νὰ εἶναι δεσμὰ οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ τὶς ἀποτίθεται βγάζοντας τῆς σωφροσύνης τὸ χιτώνα, ἐνῶ παραδίδεται στὴν ἀπραξία τῶν ἐναρέτων ἔργων. Ἡ ἀπραξία αὐτὴ συμβολίζεται μὲ τὴν κατοίκηση τοῦ δαιμονισμένου στὰ μνήματα «νεκρός τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας γενόμενος» (Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς). Ἡ τραγικότητα τοῦ διαβόλου εἶναι ὅτι ξέρει τί τὸν περιμένει κι ὅμως δὲ μετανοεῖ. Παραμένει ἀμετανόητος καὶ μάλιστα μὲ λυσσώδη μανία ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται. Ἡ ἀμετανοησία, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸ διάβολο, εἶναι ἡ αἰτία τῶν κακῶν σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Παραμένοντας στὰ πάθη μας δὲν ἀφήνουμε περιθώριο στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ ἐνεργήσει.


Ἀδελφοί,

Ὁ πονηρὸς ἔχει δεσμεύσει τὴ βούλησή μας καὶ μᾶς ἔκανε ἄπρακτους γιὰ τὰ καλὰ ἔργα καὶ τοὺς θεοφιλεῖς ἀγῶνες. Ἂς ἀναζητήσουμε τὸ Θεὸ μὲ ὅλη μας τὴν ψυχικὴ δύναμη κι ἂς καλλιεργήσουμε τὶς ἐντολές Του μὲ ταπείνωση, ὥστε νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ τὶς μεθοδεῖες τοῦ διαβόλου καὶ νὰ νιώσουμε ἐλεύθεροι μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Κυριακή ιθ' επιστολών (19-10-2014)

Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι Β' Κορ. 11.31-12.9
 (Ὰδελφοί,) ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. 32 ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, 33 καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ. 12.1 Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου. 2 Οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ. 3 καὶ οἶδα τὸν τοιοῦτον ἄνθρωπον· εἴτε ἐν σώματι εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· 4 ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ῥήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι. 5 ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι, ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι εἰ μὴ ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου. 6 ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ· φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ. 7 Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι. 8 ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα, ἵνα ἀποστῇ ἀπ' ἐμοῦ· 9 καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται. Ένα υπερφυσικό όραμα μάς διηγείται σήμερα ο απόστολος Παύλος, προκειμένου να δείξει ότι η ζωή των χριστιανών πέρα από δοκιμασίες, θλίψεις και στεναχώριες έχει επίσης πολλές ευεργεσίες από τον Θεό, ο οποίος δίνει απλόχερα την χάρη του στα παιδιά του και κάποιες φορές τα ενισχύει ακόμα και με εμπειρίες που ξεπερνούν τα ανθρώπινα μέτρα. Γνωρίζω, μάς λέει, άνθρωπο, ο οποίος πριν από δεκατέσσερα χρόνια ηρπάγη μέχρι τον τρίτο ουρανό - δεν γνωρίζω αν η εμπειρία του αυτή ήταν μόνο πνευματική ή μαζί με το σώμα, ο Θεός το γνωρίζει -, ανέβηκε λοιπόν μέχρι τον παράδεισο και άκουσε άρρητα ρήματα, τα οποία δεν επιτρέπεται άνθρωπος να εκφέρει. Ππροηγουμένως, έχει περιγράψει τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τις ατιμώσεις, τους λιθοβολισμούς και τα ραβδίσματα που υπέμεινε για χάρη του Χριστού και του Ευαγγελίου, για τα οποία και καυχάται, και τον τρόπο με τον οποίο διέφυγε την μήνη του Αρέθα, κατεβαίνοντας το τείχος της Δαμασκού μέσα σε καλάθι. Και δεν το έπραξε αυτό προκειμένου να γλιτώσει το μαρτύριο, αλλά για να συνεχίσει, αν και πολεμούνταν από παντού, να κηρύττει το Ευαγγέλιο σε όλη την οικουμένη. Προσθέτει λοιπόν στα βάσανα και στους πειρασμούς την θεϊκή οπτασία, τονίζοντας ότι δεν συμφέρει να καυχάται γι αυτήν επειδή αποτελεί αποκάλυψη του Θεού, και όχι ανθρώπινο επίτευγμα. Γι αυτό και την παρουσιάζει σαν να την έζησε κάποιος άλλος και όχι ο ίδιος. Ανέβη λοιπόν στον ουρανό, και είδε την δόξα του παραδείσου και άκουσε άρρητα ρήματα, δηλαδή τους αγγελικούς και υπερουράνιους ύμνους. Και δεν υπήρξε μονάχα μία αποκάλυψη αλλά υπαινίσσεται κι άλλες πολλές και πάλι προσθέτει ότι δεν καυχάται γι αυτήν ούτε για τις πολλές αποκαλύψεις που έτυχε από τον Θεό, αλλά για τις αδυναμίες του, για τις ασθένειές του. Και για να μη υπερηφανεύομαι, συνεχίζει ο απόστολος Παύλος, μού έχει δοθεί βάσανο σωματικό, άγγελος του σατανά για να με χαστουκίζει. Και τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να φύγει από μένα, και μού απάντησε: «σού αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου στην ασθένεια τελειώνεται». Όλα αυτά τα αναφέρει ο απόστολος Παύλος, δηλαδή τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες που υπέστη προθύμως για τον Χριστό, και τις υπερουράνιες οπτασίες, και την ασθένεια ακόμα, για να ελέγξει την πλάνη των ψευδοαποστόλων οι οποίοι παρουσίαζαν τους εαυτούς τους σαν να ήταν απόστολοι και λυμαίνονταν την Εκκλησία του Χριστού. Δεν είναι παράδοξο, σχολιάζει ο ίδιος, εάν ο σατανάς μετασχηματίζεται σε άγγελο φωτός, το ότι οι διάκονοί του μετασχηματίζονται σε αποστόλους (βλ. Β' Κορ. 11.12 – 15). Εκείνοι όμως, και τότε και πάντοτε, οικειοποιούνται το έργο των αποστόλων προς ίδιον όφελος, και περιαυτολογούν δίχως στην πραγματικότητα να έχουν υποστεί το παραμικρό από όσα οι απόστολοι υπέμειναν για την αγάπη του Χριστού. Ενώ οι αληθείς απόστολοι ούτε για τις ταπεινώσεις που υπέστησαν περηφανεύονταν, πολύ δε περισσότερο απέκρυπταν επιμελώς τις πνευματικές τους εμπειρίες και αρκούνταν να διδάσκουν τον λαό του Θεού περί μετανοίας, φέρνοντας στο μέσον τις πτώσεις και τις αδυναμίες του, προκειμένου να καυχηθούν για την δύναμη του Θεού που αναπληροί τις ανθρώπινες αδυναμίες και να ενισχύσουν τους αδύναμους πνευατικά αδελφούς τους. Κι αν ακόμα είχαν βρεθεί μερικοί την εποχή εκείνη της πολυθεΐας, οι οποίοι νόμιζαν ότι οι απόστολοι ήταν θεοί εξαιτίας των θαυμάτων που συχνά επιτελούσαν, γι αυτόν τον λόγο ο Θεός επιτρέπει να συνυπάρχει μαζί με το θαύμα και η ασθένεια, δηλαδή για να μάς αποτρέψει από κάθε πλάνη. Και όπως έπλασε τον άνθρωπο από λαμπρή ψυχή και ασθενές σώμα, φανερώνει από τη μια την δύναμή του παρακινώντας όλους προς εργασίαν των εντολών του, και από την άλλη μάς δίνει αιτίες ώστε να μη υπερηφανευόμαστε για τις αρετές μας αλλά να ταπεινωνόμαστε εξαιτίας των σωματικών και πνευματικών ασθενειών μας. Ούτε πάλι η οποιαδήποτε ασθένεια ή πνευματική αδυναμία πρέπει να μάς αποθαρρύνει, γιατί αν ο απόστολος Παύλος, που έφθασε μέχρι τρίτου ουρανού, είχε ασθένειες, αν ο Πέτρος από αδυναμία αρνήθηκε τον Χριστό, αν ο Μωυσής σε μια στιγμή αδυναμίας οργίστηκε και έσπασε τις πλάκες της Διαθήκης, και πάλι όλοι τους όχι μόνο πέτυχαν την ευεργεσία του Θεού αλλά και πολλά θαυμαστά και μεγάλα, πολύ περισσότερο εμείς δεν χρειάζεται να αποθαρρυνόμαστε αλλά να έχουμε στραμμένη αδιάκοπα την ελπίδα μας στον Θεό. Αυτά επομένως έχοντες κατά νου, ας μάθουμε να είμαστε μετριοπαθείς και να μη καυχώμαστε ούτε για τον πλούτο, ούτε για οτιδήποτε άλλο από τα βιοτικά πράγματα, αλλά για τις ύβρεις που υπομένουμε για τον Χριστό, και πάλι μόνο όταν παραστεί ανάγκη πνευματική. Κι άμα δεν είναι ανάγκη και κατεπείγον, ούτε αυτές να μνημονεύουμε, γιατί κινδυνεύουμε να πέσουμε σε υπερηφάνεια. Αλλά να ενθυμούμαστε τις αμαρτίες μας κι να κινούμε τα νοήματα της καρδιάς μας προς τον φιλάνθρωπο και ελεήμονα Θεό. Με τον τρόπο αυτό θα απαλλαγούμε εύκολα από αυτές και θα ελκύσουμε το έλεος του Θεού και θα κερδίσουμε την χάρη της αιωνίου ζωής. Αμήν. --- 
Πηγή: Απλά και Ορθόδοξα: http://xerouveim.blogspot.gr/2014/10/19-10-2014.html
Κήρυγμα Κυριακῆς 19.10.2014

«Ἡ ἀσθένεια εὐεργετική στήν ζωή τοῦ ἀνθρώπου»

     Εἶναι γνωστό τοῖς πᾶσι ὅτι τόν Ἀπόστολο Παῦλο τόν ἐβασάνιζε μία ἀσθένεια, μία ἀρρώστια, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος τό ὁμολογεῖ καί θά ἀκούσουμε κατά τό αὐριανό Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα. Ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει καί λέγει ὅτι «ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατάν» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 7), βεβαίως ὅμως συμπληρώνει ὅτι ὁ «σκόλοψ» αὐτός ἦταν εὐεργετικός γιά τόν ἴδιο, γιατί τόν ἐμπόδιζε ἀπό τήν ἔπαρση καί τόν ἐγωϊσμό, πού θανατώνει τήν ψυχή. «Ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι» ἔτσι ἐκφράζεται ὁ μέγας Παῦλος γιά τήν ἀσθένεια, κάτι πού ἐμεῖς δύσκολα λέμε ἕως καί καθόλου.

