ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού
 Χρόνος ευπρόσδεκτος
«αλλ’  έχη ζωήν αιώνιον»

Είναι σημαντικό για τον άνθρωπο κάθε εποχής να γνωρίζει ότι ο Θεός δεν είναι αυστηρός τιμωρός ή μόνον κριτής, αλλά κυρίως ο γεμάτος αγάπη Σωτήρας του κόσμου. Είναι Αυτός που προσφέρει την αιώνια ζωή στον άνθρωπο, βοηθώντας τον να υπερβεί τις δεσμεύσεις του παρόντος χρόνου. Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της ευαγγελικής περικοπής, που επιλέγεται κάθε χρόνο να διαβάζεται σήμερα, Κυριακή πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

Κοσμική θεώρηση του χρόνου
Η ζωή του ανθρώπου αναπτύσσεται και συμπιέζεται μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Ο χρόνος αποτελεί τον μετρητή όχι μόνο της ζωής και της αναπτύξεως, αλλά και της φθοράς και του αφανισμού. Η ζωή του ανθρώπου μετριέται με βάση το μέρος της που δαπανήθηκε. Αυτό άλλωστε προσδιορίζει και την ηλικία του. Ο Μέγας Βασίλειος λέει χαρακτηριστικά: «Χαιρόμαστε που μεγαλώνουμε και προσθέτουμε χρόνια στην ηλικία μας, σαν κάτι να κερδίζουμε. Και θεωρούμε ευχάριστο πράγμα, όταν κάποιος από παιδί γίνεται άνδρας και από άνδρας γέροντας. Λησμονούμε όμως ότι κάθε φορά χάνουμε από τη ζωή μας τόσο, όσο ακριβώς ζήσαμε. Και δεν έχουμε την αίσθηση ότι δαπανάται η ζωή μας, μολονότι την μετράμε πάντοτε με το μέρος της που πέρασε και έφυγε». Επιπλέον, στη σύγχρονη εποχή, ο άνθρωπος βλέπει τον χρόνο εχθρικά. Συχνά δεν ξέρει πώς να αξιοποιήσει τον χρόνο του και θέλει να τον «σκοτώσει», βιώνοντας ουσιαστικά μια οδυνηρή τραγικότητα.

Μεταμόρφωση του χρόνου
Η μετοχή στη ζωή του Χριστού αποδεσμεύει τον πιστό από την κοσμική θεώρηση του χρόνου. Ολόκληρος ο χρόνος της ζωής του πιστού είναι «καιρός» ή ευκαιρία για την καταξίωση των θείων δωρεών. Είναι χρόνος μετανοίας και σωτηρίας. Η απώλεια του χρόνου ή του καιρού αυτού, είναι η μεγαλύτερη απώλεια που μπορεί να έχει ο πιστός. Ας μην ξεχνούμε ότι ο Θεός δεν μετράει τα χρόνια της ζωής μας, αλλά βλέπει πως τα αξιοποιήσαμε για τη σωτηρία μας.

Αφιερώνοντας ο πιστός τον χρόνο της ζωής του στον Θεό, γεμίζει με την παρουσία Του. Με τον τρόπο αυτό ελευθερώνεται από τον φόβο της φθοράς και του θανάτου και αντιμετωπίζει δημιουργικά τη ζωή του μέσα στον χρόνο. Και όπως ο φυσικός θάνατος μετατρέπεται μέσα στο φως της Αναστάσεως του Χριστού σε γέφυρα ζωής, έτσι και ο χρόνος, μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μεταβάλλεται σε παράγοντα πνευματικής προκοπής και τελείωσης.

Σημείο της αιωνιότητας
Η δύναμη του πιστού στηρίζεται στην προσδοκία της Βασιλείας του Θεού, που υπάρχει ήδη στο παρόν και τρέφει τη χριστιανική ζωή. Το παρελθόν και το μέλλον, η πίστη και η ελπίδα, η επίγεια Εκκλησία και η Ουράνια Βασιλεία, προσφέρονται στο παρόν με την αγάπη του Θεού. Ο χριστιανός καλείται να ζει εξαγοραζόμενος το σήμερα, όπου προσφέρεται η σωτηρία, και να επεκτείνεται προς το μέλλον, όπου βρίσκεται ο τελικός του σκοπός. Το μέλλον δεν αναμένεται από τον πιστό ως άγνωστο, αλλά ως φανέρωση και ολοκλήρωση αυτού που υπάρχει ήδη στο παρόν. Ταυτόχρονα όμως το μέλλον, είναι κάτι καινούργιο για τον κόσμο. Είναι οι καινοί ουρανοί και η καινή γη, όπου κυριαρχεί η θεία δικαιοσύνη, όπως αναφέρει ο Απόστολος Παύλος σε μια από τις πολλές επιστολές του.

Ο χρόνος συνδέεται τελικά με την προοπτική της απαλλαγής από την αγωνία του θανάτου, ο οποίος μοιραία οδηγεί έξω από την αγάπη του Θεού και που τόσο επώδυνα κυριεύει την ψυχή του ανθρώπου. Απ΄ αυτή την άποψη έχει την ιδιαίτερη σημασία της η δυναμική του Σταυρού, που τον υψώνει για να τον προσκυνήσουμε σε λίγες μέρες η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Από το Σταυρό ξεπηγάζει η αληθινή ζωή που κινείται στην προοπτική της αγάπης του Θεού και όχι της φθοράς που επέρχεται με το πέρασμα του χρόνου.

Με το αίμα Του, ο Θεός και Κύριος μας, υπέγραψε το κήρυγμα της αγάπης. Με τα δικά Του καρφιά καρφώθηκαν οι δικές μας αμαρτίες. Κάθε σταγόνα που ρέει από τις πληγές, μιλά γι΄ αγάπη. Με τον πόνο Του ανακαλύπτουμε τη χαρά και τη σωτηρία μας μέσα στο χρόνο. Από τη στιγμή που ο Υιός του Ανθρώπου, υψωμένος στο ξύλο του Σταυρού είπε «τετέλεσται», ο διάβολος και τα έργα του συνετρίβησαν. Ο άνθρωπος εξήλθε από την τραγικότητά του και έτσι ο χρόνος δεν κυλά πλέον προς την απώλεια αλλά προς την αιωνιότητα. Ο άνθρωπος γιγαντώθηκε και μπορεί να πολεμά αποτελεσματικά την αμαρτία. Δεν φοβάται πλέον τις καταιγίδες των πειρασμών. Δεν δειλιάζει μπροστά στης ζωής τ΄ αφρισμένα κύματα. Ο ματωμένος Σταυρός του Κυρίου μας μετατράπηκε σε «όπλον ειρήνης, αήττητον τρόπαιον».

Αγαπητοί αδελφοί, είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο Θεός είναι αγάπη, διά της οποίας ο άνθρωπος ξεπερνά την τραγικότητα του χρόνου ως πορεία προς τη φθορά και τον θάνατο και φθάνει μέχρι τη θυσία του Σταυρού. Σ΄ αυτή τη διάσταση, ο άνθρωπος καλείται σε μια πορεία ανερχόμενης αγάπης που να συναντά την κατερχόμενη αγάπη του Θεού που ξεπηγάζει από το ξύλο του Σταυρού. Σ΄ αυτή την πορεία ο χρόνος γίνεται ευπρόσδεκτος για τη σωτηρία του ανθρώπου.

Του Χριστάκη Ευσταθίου, θεολόγου
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)

«Ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’  ίνα σωθή ο κόσμος δι’  αυτού».
α. Είναι εκπληκτική η συμπύκνωση του λόγου του αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή στο ανάγνωσμα. Μέσα σε πέντε στίχους (κεφ. 3, 13- 17) καταγράφει το ποιος είναι ο Ιησούς Χριστός (Θεός και άνθρωπος), ποιο είναι το έργο Του στον κόσμο και πώς θα πραγματοποιηθεί, σε συσχετισμό με την Παλαιά Διαθήκη (η προσφορά της αιώνιας ζωής διά της σταυρικής θυσίας), ποια η αιτία που κίνησε τον Θεό να στείλει τον υιό Του (η άπειρη αγάπη Του), ποιο το τελικό αποτέλεσμα της παρουσίας του Χριστού στον κόσμο (η σωτηρία του ανθρώπου). Ο σχολιασμός των επιμέρους στίχων θα μπορούσε να περιλάβει όλη τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας για το γεγονός της εν Χριστώ αποκαλύψεως. Ο σκοπός όμως της αποστολής του Χριστού από τον Θεό είναι εκείνο που κυρίως θα μας απασχολήσει: «ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον, ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’  ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού».
β. 1. Το πρώτο που σημειώνει ο Ευαγγελιστής στον προκείμενο στίχο είναι ότι ο ερχομός του Ιησού Χριστού δεν αποτελεί μία μεμονωμένη ενέργεια ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά ενέργεια όλου του Τριαδικού Θεού: ο Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται ως άνθρωπος στον κόσμο σταλμένος από τον Θεό Πατέρα και βεβαίως «συνεργεία του αγίου Πνεύματος», κάτι που θα φανεί ιδιαιτέρως και στο γεγονός του Ευαγγελισμού, όταν το Πνεύμα το Άγιον θα επέλθει στην Παναγία για να σαρκώσει μέσα της τον Χριστό, και στην αρχή ήδη της δράσεως του Κυρίου, όταν στη Ναζαρέτ, αναπτύσσοντας το βιβλίο του προφήτη Ησαΐα, θα επισημάνει τον στίχο: «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ». Κι είναι τούτο πράγματι μία κεντρική διδασκαλία της χριστιανικής πίστεως, κατά την οποία η ενέργεια του Θεού είναι κοινή στη Θεότητα. Ο Θεός μας, όπως αποκαλύπτει ο αιώνιος λόγος του Θεού, είναι τρισυπόστατος (Πατήρ, Υιός, Πνεύμα Άγιον), αλλά η ενέργειά Του είναι μία και κοινή και για τα τρία πρόσωπα. Έτσι «ο Πατήρ δι’  Υιού εν αγίω Πνεύματι ποιεί τα πάντα», που σημαίνει ότι και στη Δημιουργία του κόσμου και στην Αναδημιουργία με τον ερχομό του Χριστού και στη συνέχεια της παρουσίας Του με την ίδρυση και τη λειτουργία της Εκκλησίας, έχουμε όλον τον Θεό να βρίσκεται ενιαία. Και ο λόγος είναι απλός: ο Θεός είναι ένας και οι διακρίσεις των υποστάσεων είναι τρόποι υπάρξεως του ίδιου Θεού, που ανάγονται μεν στα «εσωτερικά» της Θεότητος, διαπιστώνονται δε από τις φανερώσεις στον κόσμο του Ίδιου του Θεού. Για παράδειγμα, όπως επισημαίνει ιδιαιτέρως ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Θεός Πατήρ, άρα κυρίως φαινόταν Εκείνος∙ ο Τριαδικός Θεός δρούσε στην Καινή Διαθήκη, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετούσε ο Υιός ως άνθρωπος∙ ο Τριαδικός Θεός δρα στην Εκκλησία, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος, αλλά τις κοινές ενέργειες υπηρετεί το Άγιον Πνεύμα.
2. Ο Ευαγγελιστής αναφέρεται στον σκοπό του ερχομού του Χριστού: τη σωτηρία του κόσμου και όχι την κρίση του κόσμου. Ο τονισμός της άρνησης της κρίσης από τον Χριστό  δεν πρέπει να γίνεται τυχαία. Ο Χριστός έρχεται όχι ως ο αυστηρός κριτής που θα ελέγξει τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του: μία τέτοια εικόνα του Θεού, που το μόνο που εγείρει στον άνθρωπο είναι ο φόβος, υπήρχε κατά την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης, τότε που ο άνθρωπος βρισκόταν ακόμη σ’  ένα νηπιακό πνευματικό επίπεδο, συνεπώς ο φόβος λειτουργούσε ως παιδαγωγία προς συνετισμό του ανθρώπου. Άλλωστε, η αμαρτία, μετά την πτώση του ανθρώπου σ’ αυτήν με τους πρωτοπλάστους, ήταν «φυσική», θα λέγαμε,  κατάσταση. Ο άνθρωπος αδυνατούσε να υπερβεί την τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει, λοιπόν η κρίση του Θεού θα ήταν μόνον καταδίκη γι’  αυτόν. Πρόκειται για βεβαιότητα του ανθρώπου της Παλαιάς Διαθήκης, όπως με πόνο την διατυπώνει και ο μέγας ψαλμωδός: «Και μη εισέλθης εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιωθήσεται ενώπιόν Σου πας ζων». Η μόνη κρίση που φέρνει ο Χριστός είναι η φανέρωση της αμαρτίας του ανθρώπου, λόγω της αλήθειας που βρίσκεται πια στον κόσμο. Μπροστά στην αλήθεια, η πλάνη και το ψεύδος αποκαλύπτονται. «Νυν κρίσις εστίν του κόσμου. Νυν ο άρχων του κόσμου εκβληθήσεται έξω». Όχι ο άνθρωπος, αλλά η αμαρτία κρίνεται και ο υποκινητής αυτής διάβολος.
3. Ο άγιος Ιωάννης λοιπόν αρνείται κατηγορηματικά αυτήν την εικόνα του Θεού ως κριτή του ανθρώπου στον κόσμο τούτο. Η περίοδος της σκιάς παρήλθε. Ο Ουρανός δεν είναι απειλητικός. Δεν κρυβόμαστε για να σωθούμε από μία άγνωστη δύναμη. Διότι  ο Θεός φανερώνεται με το αληθινό πρόσωπό Του. Κι αυτό το πρόσωπο είναι  του φίλου, του αδελφού, του γεμάτου αγάπη προς τα πλάσματά Του Πατέρα. «Ο Θεός αγάπη εστί» και «ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν». Είναι Εκείνος μπροστά στον Οποίο νιώθουμε ασφαλείς και ήσυχοι, όπως το μικρό παιδί στην αγκαλιά του πατέρα του. Η παρουσία Του είναι σωτηρία για εμάς. Ήλθε «ίνα σωθή ο κόσμος δι’ Αυτού». Ό,τι πριν ήταν απειλή και βίωμα τραγικό: η αμαρτία, ο θάνατος, ο διάβολος, τα στοιχεία του κόσμου τούτου, αίρονται από Εκείνον. Τα πήρε και τα εξαφάνισε, μια για πάντα, για να ζήσουμε ήσυχα, σαν πραγματικοί άνθρωποι. Και παίρνοντας αυτά και εξαφανίζοντάς τα μέσα στη φλόγα της αγάπης Του μας γιάτρεψε. Γιατί αυτά αποτελούσαν την πληγή μας. Ήταν ό,τι συνιστούσε τραύμα και πόνο μας. Όπως τότε στην έρημο οι Ισραηλίτες, που δέχονταν τις επιθέσεις από τα δηλητηριώδη φίδια και πέθαιναν σφαδάζοντας από τους πόνους, γλίτωσαν, καθώς κοίταζαν το χάλκινο φίδι που έστησε ο αρχηγός του Μωϋσής, καθ’  υπόδειξη του Θεού, έτσι και με τον ερχομό του Χριστού: πάνω στον Σταυρό, σήκωσε Αυτός τις δικές μας αμαρτίες, κατήργησε τον διάβολο, καταπάτησε τον θάνατο, κι εμείς ελευθερωθήκαμε και γλιτώσαμε.
4. Η σωτηρία αυτή που μας έφερε ο Χριστός δεν πρέπει να κατανοηθεί μονοδιάστατα, ως μία απλή απαλλαγή και απελευθέρωση. Μας έσωσε, διότι κυρίως μας γέμισε με την παρουσία Του, εντάσσοντάς μας μέσα στον εαυτό Του. Και η ένταξη αυτή συνιστά την  προσφορά της αιώνιας ζωής, ως ζωής του Θεού μέσα στην ύπαρξή μας, ήδη από τον κόσμο αυτό: «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν μη απόληται, αλλ’  έχη ζωήν αιώνιον». Κι αυτό συμβαίνει,  διότι κατά την πίστη μας η αιώνια ζωή δεν είναι η ζωή που άρχεται μετά τον θάνατο του ανθρώπου, αλλά η ζωή του Θεού που δίνεται στον άνθρωπο ήδη από το εδώ και το τώρα, για να ολοκληρωθεί στο απόλυτο δυνατό μετά την έξοδο του ανθρώπου από τον κόσμο και με την πρόσωπον προς πρόσωπον σχέση του  μαζί Του.
 Έτσι η σωτηρία είναι γεγονός που βιώνεται από τη ζωή αυτή, κατά την οποία ο άνθρωπος ζει την αιωνιότητα του Θεού, αρκεί βεβαίως να αποδεχτεί τον Χριστό, να πιστέψει σ’  Αυτόν: «ίνα πας ο πιστεύων εις Αυτόν».  Αν μάλιστα δεν ζήσει εν πίστει στον κόσμο τούτο την ζωή του Θεού, συνεπώς τη σωτηρία του, δεν υπάρχει περίπτωση να τη ζήσει μετά, στην άλλη ζωή που λέμε. Ή μάλλον θα ζήσει την αιωνιότητα του Θεού, αλλά κατά τρόπο επώδυνο και τραγικό γι’  αυτόν, ό,τι συνήθως ονοματίζουμε ως κόλαση, ακριβώς διότι δεν θέλησε να δημιουργήσει τις συνθήκες φιλικής σχέσης με τον Θεό. Ο Θεός με άλλα λόγια θα του προσφέρεται, αλλά η προσφορά αυτή θα λειτουργεί γι’  αυτόν αρνητικά. Από την άποψη αυτή, οι πιστοί στον Χριστό ήδη από τη ζωή αυτή έχουν ξεπεράσει τον θάνατο. Η χάρη του Τριαδικού Θεού εγκατοικεί σ’ αυτούς και αυτοί βρίσκονται στον κόσμο ως «εν σαρκί περιπολούντες θεοί».
γ. Μεγαλειώδης η ζωή του Χριστιανού. Στην πραγματικότητα, προέκταση της ζωής του ίδιου του Χριστού. Ο Χριστός μέσα από εμάς. «Ζω ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Αυτό σημαίνει βεβαίως εκκλησιαστική ζωή, αφού μόνον με τη χάρη των μυστηρίων γίνεται κατορθωτή, και καθημερινή ενεργοποίησή της στις συνθήκες της ζωής μας. Ο Σταυρός του Χριστού γίνεται έτσι σταυρός και του ανθρώπου, κατεξοχήν στο θέμα της αγάπης. Κι αγάπη, όπως ιδιαιτέρως μας το τονίζει σήμερα ο άγιος Ιωάννης, σημαίνει να λειτουργούμε κι εμείς ως σωτηρία των άλλων και όχι ως η κρίση τους. Αν ο Χριστός ήλθε στον κόσμο αρνούμενος την κρίση των ανθρώπων, δεν μπορούμε εμείς στο όνομα του Χριστού, να κρίνουμε τους ανθρώπους. Και δυστυχώς, είναι αυτό που κυρίως κάνουμε. Οι πάντες, ή έστω πάρα πολλοί, κατανοούμε τον εαυτό μας ως τον «εισαγγελέα» του κόσμου: εύκολοι να κρίνουμε, να κατακρίνουμε, μη συνειδητοποιώντας ότι με τον τρόπο αυτό αρνούμαστε τον Χριστό. Ο λόγος του Θεού είναι σαφής: η παρουσία του Χριστιανού στον κόσμο, εφόσον προεκτείνει τη ζωή του Χριστού, είναι παρουσία σωτηριώδης: «κλαίειν μετά κλαιόντων και χαίρειν μετά χαιρόντων». Φίλοι και αδελφοί προς τους άλλους. Καθόλου απειλητικοί, παρά μόνον στην αμαρτία. Και κυρίως: απειλητικοί απέναντι στη δική μας αμαρτία.
Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού - «Οὓτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον….»