     Ἴσως νά φαίνεται κάπως περίεργη αὐτή ἡ σύνδεση, σέ σχέση αἰτίου καί ἀποτελέσματος, μεταξύ ἑνός κακοῦ πού εἶναι ἡ ἀσθένεια καί ἑνός καλοῦ πού εἶναι ἡ ἀποφυγή τοῦ ἐγωϊσμοῦ. Ὡστόσο ὅσο θεωρητικά ὅσο καί πρακτικά ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀλήθεια αὐτῆς τῆς σχέσεως σέ συνδυασμό βέβαια μέ τά ὑποκειμενικά δεδομένα τοῦ καθενός μας. Αὐτό τό τελευταῖο ἔχει σημασία γιατί, ὅπως καί ἄλλοτε εἴπαμε, ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῶν καταστάσεων πού μᾶς συμβαίνουν ἐξαρτᾶται, σέ μεγάλο βαθμό ἀπό τήν προσωπική μας τοποθέτηση ἀπέναντι στήν προηγούμενη σχέση. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι συμφωνοῦν στήν ἐπιθυμία νά μήν δέχωνται ἐπισκέψεις πού φέρουν μαζί τους πόνο καί ὀδύνη. Δέν εἶναι ὅμως ὅλα τέτοιες ἐπισκέψεις οὔτε στήν μέθοδο πού χρειάζεται γιά τήν ἀντιμετώπισή τους. Δέν θά ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μέ τό πρόβλημα πού ἐξετάζει τήν προέλευση τοῦ κακοῦ στόν κόσμο. Μᾶς ἀρκεῖ ἡ ἀντικειμενική διαπίστωση πού ὑπάρχει τό κακό διάχυτο δίπλα μας καί πολλές φορές καί μέσα μας. Ὅσο ἑτοιμότεροι βρεθοῦμε γιά νά προσαρμοσθοῦμε στήν πραγματικότητα αὐτή, τόσο πιό κερδισμένοι θά εἴμαστε. Ἐκεῖνο πού μᾶς χρειάζεται σήμερα εἶναι νά μελετήσουμε τό χριστιανικό παράδοξο πού ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος ἀλλοῦ μᾶς λέγει: «Ὅταν ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμί» γιατί σ΄ αὐτό κρύβεται ἡ μυστική δύναμη πού ξεπηγάζει μέσα ἀπό τίς θλίψεις καί καθιστᾶ τήν παρουσία τους γόνιμη καί εὐεργετική. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι πολύ δύσκολες γιά ὅλους μας οἱ στιγμές πού δεχόμαστε μία ἐπίσκεψη «ἐν ράβδῳ». Κι αὐτός ἀκόμη ὁ μεγάλος Παῦλος μέ τόν ἀσύγκριτο σέ δυναμισμό χαρακτήρα του καί μέ τίς τεράστιες πνευματικές δυνατότητες ἔνοιωσε τήν ἀνάγκη νά ἀποβάλλει τό φορτίο τοῦ πόνου. Γι’ αὐτό καί ζήτησε ἀπό τόν Θεό τήν ἀπαλλαγή του. Θέση καθαρά ἀνθρώπινη καί καλοδεχούμενη. Δέν μᾶς ἀπαγορεύεται νά ζητᾶμε αὐτή μας τήν ἀπαλλαγή. Καί ὁ Κύριος ὡς ἄνθρωπος τήν ζήτησε λίγο πρίν τό μαρτύριό του. Ὅμως ὅταν ἡ βουλή τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετική ἀπ’ τήν δική μας, ξεπροβάλλει μπροστά μας τό καθῆκον τῆς ὑποταγῆς στό θεῖο θέλημα, ὄχι τόσο διά λόγους, θά λέγαμε, πειθαρχίας ὅσο γιατί μᾶς χρειάζεται νά γευθοῦμε τίς ὠφέλειες πού χαρίζει στόν ὅλο ἄνθρωπο ἡ θλίψη. Συχνά ὁ Θεός ἀπό τήν πίκρα τῶν κακῶν πού μᾶς βρίσκουν βγάζει τήν γλυκύτητα τῶν καλῶν πού ἀκολουθοῦν. Ὅταν θλιβόμαστε ζοῦμε σέ μία εἰδική ἀτμόσφαιρα, πού μᾶς συγκλονίζει ἐνῶ ταυτόχρονα ἀναδεικνύει τεράστιες κρυμμένες ψυχικές δυνάμεις μέσα μας. Μέ τήν δύναμή τους καί μέ τήν χάρη πού ὁ Θεός προσφέρει, γινόμαστε τότε ἄλλοι ἄνθρωποι, βλέπουμε ἀπό ἕνα τελείως διαφορετικό πρῖσμα τόν κόσμο, ὁδηγούμαστε στήν ἀληθινή φιλοσοφία τῆς ζωῆς, παίρνουμε γεύση τῶν ἀληθινῶν διαστάσεων τοῦ εἶναι μας, παύουμε νά ζοῦμε μέ ψευδαισθήσεις καί προσγειωνόμαστε ὁμαλά καί κυρίως νοιώθουμε τήν ἀναγκαιότητα τῆς δυναμικῆς σχέσεως πού πρέπει νά μᾶς συνδέει μέ τόν οὐρανό, πρᾶγμα πού ἀποτελεῖ τό μεγαλύτερο κέρδος μας. Αὐτό τό ἔχει κατανοήσει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὥστε ἔφθανε στό σημεῖο νά διακηρύσσει ὅτι εὐφραίνεται καί χαίρεται ὅταν ἀρρωσταίνει, ὅταν βρίσκεται σέ ἀνάγκη, σέ διωγμούς, σέ στεναχώριες. «Εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 10).

     Ἡ πείρα τοῦ πόνου χαρίζει στόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν τήν αἴσθηση τῆς θείας δυνάμεως καί ἡ ἀντιμετώπιση τῆς δικῆς τους ἀδυναμίας στό χῶρο τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ, τόν καθιστοῦσε μέτοχο μιᾶς ἀληθινῆς θείας δωρεᾶς πού δέν μποροῦσε νά ἀντικατασταθεῖ μέ τίποτε. Τό ἴδιο συμβαίνει καί σήμερα μέ τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν μάθει νά ἀντλοῦν ἀπό τίς θλίψεις πνευματικά ὠφέλη.

     Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί πιστεύουν στήν ἀγάπη καί στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καί συμπεριφέρονται ἀνάλογα, ὄχι γιατί δέν μποροῦν τίποτε ἄλλο νά κάνουν ἀλλά γιατί εἶναι βέβαιο πώς πίσω ἀπό κάθε τι πού τούς συμβαίνει κρύβεται ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ πού κατευθύνει τήν ἱστορία καί καθορίζει τά πάντα. Ἔτσι, ἐξηγεῖται γιατί ἔπειτα ἀπό τίς ἐμπειρίες αὐτές ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε πώς ὅταν ἀσθενεῖ καί θλίβεται τότε νοιώθει νά εἶναι δυνατός. Αὐτό τό νόημα πώς τό καμίνι τῶν θλίψεων ἐξασφαλίζει στόν ἄνθρωπο τήν αὐτοσυνειδησία του, γυμνάζει τήν θέληση καί πρό πάντων χαρίζει τήν θεία χάρη. Ὅσο περισσότερο αἰσθανόμαστε τήν ἀδυναμία μας, στόν καιρό τοῦ πειρασμοῦ, τόσο περισσότερο ἑτοιμαζόμαστε γιά νά δεχθοῦμε τοῦ Κυρίου τήν ἐνίσχυση καί σέ τελευταία ἀνάλυση μετέχουμε σ’ αὐτή. Γι’ αὐτό καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυχιόταν γιά τίς ἀσθένειές του.

     Ἄν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀδελφοί μου, ἤξεραν τήν πνευματική ἀξία τῶν διαφόρων «σκολόπων» στήν ζωή τους, θά εὕρισκαν καί τήν δύναμη γιά νά τούς ὑπομείνουν.
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ Ευαγγέλιο: 7,11-16

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Εν ολίγοις

Το σημερινό ευαγγέλιο μας παρουσιάζει ένα θλιβερό γεγονός. Μία χήρα μητέρα συνοδεύει το νεκρό μονάκριβο παιδί της στον τάφο. Τη νεκρώσιμη πομπή συνάντησε ο Χριστός στην πόλη Ναϊν. Εκεί έρχεται αντιμέτωπος με το πιο βασανιστικό πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης, το πρόβλημα του θανάτου.  Στην είσοδο της πόλεως ο Κύριος και η συνοδεία Του συναντά οδυρόμενη μια  χήρα μητέρα, που κήδευε το μονάκριβο παιδί της. Την σπλαχνίζεται, την πλησιάζει και της λέει παρηγορητικά: « Μη κλαίε». Μην κλαίς. Πλησιάζει τη σορό και ως εξουσίαν έχων δίνει εντολή στο νεκρό παιδί: «Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι». Και ο πρώην νεκρός νέος ανασηκώνεται και άρχισε να μιλά. Αυτό είναι ένα δείγμα ότι έχει επιστρέψει στον κόσμο των ζώντων. Ο Χριστός παραδίδει τον αναστημένο γιο της χήρας, ενώ όσοι παρακολουθούν το γεγονός έλεγαν: «μεγάλος προφήτης εμφανίσθηκε ανάμεσά μας», και «ότι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού».
To γεγονός της ανάστασης του γιού της χήρας της Ναίν το αναφέρει μόνο ο ευαγγελιστής Λουκάς και έχει ως σκοπό να ρίξει φως στο δράμα της ζωής και του θανάτου. Ο θάνατος είναι η κατάλυση της ζωής και μπήκε στον κόσμο μετά την πτώση του ανθρώπου και είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και της διακοπής των σχέσεών του με τον Θεό που είναι η πηγή της ζωής. Ο θάνατος πάντα μας δημιουργεί τρομακτικά συναισθήματα και μας αιφνιδιάζει, γιατί είναι κάτι έξω από τη φύση του ανθρώπου. Ο Χριστός δεν έχει καμία σχέση με τον θάνατο, αλλά με τη ζωή και αυτό φαίνεται από τις νεκραναστάσεις του ευαγγελίου και με την δική του Ανάσταση.
Ο θάνατος κατανικήθηκε με την παρουσία του Χριστού στον κόσμο και σε καμία περίπτωση δεν είναι η τελική πορεία της ζωής. Και τούτο γιατί έχασε τη δύναμή του. «Πού σου θάνατε το κέντρον; Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι». Και αυτό το διαπιστώνουμε στην περίπτωση της αναστάσεως του νεκρού νέου της Ναίν. Η παρουσία του Χριστού και ο κόσμος που εγκαινιάζει είναι ένας κόσμος φωτός, ζωής και ανάστασης.
Εξ άλλου κεντρικό θέμα της Καινής Διαθήκης είναι η ζωή και η ανάσταση και  όχι ο θάνατος. Και η ανάσταση δεν είναι μία θεωρητική έννοια, αλλά έχει χαρακτήρα σωτηριολογικό. Ο Χριστός φέρνει την ανάσταση σ’ όλους τους ανθρώπους και έρχεται να κηρύξει για την ανάσταση και να την κάνει πραγματικότητα. Έτσι το γεγονός του θανάτου από μία γενική θλιβερή  και αποτρόπαια πραγματικότητα γίνεται ένα είδους ύπνου, αναγκαίο όμως όπως και σκληρό. Ένα πέρασμα από την προσωρινότητα στην αιωνιότητα. Ο Χριστός είπε στη μητέρα του νεκρού παιδιού της: «Μην κλαίς», όπως είπε και άγγελος στη Μαγδαληνή μπροστά στο κενό μνημείο: «Γύναι, τι κλάιεις;» Τώρα όλα γεμίζουν από φως γιατί η ελπίδα και η χαρά ήρθαν ξανά στον κόσμο.
Ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία δακρύων και αδιεξόδων. Δεν αποδέχεται τον θάνατο ως ένα κάτι το φυσικό και τετελεσμένο. Ο αναστημένος Χριστός έρχεται να δώσει χαρά και ζωή στους ανθρώπους που κτυπιούνται από το κεντρί του θανάτου: «Την Χαράν την εμήν δίδωμι ημίν». Και η ανάσταση γίνεται «ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» οι άνθρωποι.
Αξιοπρόσεκτη είναι  η κατακλείδα του σημερινού ευαγγελίου. Η ανάσταση του νεκρού νέου της Ναϊν έγινε γνωστό σ’ όλη τη χώρα από την Γαλιλαία μέχρι την Ιουδαία. Όλοι θαύμασαν και δοξολογούσαν τον Θεό. Και όπως γνωρίζουμε δοξάζει κανείς τον Θεό, όταν νοιώθει χαρούμενος και πληρωμένος. Ε, λοιπόν η ανάσταση μας οδηγεί στο «περισσόν» της ζωής και ο άνθρωπος από βιολογική μονάδα γίνεται ένα όν δοξολογούμενον.
H ανάσταση του νεκρού νέου της Ναϊν σηματοδοτεί μία βαθιά θεολογική σημασία. Ο κόσμος καλείται από τη ζωή της φθοράς και της οδύνης να γίνει κόσμος χαράς και αναστάσιμης ζωής. Ένας κόσμος που θα διαποτίζεται από την παρουσία του Χριστού που φέρνει στον κόσμο το μήνυμα της ανάστασης και της ζωής. Μιας ζωής που θα εκδηλώνεται ως φιλάνθρωπη πράξη απέναντι το συνάνθρωπο όχι από οίκτο ή λύπη, αλλά από το περίσσευμα της καρδιάς. Οι πιστοί καλούνται ιδιαίτερα σήμερα να πράττουν το αγαθό ως αποτέλεσμα της αναστάσιμης ζωής και το αναστάσιμο πνεύμα να χαρακτηρίζει κατά πάντα και δια πάντα την αναστάσιμη πνευματικότητα τους.

Καλή Αναστάσιμη Κυριακή

π. γ. στ.
Κυριακή Γ΄ Λουκά –Ο Μεγάλος Παιδαγωγός

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ  ΙΘ΄Κυριακής : Β´ Κορ. ια´ 31-33, ιβ´ 1-9
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ της Κυριακής : Λουκ. ζ´ 11-16
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
1. Μετριόφρονες καὶ προσεκτικοὶ
Στὴ σημερινὴ ­ἀποστολι­κὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν Β΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ ὁ ἀ­­πό­στολος Παῦλος ἀναγκά­ζεται νὰ ­ὑπερασπισθεῖ τὴν ἀποστολική του ­ἰδιότητα ἀ­­­πέναντι σὲ ὅσους τὴν ­ἀμφισβητοῦσαν καὶ δη­μι­­ουρ­γοῦσαν ­σχίσματα με­τα­­­ξὺ τῶν χριστιανῶν. Ἔτσι ἀ­­­να­φέρει γιὰ ­πρώτη φορὰ ὅτι εἶδε ­οὐράνιες ­ὀπτασίες. Πρόκειται γιὰ ἕνα ­μυστι­κὸ ποὺ εἶχε καλὰ κρυμμένο ­δε­κατέσσερα χρόνια, καὶ τώ­­­­ρα ἀναγκάζεται νὰ τὸ ἀ­­­πο­­καλύψει, γιὰ νὰ ἀποστο­μώσει τοὺς κατηγόρους του. Γράφει: «οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων... ὅτι ἡρπάγη εἰς τὸν παράδεισον καὶ ἤκουσεν ἄρρητα ­ρήματα, ἃ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώ­πῳ λαλῆσαι». Γνωρίζω ἕναν ἄνθρωπο ποὺ βρίσκεται σὲ στενὴ σχέ­­­ση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα ­χρόνια ­ἁρπάχθηκε καὶ μεταφέρθηκε στὸν Παράδεισο κι ἄκουσε λόγια ποὺ ­κανένας ἄνθρωπος δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὰ ἐκ­φράσει, κι οὔτε ἐ­­πι­τρέπεται νὰ τὰ πεῖ λόγῳ τῆς ἱερότητάς τους.

Εἶναι φανερὸ ὅτι τὶς οὐράνιες αὐτὲς ἀποκαλύψεις δὲν τὶς δέχθηκε κάποιο ἄλλο πρόσωπο ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ Κύριος τοῦ ­ἀπεκάλυψε ­ἀνείπωτη δόξα καὶ θεϊκὴ ­λαμπρότητα, προκειμένου νὰ τὸν ἐνισχύσει καὶ νὰ τὸν στερεώσει στὴν ἀ­­­­­­πο­στολική του δι-α­κονία. ­Ὡστόσο ὁ οὐ­­­ρανοβάμων Ἀπόστολος ταπει­νὰ σιω­ποῦσε ἐπὶ 14 χρόνια, κι ὅταν χρειάστη­κε νὰ ­μιλήσει γι’ αὐτά, τὰ περιέγραψε μὲ πολ­λὴ μετριοφροσύ­νη, λιτότητα καὶ φόβο Θεοῦ.
Ἐμεῖς, ἂν βλέπαμε ἔστω μία ἀπὸ αὐ­­­­­­τὲς τὶς ὀπτασίες, πόσο εὔκολα θὰ σπεύ­δαμε νὰ τὶς κοινοποιήσουμε καὶ νὰ διαφημίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας!
Ὑπάρχουν χριστιανοὶ ποὺ νομίζουν ὅτι βλέπουν ὁράματα καὶ ἀποκαλύψεις, καὶ εὔκολα τὰ διαδίδουν. Ὅμως οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς συνιστοῦν νὰ εἴμαστε πο­λὺ ἐπιφυλακτικοὶ σὲ τέτοια σημεῖα, διότι καὶ «αὐτὸς ὁ σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14). Ἄλλωστε δὲν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ὁράματα γιὰ νὰ πιστέψουμε. Στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν πατερικὴ διδασκαλία μᾶς ἔχει ἀποκαλυφθεῖ ὅ,τι εἶναι ­χρήσιμο γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
2. Ὁ Κύριος μᾶς ἀσφαλίζει
Τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι ὁ παντοδύναμος Κύριος, ποὺ χάρισε στὸν ἀπόστολο Παῦλο τέτοιες ἐξαιρετικὲς ἐμπειρίες, παράλληλα ἐπέτρεψε ὥστε ὁ πιστὸς δοῦλος Του νὰ περάσει μεγάλη δοκι­μασία. Μία ­χρόνια ἀσθένεια ἀπὸ τὴν ὁ­­­ποία δὲν μπο­ροῦσε νὰ ­ἀπαλλαγεῖ, παρὰ τὴ θερμὴ προσευ­χὴ ποὺ ἔκαμνε. Ἀλλὰ ὁ φω­τι­σμένος Ἀπό­στο­λος δὲν δυ­­σ­ανασχέτησε. ­Γράφει: «Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀ­ποκα­λύψεων ἵνα μὴ ὑπερ­αί­ρωμαι, ἐδόθη μοι σκό­λοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σα­τᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπε­ραί­ρωμαι»· δηλαδή, ­ἐξαιτίας τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων ­ἀποκαλύψεων ­ἐ­­πέ­­­τρε­ψε ὁ Θεὸς καὶ μοῦ δόθηκε ἀρρώστια ἀ­­­θε­ράπευτη σὰν ἀγκαθωτὸ ξύλο στὸ σῶ­μα, ἄγγελος τοῦ σατανᾶ, γιὰ νὰ μὲ χτυ­πάει στὸ πρόσωπο καὶ νὰ μὲ τα­λαιπωρεῖ, ὥστε νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι.
Τί νὰ πρωτοθαυμάσει κανείς; Τὴν ἀ­­γάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ παιδαγωγεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ τόση σοφία, ἢ τὴν ἀρετὴ τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου, ὁ ὁποῖος δέχθηκε ταπεινὰ τὴν ἀσθένεια καὶ ὑποτάχθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ ἐμπιστοσύνη;... Κατάλαβε ὁ ἅγιος Ἀπόστολος ὅτι ὕστερα ἀπὸ τόσες ἀποκαλύψεις κινδύνευε ἀπὸ τὸν πειρασμὸ τῆς ὑπερηφανείας καὶ εἶδε τὴν ἀσθένεια ὡς τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ ποὺ τὸν συγκρατοῦσε.
Κάθε δοκιμασία ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θε­ὸς στὴ ζωή μας ἔχει τὸν σκοπό της. Ἂς τὴ δεχόμαστε μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν πάνσοφη πρόνοιά Του.
3. Δὲν μᾶς ἀφήνει μόνους
Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ποὺ ἐπέτρεψε τὴ δοκιμασία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, τοῦ ἔδωσε καὶ τὴ χάρη γιὰ νὰ τὴν ἀντιμετωπίσει. Στὶς ἐπανειλημμένες προσευχὲς τοῦ πιστοῦ δούλου Του ἀπάντησε: «ἀρκεῖ σοι ἡ χάρη μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται»· σοῦ εἶναι ἀρκετὴ ἡ χάρη ποὺ σοῦ δίνω. Διότι ἡ δύναμή μου ἀναδεικνύεται τέλεια, ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀσθενής, καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα καὶ θαυμαστά.
Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ στοργικὸς Πατέρας ὁ Ὁποῖος, μαζὶ μὲ τὴν ὅποια ὀδυνηρὴ δοκιμασία, δίνει εἰδικὴ χάρη καὶ δύναμη γιὰ νὰ τὴν ἀντιμετωπίσουμε. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, ποὺ εἶχε προσωπικὴ πείρα ἀπὸ δοκιμασίες, μᾶς βεβαιώνει σὲ ἄλλο σημεῖο ὅτι ὁ παντοδύναμος Κύριος «ποιήσει σὺν τῷ πειρασμῷ καὶ τὴν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγ­κεῖν», δηλαδή: μαζὶ μὲ τὸν πειρασμὸ θὰ φέρει καὶ τὸ τέλος του, ὥστε νὰ μπορεῖτε νὰ τὸν ἀντέξετε (Α΄ Κορ. ι΄ 13).
Δὲν μᾶς ἀφήνει μόνους ὁ Θεός. Ἀκόμη καὶ στὶς πιὸ σκληρὲς δοκιμασίες εἶ­ναι δίπλα μας καὶ μᾶς δίνει πλούσια τὴ χάρη Του, ὥστε νὰ φανερώνεται καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸ μεγαλεῖο τῆς δυ­νά­μεώς Του καὶ ἡ δόξα ποὺ ­περιμένει τοὺς πιστοὺς δούλους Του.

Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
Κυριακή Γ΄ Λουκά - «Καὶ εἶπε, νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν».

Ἀπόστολος: Β´ Κορ. ια´ 31-33, ιβ´ 1-9
Εὐαγγέλιον: Λουκ. ζ´ 11-16
Ἦχος: β´. —Ἑωθινόν: Η´
«Καὶ εἶπε, νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. Καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν».
Ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς παρουσιάζει μία θλιβερὴ καὶ δυσάρεστη εἰκόνα, μία νεκρικὴ πομπή, ποὺ συνόδευε ἕνα νεκρό, νεαρὸ σὲ ἡλικία. Καὶ ἡ πιὸ τραγικὴ μορφὴ ἦταν ἡ χήρα μητέρα του, ποὺ θρηνοῦσε τὴν ἀπώλεια τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ της. Πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Ναῒν συνόδευαν τὴν χήρα μητέρα καὶ τὸν νεκρό της υἱὸ προσπαθώντας νὰ συμπαρασταθοῦν, ἀλλὰ καὶ ἀνήμποροι νὰ ἀντιδράσουν ἐμπρὸς στὸ τελεσίδικο γεγονὸς τοῦ θανάτου.