Αποστολικό Ανάγνωσμα: Γαλ. στ' 11 - 18
Ευαγγελικό Ανάγνωσμα:  Ιωάν. γ ΄ 13 - 17
«Οὓτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἒδωκεν,ἳνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἒχῃ ζωήν αἰώνιον»
Σε μερικές μέρες τιμούμε τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου μας, και με αυτή την τιμή αναγνωρίζουμε και τιμούμε την θυσία του Κυρίου μας. Θυσία για την οποια πρέπει να είμαστε ευγνώμονες. Θυσία που έγινε για να σωθεί ο κόσμος, οι άνθρωποι, εμείς. Σύμβολο ο Τίμιος Σταυρός, σύμβολο που ενώνει τους χριστιανούς. Σύμβολο που θα εκπλήρωνόταν η ευχή και η επιθυμία του Κυρίου, στην αρχιερατική Του προσευχή, αν τελικά περιλάβει όλους τους ανθρώπους. Ευλογία μοναδική, αν όλοι οι χριστιανοί με το ενωτικό αυτό συμβολο και την αγάπη του Κυρίου που συμβολίζει, ενώνονταν όλοι μαζί πάλι, όπως ξεκίνησαν με την ίδρυση της Εκκλησίας του Χριστού. Όλοι μαζί, χωρίς εγωισμούς και μισαλλοδοξίες. Όλοι μαζί στο όνομα του Κυρίου μας. Όλοι μαζί με την απεραντη αγάπη του Χριστού μας. Για όλους εμάς λοιπόν θυσιάστηκε ο Κύριος. Για να μας απαλλάξει από την αμαρτία.
Τόσο πολύ λοιπον, αγάπησε ο Θεός τους ανθρώπους, ώστε παράδωσε στον σταυρικό θάνατο τον μονογενή Του γιο, ώστε κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν να μη χαθεί, αλλά να ζήσει αιώνια.
Η αγάπη του Θεού, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι δεδομένη. Θα ήταν παράλογο και απίθανο να μη αγαπά ο Θεός τα πλάσματά Του. Τα πλάσματα που με τόση αγάπη και σοφία δημιούργησε. Ωστόσο το μέγεθος της αγάπης αυτής φανερώθηκε και πρακτικά με την θυσία του μονογενούς Του γιου. Ασφαλώς δεν είχε καμιά υποχρέωση να δώσει τον γιο Του για τη σωτηρία των ανθρώπων. Άλλωστε έπλασε τον άνθρωπο ελεύθερο ώστε να μπορεί να κάμει τις επιλογές του. Να επιλέγει τον δρόμο που θα ακολουθήσει. Κι όμως ο άνθρωπος δεν έκαμε την καλύτερη επιλογή πάντοτε. Λησμόνησε τον Θεό του. Λησμόνησε τις εντολές Του. Γιαυτό όταν πλέον ο άνθρωπος ξεφυγε από τον δρόμο που του υπέδειξε ο Θεός έστειλε τον γιο Του. Δεν ήθελε να χαθεί ο άνθρωπος στον αιώνιο θάνατο.  Γιατί ενώ ο άνθρωπος είναι θνητό πλάσμα, έχει την αθάνατη ψυχή που του παραχωρεί την δυνατότητα να παραμείνει αθάνατος. Αυτή τη δυνατότητα πρέπει να αξιοποιήσει μένοντας κοντά στο Θεό και τηρώντας τις εντολές Του.
Σημειώνει ο Κύριος στη συνομιλία Του με τον άρχοντα Νικόδημο, που ήταν μέλος του συνεδρίου των Ιουδαίων, αγαπητοί μου: «ἳνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται». «Πᾶς ὁ πιστεύων». Δεν υπάρχει διάκριση χρώματος, φυλής ή άλλων διαφορών που ξεχωρίζουν συνήθως τους ανθρώπους. Μόνο μια προϋπόθεση υπάρχει: «ὁ πιστεύων εἰςαὐτόν». Να πιστεύει στον Κύριο, στον Γιο του Θεού, που θυσιάστηκε για μας, τους ανθρώπους. Η πίστη μοναδική προϋπόθεση, όρος απαράβατος. Φυσικά η εμπιστοσύνη στον Κύριο, δεν είναι ένας απλός λόγος, μια διακήρυξη. Δεν είναι άσχετη από την διδασκαλία Του. Γιαυτό πρέπει ο άνθρωπος να γνωρίζει το περιεχόμενο της πίστης. Να γνωρίζει και να μελετά. Και βέβαια δεν είναι θεωρητική η αντιμετώπιση της αλήθειας του ευαγγελίου. Έχει και την πρακτική της όψη. Έχει σχέση με τις εντολές του Θεού. Η εμπιστοσύνη στον λόγο του Θεού πρέπει να χρωματίζει κάθε μας πράξη. Δεν υπάρχουν πράξεις που να είναι άσχετες από την πίστη μας στον Θεό. Και όχι μόνο οι πράξεις, αλλά και τα λόγια και ακόμη περισσότερο και οι σκέψεις μας.
Ο χριστιανός εφαρμόζει σε κάθε στιγμή της ζωής του τον ηθικό νόμο του ευαγγελίου. Σταθερα και με συνέπεια. Και προς όλους με την ίδια συνέπεια. Περήφανος γιατι είναι χριστιανός. «Ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου». Όσο για μένα, σημειώνει ο απόστολος Παύλος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, δεν θα επέτρεπα στον εαυτό μου να καυχιέται για τίποτε άλλο από τον σταυρό του Κυρίου,. Καύχημα πραγματικά μοναδικό, αγαπητοί μου αδελφοί, η καύχηση και υπερηφάνεια για την ιδιότητα μας τη χριστιανική, για το σύμβολο του σταυρού. Για το σύμβολό που χαρακτηρίζει τη ζωή μας. Το σύμβολο που υπενθυμίζει την σταυρική θυσία του Κυρίου μας. Για το σύμβολο που στερεώνει την πίστη μας για την απολύτρωσή μας από τα δεσμά της αμαρτίας, τα δεσμά του θανάτου. Σύμβολο που μας θυμίζει ακόμη την ανάσταση του Κυρίου μας, γιατί μετά την σταυρική θυσία, αναστήθηκε. Σε μια αναστημένη ζωή καλούμαστε και μπορούμε να οδηγηθούμε και εμείς όταν ζούμε με εμπιστοσύνη στον Κύριό μας και ακολουθούμε τις εντολές Του στην καθημερινή μας ζωή. Γιαυτό προσευχόμαστε και αυτό ελπίζουμε.
 Δ.Γ.Σ. – Μητρόπολη Πάφου
ΚΥΡΙΑΚΗ  ΠΡΟ  ΤΗΣ  ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ  ΤΙΜΙΟΥ  ΣΤΑΥΡΟΥ

(Ἰω. γ΄, 13-17)

 Σ᾿ ὅλες τὶς μεγάλες γιορτές, ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει ὁρίσει προεόρτια καὶ μεθέορτα, θέλοντας νὰ δώσει διάρκεια, ἀλλὰ καὶ νὰ τονίσει τὴ σημασία ποὺ ἔχει γιὰ τὴ σωτηρίας μας ἡ κάθε γιορτή. Γιατὶ οἱ γιορτὲς τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἁπλῶς μιὰ ἐθιμοτυπικὴ τάξη, ἀλλὰ ἕνας κόσμος ζωντανὸς, ποὺ κάθε φορὰ μᾶς δίνει καὶ μιὰ μοναδικὴ εὐκαιρία νὰ ἐκφράσουμε αὐτὸ ποὺ πιστεύουμε κι᾿ αὐτὸ ποὺ ζοῦμε μέσα μας. Εἶναι μιὰ πραγματικὴ δυνατότητα νὰ συμμετάσχουμε στὴ δόξα καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ Κυριακὲς πρὸ καὶ μετὰ τὴν Ὕψωση τοῦ Σταυροῦ εἶναι ἀφιερωμένες στὸ «τίμιο ξύλο» τῆς σωτηρίας μας, στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει ἕνα γεγονός, πού εἶναι τό κέντρο τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου, μιά δύναμη, πού κρατάει τόν κόσμο στή ζωή, πού εἶναι ἡ αἰτία τῆς Δημιουργίας καί ὁ ἄξονας τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Οἰκονομίας. Ἡ δύναμη αὐτή εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Γι᾽αὐτό μᾶς μιλάει καί τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα.

Ἕνας Ἰουδαῖος ἄρχοντας, ὁ Νικόδημος, μᾶς λέει ὁ εὐαγγελιστής Ἰωνάννης, συναντᾶ ἕνα βράδυ τόν Ἰησοῦ καί συνομιλεῖ μαζί του γιά διάφορα θεολογικά καί πνευματικά θέματα. Ὁ Νικόδημος ἦταν καλοπροαίρετος ἄνθρωπος. ῎Ακουγε τή διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἔβλεπε τά θαύματά του, ἄρχισε νά συνειδητοποιεί πώς ὁ Χριστός εἶναι ἕνας ξεχωριστός ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Στό διάλογο αὐτό ὁ Χριστός μιλάει στό Νικόδημο γιά τήν πνευματική ἀναγέννηση μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα, γιά τό ποιά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή, καί μέ τήν πάροδο τῆς συνομιλίας, γιά τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί γιά τό σταυρικό του θάνατο. Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή περιέχει τό σημαντικότερο σημεῖο αὐτῆς τῆς συνομιλίας, τό ὁποῖο εἶναι ὁ σταυρικός θάνατος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί ἡ σημασία του γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο. Ὁ Νικόδημος ἤξερε τίς Γραφές, γι᾽ αὐτό ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἀναφέρεται σ᾽ ἕνα γεγονός τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά νά ὑπενθυμίσει στό Νικόδημο μά καί σ᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὄτι ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τό πρόσωπό του καί τό ἔργο του ἐπιβεβαιώνονται στήν Παλαιά Διαθήκη. Ἀναφέρεται λοιπόν στό γεγονός ἐκεῖνο κατά τό ὁποῖο, ὅταν οἱ Ἰσραηλίτες στήν ἔρημο πέθαιναν ἀπό τά δαγκώματα τῶν φιδιῶν, ὁ Μωϋσῆς σήκωσε ψηλά κρεμασμένο στό ξύλο ἕνα χάλκινο φίδι, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή καί τήν ὁδηγία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Ὅσοι δαγκώνονταν ἀπό τά φίδια σήκωναν τά μάτια τους, ἔβλεπαν τό χάλκινο φίδι κρεμασμένο στό ξύλο καί γλύτωναν ἀπό τούς πόνους καί τό θάνατο. Αὐτό ἦταν προφητικός τύπος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στό Σταυρό καί τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων μέ τή θυσία τοῦ Σταυροῦ.

Αὐτή ἡ θυσία δέν βρίσκει ἐξήγηση παρά μόνο στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν κόσμο. Τό λέει καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Εἶναι μάταιο νά ζητάμε νά ἐξηγήσουμε τό ἔργο τῆς θείας Οἰκονομίας μέ ἀνθρώπινο τρόπο. «Οὔτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχει ζωήν αἰώνιον». Τόσο ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε ἐδωσε τό μονογενή του υἱό, γιά νά μή χαθεῖ κανένας πού πιστεύει σ᾽αὐτόν, ἀλλά νά ἔχει αἰώνια ζωή. Αὐτό εἶναι τό εὐαγγέλιο: ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό, κι αὐτό πηγάζει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Μέσα στήν ἄπειρη θεία ἀγάπη χωράει κάθε τί πού κάνει ὁ Θεός γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ἡ ἐνανθρώπηση, ἡ σταύρωση, ἡ ἀνάσταση. Ὅλη ἡ δημιουργία καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, ὅπως εἴπαμε παραπάνω, ἔχει κίνητρο κι’ αἰτία τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τήν ἀγάπη αὐτή γιά τήν ὁποία ὁ Θεός κατέβηκε στόν κόσμο γιά νά μᾶς κάνει παιδιά του. Γιά τήν κίνηση αὐτή τοῦ Θεοῦ ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης κάνει συχνά λόγο στό εὐαγγέλιό του. Ἡ σωτηρία ὅμως τοῦ ἀνθρώπου δέν είναι μία μαγική πράξη, καί οὔτε μπορεῖ νά συμβεῖ χωρίς τή συμμετοχή τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι μιά κίνηση τῆς θελήσεώς μας, ἕνα ἄνοιγμα τοῦ ἐαυτοῦ μας πρός τό Θεό, γιά νά πάρουμε καί νά κάνουμε δικό μας αὐτό πού μᾶς δίνει ὁ Θεός. Δέν γίνονται ὅλοι παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μόνον ἐκείνοι πού ἀποκρίνονται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέ ἀγάπη. Κι αὐτό βέβαια ὄχι γιατί ὁ Θεός, ἀπό κάποια ἰδιοτέλεια, ἀπαιτεί ἀπό τόν ἄνθρωπο νά τόν ἀγαπήσει, ἀλλά γιατί ὅποιος δέχτηκε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κι ἔγινε παιδί του, δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει παρά μόνον ἀγαπῶντας τό Θεό.

Ἡ ἀγάπη αὐτή, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο, δέν εἶναι λόγια, οὔτε συναίσθημα. Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης πάλι μᾶς δίνει ἕναν πρακτικό τρόπο, μέ τόν ὁποῖο μποροῦμε νά ἐκφράσουμε καί νά δείξουμε τήν ἀγάπη μας πρός τό Θεό. Μᾶς λέει λοιπόν: «αὐτή εἶναι ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, νά φυλᾶμε τίς ἐντολές του». Μά ἀπ᾽ ὅλες τίς ἐντολές δύο εἶναι οἱ πιό μεγάλες, ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό καί ἡ ἀγάπη πρός τό συνάνθρωπο. Καί οἱ δύο αὐτές γίνονται μία, γιατί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός τόνισε πολλές φορές πώς ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον καί ἡ ἀγάπη πρός τόν πλησίον εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τό Θεό.

Τό σύμβολο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο καί τό ὄργανο μέ τό ὁποῖο φανερώθηκε στόν κόσμο εἶναι ὁ τίμιος Σταυρός. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πάνω στό Σταυρό σώζει τόν κόσμο, προφητικός τύπος αὐτοῦ εἶναι τό χάλκινο φίδι πού ὕψωσε ὁ Μωϋσῆς στήν ἔρημο. Γιά τό μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καί τόν προφητικό του τύπο στήν Παλαιά Διαθήκη μᾶς μιλᾶ τό σημερινό εὐαγγέλιο. Αἰτία αὐτοῦ τοῦ μυστηρίου εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πάνω στό Σταυρό, ἡ ὁποία θριαμβεύει στήν Ἀνάσταση.

      «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

Θεοφάνους  Επισκόπου Ταυρομενίας του Κεραμέως

Ομιλία εις την Κυριακήν προ της Υψώσεως του Τιμίου και ζωοποιού Σταυρού

 Ελάτε σήμερα, ω θεοφιλεστάτη συνάθροισις, ας εορτάσομε τα προεόρτια της ανυψώσεως του ζωηφόρου Σταυρού. Αντηχεί στην ακοή μου η θεσπεσία φωνή του Ευαγγελίου, η οποία προσφωνεί το σταυρικό μυστήριο θέτοντας ως υπόδειγμα το χάλκινο όφι που είχαν κρεμάσει στο ξύλο οι Ισραηλίτες. Και μου γίνονται τα αναγνώσματα προμηνύματα και προκηρύγματα της προσκυνήσεως του Σταυρού. Ας στρέψομε λοιπόν προσεκτικά το βλέμμα μας στα ολόφωτα λόγια του Ευαγγελίου χρησιμοποιώντας αυτά ως προπομπή του βασιλικού σκήπτρου. Είπεν ο Κύριος: «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν, ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο Υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ». Καλό είναι να τα είπη αυτά. Πράγματι, η ευαγγελική αυτή περικοπή αποβλέποντας στον σκοπό της ημέρας, απεσιώπησε αυτό που είχε προηγηθεί. Τότε λοιπόν που ήλθε προς τον Κύριον ο νυκτερινός εκείνος μαθητής – καταλαβαίνεις βεβαίως οτι εννοώ τον Φαρισαίο Νικόδημο - και τον εδίδασκε ο Σωτήρ για την «άνωθεν γέννησιν», εκείνος, επειδη ο νους του κατείχετο ακόμη από την ιουδαϊκή παχύτητα, εσύρθη αυτόματα στον χώρο της μήτρας φανταζόμενος γέννησιν σαρκικήν. Όταν λοιπόν ο Κύριος τον είδε να μη τον ακολουθεί στο ύψος του δόγματος αυτού, του λέγει· «Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν, ειμή ο εκ του ουρανού καταβάς»· ωσάν να λέγει: Συ μεν, Νικόδημε, είσαι ανεπίδεκτος ουρανίου μυσταγωγίας και προσπαθείς να βρεις κάποια εξήγηση ανθρώπινη· αλλά «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν», ώστε να τα μυηθεί αυτά εκεί, «ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς», εκτός από αυτόν ο οποίος κατέβηκε από τον ουρανό και δογματίζει τα εκεί τρανώς, «ο Υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ».

            Θα μπορούσε όμως να πει κάποιος· εφ όσον, όταν τα έλεγε αυτά, δεν είχε ακόμη αναχωρήσει πρός τους ουρανούς με το πρόσλημμα, όπως τότε μετά την αναβίωσή του από τον κόσμο των νεκρών, που εμπόδιζε την θεοφόρο Μαγδαληνή να τον αγγίσει και αποστέλλοντας την πρός τους Αποστόλους, της έλεγε «Ούπω γαρ αναβέβηκα πρός τον Πατέρα μου», πως λοιπόν λέγει εδω οτι κανείς δεν έχει ανέβει στον ουρανό, εκτός από εκείνο τον ίδιο ο οποίος κατήλθεν από τον ουρανό στη γη;  Εδώ φανερώνει το δόγμα της άρρητης ένωσης του Θεού Λόγου με εμάς, οτι οι δύο φύσεις ενώθηκαν ασυγχύτως σε μία υπόσταση. Όταν λοιπόν ακούς «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν, ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς», εννόησε την Θεότητα του Λόγου· γι’ αυτό και πρόσθεσε «ο ων εν τω ουρανω». Είναι πράγματι αφέλεια εδω να εννοήσομε την σάρκα, ότι ήταν και στον ουρανό και συζητούσε με τον Νικόδημο, τη στιγμή που είχε τρείς διαστάσεις και περιοριζόταν σε έναν τόπο. Ενω το αναμφισβήτητα θεοσεβές είναι να πιστεύομε ότι εδώ πρόκειται για την υπεράρχιο Θεότητα, η οποία ευρίσκεται ολικώς μέσα στο παν και επάνω από το παν. Όμως το «ούπω αναβέβηκα πρός τον Πατέρα μου» που ελέχθη στην μυροφόρο, δήλωνε τη σωματική ανάβαση. Στη συνέχεια λοιπόν προλέγει περί του Πάθους και του Σταυρού. Λέγει δηλαδή· «Ώσπερ Μωυσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου». Είναι, νομίζω, σαφής για τους περισσότερου η ιστορία για την οποία κάνει λόγο εδω, αλλά για να γίνει πιο εύληπτος για μας η θεωρία, θα προσπαθήσω με συντομία να την ερμηνεύσω το κατά δύναμη και με λίγα λόγια.

            Τότε που ο Ισραηλιτικός λαός καθοδηγείτο από τον Μωυσή δια μέσου της ερήμου, επειδή η δουλοπρεπής ηδονή τους διέγειρε την επιθυμία της γαστριμαργίας και ονειροπωλούσαν τον Αιγυπτιακό χορτασμό όπως οι άτακτοι νέοι, παιδαγωγούνται με σφοδρότερες μάστιγες· τους επετέθηκαν όφεις έρποντας μέσα στο στρατόπεδο, οι οποίοι έχυναν θανατηφόρο δηλητήριο σε όσους πλήγωναν με τα δόντια τους. Καθώς δε ο Μωυσής τους έβλεπε να υποκύπτουν ο ένας μετά τον άλλο από τα πλήγματα των θηρίων, κατόπιν θείας συμβουλής κατασκεύασε ένα χάλκινο ομοίωμα φιδιού και έτσι εξουδετέρωσε την δύναμη των αληθινών φιδιών. Και αφού κρέμασε σε ένα ύψωμα το χάλκινο φίδι, ώστε να το βλέπουν όλοι, σταμάτησε τον αφανισμό του λαού απο τα θηρία αυτά. Πράγματι, όποιος έβλεπε στην εικόνα του φιδιού, διότι με κάποια μυστική αντίδραση η θέα του φιδιού εξουδετέρωνε το δηλητήριο.

            Το ότι το χάλκινο φίδι ήταν τύπος του ίδιου του Χριστού, το κηρύσσει σαφώς το Ευαγγέλιο και ας μη ταράσσει τους φιλόχριστους η συσχέτιση του μυστηρίου με το αποκρουστικό αυτό ζώο. Εάν ο πατέρας της αμαρτίας ονομάσθηκε από την Αγία Γραφή φίδι, και εκείνο που γεννήθηκε από το φίδι, η αμαρτία δηλαδή, οπωσδήποτε είναι φίδι, συνώνυμο με αυτό που την γέννησε. Και μάλιστα ο Απόστολος μαρτυρεί ότι ο Κύριος έγινε για χάρη μας αμαρτία, αφού ανέλαβε την αμαρτωλή φύση μας· «τον γαρ αμαρτίαν» λέγει «μη ποιήσαντα, υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν». Προσαρμόζεται άρα κατά αναλογία στον Κύριο το αίνιγμα. Πράγματι, επειδή τα πονηρά φίδια διασκορπίστηκαν έρποντας σε όλο το ανθρώπινο γένος και θανάτωσαν με τις γρατσουνιές της αμαρτίας τη φύση μας, γι’ αυτό το λόγο ο Θεός υποδύεται το ομοίωμα της αμαρτίας, «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας», όπως λέγει ο Παύλος, «γενόμενος», και έτσι ο άνθρωπος ελευθερώνεται από την αμαρτία δια μέσου εκείνου, ο οποίος έλαβε τη μορφή της αμαρτίας και ήλθε κοντά σ’ εμάς οι οποίοι είχαμε παραδοθεί στο φίδι· δι’ αυτού ο μεν θάνατος που προκαλείται από τα πλήγματα εμποδίζεται, τα δε φιδια αφανίζονται με το Πάθος του Σταυρού. Και έχει μεν καταργηθεί ο θάνατος που προέρχεται απο τα φίδια, η ασέβεια δηλαδή, δεν έχουν όμως παύσει τα πλήγματα. Διότι η επιθυμία που ενυπάρχει στη σάρκα κατά του πνεύματος δεν έχει εξαφανισθεί τελείως· και στους ενάρετους μάλιστα ενεργούνται πολλές φορές τα πλήγματα της επιθυμίας. Εκείνος όμως που βλέπει προς αυτόν ο οποίος υψώθηκε στο ξύλο, απωθεί το πάθος και εξουδετερώνει το δηλητήριο με το φόβο του Θεου σαν με κάποιο φάρμακο. Το να βλέπει κάποιος προς τον Σταυρό είναι αυτό, να γίνει σε όλο του το βίο ως νεκρός για τον κόσμο και σταυρωμένος, να μένει ακίνητος προς κάθε αμαρτία και να καθηλώνει το σαρκικό του φρόνημα με το φόβο του Θεού, κατά τον Ψαλμωδό. Ήλος που θα καθηλώσει τη σάρκα πρέπει να είναι η εγκράτεια.