Αὐτὴν τὴν νεκρικὴ πομπὴ συναντᾶ μία ἄλλη συνοδεία, αὐτὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν μαθητῶν Του. Ὁ Χριστός, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ζωῆς, συναντᾶ τὸν πονεμένο ἄνθρωπο, ποὺ ἐμπρὸς στὸν θάνατο αἰσθάνεται ἀνίσχυρος. Ὁ πόνος καὶ ἡ θλίψη, ποὺ προξενοῦν στὸν ἄνθρωπο ἡ ἀπώλεια τοῦ θανάτου, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς παρακοῆς καὶ τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων, συνοδεύουν τὴν ἀνθρωπότητα καὶ καταλήγουν στὴν φθορὰ καὶ τὸν θάνατο. Μέχρι πρὶν τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἀντιμετωπιζόταν ὡς τὸ ἀναπόφευκτο τέλος τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως, κάτι ποὺ γέμιζε τὸν ἄνθρωπο μὲ φόβο, ἄγχος καὶ ἀπελπισία.
Ὅμως, μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ, τὴν θυσία Του πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, πλέον ἡ ἐξουσία τοῦ θανάτου πάνω στὸν ἄνθρωπο παύει νὰ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπόλυτο γεγονός. Πλέον, μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως, ὁ θάνατος λογίζεται ὡς μία μετάβαση ἀπὸ τὴν ἐπίγειο ζωή πρὸς τὴν αἰωνιότητα. Ὁ νεκρὸς θεωρεῖται ὡς κεκοιμημένος, ποὺ ἀναμένει τὴν τελικὴ Ἀνάσταση τῶν νεκρῶν στὴν Δευτέρα Παρουσία.
Αὐτὴν τὴν νέα ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου παρέχει ὁ Χριστὸς στοὺς ἀνθρώπους. Ὅταν λοιπὸν συνάντησε τὴν χήρα τῆς Ναΐν, συγκινήθηκε ἀπὸ τὸ δράμα της καὶ φρόντισε νὰ τὴν παρηγορήσει, λέγοντάς της νὰ μὴ κλαίει. Καὶ ἀμέσως ἀνέστησε τὸν νεκρὸν υἱόν της μὲ τρόπο, ποὺ φανέρωνε τὴν θεϊκή Του δύναμη καὶ κυριαρχία ἐπὶ τοῦ θανάτου, καὶ μὲ μία εὐκολία ποὺ νοηματοδοτεῖ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ὡς μία κατάσταση ἐγέρσεως ἐκ τοῦ ὕπνου.
Ἐπιτελεῖ ὁ Κύριος τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν ἔτσι ἁπλά, μὲ ἕνα Του λόγο, σὰν νὰ ξυπνάει κάποιο κεκοιμημένο. Καὶ σὲ ἀνάλογες περιπτώσεις, ὅπως αὐτὴ τῆς ἐγέρσεως τοῦ Λαζάρου (Ἰω. ια´ 4) ἢ τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου (Λουκ. η´ 52), ὅπου ὁ Κύριος παρηγορεῖ τοὺς θλιμμένους συγγενεῖς λέγοντάς τους ὅτι οἱ ἄνθρωποί τους καθεύδουν, καὶ ὁ Ἴδιος πρόκειται νὰ τοὺς ἐξεγείρει ἐκ τοῦ ὕπνου τοῦ θανάτου.
Αὐτὴ εἶναι μία σημαντικὴ ἀλλαγὴ στὸν τρόπο, ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει τὸ ὄντως φοβερὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Πλέον ὁ θάνατος δὲν εἶναι ὁ ἀκατανίκητος ἐχθρός. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς ἀντλεῖ δύναμη καὶ ἐλπίδα ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Δὲν φοβᾶται πλέον τὸν θάνατο, ὅταν ζεῖ τὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἀντιμετωπίζει τὸν θάνατο μὲ γαλήνη καὶ ἠρεμία, ποὺ τοῦ παρέχει ἡ βεβαιότητα τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς καὶ τῆς Ἀναστάσεως. Αὐτὴ ἡ πίστη κάνει τὴν μεγάλη διαφορὰ στὸν τρόπο, ποὺ οἱ πιστοὶ στέκονται ἐμπρὸς στὸν θάνατο.
Γιὰ τοὺς χριστιανοὺς ὁ θάνατος δὲν ἀποτελεῖ τὸ τέλος, ἀλλὰ εἶναι μία ἔξοδο ἀπὸ τὴν παροῦσα ἐπίγειο ζωή καὶ μετάβαση στὴν αἰωνιότητα, ὅπου ἐκεῖ ἡ ψυχὴ ἀναμένει νὰ συναντηθεῖ μὲ τοὺς ἄλλους προσφιλεῖς κεκοιμημένους μέχρι τὴν Ἀνάσταση στὴν Δευτέρα Παρουσία.
Ἔτσι, ὁ θάνατος ὁδηγεῖ στὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητα, ὅπου ὁ ἄνθρωπος θὰ γεύεται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὅπως οἱ Πρωτόπλαστοι στὸν Παράδεισο.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει τοὺς χριστιανούς, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχουν τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως, νὰ μὴ λυποῦνται καὶ νὰ θρηνοῦν ὑπερβολικῶς γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ θανάτου (Α´ Θεσ/νικεῖς δ´ 13-16). Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀποτελοῦν μεγάλη παρηγορία καὶ πνευματικὴ ἐνίσχυση γιὰ τοὺς θλιβομένους καὶ τοὺς πενθοῦντες.
Τὸ θαῦμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναῒν προκάλεσε μεγάλη κατάπληξη στοὺς ἀνθρώπους. Ἦταν ὁπωσδήποτε ἕνα ἐξαιρετικὸ γεγονός, ποὺ γέμισε τοὺς παρόντες μὲ αἰσθήματα δέους, ἀλλὰ καὶ δοξολογίας πρὸς τὸν Θεό. Ἐθεώρησαν τὸ γεγονὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ νεκροῦ νέου ὡς σημάδι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἀρχική τους ἔκπληξη μετετράπη σὲ ἱερὸ δέος γιὰ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ δοξολογία γιὰ τὸ θεϊκὸ μεγαλεῖο. Οἱ εὐαίσθητες ψυχὲς πάντοτε συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ σημάδια τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καὶ καταλαμβάνονται ἀπὸ δέος καὶ ἱερὰ κατάνυξη ἐμπρὸς στὰ μεγαλεῖα καὶ τὰ θαυμάσια τοῦ Θεοῦ.
Ἀπὸ δικῆς μας πλευρᾶς, ὀφείλουμε νὰ δοξάζουμε τὸν Κύριο γιὰ τὴν βεβαία ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως, ποὺ μᾶς παρέχει, νὰ σκεπτόμαστε τὰ μετὰ θάνατον, τὴν αἰώνιον ζωήν, καὶ νὰ φροντίζουμε νὰ εἴμαστε πνευματικῶς προετοιμασμένοι γιὰ τὸ γεγονὸς τοῦ θανάτου, ποὺ δὲν πρέπει νὰ μᾶς τρομάζει, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ ἐνδεχόμενο αἰφνιδίου θανάτου. Πάντοτε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι, νὰ ζοῦμε ἐν Κυρίῳ, μὲ μετάνοια καὶ ἐξομολόγηση, ὁπότε, ὅποια στιγμὴ μᾶς καλέσει ὁ Κύριος κοντά Του, νὰ πορευθοῦμε τὴν ὁδὸν τοῦ θανάτου, ποὺ μετάγει εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν.
Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΘ΄ 19-10-2014

Σήμερα ἀκούσαμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο νὰ λέει: «Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς καὶ Πατέρας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἂς εἶναι εὐλογημένο τὸ ὄνομά του στοὺς αἰῶνες, ξέρει ὅτι δὲν λέω ψέματα. Στὴ Δαμασκό ὁ διοικητής-ἐκπρόσωπος τοῦ βασιλιᾶ Ἀρέτα ἔβαλε φρουροὺς σὲ ὅλη τὴν πόλη, γιὰ νὰ μὲ συλλάβει. Μέσα, ὅμως, ἀπὸ ἕνα ἄνοιγμα τοῦ τείχους μὲ κατέβασαν μὲ καλάθι καὶ ξέφυγα ἀπὸ τὰ χέρια του. Δὲν μὲ συμφέρει βέβαια νὰ καυχηθῶ· θὰ τὸ κάνω ὅμως, γιατί πρόκειται γιὰ ὁράματα κι ἀποκαλύψεις ποὺ μοῦ χάρισε ὁ Κύριος. Ξέρω ἕναν ἄνθρωπο πιστό, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ δεκατέσσερα χρόνια ἀνυψώθηκε μέχρι καὶ τὸν τρίτο οὐρανό· δὲν ξέρω ἂν ἦταν μὲ τὸ σῶμα του ἢ χωρὶς τὸ σῶμα, αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸ ξέρει. Ξέρω ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος - ἦταν μὲ τὸ σῶμα ἢ χωρὶς τὸ σῶμα δὲν τὸ ξέρω, ὁ Θεὸς τὸ ξέρει - μεταφέρθηκε ξαφνικὰ στὸν παράδεισο κι ἄκουσε λόγια ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ τὰ πεῖ ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο θὰ καυχηθῶ· γιὰ τὸν ἑαυτό μου, ὅμως, δὲν θὰ καυχηθῶ, παρὰ μόνο γιὰ τὶς ταλαιπωρίες μου. Ἅμα θελήσω, λοιπόν, νὰ καυχηθῶ, δὲν θὰ φανῶ ἀνόητος, γιατί θὰ πῶ τὴν ἀλήθεια. Τὸ ἀποφεύγω, ὅμως, μήπως ἐξαιτίας τοῦ μεγαλείου τῶν ἀποκαλύψεων, μὲ θεωρήσει κανεὶς παραπάνω ἀπ’ αὐτὸ ποὺ βλέπει ἢ ἀκούει ἀπὸ μένα. Γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι ὅμως, ὁ Θεός μοῦ ἔδωσε ἕνα ἀγκάθι στὸ σῶμα μου, ἕναν ὑπηρέτη τοῦ σατανᾶ νὰ μὲ ταλαιπωρεῖ, ὥστε νὰ μὴν ὑπερηφανεύομαι. Γι’ αὐτὸ τὸ ἀγκάθι τρεῖς φορὲς παρακάλεσα τὸν Κύριο νὰ τὸ διώξει ἀπὸ πάνω μου. Ἡ ἀπάντησή του ἦταν: «Σοὺ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατί ἡ δύναμή μου φανερώνεται στὴν πληρότητά της μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀδυναμία σου». Μὲ περισσότερη εὐχαρίστηση, λοιπόν, θὰ καυχηθῶ γιὰ τὶς ταλαιπωρίες μου, γιὰ νὰ κατοικήσει μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ».

Καθὼς βρισκόταν στὴν Δαμασκό ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κινδύνεψε νὰ συλληφθεῖ ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Ἀρέτα. Γι’ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ διαβάζουμε ἐκτενέστερα στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Ἐκεῖ βλέπουμε ὅτι προκαλοῦσε σύγχυση ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἄκουγαν καὶ ἔμεναν κατάπληκτοι καθὼς αὐτοὶ περίμεναν νὰ καταδιώξει τοὺς χριστιανοὺς, ὅπως ἔκανε καὶ προηγουμένως. Ἀντὶ, ὅμως, αὐτοῦ τούς ἀποδείκνυε ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ προκαλέσει τὴν ὀργή τους καὶ νὰ προσπαθήσουν νὰ τὸν σκοτώσουν. Μὲ τὴ βοήθεια, ὅμως τῶν πιστῶν ποὺ κατοικοῦσαν στὴν Δαμασκό κατάφερε νὰ διαφύγει τὴ σύλληψη. Βλέποντας βέβαια τοὺς ψευδαποστόλους νὰ προσπαθοῦν νὰ κλονίσουν τὴν ἐμπιστοσύνη τῶν χριστιανῶν τῆς Κορίνθου πρὸς τὸ πρόσωπό του, προχωρᾶ σὲ κάποιες ἀποκαλύψεις ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Κύριο. Τὸ κάνει αὐτὸ γιὰ τὴν ὠφέλεια τῶν πιστῶν, τονίζοντας ταυτοχρόνως ὅτι δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον του νὰ καυχιέται, ἀλλὰ ἀναγκάζεται νὰ τὸ κάνει ἐξαιτίας τῶν περιστάσεων. Μὲ τὴν καύχηση ὁ ἄνθρωπος προχωρᾶ στὴ ἔπαρση καὶ καταστρέφεται πνευματικά. Ἔχοντας μέσα του βαθιὰ ταπείνωση ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλᾶ σὲ τρίτο πρόσωπο, προσπαθώντας νὰ δείξει ὅτι πρόκειται γιὰ κάποιον ἄλλο ποὺ δέχθηκε τὶς ἀποκαλύψεις καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἴδιο. Μέσα ἀπὸ τὴν ἁρπαγή του στὸν παράδεισο ἔζησε μιὰ ξεχωριστὴ ἐμπειρία ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ἐξηγήσουμε μὲ τὴ λογική. Ἐκεῖ  ἄκουσε λόγια ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ τὰ πεῖ ἄνθρωπος. Τὸ ἐρώτημα ποὺ γεννιέται εἶναι, τί νὰ ἄκουσε καὶ νὰ εἶδε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ πεῖ; Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ ποὺ περιέχεται στὴν Ἅγια Γραφὴ εἶναι ἀρκετή. Εἶναι τόση ὅση χρειάζεται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἂν χρειαζόταν κάτι περισσότερο θὰ μᾶς εἶχε ἀποκαλυφθεῖ. Πάνω σὲ αὐτὴ τὴν ἀποκάλυψη οἰκοδομήθηκε ἡ Ἐκκλησία. Σ’ Αὐτὴν πρέπει νὰ στηρίζουμε μὲ βεβαιότητα τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα μας καἰ ὄχι σε χαρισματούχους…

Ἀπὸ τὶς μεγάλες ἀποκαλύψεις ποὺ εἶχε δεχθεῖ ὁ ἀπόστολος ὑπῆρχε ὁ κίνδυνος νὰ ὑπερηφανευθεῖ. Ἔτσι ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε ἕνα ἀγκάθι στὸ σῶμα του, ἕνα ἄγγελο τοῦ σατανᾶ, γιὰ νὰ τὸν ραπίζει, ὥστε νὰ ταπεινώνεται. Τὸ τί ἀκριβῶς ἦταν αὐτὸ τὸ ἀγκάθι στὸ σῶμα του ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσε, δὲν γνωρίζουμε. Κάποιοι ἑρμηνευτὲς ὑποστήριξαν ὅτι ἦταν οἱ πειρασμοὶ καὶ οἱ ταλαιπωρίες ποὺ συνάντησε στὸ ἔργο του, ἄλλοι ὅτι ἦταν διάφορα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀντιστάθηκαν στὴν διδασκαλία του, ἐνῶ κάποιοι ἄλλοι ὅτι πρόκειται γιὰ μιὰ χρόνια ἀσθένεια.

Ἀρκετὲς φορὲς στὴ ζωή μας ὑπερηφανευόμαστε γιὰ ἀσήμαντα πράγματα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος «ἠρπάγη εἰς τὸν παράδεισο», ἐντούτοις ὅμως δὲν καυχιέται. Μέσα λοιπὸν στοὺς διάφορους πειρασμούς, ποὺ συναντοῦμε καὶ ἐμεῖς φαίνεται πόσο μικροὶ καὶ ἀδύναμοι εἴμαστε. Μακάρι  ἐν συντριβῇ νὰ ζητοῦμε τὴν παντοδύναμη χάρη Του, γιὰ νὰ μποροῦμε μέσα ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς νὰ νιώθουμε τὸ ἄγγιγμα τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς δυναμώνει, ὅπως ἐκεῖνον τὸν μέγα τῶν ἐθνῶν Ἀπόστολο. Ἀμήν.
http://www.imkifissias.gr
ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)
παπα Γιώργης Δορμπαράκης

«Μη κλαίε… Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» (Λουκ. 7, 14)

α. Μία σκηνή γεμάτη από δραματική ένταση μας προβάλλει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: μία μάνα, χήρα γυναίκα, συνοδεύει το μονάκριβο παιδί της στην τελευταία του κατοικία. Μαζί της και πλήθος κόσμου, που συμπαρίσταται στη μάνα και θρηνεί την τραγικότητα της ζωής της. Και ξάφνου αλλάζουν όλα: ο θρήνος μετατρέπεται σε άφατη χαρά. Γιατί; Διότι εμφανίζεται Εκείνος που είναι η πηγή της ζωής, Εκείνος που σπλαχνιζόμενος τη μάνα ανασταίνει το παιδί της και της το παραδίδει ζωντανό και υγιές. Ο λαός μπροστά στο εκπληκτικό γεγονός μένει έκθαμβος, νιώθοντας ότι βρίσκεται μπροστά στην παρουσία του Θεού. Η δοξολογία προς Αυτόν είναι η μόνη αντίδρασή του.

β. 1. Η συνάντηση του Κυρίου με την εξόδιο πορεία στη Ναΐν θα πρέπει να σημειώσουμε καταρχάς ότι δεν είναι τυχαία. Ο Κύριος έρχεται ακριβώς για το πεθαμένο παιδί∙ να το αναστήσει και να το παραδώσει και πάλι στη μητέρα του. Έχει πλήρη επίγνωση, όπως σημειώνουν και οι ερμηνευτές Πατέρες της Εκκλησίας μας, ότι προεκτείνει εκείνο που συνέβη στην Παλαιά Διαθήκη με τον προφήτη Ηλία, ο οποίος κατά τον ίδιο τρόπο με τον Κύριο  ανέστησε με τη δύναμη του Θεού το πεθαμένο παιδί μίας χήρας και πάλι γυναίκας, οπότε το περιστατικό εκείνο θεωρείται προτύπωση της νίκης του θανάτου που φέρνει ο Κύριος. Άλλωστε δεν μπορεί να είναι τίποτε τυχαίο στη ζωή του Κυρίου, αφού Εκείνος είναι ο Δημιουργός του κόσμου, το Α και το Ω της ζωής, ο πρώτος και ο έσχατος. Όλα λοιπόν σε  Αυτόν λειτουργούν μέσα σε ένα συγκεκριμένο σχέδιο, το σχέδιό Του για τη σωτηρία του ανθρώπου, μέσα στα πλαίσια της άπειρης αγάπης Του για το πεσμένο στην αμαρτία και υφιστάμενο τις συνέπειές της πλάσμα Του. Πώς λοιπόν να είναι τυχαία η συνάντηση γι’  Αυτόν που μας αποκάλυψε ότι και «αι τρίχες της κεφαλής ημών πάσαι ηριθμημέναι εισί» και ότι αν φροντίζει και το παραμικρότερο αγριόχορτο, πόσο περισσότερο φροντίζει εμάς τους κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του ανθρώπους;

2. Ο Κύριος λοιπόν πορεύεται στη Ναΐν ακριβώς για να ξαναδώσει ζωή στο νεκρό παιδί, αλλά με ένα απώτερο διπλό σκοπό: Πρώτον, μέσω αυτής της ανάστασης να φανερώσει ότι ο ερχομός Του στον κόσμο φέρνει ακριβώς την κατάργηση του θανάτου και την παροχή της ζωής – «εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσιν και περισσόν έχωσιν» θα πει κάπου αλλού – δηλαδή ότι Αυτός είναι «η Ζωή και η Ανάστασις»: ό,τι μαρτύρησε για τον εαυτό Του στο ανάλογο γεγονός της ανάστασης του Λαζάρου, άρα προετοιμάζει το έδαφος για τη δική Του Ανάσταση ως κατάργηση εντελώς του θανάτου. Δεύτερον, συγκλονισμένος από το γεγονός και γεμάτος ευσπλαχνία προς την τραγική μάνα, να δείξει ότι συμπάσχει με τον πόνο της, ότι δεν την ξεπερνά, γιατί ο πόνος, όπως και ο ίδιος ο θάνατος, είναι πράγματα που δεν συνάδουν προς τον Θεό και το θέλημά Του, δηλαδή ότι ο πόνος και ο θάνατος είναι καταστάσεις αντίθετες προς τη δημιουργία του ανθρώπου, γι’  αυτό και το πένθος και το κλάμα δεν πρέπει να υπάρχουν κανονικά στη ζωή του. «Μη κλαίε» της λέει.
Και πράγματι, ο λόγος του Θεού έχει αποκαλύψει ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, για να είναι μέτοχος της χαράς και της ζωής Εκείνου, με σκοπό, υπακούοντας ο άνθρωπος στο θέλημά Του, να φτάσει να γίνει κι αυτός ένας κατά χάριν Θεός, να θεωθεί, κατά την εκκλησιαστική ορολογία. Αλλά, η κακή χρήση της ελευθερίας από τον άνθρωπο τον οδήγησε στον δρόμο της πτώσεώς του στην αμαρτία, από την οποία εισήλθε ο πόνος, η φθορά, ο θάνατος. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος». Κι ο Χριστός λοιπόν, ο ενανθρωπήσας Θεός, έρχεται προκειμένου να επαναφέρει τον άνθρωπο στην κανονική του θέση και να καταργήσει την αμαρτία και τα αρνητικά αποτελέσματά της. Όλη η ζωή του Χριστού, και κυρίως ο Σταυρός και η Ανάστασή Του, είναι ακριβώς προς την κατεύθυνση αυτή, που σημαίνει ότι με τον Χριστό νικήθηκε ο μεγαλύτερος και έσχατος εχθρός του ανθρώπου, ο θάνατος, ενώ η όποια δοκιμασία και ο κάθε πόνος πια του ανθρώπου θεωρούνται ως παιδαγωγία του χριστιανού, ως συμμετοχή του στον Σταυρό Εκείνου, που οδηγεί, αν αντιμετωπιστεί με πίστη και υπομονή, στη βίωση της Ανάστασης και της μελλοντικής δόξας του πιστού. «Ουκ άξια γαρ τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν». 

3. Βεβαίως, μπορεί να αντείπει κανείς ότι και ο Κύριος έκλαψε κατά τον θάνατο του αγαπημένου Του φίλου Λαζάρου. Πώς τώρα με το «μη κλαίε» στη χήρα μάνα φαίνεται να κινείται αντίθετα προς το προσωπικό Του παράδειγμα; Δεν βρισκόμαστε βεβαίως μπροστά σε αντίφαση. Ο Κύριος προτρέπει τη μάνα να μη κλαίει, γιατί πρόκειται να της δώσει τη μεγαλύτερη χαρά: ζωντανό και πάλι το παιδί της. Δεν αρνείται τη λύπη από το γεγονός του θανάτου. Αρνείται τη λύπη ως έκφραση αδιεξόδου μπροστά στο φαινόμενο του θανάτου. Είναι ίσως αυτό που θα πει αργότερα ο απόστολος Παύλος για τους πιστούς: «μη λυπείσθε, ώσπερ οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα».  Κι ακριβώς, όταν και  ο Ίδιος θα κλάψει για τον φίλο Του Λάζαρο, θα το κάνει όχι γιατί θα βρεθεί μπροστά σε αδιέξοδο, αφού αμέσως μετά θα τον καλέσει και πάλι στη ζωή: «Λάζαρε, δεύρο έξω», αλλά γιατί Εκείνος ήταν ο μόνος που μπορούσε σε όλο το βάθος και το πλάτος να γνωρίζει την τραγικότητα του θανάτου. Το κλάμα του Κυρίου δηλαδή δεν ήταν τόσο για τον Λάζαρο, όσο για την κατάντια της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό και μάλλον αντιστοιχεί προς την ευσπλαχνία που ένιωσε απέναντι στην πονεμένη μάνα της Ναΐν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης εξηγούν ότι η ευσπλαχνία αυτή περιέχει όχι μόνο μία απλή στροφή συμπάθειας προς τη γυναίκα, αλλά μία «βαθειά συγκίνηση και έναν συγκλονισμό» του Κυρίου.

4. Με τους παραπάνω όρους, καταλαβαίνει κανείς πόση άγνοια  και πόση πλάνη υπάρχει  σ’  εκείνους τους «χριστιανούς», οι οποίοι, ενώ ο Χριστός ήλθε στον κόσμο, έγινε μέτοχος όλου του πόνου και του δράματος της ανθρώπινης ύπαρξης, πήρε πάνω Του όλες τις τραγικές συνέπειες της αμαρτίες, για να μας προσφέρει και πάλι τη δικαιοσύνη του Θεού, καθώς μας ένωσε με τον εαυτό Του και μας κατέστησε μέλη Του, εκείνοι Τον υβρίζουν και Τον βλασφημούν σε κάθε δοκιμασία τους και σε κάθε φαινομενικό αδιέξοδό τους! Πόση τύφλωση πρέπει να υπάρχει, για να μη «βλέπουν» τον Σταυρό και την Ανάστασή Του ως γεγονότα που πραγματοποιήθηκαν «δι’  ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν», για να μη «βλέπουν» ότι μετά τον ερχομό Του όλα πια λειτουργούν διαφορετικά: σε όλα τα δεινά υπάρχει η παρουσία Εκείνου και η δύναμή Του που μας ενισχύει, όπως  στο «εξώφθαλμο» γεγονός από το σημερινό περιστατικό, κατά το οποίο ο Κύριος συμπάσχει με εμάς και συγκλονίζεται από τον ανθρώπινο πόνο, δίνοντας όμως και τη διέξοδο: «Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι»! Ποια μεγαλύτερη παρηγοριά μπορεί να υπάρχει από αυτήν, αφού ακόμη και στο μεγαλύτερο αδιέξοδο – ποιο μεγαλύτερο αδιέξοδο από τον θάνατο μπορεί να υπάρχει; - ο Κύριος μάς δίνει τη λύση και μας ανορθώνει;

γ. Ζούμε σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ιστορίας μας. Η οικονομική κρίση «κτυπά» την πόρτα σχεδόν όλων μας. Υπάρχουν συνάνθρωποί μας που την κρίση αυτή τη βιώνουν ως θάνατο, ως αδιέξοδο. Ο πόνος, η θλίψη, το κλάμα περισσεύουν σε πάρα πολλούς. Μοιάζει η Ελλάδα με τη μάνα του σημερινού Ευαγγελίου, που προπέμπει το παιδί της στο νεκροταφείο. Κι όμως! Όπως τότε παρουσιάστηκε ο Κύριος και έδωσε την ανεπάντεχη λύση: την ανάσταση, έτσι και σήμερα. Ο ίδιος Κύριος υπάρχει, γιατί είναι ο παντοδύναμος Θεός. Στο φαινομενικό αδιέξοδο Εκείνος έρχεται προς συνάντησή μας. Το «μη κλαίε» και το «νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι» είναι τα λόγια που θα ακούσουμε κι εμείς, για να ορθοποδήσουμε και πάλι. Δεν θα είμαστε χριστιανοί, αν δεν έχουμε αυτήν την πεποίθηση κι αυτήν την ελπίδα. Κάτω όμως από μία προϋπόθεση: τα λόγια αυτά να λειτουργήσουν πρώτα μέσα μας από πλευράς πνευματικής, δηλαδή να τα ακούσουμε για την πνευματική ανόρθωσή μας, που σημαίνει να μετανοήσουμε, αποφασίζοντας να αλλάξουμε τρόπο ζωής: από εγωιστές και συμφεροντολόγοι να γίνουμε άνθρωποι αγάπης, με ενδιαφέρον και συμπάθεια για τους συνανθρώπους μας. Τότε ναι, θα δούμε ό,τι είδε και η χαροκαμένη μάνα της Ναΐν: την ανάσταση, αλλά πρώτα του ίδιου του εαυτού μας. Κι ίσως στη συνέχεια και όλων των άλλων αδιεξόδων μας.