            Ότι το φίδι είναι σύμβολο του μυστηρίου του σταυρού φαίνεται και από μια άλλη ιστορία. Όταν ο Μωυσής απεστέλλετο απο τον Θεό να εξαγάγει τον Ισραήλ ο οποίος υπηρετούσε τους Αιγυπτίους, λέγει προς τον Θεό· «Εαν ου πιστεύσωσι μοι, μηδέ εισακούσωσι της φωνής μου, τι ερω πρός αυτούς;». Και ο Θεός του είπε· «Τι τουτό εστί το εν τη χειρί σου;» αυτός απήντησε· «Ράβδος». Και είπε· «Ρίψον αυτήν επι την γην. Και έρριψεν αυτήν, και εγένετο όφις. Και είπε Κύριος προς Μωυσήν·. Έκτεινον την χειρά σου και επιλάβου της κέρκου (την ουρά). Και εγένετο ράβδος εν τη χειρί αυτού». Πρόσεξε ακριβώς εδω, οτι ο αληθώς κατά φύση Υιός του Θεού είναι σαν κάποια ράβδος του Πατρός· διότι η ράβδος είναι σημείο βασιλείας και δύναμης. Και μάλιστα ο Δαυίδ λέγει «Ράβδος ευθύτητος η ράβδος της βασιλείας σου». Όταν όμως αυτή την έριξε με την ενανθρώπηση και την περιέβαλε με σώμα γήινο, τότε έλαβε την μορφή των πονηριών μας. Σύμβολο δε της πονηρίας είναι το φίδι. Και όπως η ράβδος του Μωυσή, όταν εθηριώθη κατέφαγε τις ράβδους με τις οποίες οι Αιγύπτιοι μάγοι έκαναν τις γοητείες τους, και έπειτα πάλι, όταν την ξαναπήρε στα χέρια του, έγινε αυτό που ηταν πρίν, έτσι και η ράβδος του Θεού και Πατρός, που είναι ο Υιός, με την οποία εξουσιάζει τα πάντα, έγινε καθ’ ομοίωση δική μας με σκοπό να εξαφανίσει τα νοητά φίδια, ώστε να μην είναι πλέον τα δαιμόνια θεοί των εθνών. Όταν λοιπόν έφερε σε πέρας την οικονομία, επανήλθε στον ουρανόν σαν στο χέρι του Πατρός και έγινε πάλι ράβδος ευθύτητος και Βασιλείας· έχει καθίσει δε εκ δεξιών του γεννήτορος και μάλιστα με τη σάρκα. Αλλά και με άλλον τρόπο το φίδι εικόνιζε τον Σωτήρα· όπως ακριβώς εκείνος εφαίνετο πως είναι φίδι, στην πραγματικότητα όμως δεν ήταν, έτσι και ο Κύριος «αμαρτίαν ουκ εποίησεν»· και δεν ηταν δίκαιο να λάβει ο κατά φύση αγαθός πείρα του κακού. Όμως στους φαύλους φαινόταν αμαρτωλός· πράγματι στον τυφλό που θεραπεύθηκε έλεγαν· «Δος δόξαν τω Θεω· ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός έστιν». Αλλά και φάγον και οινοπότην τον ονόμασαν με τα απύλωτα στόματά τους: Και με άλλον τρόπο όμως ο Σωτήρας παρομοιάζεται με το φίδι· διότι το φίδι έχει όχι μόνο θανατηφόρο δηλητήριο, αλλά και ειδικό φάρμακο το οποίο εξουδετερώνει το θανατηφόρο δηλητήριο. Γι’ αυτό οι γιατροί από τις σάρκες των φιδιών κατασκευάζουν αντίδοτο γι’ αυτούς που πλήγηκαν από φίδια. Έτσι και ο Λόγος του Θεού κατεσκεύασε απο τη θνητή φύση του Αδάμ το σώμα του, το οποίο κατήργησε το θάνατο. Ο Θεολόγος Γρηγόριος μάλιστα λέγει οτι το φίδι πρέπει να ληφθεί όχι ως τύπος του Κυρίου, αλλ’ως αντίτυπος· λέγει δηλαδή «το χάλκινο φίδι κρέμεται κατά των φιδιών που δαγκώνουν, οχι ως τύπος του υπέρ ημών παθόντος, αλλ’ως αντίτυπος· επειδή εκείνο μεν το χάλκινο φίδι εξουδετερώνοντας το δηλητήριο των ομοειδών του φιδιών έσωζε τους πληγέντες ανθρώπους· ο δε Σωτήρ ημων, όταν υψώθηκε στο Σταυρό, κατεξέσχισε την δύναμη των αλλότριων δαιμόνων, τους δε οικείους και ομοειδείς του ανθρώπους τους έσωσε». Εύλογα λοιπόν ο άγιος πατήρ λέγει οτι εκλαμβάνεται ως αντίτυπος. Σύμφωνα δε με το σοφότατο Μάξιμο, το κρεμάμενο φίδι ήταν σύμβολο του θανάτου, του οποίου το φίδι είχε γίνει πρόξενος. Και το τρόπαιο πάνω στο οποίο ανυψώθηκε, εικόνιζε τον Σταυρό· η δε πρός αυτόν θέα των πληγωμένων απο τα είναι η ομολογία των πιστευόντων. Όποιος λοιπόν ομολογεί θεοπρεπώς το θάνατο του Χριστού, έχει ζωήν αιώνιον. «Ούτως υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου». Το «υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου» έχει διπλή έννοια· αφ’ ενός μεν την καθήλωσή του σε ξύλο υψηλό, την οποία καταδέχθηκε για χάρη μας· διότι έπρεπε, αφού αγιάστηκε η γη απο τα άχραντα πόδια του με το βάδισμα και η θάλασσα με την πορεία του πάνω στα κύματα, να αγιαστεί και ο αέρας με την ανύψωσή του στο Σταυρό· αφ’ ετέρου δε δηλώνει τη δόξα με την οποία δοξάστηκε ανθρώπινα δια του Σταυρού. Διότι ενω φάνηκε ότι κατακρίθηκε, με αυτόν κατακρίνει τον κοσμοκράτορα διάβολο, αφού αποδείχθηκε ανώτερος από τα πάθη στα οποία είχε υποδουλωθεί ο άνθρωπος, τη λύπη δηλαδή και την ηδονή. Από αυτά την μεν ηδονή νίκησε πάνω στο όρος, επειδή ούτε μετέβαλε τους λίθους σε άρτους, ούτε στις άλλες συμβουλές του πειραστού πείστηκε· από δε τη λύπη φάνηκε ανώτερος ιδίως κατά τον καιρό του Πάθους, τότε που ο αντίπαλος  τους εξήγειρε όλους εναντίον του. Προδότης ο μαθητής, φυγάδες οι μαθητές, αρνητής ο Πέτρος, μάχαιρα και δάδες και ξίφη, σιαγόνες ραπιζόμενες, ράχις έκδοτος στις πληγές, μάρτυρες ψευδείς, κριτήριο ασεβές, απόφαση απάνθρωπη, στρατιώτες που διασκέδαζαν μετά τη θλιβερή απόφαση με εμπαιγμούς και ειρωνείες και ύβρεις και κτυπήματα με τον κάλαμο, καρφιά και χολή, και όξος και τελευταίον ο Σταυρός. Ποία ήταν λοιπόν η άμυνα κατά των δραστών; «Πάτερ, συγχώρησον αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν». Έτσι, αφού νίκησε και τη λύπη με την μακροθυμία, καταστρατηγεί τον αντίπαλον, δεικνύοντας σε μας τον τρόπο της κατ’ αυτού νίκης. Διότι με την αποχή των ηδονών και με την πραότητα προς αυτούς που μας στενοχωρούν και την μακροθυμία, γινόμαστε μιμητές του Δεσπότη και κερδίζουμε για την κατά του πονηρού νίκη έπαθλο τη Βασιλεία των Ουρανών· αυτήν είθε να επιτύχομε όλοι με τη χάρη της υπερφώτου Τριάδος, «η πρέπει πάσα δόξα εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ  ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

(Ιωάννου 3, 13-17)

Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου



«Όποιος πιστεύει σ’ Αυτόν δεν θα χαθεί, αλλά θα ζήσει αιώνια» (Ιω. 3,15)

   Κάποιος από τους Φαρισαίους, που λεγόταν Νικόδημος, άρχοντας των Ιουδαίων, για να μην γίνει αντιληπτός από τους ομοεθνείς του, ήρθε στον Ιησού νύχτα, και συζήτησε με τον Ιησού σοβαρότατες αλήθειες, περί του Θεού και της ανθρώπινης σωτηρίας. Ο Ιησούς τού εξήγησε ότι η γνώση των επουρανίων δεν μπορεί να αποκαλυφθεί άνευ της μαρτυρίας Εκείνου, δηλαδή του Υιού του Θεού. Στο 24ο κεφάλαιο του βιβλίου των Παροιμιών, τίθεται η εξής ερώτηση: «Ποιος ανέβηκε στον ουρανό και κατέβηκε απ’ αυτόν;» Η υπονοούμενη απάντηση είναι: «Μόνο ο Θεός». Ο Χριστός επομένως εξηγεί στο Νικόδημο για τον εαυτό Του ότι: Μόνο Εκείνος από τους ανθρώπους θα ανέβει στον ουρανό κατά την ανάληψή Του, όπως και μόνο Εκείνος κατέβηκε ως δεύτερος Αδάμ από τον ουρανό, και ο οποίος παρευρίσκεται πάντοτε ταυτόχρονα στον ουρανό, ως Υιός και Λόγος του Πατρός.

Και ίσως κάποιος εδώ να ρωτήσει: «Μα και ο Ηλίας και ο Μωυσής δεν αναφέρονται στην Παράδοση της Εκκλησίας μας ότι ανελήφθησαν στον ουρανό; Πώς τώρα αναφέρεται ότι μόνο ο Ιησούς θα αναληφθεί στον ουρανό;» Η απάντηση είναι ότι ο Μωυσής και ο Ηλίας απετέλεσαν προτυπώσεις του Χριστού και εικόνες Του στην Παλαιά Διαθήκη, σαν απλοί άνθρωποι που ήσαν, ενώ ο Χριστός είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που όχι μόνο ανέβηκε και κάθισε στα δεξιά του Θεού, αλλά και μόνο εκείνος κατέβηκε από Ψηλά, αφού σαρκώθηκε και γεννήθηκε ως άνθρωπος. Και αυτό επειδή, θέλοντας να αποκαλύψει σε μας τα επουράνια, έγινε από αγάπη ένας από εμάς, και ως άνθρωπος όμοιος με μας ελάλησε προς εμάς τις θείες και σωτήριες αλήθειες, ενώ στη συνέχεια, προσφέροντας το αίμα Του, απέκτησε την Εκκλησία Του.

Επεξηγώντας περισσότερο ο Ιησούς τα λόγια Του, αναφέρει στο Νικόδημο και το δεύτερο μυστήριο της σωτηρίας, μετά την δια του βαπτίσματος αναγέννηση που είχε στο μεταξύ προείπει, και αυτό είναι η δια του σταυρού γενομένη ευεργεσία της ανθρωπότητος. Λέγει λοιπόν ο Ιησούς ότι, όπως ο Μωυσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, και όσοι τραυματισμένοι το κοιτούσαν σώζονταν από το δηλητήριο των φιδιών, με τον ίδιο τρόπο η αμαρτία, λόγω τής επί του Σταυρού ύψωσης και θυσίας του Χριστού, θα εκτεθεί, δημόσια και ηττημένη, σαν το νεκρό χάλκινο ομοίωμα του φιδιού. Όσοι συμμετέχουν επομένως δια της πίστεως στο μυστήριο του Ιησού, σώζονται, ο οποίος υψωθείς μεταξύ ουρανού και γης, ήτο σαν να εγκαταλείφθηκε προς στιγμήν όχι μόνο από τους ανθρώπους, αλλά και από τον ίδιο τον Πατέρα Του. Υψώθηκε όμως ο Κύριος και με την ανάληψή Του, για να καθίσει στα δεξιά του Πατρός, και να παράσχει μετάνοια και άφεση αμαρτιών στο λαό.

Η πίστη μάλιστα των αμαρτωλών, που έχουν ανάγκη τη σωτηρία, στον Εσταυρωμένο, είναι ό,τι υπήρξε η ενατένιση προς το υψωμένο φίδι εκείνων από τους Ισραηλίτες που είχαν ανάγκη θεραπείας, καθότι ο Σταυρός του Κυρίου είναι η κλίμακα προς τον ουρανό και πηγή αιώνιας ζωής. Αυτός δηλαδή που πιστεύει, λέγει ο Ιησούς, δεν θα χαθεί λόγω των τραυμάτων των αμαρτιών του, αλλά θα πετύχει την γη της επαγγελίας, απολαμβάνων σ’ αυτήν ζωήν αιώνιον και ποιοτικώς μοναδική. Είναι αλήθεια ότι τα λόγια αυτά χαράχτηκαν στην καρδιά του Νικοδήμου, και εξ’ αιτίας αυτών, όταν είδε αργότερα υψούμενον επί του σταυρού τον Ιησού, δεν σκανδαλίστηκε όπως οι υπόλοιποι μαθητές, αλλά αισθάνθηκε την πίστη του ενισχυμένη.

Ως συνέχεια των προηγούμενων, έρχεται τώρα ο Κύριος να αιτιολογήσει τα λόγια Του ότι «πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου». Λέγει λοιπόν ότι η θυσία Του αφορά όλη την ανθρωπότητα, αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, και εκπορεύεται από την αμοιβαία αγάπη καί του Πατέρα καί του Υιού. Η πηγή μάλιστα της άπειρης αγάπης είναι ο Θεός Πατέρας, ο οποίος δεν αρνήθηκε να χαρίσει στο θάνατο ακόμη και τον μονάκριβο γιο του, προκειμένου να οδηγήσει τον κόσμο, δια της πίστεως και της αρετής, στην αιώνιο λύτρωση.

Τέλος, αναιρεί ο Χριστός την εσφαλμένη πίστη των Ιουδαίων, οι οποίοι είχαν την άποψη ότι ο ερχόμενος Μεσσίας θα καθίστατο, αποκλειστικά για το έθνος τους, βασιλέας και σωτήρας. Επαναλαμβάνει επομένως τρεις φορές την λέξη “κόσμος” για να καταδειχθεί το παγκόσμιον της θείας ευδοκίας, και λέγει στο Νικόδημο: «Διότι δεν έστειλε ο Θεός τον Υιό του στον ΚΟΣΜΟ για να χωρίσει και να καταδικάσει τον ΚΟΣΜΟ, αλλά για να σωθεί ο ΚΟΣΜΟΣ δι’ αυτού». Η αλήθεια αυτή που τονίζεται εδώ, δεν αποκλείει την επάνοδο του Χριστού, κατά την Δευτέρα αυτού Παρουσία, ως Κριτού της Οικουμένης, όπως και σαφώς διδάσκεται στην Καινή Διαθήκη, αλλά εκφράζει κυρίως τον θετικό σκοπό της αποστολής του Κυρίου στον κόσμο. Δεδομένου ότι η κατάκριση των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα της θελήσεως αυτών και όχι της θελήσεως του Θεού. Όπως ακριβώς και ο ήλιος, ο οποίος δεν ευθύνεται αν οι ακτίνες του δεν φτάνουν στα φυτά και τους ανθρώπους που βρίσκονται υπό σκιά, ή πίσω από σκούρες κουρτίνες.

Οι ευαγγελιστές λοιπόν -αλλά και ο απόστολος Παύλος- με τα ανωτέρω περιγραφέντα, εκφράζουν την πίστη ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο, διότι όλα βρίσκονται στα χέρια του Θεού, ο οποίος, επειδή κυβερνά και προνοεί ακριβέστατα και απολύτως δίκαια για τον κόσμο, φρόντισε ώστε ο Υιός του Ανθρώπου, όπως ονόμαζε τον εαυτόν του ο Χριστός, να αντιπροσωπεύσει και αντικαταστήσει στη θυσία Του ολόκληρη την ανθρωπότητα, ίνα σωθούμε όλοι δι’ Αυτού, ακολουθούντες τις εντολές και το παράδειγμά Του.



ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

    “Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον”, Π.Ν. Τρεμπέλα, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθ. 1990
    “Εκείνος, Ο Ιησούς Χριστός”, Επισκόπου Αχελώου Ευθυμίου, εκδ. Γρηγόρη, Αθ. 2002
    “Ερμηνεία των Τεσσάρων Ευαγγελίων”, Βαρθολομαίου Γεωργιάδου, επισκόπου Κορίνθου, εκδ. Δημιουργία, Αθ. 1992
    “Τα Τέσσερα Ευαγγέλια και Πράξεις Αποστόλων”, αρχιμ. Τιμοθέου Κιλίφη, Αθ. 1999


Read more: http://www.egolpion.net/1C252F3D.el.aspx#ixzz3C33JeogT
Κυριακή προ της Υψώσεως - Ο Θεός σε αγαπά

Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής Προ της Υψώσεως (Ιωάν. γ´ 13-17)

Εἶπεν ὁ Κύριος· Οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. Καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ.

Νεοελληνική απόδοση
Εἶπε ὁ Κύριος· Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ παρὰ μόνο ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, καὶ ποὺ εἶναι στὸν οὐρανό. ῞Οπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ χάλκινο φίδι στὴν ἔρημο, ἔτσι πρέπει νὰ ὑψωθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ ᾿Ανθρώπου, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν νὰ μὴ χαθεῖ ἀλλὰ νὰ ζήσει αἰώνια. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο, ὥστε παρέδωσε στὸν θάνατο τὸν Μονογενή του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σ’ αὐτὸν ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια. Γιατί, ὁ Θεὸς δὲν ἔστειλε τὸν Υἱό του στὸν κόσμο γιὰ νὰ καταδικάσει τὸν κόσμο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

Ο Θεός σε αγαπά (Κυριακή προ της Υψώσεως)

«Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)

Η Ύψωσις τοῦ τιμίου Σταυροῦ εἶνε τὸ κέντρο τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ λέγεται «πρὸ τῆς Ὑψώσεως» καὶ ἡ ἑπομένη «μετὰ τὴν Ὕψωσιν». Οἱ καταβασίες εἶνε «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς…», ἀπόστολος καὶ εὐαγγέλιο εἶνε ἐπίσης σχετικὰ μὲ τὸ σταυρό.

Τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο· «Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰωάν. 3,13). Μπᾶ, θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἄπιστοι, σήμερα ἡ ἐπιστήμη προώδευσε, ὅλων τὰ βλέμματα εἶνε στραμμένα στὸ διάστημα· πῶς τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό; Ἐδῶ ἡ ἐπιστήμη διαψεύδει τὴ θρησκεία… Τί ἔχουμε ν᾽ ἀπαντήσουμε;

Ἀγνοεῖτε τὰς Γραφάς. Ὅταν λέῃ τὸ Εὐαγγέ λιο «οὐρανός», δὲν ἐννοεῖ αὐτὸν τὸν φυσικὸ οὐρανό, στὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ὁ προφήτης Ἠλίας. Πέρα ἀπὸ αὐτὸ τὸν οὐρανό, πέρα ἀπὸ τὸν ἥλιο τὸ φεγγάρι τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος οὐρανός, πνευματικὸς ὑπερφυσικὸς ἀόρατος. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Γραφὴ λέει κάπου «Αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν» (Ψαλμ. 148,4). Καὶ γι᾽ αὐτὸ γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο λέει ὅτι ἡρπάγη «ἕως τρίτου οὐρανοῦ» (Β΄ Κορ. 12,2). Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ κάποιος ἀνώτερος οὐρανός, στὸν ὁποῖο λατρεύεται ὁ Θεός. «Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες…» (θ. Λειτ.). Γι᾽ αὐτὸ τὸν οὐρανό, στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ γήινο ἀλλὰ κατοικεῖ ἡ ἁγία Τριὰς καὶ τὰ ἄυλα πνεύματα, ὁμιλεῖ ὁ Χριστὸς ὅταν λέῃ «Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὥστε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ἡ προέλευσί του εἶνε θεία, δηλαδὴ εἶνε Θεός. Καὶ ὅτι εἶνε Θεὸς ὁ Χριστὸς τὸ ἀπέδειξε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, μὲ τὴ διδασκαλία του, ποὺ εἶνε θεία. Τὰ βιβλία ποὺ ἔγραψαν καὶ οἱ μεγαλύτεροι σοφοὶ ὑστεροῦν ἐν συγκρίσει μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅποιος ἀκούει καὶ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, αἰσθάνεται ὅπως οἱ ἀκροαταὶ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔλεγαν «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46). Ὁ ἴδιος δὲ γιὰ τὴ διδασκαλία του εἶπε· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Λουκ. 21,33. βλ. καὶ Μᾶρκ. 13,31).

Ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ ἦρθε ὁ Χριστός, μᾶς ἔφερε οὐράνια - ὑψηλὰ διδάγματα. Ποιό, θὰ ρωτήσετε, εἶνε τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ πιὸ μεγάλη διδασκαλία του; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Μακάρι νὰ εἶχα δύναμι Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου, νὰ τὸ ἐμφυτεύσω στὶς ψυχές σας. Τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια, εἶνε ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν κόσμο - ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο (Ἰωάν. 3,16).

Ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο, πρῶτα - πρῶτα γιατὶ αὐτὸς τὸν ἔπλασε. Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι ἢ τὸ ρολόι σου ξεφύτρωσαν μόνα τους, τότε θὰ δεχθῶ ὅτι καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ ρολόι ποὺ λέγεται ἄνθρωπος ἔγινε μόνο του. Ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν ἄνθρωπο αὐτὸς ἔκανε τὸ μάτι νὰ βλέπῃ, τὸ αὐτὶ ν᾽ ἀκούῃ, τὰ χέρια νὰ κινοῦνται, τὰ πόδια νὰ περπατοῦν, τὴν καρδιὰ νὰ χτυπᾷ, τὸ αἷμα νὰ κυκλοφορῇ, τὸ μυαλὸ νὰ κάνῃ συλλήψεις. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν εὔρυθμη λειτουργία σ᾽ αὐτά, τὴν ὑγεία. Κάθε χτύπος τῆς καρδιᾶς σου φωνάζει· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Zoom in (real dimensions: 600 x 377)Εικόνα

Κι ὄχι μόνο ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ προνοεῖ γι᾽ αὐτόν. Δὲν τὸν ἔρριξε σ᾽ ἕνα ξερονήσι ἢ πάνω στὸ φεγγάρι· τὸν ἔβαλε στὸν πλανήτη αὐτόν, στὸν ὁποῖο τοῦ ἔδωσε ὅλες τὶς πρῶτες ὗλες, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα γιὰ νὰ δημιουργήσῃ πολιτισμό. Τοῦ ἔδωσε τὸν ἥλιο, ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει. Κάθε ἀκτίνα, ποὺ ταξιδεύει τόσα μίλια κ᾽ ἔρχεται καὶ πέφτει πάνω στὸ μάγουλο τοῦ παιδιοῦ, στὸ χέρι τοῦ ἐργάτη, σὲ σπίτια καὶ καλύβες, περνάει ἀκόμα καὶ τὰ κάγκελλα τῆς φυλακῆς, τί εἶνε; Ἀσπασμός, φίλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀκτίνα τοῦ ἥλιου, κάθε σταγόνα τῆς βροχῆς, κάθε πνοὴ τοῦ ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, οἱ ζέφυροι, οἱ αὖρες, τὰ δέντρα, τὰ λουλούδια, τ᾽ ἀηδόνια, ὅλα λαλοῦν καὶ λένε· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Ἀλλ᾽ ὄχι μόνο αὐτά. Ἂν εἶσαι Χριστιανός, ἄσε τοὺς ἄλλους νὰ μιλοῦν γιὰ τὰ λουλούδια καὶ τὰ πουλιά. Ἔλα τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ στὴν ἐκκλησία· κι ὅταν ὁ ἱερεὺς ὑψώνῃ τὸ τίμιο Ξύλο καὶ δῇς νοερὰ τὸ Χριστὸ μὲ τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, μὲ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια πληγωμένα καὶ τὴν πλευρὰ κεντημένη, στάσου γιὰ λίγο, συλλογίσου καὶ κάνε τὸ ἐρώτημα· γιατί τὰ ἔπαθε ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστός; Καὶ τότε θ᾽ ἀκούσῃς τὴν ἀπάντησι, ποὺ δίνει 800 χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ προφήτης Ἠσαΐας· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσ. 53,4-5). Ποιός μπορεῖ νὰ νιώσῃ πόσο ὁ Θεὸς ἀγάπησε τὸν κόσμο! Μὲ ποιά γλῶσσα νὰ περιγράψουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας; Ὅποιος ἔχει ἕνα μόνο παιδί, πόσο τὸ πονάει! Ἐλᾶτε λοιπόν, ἐσὺ μάνα κ᾽ ἐσὺ πατέρα, νὰ μᾶς πῆτε πόσο ἀγαπᾶτε τὸ μονάκριβο γέννημά σας! Ἂν τώρα σᾶς πῇ κάποιος, ὅτι πρέπει τὸ παιδὶ αὐτὸ νὰ τὸ θυσιάσετε γιὰ τὸν ἐχθρό σας, ποιά μάνα καὶ ποιός πατέρας τὸ θυσιάζει; Καὶ γιὰ τὸν ἐχθρὸ μάλιστα; Ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ. Οὔτε γιὰ τὸ φίλο· πολλῷ μᾶλλον γιὰ τὸν ἐχθρό. Καὶ ὅμως τί λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)· τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν ἀποστάτη κόσμο, ὥστε παρέδωσε τὸν Υἱό του, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ᾽ αὐτὸν νὰ μὴ χάνεται ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνιο.

Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλ᾽ ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὴν ὑποχρέωσι νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅπως ἔχεις ἀξίωσι ἐσὺ ἡ μάνα νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ τὸ παιδί σου, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς περιμένει νὰ τὸν ἀγαποῦν οἱ ἄνθρωποι. Εἶνε χρέος μας ν᾽ ἀγαποῦμε τὸ Σωτῆρα μας.

Καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ καρδιὲς εἶνε σήμερα κρύες - παγωμένες γιὰ τὸ Θεό. Μιὰ προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέει, ὅτι «εἰς τὰς ἐσχάτας ἡμέρας» -καὶ εἴμαστε στὶς ἔσχατες ἡμέρες- «ἔσονται οἱ ἄνθρωποι …φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι» (Β΄ Τιμ. 3,1-4), οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ θ᾽ ἀγαποῦν τὶς ἡδονές, τὰ μικρὰ καὶ τὰ ἀσήμαντα, παραπάνω ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄλλος θ᾽ ἀγαπάῃ τὰ παιδιά του, ἄλλος τὴ γυναῖκα του, ἄλλος τὰ λεφτά, ἄλλος τὰ βιβλία, ἄλλος τὶς ἐπιστῆμες, ἄλλος τὰ γλέντια, ἄλλος τὰ σπόρ…. Θα τρελλαίνωνται γι᾽ αὐτά, ἀλλὰ στὶς καρδιές τους δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀπείρου Θεοῦ.

Αὐτὸ δὲν γίνεται σήμερα; Τὸ Θεὸ ὄχι μόνο δὲν τὸν ἀγαποῦμε ἀλλὰ καὶ τὸν ὑβρίζουμε. Τὸν ὑβρίζουμε μὲ τὴ γλῶσσα καὶ τὰ λόγια μας, τὸν ὑβρίζουμε καὶ μὲ τὰ ἔργα μας. Κάθε μέρα, κάθε ὥρα, κάθε λεπτὸ βλαστήμιες ἀκούγονται. Κ᾽ ἔπειτα περιμένουμε προκοπή; Ὅπως πᾶμε -μὴ μὲ πῆτε ἀπαισιόδοξο, ζυγίζω μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τὴν κοινωνία-, σᾶς λέω τὸ ἑξῆς. Οἱ Ἑβραῖοι μιὰ φορὰ σταύρωσαν τὸ Χριστό, μὰ ἐμεῖς τὸν σταυρώνουμε χιλιάδες φορὲς κάθε μέρα. Στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στοὺς στρατῶνες, στὰ δικαστήρια, στὰ πλοῖα, στ᾽ ἁμάξια, στὶς παραλίες, στ᾽ ἀκρογιάλια, παντοῦ τὸν σταυρώνουμε· δὲν ὑπάρχει μέρος ποὺ νὰ μὴ στήνουμε κ᾽ ἕνα σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Ὕστερα ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ θαυμάζω πῶς ὁ Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς ἀγαπᾷ. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὸν ἥλιο· Χαμήλωσε λιγάκι, ζύγωσε στὴ γῆ! καὶ τότε ἡ θερμοκρασία ν᾽ ἀνεβῇ ἀπὸ 40 σὲ 100, 200, 300 βαθμούς. Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὴ θάλασσα· Δὲν ὑποφέρω τὶς μοιχεῖες καὶ πορνεῖες τους· φούσκωσε, ἀνέβα, κάλυψε τὶς κορυφές, νὰ μὴ μείνῃ κανένα σκουλήκι ζωντανό! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὰ νερά, στὶς πηγές, στὰ σύννεφα καὶ στὰ ποτάμια· Στερέψτε!… Ἀχάριστε ἄνθρωπε, ποὺ πίνεις νερὸ καὶ βλαστημᾷς τὸ Θεό. Δὲν κάνεις οὔτε σὰν τὴν ὄρνιθα, ποὺ πίνει καὶ μετὰ ὑψώνει τὸ κεφάλι πρὸς τὰ πάνω σὰ νὰ εὐχαριστῇ τὸ Θεό. Ἂν στερέψουν τὰ νερά, δὲ θὰ βρίσκῃς οὔτε ἕνα ποτήρι νὰ δροσιστῇς· θὰ κολλᾷς τὴ γλῶσσα σου στὰ μάρμαρα μέσα στὶς σπηλιές. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς κρατάει ἀκόμα, τὰ σκουλήκια, πάνω στὴν πλάσι. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ του!

Ἀδέρφια μου, ὅσοι πιστεύετε στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς διαφθορᾶς, ἐλᾶτε ὅλοι, μικροὶ - μεγάλοι, στὴν ἐκκλησία τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ. Νηστέψτε σὰν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Σκεφθῆτε τὶς ἁμαρτίες σας. Μετρῆστε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Καὶ καθὼς θὰ βλέπουμε τὸν τίμιο σταυρό, ἂς ποῦμε ὅλοι· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
στον ιερό ναό Ἀναλήψεως Δραπετσώνας - Πειραιῶς 11-9-1960)
Κυριακή προ της Υψώσεως: Γιατί τόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο...

«Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε έδωσε τον Μονογενή Του Υιό,έτσι ώστε όποιος πιστεύει σ΄ Αυτόν να μην χαθεί, αλλά να έχει ζωή αιώνιο».