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ´ ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)

῾᾽Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται᾽
 (Β´ Κορ. 12, 9)

 ῾Ο σημερινός ἀπόστολος μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ὡς ἕνα πολύ δυνατό ἀλλά καί παράδοξο κείμενο τῆς Καινῆς Διαθήκης. ῾Ο ἅγιος Παῦλος καταγράφει τήν διπλότητα στήν ὁποία βρίσκεται καί πού συνιστᾶ τό μυστήριο τῆς χριστιανῆς ὑπάρξεώς του: ἀφενός εἶναι ἀδύναμος ὡς ἄνθρωπος, κυνηγημένος ἀπό τήν ἐξουσία τῆς ἐποχῆς του ἀλλά καί τίς ἀρρώστιες του, ἀφετέρου εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χάριτι Θεοῦ ἔγεμε ῾ὀπτασιῶν καί ἀποκαλύψεων᾽, φθάνοντας μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καί ζώντας καταστάσεις τίς ὁποῖες ῾οὐκ ἐξόν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι᾽. Αὐτό τό μυστήριο καί αὐτήν τήν παραδοξότητα ἐπιβεβαιώνει καί ἡ ἀπάντηση  τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου στόν ἀπόστολο, ὅταν ἐκεῖνος προσέφυγε σ᾽ Αὐτόν γιατί δέν ἄντεχε τούς κόπους τῆς ἀρρώστιας του: ῾Σοῦ ἀρκεῖ ἡ χάρη μου, γιατί ἡ δύναμή μου φανερώνεται στήν πληρότητά της μέσα σ᾽ αὐτήν τήν ἀδυναμία σου᾽.

 1. ῾Η ἀποκαλυπτική ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ρίχνει φῶς σέ ὅ,τι θεωρεῖται ἀπευκταῖο καί ἀπαξία στόν κόσμο τοῦτο: τήν ἀρρώστια καί τήν ὅποια ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Ενῶ δηλαδή ἡ ἀρρώστια, ὁ πόνος, οἱ δοκιμασίες τῆς ζωῆς θεωροῦνται ὄχι μόνο ἀπό τήν ἐμπειρία τοῦ ἀνθρώπου ἀλλά καί τόν λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς καταστάσεις ἀρνητικές, διότι προέρχονται ἀπό τήν ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου – ὁ ἄνθρωπος  εἶναι ὁ αἴτιος τῆς δυστυχίας του λόγω τῆς πτώσεώς του στήν ἁμαρτία, διότι ὁ Θεός δέν δημιούργησε τόν ἄνθρωπο γιά νά πονάει, ἀλλά νά χαίρεται ὡς μέτοχος τῆς δικῆς Του εὐτυχίας -  ὅμως ὁ Κύριος ἀξιοποιεῖ πιά αὐτήν τήν κατάσταση τῆς φθορᾶς, κάνοντάς την νά λειτουργεῖ παιδαγωγικά  γιά τόν ἄνθρωπο μέ τήν ἔννοια τῆς πρόκλησης γιά συναίσθηση τῶν κτιστῶν του ὁρίων καί συνεπῶς τήν ταπείνωσή του. Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἄνθρωπος μέ τίς ἀρρώστιες καί τόν πόνο αὐτῆς τῆς ζωῆς κατανοεῖ τήν ἀδυναμία μέσα στήν ὁποία βρίσκεται, βλέπει ὅτι ἡ ὅποια τάση πρός ἀλαζονεία καί ὑπερηφάνεια δέν ἔχει βάση καί στήριγμα, προκαλεῖται δραστικά νά ἀναχθεῖ στόν Θεό, ὁ ῾Οποῖος μόνος μπορεῖ νά τόν βοηθήσει καί νά τόν παρηγορήσει. Πότε πράγματι ὁ ἄνθρωπος προσφεύγει περισσότερο στόν Θεό καί ταπεινώνεται παρά κυρίως ὅταν ἀρρωσταίνει κι ὅταν τά διάφορα ἐμπόδια τῆς ζωῆς ὀρθώνονται πανύψηλα ἐνώπιόν του;

2. Βεβαίως θά μποροῦσε νά ἀντείπει κανείς ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι στίς δοκιμασίες σκληρύνονται περισσότερο, γογγύζουν καί βλασφημοῦν τόν Θεό, γίνονται χειρότεροι. Σάν τόν Φαραώ ἐκεῖνον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού κρατοῦσε ὑπόδουλους  τούς ῾Εβραίους στήν Αἴγυπτο καί πού  οἱ ῾πληγές᾽ πού ὑφίστατο ὁ ἴδιος καί οἱ Αἰγύπτιοι ὄχι μόνο δέν ἔδειχναν νά τόν συνετίζουν γιά νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἀντιθέτως τόν ὁδηγοῦσαν σέ μεγαλύτερη ἐναντίωση πρός Αὐτόν καί ἀλαζονική συμπεριφορά. Καί σ᾽ αὐτήν τήν περίπτωση ὅμως δέν λείπει ἡ παιδαγωγοῦσα ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: προκαλεῖται ὁ ἄνθρωπος μέ τίς θλίψεις αὐτῆς τῆς ζωῆς νά φανερώσει τόν βαθύτερο ἑαυτό του. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὅταν ἐπιτρέπει κάποια δοκιμασία στόν ἄνθρωπο λειτουργεῖ σ᾽ αὐτόν ἀνάλογα μέ τό τί βρίσκει στήν καρδιά του. ῎Αν βρεῖ καρδιά καλοπροαίρετη, τότε ἡ δοκιμασία αὐτή τόν ὁδηγεῖ σέ μετάνοια καί ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. ῎Αν βρεῖ καρδιά κακοπροαίρετη πού ἔχει διαγράψει τόν Θεό ἀπό τήν προοπτική τῆς ζωῆς της, τότε ἡ δοκιμασία ὁδηγεῖ σέ ῾πέτρωμα᾽ αὐτῆς καί βλάσφημη συμπεριφορά.

3. ᾽Εν προκειμένῳ μιλᾶμε γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιά ἦταν προσανατολισμένη στόν Χριστό καί αἰχμαλωτισμένη ἀπό τήν ἀγάπη Του. Καί τί συνειδητοποιεῖ ὁ μέγας ἀπόστολος μέ τήν ἀρρώστια του; Γιά τόν Κύριο ἡ προτεραιότητα δέν εἶναι ἡ ὑγεία τοῦ σώματος, δέν εἶναι ἡ ὑπέρβαση ἁπλῶς τοῦ πόνου καί τῆς ἀρρώστιας, ἀλλά νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, νά μπορεῖ νά διακρατεῖ στήν ὕπαρξή Του τόν ἴδιο τόν Κύριο. Καί μέσον πρός αὐτήν τήν πραγματικότητα εἶναι οἱ θλίψεις καί οἱ δοκιμασίες. ῞Ωστε ἡ ὑγεία πού πράγματι εἶναι σπουδαῖο ἀγαθό ἀφοῦ καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέ τά θαύματα θεραπείας πού ἔκανε αὐτό ἔδειχνε: ὅτι ἡ ἀρρώστια καί ὁ πόνος δέν εἶναι κάτι πού θέλει ὁ Θεός, γι᾽ αὐτό καί στήν Βασιλεία Του ῾οὐκ ἔστιν πόνος ἤ λύπη ἤ στεναγμός᾽ (ἐδῶ βρίσκει τήν θέση του καί τό μυστήριο τοῦ εὐχελαίου ὡς προέκταση τοῦ ἰαματικοῦ χεριοῦ τοῦ Χριστοῦ), ὅμως στόν κόσμο τοῦτο δέν εἶναι ἡ πρώτη ἀξία κι οὔτε πρόκειται ποτέ νά μήν ὑπάρχει ἡ φθορά καί ὅ,τι σχετίζεται μέ αὐτήν μέ ἀποκορύφωμα τόν θάνατο. Πρώτη ἀξία εἶναι νά ἔχει κανείς τόν Θεό στήν ζωή του - ῾ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ᾽ κατά τόν Κύριο -, ὁ ῾Οποῖος ὅπως εἴπαμε ἀξιοποιεῖ ἀκόμη καί τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου γιά νά τοῦ δίνει ὤθηση πρός ᾽Εκεῖνον καί τό ἅγιο θέλημά Του. ῾᾽Αρκεῖ σοι ἡ χάρις μου᾽. Καί τί φθάνει νά λέει τελικῶς ὁ ἀπόστολος μετά ἀπό τήν ἀπάντηση τοῦ Κυρίου; ῾῞Ηδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ῾ἐπ᾽ ἐμέ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ᾽ (Μέ περισσότερη εὐχαρίστηση λοιπόν θά καυχηθῶ γιά τίς ταλαιπωρίες μου, γιά νά κατοικήσει μέσα μου ἡ δύναμη τοῦ Χριστοῦ). Κι ἀλλοῦ: ῾῞Οταν ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι᾽. ῾Ο ἄνθρωπος γίνεται δυνατός κατεξοχήν στήν ἀσθένειά του. Μήπως ἔτσι στά νοσοκομεῖα καί τίς κλινικές, ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ θεωρούμενη ἀδυναμία, τελικῶς βρίσκεται ἡ μεγαλύτερη δύναμη μέσα στόν κόσμο;