Αδελφοί,
Η Εκκλησία μας με αυτήν εδώ την Κυριακή, μας προετοιμάζει για την μεγάλη δεσποτική εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού. Με το ευαγγελικό λοιπόν ανάγνωσμα της Κυριακής, παρουσιάζει το μεγαλείο και το ουσιαστικό νόημα της σταυρικής θυσίας:Είναι η εκούσια παράδοση του Θεού πού εκενώθη στον άνθρωπο, σε σταυρικό, επονείδιστο και μαρτυρικό θάνατο, για να σωθεί ο κόσμος δι'αυτού.
Στα κηρύγματα των παλαιών διδασκάλων βρίσκεται μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Ένας ληστής παραδίνεται στην πιό σκοτεινή και άθλια φυλακή και στις άγριες διαθέσεις του δουλεμπόρου. Το μέλλον του είναι σκοτεινό και αβέβαιο. Βρίσκεται προ των πυλών του θανάτου και αναμένει την πώληση του σε έναν τυρρανικό αφέντη, ο οποίος θα του φερθεί με την ανάλογη σκληρότητα πού αντιστοιχεί στο άγριο του χαρακτήρα και των εγκλημάτων πού διέπραξε και αφού τον εκμεταλλευτεί επαρκώς θα τον θανατώσει ως άχρηστο πλέον. Ανέλπιστα όμως ο ίδιος ο βασιλιάς κατεβαίνει από τον χρυσό θρόνο του παλατιού του, αναμιγνύεται με τον κόσμο των δούλων και των εγκληματιών, δίνει ένα ποσό αξίας ανυπολόγιστης και μεγαλύτερης από την αντικειμενική αξία του δούλου αυτού και έπειτα του δίνει το χαριστήριο της ελευθερίας, ανέλπιστα και χωρίς προφανές συμφέρον και αντάλλαγμα. Μια πράξη παράλογης, υπέρλογης, θεϊκής μεγαλοψυχίας!
Αυτή η απλή και συγκλονιστική παραβολή καταδεικνύει το μέγεθος της θεϊκής αγάπης και φιλανθρωπίας, την εξέλιξη του δράματος της ανθρωπότητας, τα λυσίποινα από το τραγικό αδιέξοδο του θανάτου, πού πλήρωσε ο ίδιος ο σαρκωμένος Θεός. Το αίμα του Χριστού μας εξαγόρασε από την δουλεία του θανάτου και μας απελευθέρωσε ο θάνατος Του.  O αφέντης πού κάνει την εξαγορά δεν εκδικείται, δεν τυρρανεί, αλλά προσφέρει ανυπολόγιστο αντίτιμο: το Τίμιο Αίμα Του και σώζει τον δούλο εγκληματία άνθρωπο από τα δεσμά και την ειρκτή του θανάτου.Αυτή είναι η ιστορία του πεπτωκότος ανθρώπου και του εκούσια Εσταυρωμένου Θεού.

Στην ορθόδοξη παράδοση μας η σταυρική θυσία του Χριστού δεν τελείται ως ικανοποίηση της προσβληθείσας δικαιοσύνης.Είναι μια πράξη άφατης και ανεπανάληπτης αγάπης. Ο αναμάρτητος επιβαρύνεται την ποινή και τα επίχειρα του εγκλήματος. Ο αθώος πληρώνει με θάνατο αυτό πού νομοτελειακά θα επλήρωνε ο υπαίτιος άνθρωπος: τον θάνατο. Και με τον θάνατο Του θανατώνει τον θάνατο.
Ανοίξτε βιβλία φιλοσοφίας, ιερά βιβλία θρησκειών, εγκυκλοπαίδειες, ανατρέξτε στους σοφούς και τους προφήτες των ιδεών και των ειδώλων, ανιχνεύστε ψυυχολογίες και κοσμοθεωρίες: Δεν θα βρείτε τέτοια αγάπη και θυσία, τέτοιο υπέρλογο ενδιαφέρον του θείου για το εκπεσόν ανθρώπινο.Μέσα από τις μορφές των παντοκρατορικών και εξουσιαστικών ψευδοθεών, της δικαίας εκδικήσεως και των μιαρών ανθρωπομορφισμών, θα προβάλει διαμάντι ανόθευτο η μορφή του Εσταυρωμένου Θεού των χριστιανών. Η αυθεντικότητα. Το όντως μεγαλείο. Η θεϊκότητα πού δεν αμφισβητείται στην έκφραση της για τον άνθρωπο.

Ο Σταυρός του Χριστού τίθεται εν τω μέσω της Εκκλησίας για να μας υπενθυμίζει κάθε ώρα και στιγμή την θυσία Του για όλους εμάς. Δεν είναι το παράδειγμα καταναγκαστικό και δεν είναι η θέα του τρομοκρατική, να γεννάει τύψεις και ενοχές για αυτόν τον υπέροχο μα άδικο θάνατο. Γιατί ο Σταυρός τίθεται μόνο ως παράκληση, ως παρηγοριά, να μας θυμίζει πού μπορεί να φτάσει η Άκρα Αγάπη, να θέτει κανείς την ζωή του αντίλυτρο για αυτούς πού αγαπά! Η θέα του Σταυρού μας εγείρει στο πνευματικό φιλότιμο. Και όση ανακούφιση και χαρμονή μας δίνει το παρηγορητικό του θέαμα, τόσο περισσότερο ενδυναμωνόμαστε και παίρνουμε καλή δέσμευση και διδασκαλία: Να κάνουμε την ζωή μας θυσιαστική για αυτούς πού αγαπά η καρδιά μας. Να θυσιαστούμε και εμείς ως μιμητές του Μάρτυρα Θεού μας. Διά της θυσίας να θανατώσουμε τον παμφάγο και αδίσταχτο θάνατο , τον θάνατο πού γεννάει η αμαρτία. Και με το σταυρικό ήθος να ομοιάσουμε το κατά δύναμιν στον Νικητή του Θανάτου.

Το ευχόμαστε.

π. Παντ.Κρούσκος 6-9-2013

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2013/09/blog-post_6.html#ixzz3C32lKYRy
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

 Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ

Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης

     ​Γιὰ τὸ συγκλονιστικὸ γεγονὸς τῆς σταυρωμένης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο, θὰ μᾶς μιλήσει αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα ἡ Ἐκκλησία ὑψώνοντας τὸν Τίμιο Σταυρό. Ἡ μεγαλειώδης ἀγάπη τοῦ Θεοῦ διακηρύσσεται καὶ προβάλλεται μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν θυσία καὶ ὄχι μέσα ἀπὸ ἐντυπωσιακὲς θεωρίες, ῥητορικὰ κηρύγματα καὶ πυροτεχνήματα.

     Τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ποὺ διαβάζουμε σήμερα μὲ τρόπο σύντομο καὶ περιεκτικὸ παραλληλίζει ἕνα θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός, μεταξὺ ἄλλων, λέει στὸν μαθητή Του Νικόδημο: «καθὼς Μωυσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμω, οὕτως δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου». Ὅπως ἀκριβῶς ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τὸ χάλκινο φίδι στὴν ἔρημο, καὶβλέποντάς το οἱ Ἑβραῖοι σώζονταν ἀπὸ τὰ θανατηφόραδήγματα τῶν φιδιῶν, ἔτσι καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ πρέπει νὰ ὑψωθεῖ, γιὰ νὰ σωθεῖ ὁ κόσμος ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς ἁμαρτίας (Ματθ. 3,14). Οἱ προτυπώσεις καὶ οἱ συμβολισμοὶ εἶναι, ἀσφαλῶς, προφανεῖς. Στὸ ξύλο κρεμασμένο ὕψωσε ὁ Μωυσῆς τὸ χάλκινο φίδι. Στὸ ξύλο τοῦ Σταυροῦ ὑψώθηκε κρεμασμένος ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός. Τὰ φαρμακερὰ φίδια σκόρπιζαν τὸν θάνατο. Ὁ σατανᾶς, ὁ ὄφις ὁ ἀρχαῖος,  σκορπίζει τὸ φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ἔρημο τὸ  χάλκινο φίδι ἦταν τὸ ὁμοίωμα τῶν φιδιῶν. Στὸ Σταυρὸ  ὁ Κύριος θεωρήθηκε τὸ ὁμοίωμα τῆς ἁμαρτίας, καθὼς σήκωσε ἐπάνω Του ὅλες τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου. Στὴν ἔρημο οἱ Ἰουδαῖοι, ἀτενίζοντας τὸ χάλκινο φίδι, διέφυγαν τὸν φυσικὸ θάνατο, γιὰ νὰ πορευθοῦν στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Στὴν περιπλάνηση τῆς παρούσας ζωῆς οἱ πιστοί, ἀποδεχόμενοι μὲ πίστη καὶ ἐσωτερικὸ ἀγῶνα τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, λυτρώνονται ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο, γιὰ νὰ μεταβοῦν ἀπὸ τὴν ζωὴ τοῦ  κόσμου στὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

​     Ὁ ὑμνολογικὸς πλοῦτος ὅλων τῶν ἡμερῶν τῆς γιορτῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ θεολογία ποὺ πηγάζει ἀπὸ αὐτὸν διατρανώνουν  τὴν ἀνυπέρβλητη δόξα, τὴν ἀκαταμάχητη νίκη καὶ τὸν ὁριστικὸ θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ. Σκοπὸς ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ἀναγνώριση, ἡ «ὕψωση» δηλαδὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐκεῖ ὄπου ἀνήκει, στὸ ἐπίπεδο καὶ τὸ ὕψος τῆς θεότητας. Ἐδῶ, βέβαια, βρίσκεται ἕνα κρίσιμο σημεῖο, ποὺ χρειάζεται νὰ προσέξουμε ἰδιαίτερα. Θὰ ἦταν λάθος νὰ πιστέψουμε ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν δόξα ποὺ ἐμεῖς Του ἀποδίδουμε. Ἄλλωστε,γνωρίζουμε καλὰ ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ἀνενδεὴς, δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε ἀνθρώπινο. Ὁ Θεὸς δὲν ζητᾷ δόξα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ταπεινώνεται γι’ αὐτόν.  Αὐτὸ τονίζει  ὁἈπόστολος Παῦλος, ὅταν γράφει: «ἑαυτὸν ἐκένωσεν μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ»,ἀλλὰ τὰ ἀπαρνήθηκε ὅλα, πῆρε δούλου μορφὴ καὶ ἔγινε ἄνθρωπος καί, ὄντας πραγματικὸς ἄνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικὰ ὑπακούοντας μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ (Φιλιπ. 2, 7). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητοποιήσει καὶ πιστέψει αὐτὴν τὴν ἀλήθεια, νιώθει τὴν ἀνάγκη νὰ ζήσει μὲ συντριβὴ καὶ μετάνοια καὶ νὰ λατρεύσει δοξολογικὰ τὸν Θεό. Ἔτσι, φωτίζεται ἡ σκέψημας, γιὰ νὰ κατανοήσουμε βαθύτερα τὸ νόημα τῆς δόξας, τῆς νίκης καὶ τοῦ θριάμβου τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ. Καλούμαστε νὰ θυμηθοῦμε ξανὰ τὸ ἀρχικὸ νόημα τοῦ Σταυροῦ ὡς  ὀργάνου  βασάνων, τιμωρίας καὶ ἐκτέλεσης,στὸ ὁποῖο «ὑψώθηκε» κρεμασμένος ὁ Θεός, μέσα σὲἀβάσταχτο πόνο καὶ ἐξευτελισμό. Ὁ Σταυρὸς γίνεται δόξα καὶ νίκη γιὰ ἐμᾶς, μόνο στὸν βαθμὸ καὶ στὸ μέτρο ποὺ τὸν ἀποδεχόμαστε ὡς ταπείνωση καὶ ἧττα στὸν ἀγῶνα τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς. Αὐτὴ ἡ ἀντίφαση μᾶς συνταράσσει κυριολεκτικὰ καὶ μᾶς φέρνει ἀντιμέτωπους μὲ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό. Μᾶς προτρέπει νὰ παλέψουμε μὲ τὸ ἐγώ μας καὶ νὰ τὸ ξεπεράσουμε μὲ τὴν πίστη ὅτι «τὰ ἀδύνατα πὰρ’ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι».

    ​ Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ἕνας σύγχρονος Ἅγιος ὑπογραμμίζει:  «Ἡ γεμάτη ἀγάπη ταπείνωση εἶναι μιὰ τρομερὴ δύναμη. Εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ ἀπ’ ὅλα τὰ πράγματα καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ὑπάρχει ἰσχυρότερο». Ὅταν, λοιπόν,στρέφουμε τὸ βλέμμα μας στὸν Σταυρό, δὲν βλέπουμε μόνο σταυρωμένη, καταδικασμένη καὶ περιφρονημένη τὴν ἀνθρώπινη φύση. Σὲ αὐτὸ τὸ ἔσχατο σημεῖο ἀνατέλλει ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ ταπεινώνεται, θυσιάζεται καὶ πεθαίνει,  γιὰ νὰ ὑψωθεῖ, νὰ ζήσει καὶ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ
(Ἰω. 3, 13-17)
Πῶς προσεγγίζομε τόν Θεό
  Τό Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε σήμερα παρότι πολύ σύντομο, μᾶς μιλᾶ γιά τήν αἰώνια ζωή μέ τόν πιό ρεαλιστικό καί ὠμό τρόπο.
            Ἀλλά σάν τί τάχα νά εἶναι αὐτή ἡ αἰώνια ζωή;
            Ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι: «Ἁπλῶς μιά συνέχεια τῆς ζωῆς».
            Συνέχεια ὑπάρχει καί πρός τά κάτω. Καί ὁριζόντια. Συνέχεια (πρός τά κάτω) εἶναι νά πάει κανείς σέ μιά χειρότερη κατάσταση ἀπό αὐτή πού ὑπάρχει ἐδῶ, καί λέγεται κόλαση καί ἀπώλεια. Οὔτε νά τήν θυμᾶται κανείς τέτοια κατάσταση, ὅπως δέν θέλομε νά θυμόμαστε ὅτι εἶναι δυνατόν στήν ἐπίγεια ζωή μας, νά καταντήσομε σέ μιά κατάσταση χειρότερη ἀπό αὐτή στήν ὁποία τώρα βρισκόμαστε. Γιατί εἶναι δυστυχία.
            Ὁ Χριστός μᾶς λέει: «Ἡ ἀληθινή ζωή εἶναι στό χῶρο τοῦ Θεοῦ, πού λέγεται οὐρανός. Καί προσέχετε, μήν κάνετε λάθος. Μή νομίζετε ὅτι ὅπως περπατᾶμε στά βουνά, στούς δρόμους καί στίς θάλασσες, μέ τόν δικό μας τρόπο καί μέ τήν δική μας δύναμη καί ἐξυπνάδα, καί μέ τά μέσα πού δημιουργοῦμε, ἔτσι εἶναι δυνατόν νά ἀνεβεῖ κανείς καί στό χῶρο τοῦ Θεοῦ πού λέγεται αἰώνια ζωή».
            «Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν», λέει ὁ Χριστός, «μέ δική του δύναμη». «Εἰ μή ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ». Ἐκεῖνος δηλαδή πού εἶναι στόν οὐρανό καί ὁ ὁποῖος κατέβηκε ἀπό ἐκεῖ καί ἦλθε στή γῆ γιά μᾶς, γιά χάρη μας, γιά νά μᾶς πάρει μαζί του. Νά μᾶς ἀνεβάσει στόν οὐρανό.
            Μήν κάνει κανείς τό λάθος, λέγει ὁ Χριστός, νά φαντάζεται ὅτι στόν Παράδεισο, στήν αἰώνια ζωή κοντά στόν οὐράνιο Πατέρα, πηγαίνει ὁ ἄνθρωπος περπατώντας ἤ μέ τά πόδια τοῦ σώματός του ἤ μέ τά πόδια τοῦ μυαλοῦ του ἤ μέ αὐτοκίνητο, εἴτε μέ κανένα ἀεροπλάνο. Δέν γίνονται αὐτά τά πράγματα.
            Μέ κανένα τρόπο δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά φτάσει στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ.
            Ἀλλά εὐτυχῶς, γιά τόν «χῶρο» αὐτό ὑπάρχει συγκοινωνία. Τήν συγκοινωνία, τήν ἐγκαινίασε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί ἦλθε στή γῆ γιά μᾶς. Καί ξαναανέβηκε στόν οὐρανό γιά νά μᾶς ἀνοίξει τήν πόρτα καί νά μᾶς πάρει μαζί του καί νά μᾶς παίρνει μαζί του εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Βάση ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ
            Μᾶς λέγει ὁ Χριστός στό εὐαγγέλιο: «Προσέξτε. Προσέξτε. Ὅταν οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν φύγει ἀπό τήν Αἴγυπτο, πού ἦταν δοῦλοι καί βρέθηκαν στήν ἔρημο τοῦ Σινά, βγῆκαν φίδια καί τούς δάγκωναν, ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους». Ὅπως ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἔρχονται μερικές φορές φίδια νοητά, πού δηλητηριάζουν τήν ψυχή μας καί μᾶς κάνουν νά φτάνουμε σέ μία κατάσταση πού ὅταν μᾶς ρωτᾶνε, τί εἶναι; Πῶς ζεῖς; Ἀπαντᾶμε:
            -Χειρότερα ἀπό θάνατο. Καλύτερα νά εἶχε ρθεῖ θάνατος παρά τέτοια πράγματα.
            Ἔτσι λοιπόν ἀφοῦ εἶχαν βγεῖ τά φίδια καί οἱ Ἑβραῖοι κατάλαβαν τί φταίει, εἶπε ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «Στῆσε ἕνα μεγάλο στύλο. Πάνω σ’ αὐτό τό στύλο, κάρφωσε ὁριζόντια ἕνα χάλκινο φίδι. Νά γίνει σταυρός ὁ στύλος μέ τό φίδι. Ὅποιος γυρίζει τά μάτια του καί κοιτάζει αὐτό τό χάλκινο φίδι, τό φίδι τό καρφωμένο στό Σταυρό, θά γίνεται καλά».
            Καί ἦλθε ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο καί ἔστησε καί αὐτός στό κέντρο τοῦ κόσμου, στό Γολγοθά, ἕνα στύλο. Ἐπάνω κάρφωσε τόν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἐπῆρε μαζί του, τίς ἁμαρτίες τίς δικές μας. Τό λέει καθαρά ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Παρακάλεσε τόν Πατέρα νά πάρει τίς ἁμαρτίες ὅλων μας καί τίς κάρφωσε στό Σταυρό».
            Ὅποιος λοιπόν τώρα γυρίζει τά μάτια του μέ πίστη στό Σταυρό,
            καί ὁμολογεῖ ὅτι οἱ ἁμαρτίες του καρφώνονται ἀπό τόν Χριστό στό Σταυρό,
            καί πιστεύει στόν Χριστό καί στό θάνατό του, ἐπάνω στό Σταυρό,
            ὅτι ἦλθε στόν κόσμο καί πέθανε γιά μᾶς, γιά τή σωτηρία μας,
            αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει αἰώνια ζωή.
            Γιατί ἀπό τήν στιγμή πού ἐκδηλώνει μιά τέτοια πίστη, ὁ Χριστός τόν παίρνει στήν ἀγκαλιά του.
            Πῶς γίνεται αὐτό; Ἀπαντάει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός:
            «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενή ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον». Δέν μποροῦσε νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος μοναχός του.
            Στήν Ἁγία Τριάδα, Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιο Πνεῦμα, δέν ὑπάρχει ἀνταρσία. Ἐγώ, λέγει, ὁ Χριστός δέν κάνω ὅτι θέλω, ὅτι μοὔρχεται. Ἀλλά μόνο ὅτι μοῦ λέει ὁ Πατέρας μου. Μέ ὑπακοή.
            Καί ὁ Πατέρας ὁ οὐράνιος ἀγαπᾶ τόν κόσμο, ἐμᾶς, τόσο πολύ, ὥστε ἔδωκε τόν Υἱό αὐτοῦ τόν μονογενή, νά γίνει θυσία γιά μᾶς. «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον». Ποιός θυσιάζει τό παιδί του γιά ἄλλα πράγματα, ὅτι καί νἆναι αὐτά;
            Κανείς!
            Ἀντίθετα, ὅλα τό κάνει θυσία γιά τό γυιό του.
            Γιά νά δώσει ὁ Θεός, τόν Υἱό του θυσία γιά μᾶς, σημαίνει ὅτι μᾶς ἀγαπᾶ τόσο, πού εἶναι δύσκολο νά τό ἐξηγήσομε καί νά τό ἀναλύσομε. Ἅμα λοιπόν θελήσομε νά ποῦμε ποιά εἶναι ἡ βάση ἐπάνω στήν ὁποία πατᾶμε γιά νά σωθοῦμε ἡ ἀπάντηση εἶναι:
            Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.
            Ἀφοῦ ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει καί τό πιστεύομε ὅτι μᾶς ἀγαπάει καί πᾶμε κοντά του, θά σωθοῦμε. Ἀρκεῖ νά τό θέλομε.
            Γιατί ἀπό τήν στιγμή πού ἕνας ἄνθρωπος γυρίζει κοντά στόν Χριστό μέ πίστη καί μέ μετάνοια, τοῦ συγχωροῦνται ὅλα του τά ἁμαρτήματα.
            Μία ἐγγύηση ὅτι ἕνας ἄνθρωπος στρέφεται σωστά καί κοιτάζει τό χάλκινο φίδι πού εἶναι καρφωμένο ἐπάνω στό στύλο, στό Σταυρό, εἶναι νά τό κάνει μέ πίστη. Ὅταν πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός κάρφωσε στό Σταυρό τίς ἁμαρτίες του, λέει:
            «Χριστέ μου ἐγώ σέ πιστεύω. Σέ κατάλαβα, σέ πίστευσα, σέ ἀγαπάω. Θέλω νά ἑνωθῶ μαζί σου. Ἐκεῖνο πού μέ χωρίζει εἶναι: Μία, δύο, τρεῖς, πέντε ἁμαρτίες μου». Τοῦ τίς λέγω καί τόν παρακαλῶ: «Πάρτες, κάρφωσέ τες στό Σταυρό».
            Ἔπειτα τίς λέγω καί ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα.
            Ἀπό κείνη τήν στιγμή τί γίνεται; Ὁ ἄνθρωπος ὁ βρώμικος γίνεται ὁλοκάθαρος, σάν νά ἦταν ἕνας ἄγγελος. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁλοκάθαρος.
            Ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων πού θυμοῦνται τίς ἁμαρτίες του, ἐξακολουθεῖ νά εἶναι βρώμικος. Ἀλλά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πού τίς σβύνει μέ τήν μετάνοια γίνεται ὁλοκάθαρος. Τί ἀξία ἔχει, νά μέ βρίζει ὁ κόσμος ὅλος, ὅταν μέ ἐπαινεῖ ὁ Χριστός; Καί τί ἀξία ἔχει νά μέ ἐπαινεῖ ὁ κόσμος ὅταν μέ ἀποδοκιμάζει ὁ Θεός; Καί τί ἀξία ἔχει νά μέ μακαρίζει ὁ κόσμος ὅλος καί ἐγώ νά εἶμαι ἕνας ταλαίπωρος πού πρόκειται νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ἀπώλεια; Ἤ τί σημασία ἔχει νά μέ κακοτυχίζει ὁ κόσμος ὅλος καί ἐγώ νά εἶμαι ἄξιος νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;
            Γιατί μακαρίζομε τούς μάρτυρες; Τόν ἅγιο Γεώργιο, τόν ἅγιο Δημήτριο, τήν ἁγία Εἰρήνη; Γιατί μακαρίζομε τούς Πατέρες μας, πού τόσο κοπίασαν ἐπάνω στή γῆ γιά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά τήν καλωσύνη καί γιά τήν ἀγάπη, γιά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ; Γιατί; Γιατί ἔδειξαν τήν μεγαλύτερη σοφία. Τήν μεγαλύτερη ἐξυπνάδα. Ἔδειξαν στήν πράξη ὅτι κατάλαβαν ποῖο εἶναι τό νόημα τῆς ζωῆς.
Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας
            Ἕνας μεγάλος Γερμανός θεολόγος ἔλεγε:
            «Δέν μέ πειράζει ἄν στά τέλη τῆς ζωῆς μου χάσω τήν δύναμη τοῦ σώματός μου καί δέν μπορῶ νά περπατήσω.
            Δέν μέ πειράζει ἄν χάσω τά αὐτιά μου καί δέν ἀκούω. Ἄν χάσω τά μάτια μου καί δέν βλέπω. Ἄν τά χέρια μου καί τά πόδια μου εἶναι παράλυτα.
            Ἕνα μόνο παρακαλῶ τόν Χριστό: Νά ἔχω τό μυαλό μου στή θέση του, οὕτως ὥστε ὅ,τι καί νά ἀκούω, ὅ,τι  καί νά γίνεται γύρω μου, ἐγώ νά θυμᾶμαι τά λόγια τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου: «οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ, ἔδωκε γιά μᾶς καί γιά τή σωτηρία μας».
            Αὐτά τά λόγια μοιάζουν μέ τήν μαγνητική βελόνα. Ὅπου καί νά τή βάλεις, γυρίζει καί δείχνει τόν βορρᾶ.
            Ἔτσι πρέπει νά γίνει καί ἡ σκέψη μας, μιά μαγνητική βελόνα, πού θά γυρίζει συνεχῶς στήν πίστη στόν Χριστό καί στό ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἀγαπάει τόσο ὥστε ἔδωκε τόν Υἱόν αὐτοῦ γιά τή σωτηρία μας.
            Ἀδελφοί μου. Ἡ πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι πάνω ἀπ'  ὅλα αὐτή.
            Νά λέμε προσκυνῶ Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιο Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον.
            Γιατί ὅταν τελειώνουμε τήν Θεία Λειτουργία, ψάλλομε θριαμβευτικά: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθή ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες»;
            Τό ψάλλομε ἐπειδή ὁ Χριστός μᾶς εἶπε:
            Ἦλθα στή γῆ γιατί μέ ἔστειλε ὁ Πατέρας μου ἀπό τόν οὐρανό. Γι' αὐτό πιστεύομε τήν Ἁγία Τριάδα Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιο Πνεῦμα. Σέ ὁλόκληρη τήν λατρεία μας, προσευχόμαστε, παρακαλοῦμε, ἑτοιμαζόμαστε, στρεφόμαστε γύρω ἀπό τά λόγια αὐτά.
            Κέντρο τῆς λειτουργίας εἶναι τά λόγια τοῦ Χριστοῦ, πού τά ἐπαναλαμβάνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στήν προσευχή πού κάνομε πρίν νά εὐλογήσομε τό ψωμί νά γίνει σῶμα τοῦ Χριστοῦ καί τό κρασί γιά νά γίνει αἷμα τοῦ Χριστοῦ: «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο ὥστε ἔστειλε τόν Υἱό του στόν κόσμο γιά μᾶς». Αὐτός μᾶς ἔδωσε τό σῶμα του καί τό αἷμα του νά τό τρῶμε καί νά γινόμαστε ἕνα μαζί του, ὥστε νά βρίσκομε ἀνοικτό τόν δρόμο πρός τήν Βασιλεία του.
            Νά μᾶς φωτίζει ὁ Θεός, τό μυαλό πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς βοηθάει νά κάνομε τόσο μεγάλες ἀνακαλύψεις, νά πετᾶμε στόν οὐρανό, νά κουβεντιάζομε μέ τά τηλέφωνα ἐνῶ βρισκόμαστε πολύ μακρυά, αὐτό τό μυαλό τό τόσο πολύτιμο νά τό χρησιμοποιοῦμε γιά νά βρίσκομε τήν σχέση μας καί τήν ἐπικοινωνία μας μέ τόν Θεό.
            Ὅλες οἱ ἄλλες χρήσεις καί ἀξιοποιήσεις του εἶναι μικρές, μηδαμινές, φτωχές.
            Ὅποιος χρησιμοποιεῖ τό μυαλό του γιά νά βρεῖ τόν Θεό, τό χρησιμοποιεῖ γιά τόν ἀληθινό σκοπό. Γιατί ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε μυαλό γιά νά ψάχνομε νά τόν βροῦμε. Εἶναι τόσο μεγάλος ὁ Θεός πού χρειάζεται σωστή σκέψη γιά νά τόν προσεγγίσομε. Σωστή σκέψη εἶναι ἐκείνη πού γίνεται μέ ἠρεμία. Μέ ταπείνωση, μέ ἀγάπη. Καί ὄχι ἡ ὑποδουλωμένη σέ πάθη καί σέ κακίες. Ἀλλά ἐλεύθερη ἀπό αὐτά. Μέ ἀγάπη, μέ ταπείνωση, μέ ὑπομονή, μέ καλωσύνη.
            Νά παρακαλοῦμε τόν Θεό, μου νά μᾶς φωτίζει καί νά μᾶς κατευθύνει σ’ αὐτό τό δύσκολο δρόμο. Εὐλογημένο καί ἅγιο δρόμο, πού ἄν τόν βροῦμε, θά ἔχομε τήν σωστή σχέση μαζί του καί τήν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀμήν.-
Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στίς 11/9/2005 στήν Ἁγία Εἰρήνη Πρεβέζης
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
    Ο μήνας Σεπτέμβριος, ο πρώτος μήνας του εκκλησιαστικού έτους, είναι αφιερωμένος στο σταυρό του Κυρίου μας. Στις 14 Σεπτεμβρίου γιορτάζουμε την ύψωση του σταυρού και μία Κυριακή πριν και μία Κυριακή μετά έχουμε τα προεόρτια και τα μεθέορτα της υψώσεως του σταυρού. Έτσι σ’ όλο το μήνα το θέμα του σταυρού κυριαρχεί στα αναγνώσματα και στους ύμνους των ακολουθιών.

    Ας αναλύσουμε το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής προ της υψώσεως του τιμίου σταυρού. Το ανάγνωσμα αυτό είναι παρμένο από το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο (Ιω. 3,13-17) και μάλιστα από τη συνομιλία του Χριστού με τον Φαρισαίο Νικόδημο, που ήταν κρυφός μαθητής του Ιησού και ο οποίος μαζί με τον Ιωσήφ θα τον κηδεύσουν αργότερα μετά τη σταύρωση και τη θανή του. Λέγει λοιπόν ο Ιησούς στον Νικόδημο ανάμεσα στα άλλα τα εξής·


«Ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ».