4. Θεμέλιο τῆς παραπάνω θεώρησης τοῦ πόνου καί τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῞Ολη ἡ ζωή τοῦ Κυρίου ἀπαρχῆς μέχρι τέλους, ἀπό τήν ὥρα τῆς Γεννήσεώς Του μέχρι τῆς Σταυρικῆς Του θυσίας, ἦταν ἀκριβῶς ἕνας Σταυρός. Διότι ἀκριβῶς προσέλαβε τόν ἄνθρωπο μέ τήν φθορά καί τήν ἁμαρτία του καί μέ τήν δική Του ζωή τόν ἀποκατέστησε ῾ὅπου ἦν τό πρότερον᾽ κι ἀκόμη ἐπιπλέον. Συνεπῶς ποιός εἶναι ἐκεῖνος πού θά μπορέσει ὡς χριστιανός νά βαδίσει ἄλλην ὁδό ἀπό αὐτήν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πίστεως; ῾Ο σταυρός εἶναι ὁ μοναδικός δρόμος, ὁ ὁποῖος βιούμενος ἐν Χριστῷ περικλείει βεβαίως καί τήν ἀνάσταση. ῾῞Οστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι᾽. ᾽Ακολουθῶ τόν Χριστό σημαίνει ὅτι θά περάσω μέσα ἀπό τίς δοκιμασίες καί τίς θλίψεις καί τούς πόνους, χωρίς ὅμως αὐτά νά μέ καταβάλλουν καί νά μέ ἀπελπίζουν, γιατί μέ κρατάει καί μέ ἐνισχύει  ᾽Εκεῖνος. Καί πρέπει νά σημειώσουμε ὅτι ὁ Κύριος ἀπό τήν ἄποψη αὐτή δέν βρίσκεται μόνο στό τέλος τοῦ δρόμου γιά νά μᾶς στεφανώσει, ἀλλά καί σέ κάθε σημεῖο του. Ἡ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς συνεπῶς μπορεῖ νά γίνει καί μία θεοφάνεια γιά τόν πιστό ἄνθρωπο.
Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ βεβαίωσε ὅτι ῾διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽. Προσπάθεια διαγραφῆς τῶν θλίψεων σημαίνει προσπάθεια ὑπέρβασης τοῦ δρόμου γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ῞Οπως σημειώνουν καί οἱ ἀσκητικοί Πατέρες τῆς ᾽Εκκλησίας μας ῾ἔπαρον τούς πειρασμούς καί οὐδείς ὁ σωζόμενος᾽. ῎Ας κοιτάξουμε ὅλους τούς βίους τῶν ἁγίων μας, ἐκεῖ πού καθρεπτιζόμαστε γιά ὀρθή πορεία τῆς πνευματικῆς ζωῆς: κανείς ποτέ ἀπό αὐτούς δέν εἰσῆλθε στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ῾μετ᾽ ἀνέσεως᾽. ῾Η θλίψη καί οἱ δοκιμασίες καί τό μαρτύριο ἦταν αὐτό πού συνάντησαν στήν ζωή τους, καταστάσεις πού ἀξιοποίησαν ἐν πίστει καί κέρδισαν τόν Παράδεισο. ῾῎Αν ἤξερα τί ὁ Θεός μοῦ ἐπεφύλασσε στήν Βασιλεία Του μέ τό μαρτύριό μου᾽ - εἶπε ἡ ἁγία Εὐφημία στόν ἁγιασμένο Γέροντα Παΐσιο τόν ἁγιορείτη ὅταν τοῦ ἐμφανίστηκε - ῾θά ἔλεγα ποτέ νά μήν περάσουν τά βάσανά μου᾽. Ἡ ἁγία δηλαδή ἐπιβεβαίωνε τά λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν εἰς ὑμᾶς ἀποκαλυφθῆναι δόξαν᾽.

 Τίς ἐποχές πού κάποιος μεγάλος σεισμός ταλαιπωρεῖ τήν πατρίδα μας ἀκοῦμε συχνά τούς σεισμολόγους νά λένε ὅτι πρέπει νά μάθουμε νά ζοῦμε μέ τούς σεισμούς. ῾Η ζωή μας δηλαδή πρέπει νά συνεχιστεῖ κανονικά, λαμβάνοντας ὑπόψη μας τούς σεισμούς καί προσαρμοζόμενοι στά προβλήματα πού αὐτοί δημιουργοῦν. Τό ἴδιο κι ἀκόμη περισσότερο ἰσχύει καί μέ τό θέμα τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν τῆς ζωῆς: εἶναι δεδομένες καταστάσεις στήν ζωή μας, ἀρκεῖ νά τίς ἀντιμετωπίζουμε μέ τόν σωστό τρόπο. Καί σωστός τρόπος εἶναι αὐτός πού ὑπέδειξε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολό Του: νά βλέπει πρωτίστως τήν χάρη Του καί ὄχι τά προβλήματα τῆς ζωῆς. Ἡ προτεραιότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στήν ζωή μας εἶναι ἐκείνη πού ἀποτελεῖ τόν σκοπό μας ὡς χριστιανῶν κι εἶναι ἐκείνη πού δίνει καί τήν δύναμη γιά νά ὑπομένουμε κάθε πειρασμό. Μέ τήν βεβαιότητα πάντοτε ὅτι πίσω ἀπό ὅ,τι συμβαίνει ὑπάρχει ἡ ῾καρδιά᾽ τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί ἡ ἀγάπη Του, ἡ ὁποία οὐδέποτε θά ἀφήσει νά ξεπεράσουν οἱ δοκιμασίες τίς ἀντοχές μας. ῾Οὐκ ἐάσει ὑμᾶς πειρασθῆναι ὑπέρ ὅ δύνασθε, ἀλλά ποιήσει σύν τῷ πειρασμῷ καί τήν ἔκβασιν τοῦ δύνασθαι ὑμᾶς ὑπενεγκεῖν᾽ (ἀπόστολος Παῦλος). ῾Ο κάθε σταυρός καί ἡ κάθε δοκιμασία εἶναι μετρημένα γιά τόν καθένα μας, ὅπως συνέβη καί μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά κατέθεσε τό παράπονό του στόν Κύριο γιά τίς ἀρρώστιες του, ὅμως ἀκολούθησε τό θέλημά Του.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ´ ΛΟΥΚΑ

῾Ν ε α ν ί σ κ ε,  σοί λέγω, ἐ γ έ ρ θ η τ ι᾽ (Λουκ. 7, 14)

α. Ἡ συνάντηση τοῦ Κυρίου μέ τόν ἴδιο τόν θάνατο στό πρόσωπο ἑνός νεαροῦ παιδιοῦ καί ἡ νίκη του ἀπέναντι σ᾽ αὐτόν προσλαμβάνει ἰδιαίτερη σημασία, γιατί ἀκριβῶς πρόκειται γιά ἕναν νέο, ὅπως συνέβη καί μέ τήν ἄλλη περίπτωση τῆς ἀνάστασης τῆς κόρης τοῦ ἀρχισυνάγωγου ᾽Ιαείρου. ῾Ο Κύριος δηλαδή συναντᾶται μέ τή νεότητα στή νεκρή της ὅμως μορφή, τήν ὁποία καί ζωοποιεῖ. Τό γεγονός αὐτό πρέπει νά τό δοῦμε καί σέ σχέση μέ τή σημερινή κατάσταση τῆς νεολαίας μας.

β. 1. Δέν θά ἀφιστάμεθα πολύ τῆς πραγματικότητος, ἄν λέγαμε ὅτι σέ ἕνα ποσοστό, μεγάλο ἤ μικρό – τήν ἴδια ἀξία ἔχει - ἡ νεότητά μας κεῖται κι αὐτή νεκρή. Κι ἐννοοῦμε νεκρή ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς. Μέ τό δεδομένο ὅτι ζωή εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός καί ὑπάρχουν νέοι πού ἔχουν διαγράψει τόν Θεό ἀπό τή ζωή τους, ἡ κατάστασή τους δέν ἀπέχει καί πολύ ἀπό τήν κατάσταση τοῦ νεκροῦ παιδιοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν.

2. Συμπτώματα πού ἐπιβεβαιώνουν τόν χαρακτηρισμό αὐτό δυστυχῶς ὑπάρχουν πολλά. ῾Ορισμένα εἶναι ἐξώφθαλμα:
- ὁ ἀναρχισμός ἀρκετῶν νέων, μέ τήν ἔννοια τῆς κατάλυσης ἀπό πλευρᾶς τους κάθε αὐθεντίας, εἴτε γονεϊκῆς εἴτε διδασκαλικῆς εἴτε θεσμῶν πολιτειακῶν εἴτε ἐκκλησιαστικῆς.
- ὁ λεγόμενος χουλιγκανισμός, ὡς τάση καί ἐπιθυμία γιά καταστροφή μή ἀνηκόντων στούς ἴδιους πραγμάτων, πολλῷ δέ μᾶλλον δημοσίων ἀγαθῶν, γεγονός πού τραγικοποιεῖται μέ τήν καύχηση τήν ὁποία ὁρισμένοι νιώθουν ἀπό τίς ἔκνομες αὐτές ἐνέργειές τους.
- ἡ διαρκῶς αὐξανόμενη χρήση ναρκωτικῶν, ἀκόμη καί στίς πολύ μικρές ἡλικίες, κάτι πού ὁδηγεῖ εἴτε σέ καταστροφική πρός τούς ἄλλους εἴτε σέ αὐτοκαταστροφική συμπεριφορά.
- ὁ λεγόμενος ῾ὠχαδερφισμός᾽, δηλαδή ἡ διαπιστούμενη ἀδιαφορία εἴτε ἔναντι τῶν ὑποχρεώσεων γενικῶς πρός τήν κοινωνία εἴτε συγκεκριμένως πρός ἀναγκεμένους συνανθρώπους τους.
- πολύ συχνά μία ἔκδηλη τεμπελιά ὡς ἄρνηση ἀγάπης πρός τήν ἐργασία, ἀκόμη καί ἐκεῖ πού ὑφίσταται. Δέν εἶναι μόνον ἡ ὑφιστάμενη ἀνεργία στόν κόσμο μας, ἀλλά καί ἡ ἀνεργία λόγω ἔλλειψης ἐνδιαφέροντος γιά τήν ἴδια τήν ἐργασία, κάτι πού ὑποκρύπτει τήν ἔλλειψη γενικότερα τοῦ ἐνδιαφέροντος γιά τήν πραγματική ζωή.

3. Ποιός φταίει γιά τήν κατάντια αὐτή; Ἡ εὔκολη βεβαίως ἀπάντηση εἶναι: οἱ ἴδιοι οἱ νέοι καί ἡ κοινωνία. Μά τήν κοινωνία τήν ἀποτελοῦμε ἐμεῖς, ὅπως καί οἱ νέοι καί τά παιδιά μας εἶναι τά δικά μας παιδιά. Αὐτό σημαίνει ὅτι τό κύριο βάρος εὐθύνης τό ἔχουμε οἱ μεγαλύτεροι. Κι αὐτό γιατί δέν φροντίσαμε καί δέν φροντίζουμε νά δώσουμε στά παιδιά καί τούς νέους ἐκεῖνο πού πράγματι χρειάζονται, τό ῾ἔν οὗ ἐστι χρεία᾽. Κι αὐτό εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας ᾽Ιησοῦς Χριστός. ᾽Από ἔλλειψη Χριστοῦ πάσχουν οἱ νέοι μας, κι ὑπεύθυνοι γι᾽ αὐτό εἴμαστε οἱ ὀνομαζόμενοι μεγάλοι. Προσπαθήσαμε καί προσπαθοῦμε  εἴτε γονεῖς εἴτε δάσκαλοι εἴτε καί κληρικοί ἴσως νά προσανατολίσουμε τά παιδιά στίς ἀπολαύσεις, στόν εὔκολο πλουτισμό, στήν ἀπόκτηση σπουδαίων θέσεων. Κι αὐτό ὄχι κυρίως μέ τά λόγια - ὅλοι εἴμαστε εὔκολοι στό ῾κατηχητικό᾽  - ἀλλά μέ τά ἔργα καί τή ζωή μας. Καί τή ζωή κοιτάει πρωτίστως ὁ νέος ἄνθρωπος. ῞Οσο διαπιστώνει μάλιστα τή διάσταση μεταξύ ἔργων καί λόγων μας, τόσο καί μᾶς διαγράφει ὑποβαθμίζοντας τήν ἀξία τῶν λόγων μας, ἐπιλέγοντας αὐτό πού νομίζει ὅτι εἶναι σωστό: τήν καθοδήγησή του ἀπό τά πάθη του καί τίς ὁρμές του. ῾Επομένως γιά τήν πνευματική νέκρωση ἀρκετῶν νέων μας δέν εὐθύνονται οἱ ἴδιοι, δέν εὐθύνεται ἀπροσώπως ἡ κοινωνία, ἀλλά οἱ συγκεκριμένοι μεγάλοι, ὁ ἴδιος μας ὁ ἑαυτός.

4. Σέ ὁποιαδήποτε ὅμως τραγική ἔστω κατάσταση ὑπάρχει ἐλπίδα. Γιατί ὑπάρχει Θεός. Τό Εὐαγγέλιο ἔρχεται καί μᾶς δίνει τή λύση καί τήν παρήγορη ἀπάντηση: ἡ συνάντηση μέ τόν Χριστό. ῾Ο Κύριος ἔρχεται σέ συνάντηση τῆς νεότητας. Λέγει καί σήμερα τό ῾νεανίσκε, σοί λέγω, ἐ γ έ ρ θ η τ ι᾽. ᾽Αλλά τόν Χριστό πρωτίστως θά τόν δοῦν οἱ νέοι μας κυρίως στά πρόσωπα τά δικά μας. Οἱ ἅγιοι πάντοτε ἀποτελοῦν τή φανέρωση τοῦ ῎Ιδιου καί τῆς Βασιλείας Του. ῎Ετσι ἡ μόνη ἐλπίδα νά ξεφύγουν οἱ νέοι ἀπό ὅλα τά ὀδυνηρά συμπτώματα πού ταλαιπωροῦν τούς ἴδιους καί τήν κοινωνία εἶναι ἡ δική μας ἀληθινή καί ἔμπρακτη μετάνοια. ῞Οσο οἱ μεγαλύτεροι, κληρικοί, γονεῖς, δάσκαλοι, ὑπεύθυνοι παντοῦ, θά ἁγιάζουμε τόν ἑαυτό μας, ὅσο θά σταυρώνουμε ἐμεῖς τά δικά μας ἁμαρτωλά πάθη, τόσο καί αὐτό ὡς ὑγιής καί χαριτωμένη κατάσταση θά ἀντανακλᾶ στούς νέους καί τά παιδιά μας, καθώς θά γινόμαστε οἱ γέφυρες γιά νά συναντήσουν αὐτοί καί τόν δικό τους Λυτρωτή καί Σωτήρα, τόν Κύριο.

γ. Λέμε συχνά ὅτι ἡ κοινωνία μας πάσχει γιατί πάσχει ἡ οἰκογένεια. ῾Η λύση καί ἡ ὅποια ὑπέρβαση τῶν κακῶν πού μᾶς ταλαιπωροῦν εἶναι ἡ δική της, τῆς οἰκογένειας, ἀνόρθωση. Κι αὐτό εἶναι ἀλήθεια. ῎Αν ἡ οἰκογένεια προσανατολισθεῖ σ᾽ αὐτό πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ὀνομάζει ῾κατ᾽ οἶκον ᾽Εκκλησία᾽, τόσο θά γινόμαστε μάρτυρες τοῦ ἴδιου γεγονότος πού βίωσαν τότε τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου μέ τήν ἀνάσταση τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας τῆς Ναΐν. Τότε βεβαίως θά δοῦμε κι ἐμεῖς ὅτι τά δάκρυα τῆς ὀδύνης μας θά μεταποιηθοῦν σέ δάκρυα χαρᾶς.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Γ´ ΛΟΥΚΑ

῾...οὐ ψεύδομαι᾽ (Β´ Κορ. 11, 31)

α. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος στούς πιστούς τῆς Κορίνθου νιώθει τήν ἀνάγκη νά ἐπικαλεσθεῖ τόν ἴδιο τόν Θεό γιά τήν ἀλήθεια τῶν λόγων του, διότι αὐτά πού τούς ἀποκαλύπτει ἐκφεύγουν τῶν ὁρίων ἑνός ἁπλοῦ καί κοινοῦ ἀνθρώπου. Πρόκειται γιά θεοπτίες, γιά ὁράματα καί ἀποκαλύψεις του, γιά ἁρπαγή του ἕως τρίτου οὐρανοῦ, ἀλλά παράλληλα καί γιά  δοκιμασίες καί για θλίψεις πού ὁ Θεός ἐπιτρέπει γιά νά τόν ῾προσγειώνει᾽ στήν πραγματικότητα: νά μήν ὑπεραίρεται, νά μή φουσκώνει ἀπό ὑπερηφάνεια. Πού σημαίνει: ἡ  δωρεά τῆς χάρης  τοῦ Θεοῦ πάντοτε συνυπάρχει μέ τήν παραχώρηση δοκιμασιῶν, συνεπῶς οἱ δοκιμασίες στήν πορεία ἑνός πιστοῦ φανερώνουν τίς περισσότερες φορές τήν ὤθηση πού ἔχει δώσει ὁ Θεός γιά ἀνέβασμα σέ παραπάνω πνευματικό ἐπίπεδο. Ὁ ἀπόστολος λοιπόν ῾δέν ψεύδεται᾽ - τό γνωρίζει ὁ Θεός. Λέει τήν ἀλήθεια.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος βεβαίως δέν ψεύδεται, γιατί ὡς πιστός στόν Θεό δέν μπορεῖ καταρχάς νά παρακούσει τόν νόμο ᾽Εκείνου τόν δοσμένο ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. ῾Οὐ ψευδομαρτυρήσεις᾽. Διότι τό ψεῦδος ἀποτελεῖ λόγο κενό, προσπάθεια νά θεωρηθεῖ ὡς ἀληθινό κάτι πού εἶναι ψεύτικο ἤ νά θεωρηθεῖ ὡς ψεύτικο κάτι πού εἶναι ἀληθινό. Πρόκειται λοιπόν γιά ἀλλοίωση τῆς πραγματικότητας, ἡ ὁποία ὑποκρύπτει συνήθως τήν πονηρία τοῦ ἀνθρώπου, συνεπῶς καί τήν ὑποκρισία του: ὁ ψεύτης θέλει νά διασφαλίσει τό ἀτομικό συμφέρον του ἤ νά καλύψει κάποια ἁμαρτωλή ἐνέργειά του. (Δέν ἀναφερόμαστε σέ ἐξαιρετικές περιπτώσεις, ὅπου τό διακύβευμα εἶναι ἡ σωτηρία τῆς πατρίδας ἤ ἡ διασφάλιση τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός τόν συνάνθρωπο, γιατί ἐκεῖ ἔχουμε συνήθως θυσία τοῦ ἑαυτοῦ πρός χάρη τοῦ ἄλλου).  Τό ψεῦδος ἔτσι δέν ἐξαντλεῖται ἁπλῶς σέ μία ρηματική διατύπωση. Δέν εἶναι ἕνας ἁπλός λόγος. Συναρτᾶται μέ τό κέντρο τοῦ ἀνθρώπου, τήν ἴδια τήν καρδιά του, γι᾽ αὐτό καί ἀποκαλύπτει καί τή δική του ἀλλοιωμένη ἐσωτερική κατάσταση. Καρδιά καί γλῶσσα βρίσκονται σέ εὐθεῖα διάσταση. ῾Ο ἄγιος ᾽Ιάκωβος μέ μεγάλη δύναμη περιγράφει τήν ἐσωτερική αὐτή διαστροφή πού ἀναφέρεται καί στό ψεῦδος. ῾᾽Ιδού ὀλίγον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει! Καί ἡ γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας. Οὕτως ἡ γλῶσσα καθίσταται ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν ἡ σπιλοῦσα ὅλον τό σῶμα᾽ (3, 5-6).

2. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος βεβαιώνει μέ τό ἀψευδές στόμα Του τήν ἀλήθεια αὐτή: ῾Ο διάβολος εἶναι ὁ πατήρ τοῦ ψεύδους᾽. Γι᾽ αὐτό καί προτρέπει: Τό ναί μας νά εἶναι ναί, καί τό ὄχι μας ὄχι. ῾Τό περισσόν ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστι᾽. Κι αὐτό θά πεῖ: ὁ ψεύτης ἄνθρωπος γίνεται παιδί τοῦ διαβόλου. ῾Ο διάβολος ὁμιλεῖ μέσω αὐτοῦ. Δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ἄλλωστε ὅτι τό ψεῦδος ἦταν καί εἶναι ἡ μόνιμη ἐπιλογή τοῦ Πονηροῦ, μέ σκοπό ἀφενός νά συκοφαντεῖ τόν Θεό στόν ἄνθρωπο καί τόν ἄνθρωπο στόν Θεό. Τό ψεῦδος δέν χρησιμοποίησε ὁ διάβολος στούς πρωτοπλάστους γιά νά τούς παρασύρει σέ ἀνυπακοή ἀπέναντι στόν Δημιουργό τους; Λοιπόν μιλώντας γιά τό ψεῦδος μιλᾶμε γιά τήν κατεξοχήν σκοτεινή κατάσταση, γιά τό ἴδιο τό βασίλειο τοῦ ἀνθρωποκτόνου, συνεπῶς ἡ προσπάθεια ἔκπτωσης τῆς διαστροφῆς αὐτῆς καί τυχόν ὑποβάθμισής της συνιστᾶ ἄν ὄχι τεράστια παγίδα τοῦ ἴδιου πάλι τοῦ Πονηροῦ, σίγουρα ὅμως τρομακτική ἀφέλεια τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά κοροϊδεύει καί τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό.

3. ῎Ετσι τό ψεῦδος ὡς λόγος παραπέμπει καί στόν ψεύτικο ἑαυτό τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ο ψεύτικος ἄνθρωπος πού ἔχει διαγράψει ἤ ὑποβαθμίσει τήν ἀλήθεια ὡς τρόπο ζωῆς, καί ψέματα θά πεῖ καί θά ὑποκριθεῖ καί θά συκοφαντήσει, ἀκόμη καί θά ὁρκιστεῖ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος κατεδίκασε χωρίς περιστροφές καί νά ὁρκιζόμαστε. Διότι καί στόν ὅρκο προϋποτίθεται ἀκριβῶς ἡ διάθεση τοῦ ψεύδους.  Ὁ δαιμονισμός ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου συνεπῶς βρίσκεται σέ κατάσταση ἐξέλιξης. ῞Οσο ὁ ἄνθρωπος θά συνεχίζει νά ψεύδεται, σέ ὅλες τίς διαστάσεις τοῦ ψεύδους, τόσο καί θά δαιμονοποιεῖται. Εἶναι εὐνόητο λοιπόν ὅτι ψεύτης ἄνθρωπος καί χριστιανός ἄνθρωπος εἶναι ἔννοιες ἀλληλοαναιρούμενες. ῾Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν᾽.

4. ῾Η θεραπεία φαντάζει δεδομένη. ῞Ο,τι ἀπαιτεῖται γιά τήν ὑπέρβαση γενικῶς τῆς ἁμαρτίας, τό ἴδιο ἀκριβῶς ἀπαιτεῖται καί ἐδῶ, ἀφοῦ βρισκόμαστε μέ τό ψεῦδος σ᾽ ἕνα ἀπό τά κάστρα της. Κι αὐτό εἶναι ἡ μετάνοια. Γιά νά ξεπεραστεῖ τό ψεῦδος ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά κατανοήσει πρῶτον τή σοβαρότητα τῆς συγκεκριμένης ἁμαρτίας ὡς ἁλώσεως τῆς καρδιᾶς του, κάτι πού συνιστᾶ μία χαρισματική πραγματικότητα. Μόνον ἄν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ βρεῖ δίοδο σέ καλοπροαίρετη καρδιά μπορεῖ νά συμβεῖ ῾ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ῾Υψίστου᾽, δηλαδή ἡ συναίσθηση τῆς τραγικότητας. Κι ἔπειτα ἡ ἀλλοίωση αὐτή θά ὁδηγήσει τόν ἄνθρωπο στόν ἀγώνα ἀκολουθίας τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Του, στόν ἀγώνα δηλαδή τῆς ἐν ᾽Εκκλησίᾳ μυστηριακῆς ζωῆς καί τῆς  τηρήσεως τῶν ἁγίων ἐντολῶν Αὐτοῦ. Τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατον, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τό θελήσει καί νά συνεργαστεῖ μέ τόν Παντοδύναμο Κύριο. ῾Η ἐν μετανοίᾳ πορεία τοῦ ἀνθρώπου θά τόν κάνει ὄχι μόνο νά μή λέει ψέματα, ἀλλά νά ἀποκτήσει τό κατά Χριστόν ἦθος, πού σημαίνει ὅτι θά εἶναι καί θά γίνεται διαρκῶς ἀληθινός ἄνθρωπος αὐξανόμενος στήν ἀγάπη. Τό ῾᾽Αληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ᾽ θά εἶναι τό στημόνι τῆς ζωῆς του, ὅπως συμβαίνει καί μέ ὅλους τούς ἁγίους. ῎Ετσι ἀλήθεια χωρίς ἀγάπη, ὅπως κι ἀγάπη χωρίς ἀλήθεια, εἶναι μία ἄλλη μορφή ψεύδους.

γ. ῾Ο Κύριος εἶπε ὅτι εἶναι ῾ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή᾽. Δρόμος ἔξω ἀπό τόν Χριστό σημαίνει δρόμος ἔξω ἀπό τήν ἀλήθεια, ἔξω ἀπό τή ζωή. Τό ψεῦδος τελικῶς εἶναι ἡ ἐπιλογή τοῦ θανάτου καί τῆς κόλασης.