    Ο Νικόδημος θεωρεί τον Χριστό ότι είναι απλώς ένας δάσκαλος του νόμου του Θεού, ένας νέος μεγάλος προφήτης. Δεν αντιλαμβάνεται ότι ο Χριστός είναι ο υιός του Θεού που ενηνθρώπησε για να μας σώσει. Γι’ αυτό ο Χριστός είναι σαν να του λέγει· Μη νομίσεις ότι εγώ είμαι διδάσκαλος σαν τους άλλους τους προφήτες, που ήταν από τη γη. Εγώ έρχομαι από τον ουρανό. Κανείς από τους προφήτες δεν ήρθε από τον ουρανό· εγώ όμως κατοικώ εκεί. Και πρόσεξε την διαφορά· ενώ ήρθα εδώ στη γη εν τούτοις συνεχίζω να κατοικώ στον ουρανό. Είμαι δηλαδή πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Αυτό δεν συμβαίνει όμως στους ανθρώπους. Μόνον ο Θεός μπορεί να είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Συνεπώς Νικόδημε πρόσεξε δεν είμαι ένας συνήθης προφήτης. Αφού έχω ιδιότητες του Θεού είμαι θεάνθρωπος. Εδώ η φράση «υιός ανθρώπου» δεν σημαίνει απλώς τον άνθρωπο, κατά την ερμηνεία του αγίου Χρυσοστόμου, αλλά ολόκληρη την ύπαρξη του Χριστού, ανθρωπότητα και θεότητα μαζί. Διότι συνηθίζει ο Χριστός ν’ αποκαλεί το παν άλλοτε μεν από την θεία, άλλοτε δε από την ανθρώπινη του φύση.


«Και καθώς Μωυσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον υιόν του ανθρώπου, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον».

    Στην Παλαιά Διαθήκη, όταν ο ισραηλιτικός λαός γόγγυσε εναντίον του Θεού και του δούλου του Μωυσή, ο Θεός έστειλε φαρμακερά φίδια που δάγκαναν και θανάτωναν τους ασεβείς γογγυστές. Τότε οι Ισραηλίτες έντρομοι παρακάλεσαν από τον Μωυσή να προσευχηθεί στον Κύριο, για να τους σώσει από τα θανατηφόρα φίδια. Τότε ο Θεός έδωσε στον Μωυσή μία παράξενη εντολή. Του είπε να κατασκευάσει ένα χάλκινο όφι και να τον υψώσει πάνω σ’ ένα κοντάρι, ώστε να είναι θεατός από όλους. Κι όταν τα φίδια δαγκάνουν τους Ισραηλίτες εκείνοι να κοιτούν το υψωμένο χάλκινο φίδι και θα σώζονται (Αριθμ. 21,8).

    Αυτή την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρει εδώ ο Χριστός, για να δείξει ότι ήταν προτύπωση του τι έμελλε να επακολουθήσει. Ο Χριστός θα υψωνόταν στο σταυρό σαν κακούργος, σαν παλιάνθρωπος, σαν εγκληματίας –αυτός είναι ο συμβολισμός του Χριστού ως φιδιού- για να σώσει αυτούς που θα πιστεύανε σ’ αυτόν από το δηλητήριο της αμαρτίας κι από το δάγκωμα του αληθινού φιδιού, του Σατανά. Χάλκινο ήταν το φίδι, δηλαδή ψεύτικο. Ψευδής ήταν και ο χαρακτηρισμός του Χριστού ως κακούργου. Οι Ιουδαίοι τότε απέφευγαν τον προσωρινό θάνατο· οι πιστοί αποφεύγουν τώρα τον αιώνιο. Το δάγκωμα του φιδιού γιατρευόταν με τη θέα του φιδιού. Ο αιώνιος θάνατος αποφεύγεται με τον πρόσκαιρο θάνατο του Χριστού. Ο χάλκινος όφις δεν είχε δηλητήριο· ο Χριστός δεν είχε αμαρτία. «Αμαρτίαν γαρ ουκ εποίησεν, ουδέ δόλος ευρέθη εν τω στόματι αυτού» (Α΄ Πετρ. 2,22). Κι έτσι «απεγύμνωσε τις αρχές και τις εξουσίες (δηλαδή τους δαίμονες) και τις ξευτέλισε με αποφασιστικότητα δημόσια, επικρατώντας τελείως επάνω τους με τον σταυρό του» (Κολ. 2,15).

    Εδώ ο Χριστός αποκαλύπτει πολύ νωρίς ότι προγνωρίζει και έχει προαναγγείλει ήδη από την Παλαιά Διαθήκη το σταυρικό του θάνατο. Το γνωρίζει και θεληματικά το αποδέχεται. Δεν είναι σημείο αδυναμίας του αλλά αποκάλυψη της αγάπης του. Ο Χριστός ζη εξ αρχής το τραγικό βίωμα του σταυρού. Προαισθάνεται την οδύνη, την εγκατάλειψη, τον ονειδισμό. Κι όμως προχωρεί απτόητος και σταθερός. Κι αν κάποτε η ανθρώπινη του φύση βγάλει την κραυγή «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» αμέσως θα προσθέσει ταυτιζόμενη πλήρως με το θείο του θέλημα «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ» (Ματθ. 26,29). Πάντως προγνωρίζει και τη νίκη του και την τελική επικράτησή του.

«Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον. Ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’ ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού».

    Πόσο είναι το μέγεθος της σταυρικής αγάπης του Θεού! Δεν έστειλε κάποιον δούλο, άγγελο, ή αρχάγγελο στους ανθρώπους για να σταυρωθεί, αλλά τον υιό του τον μονογενή. Τον υιό του τον μονογενή! Ας το σκεφθούμε λίγο αυτό. Ποιος από μας θυσιάζει το μονάκριβο παιδί του χάριν κάποιου άλλου; Θέλησε να ελκύσει τους ανθρώπους προς αυτόν, όχι με τη δύναμη και τη δόξα του, αλλά με την αγάπη του και την ταπείνωση του.

    Σταυρώθηκε και ενώ όλοι τον χλευάζανε και τον διασύρανε, ενώ το τίμιο αίμα του χυνότανε στη βρωμερή γη και οι πόνοι τον κάνανε να σφαδάζει, εκείνος όχι μόνο δεν εξέφρασε καμμία αγανάκτηση ή έστω ένα ανθρώπινο παράπονο αλλά προσευχήθηκε για τους σταυρωτές του. «Πάτερ άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23,34).

Πόσο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο!!!

ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΠ. ΒΑΔΡΑΧΑΝΗΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

Η σημερινή Κυριακή ονομάζεται Κυριακή προ της Υψώσεως και αποτελεί μαζί με την Υψωση του Τιμίου Σταυρού και την Κυριακή μετά την Υψωση που ακολουθεί μία ευκαιρία γιά τους πιστούς χριστιανούς να τιμήσουν τον τίμιο και ζωοποιό Σταυρό και να εμβαθύνουν περισσότερο στο μυστήριο της σταυρικής θυσίας του Κυρίου μας. Στην περικοπή από το ευαγγέλιο του Ιωάννη που θα ακούσουμε σήμερα, ο Χριστός μιλάει και προλέγει το σταυρικό του θάνατο. Μας λέει πως όπως ο Μωϋσής ύψωσε το φίδι στην έρημο, έτσι και ο ίδιος πρέπει να υψωθεί και να θυσιαστεί ώστε ο καθένας που θα πιστεύει σ’ Αυτόν θα έχει ζωή αιώνιο. Γιά να  βοηθήσει τους μαθητές του να κατανοήσουν το νόημα των λόγων Του, και γιά να τους προετοιμάσει γιά τα γεγονότα του πάθους Του και της σταυρικής Του θυσίας, χρησιμοποιεί εδώ ένα γεγονός που συνέβη στην Π. Διαθήκη στην εποχή του Μωϋσέως.
Τότε, κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης περιπλάνησής τους στην έρημο, οι Ισραηλίτες βρέθηκαν σε ένα τόπο γεμάτο φαρμακερά φίδια που αποδεκάτιζαν το λαό. Ο Θεός συμβούλευσε το Μωϋσή να κατασκευάσει ένα χάλκινο ομοίωμα φιδιού και να το υψώσει σε ένα ξύλο στο μέσο του καταυλισμού, ώστε κάθε φορά που κάποιος πληγωνόταν από φίδι, να στρέφει το βλέμα του προς το χάλκινο ομοίωμα και να θεραπεύεται. Αυτή η εικόνα, μας λέει ο Χριστός αποτελεί την προτύπωση του σταυρικού Του θανάτου. Μόνο που τώρα ο Χριστός θεραπεύει από τα τραύματα του νοητού φιδιού, του διαβόλου, και σώζει από τον αιώνιο θάνατο και την κόλαση όλους εκείνους οι οποίοι καταφεύγουν στην αγάπη Του με πίστη.
Ο Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος κάνει την εξής παρατήρηση:
“Πως είναι δυνατό να πιστεύσει κανείς στον Εσταυρωμένο όταν και αυτός είναι κυριευμένος από τον θάνατο; Γι’αυτό κι Εκείνος μας οδηγεί στην παλαιά εκείνη ιστορία. Εάν οι ιουδαίοι, που είχαν πληγωθεί από τα φίδια βλέποντας το κρεμασμένο χάλκινο εκείνο φίδι σωζόντουσαν, πολύ περισσότερο εκείνοι οι οποίοι πιστεύουν στον εσταυρωμένο Υιό του Θεού θα απολαύσουν μεγαλύτερη ευεργεσία”.
Στο σημερινό ευαγγέλιο ο Κύριός μας τονίζει ότι ο καθένας που θα πιστέψει σ’ Αυτόν δεν πρόκειται να χαθεί, αλλά θα του δοθεί από τον φιλάνθρωπο θεό η αιώνιος ζωή. Τα λόγια του Κυρίου ειναι σαφή: “Ωστε όποιος πιστεύει σ’αυτόν να μη χάνεται, αλλά να έχει αιώνια ζωή” (Ιω. 3,16).Το τονίζει θέλοντας να μας δείξει όμως ότι γιά τη σωτηρία μας δεν αρκεί μόνο η φιλανθρωπία του Θεού και η αγάπη Του αλλά και η δική μας πίστη. Η πίστη είναι το μόνο μέσο που μπορούμε να μεταχειρισθούμε στην πορεία μας προς το Χριστό και είναι βασική προϋπόθεση γιά τη σωτηρία μας.
Ετσι ο σταυρός επάνω στον οποίο υψώθηκε κάποια στιγμή το άχραντο και αμόλυντο σώμα του Χριστού, με την δική Του συγκατάθεση, μεταμορφώθηκε από εργαλείο βασάνων και θανάτου στο ανίκητο σύμβολο της υπέρτατης θυσίας του Θεανθρώπου γιά τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους. Ο Απόστολος Παύλος πολύ συχνά στις επιστολές του θυμάται τον Σταυρό του Κυρίου, και μας λέει στην προς Γαλάτας επιστολή του: “Εγώ δεν μπορώ να καυχώμαι γιά τίποτε άλλο παρά γιά τον Σταυρό του Κυρίου” (Γαλ. 6,14). Ενώ οι Εβραίοι καυχώνται γιά την περιτομή και οι εθνικοί καυχώνται γιά τη δόξα της φιλοσοφίας, ο Παύλος καυχάται γιά το μυστήριο του Σταυρού που αποτελεί γιά τους Ιουδαίους σκανδαλο, γιά τους εθνικούς μωρία ενώ γιά τους χριστιανούς είναι η χαρά της σωτηρίας.
Ο Οσιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, ερμηνεύοντας τα λόγια που απαγγέλει ο ιερέας κατά την ώρα της θείας Λειτουργίας όταν λέει:
“τούτο ποιήτε εις την εμήν ανάμνησιν”, μας εξηγεί: “Ποιά είναι αυτή η ανάμνηση; Πως μέσα στη Θ. Λειτουργία θα θυμόμαστε τον Κύριο;…Τι θα θυμηθούμε περί αυτού, ή τι θα διηγηθούμε από τη ζωή Του; Μήπως ότι ανέστησε νεκρούς ή ότι διέταξε τους ανέμους να σωπάσουν, ή τα θαύματα που τον αποδεικνύουν παντοδύναμο Θεό; Καθόλου, αλλά θα θυμηθούμε μάλλον αυτά που φανερώνουν την αδυναμία, τον Σταυρό, τα πάθη, τον θάνατο. Πάνω σ’ αυτά μας διέταξε να Τον θυμόμαστε”. Μιλόντας γιά το μυστήριο του Σταυρού ο Αγ. Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέει ότι είναι “ο φόβος του Θεού και η μνήμη των άνω, η κυριότης κατά των παθών και η απαλλαγή από την ασφυκτική αγάπη των συγγενών και των φίλων διά τον έρωτα προς τον Θεόν”.
Ο Αγιος Σταυρός έχει κατά τους Αγίους Πατέρας τριπλή ενέργεια.
Πρώτη είναι η φυγή η δική μας από την αμαρτία, μετά είναι η αποχώρηση της αμαρτίας απο μέσα μας και τρίτη είναι η θεωρία της δόξης του Θεού. Και το εξηγούν, ότι όπως έφυγαν οι Εβραίοι από την Αίγυπτο αλλά έπρεπε όμως να σβύσουν από μέσα τους την επιθυμία και την ανάμνηση της Αιγύπτου γιά να εισέλθουν κατόπιν στη γη της επαγγελίας, έτσι και οι χριστιανοί, απομακρύνονται πρώτα από τον κόσμο της αμαρτίας, μετά απομακρύνουν από μέσα τους και σβύνουν τα πάθη και τις σαρκικές επιθυμίες, και τέλος φθάνουν στη θεωρία της δόξης του Θεού.
Αδελφοί μου στο Γολγοθά υπήρχαν τρείς όμοιοι σταυροί, του Χριστού και των δύο ληστών. Ο ένας από τους σταυρούς των ληστών έφερε σωτηρία και ο άλλος καταδίκη. Και οι δύο είχαν κάνει τα ίδια κακά έργα, καταδικάστηκε όμως εκείνος από τους δύο που βλασφήμησε τον Χριστό και δεν ήθελε σχέση μαζί του.
Εμείς, Τον ομολογούμε σαν τον άλλο ληστή, μετανοούμε γι’αυτά που κάναμε και γιά εκείνα που δεν κάναμε, προσπαθούμε να δημιουργήσουμε καλή σχέση μαζί Του; Αν ναι, τότε και ο δικός μας σταυρός θα είναι ο σταυρός της σωτηρίας. ΑΜΗΝ
Κυριακή προ της Υψώσεως

    Ευαγγέλιο Κυριακής: Ιω. γ’ 13-17

    Εἶπεν ὁ Κύριος· 13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

Ο Σταυρός του Χριστού
Το χάλκινο φίδι

Η Κυριακή πριν από την εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού μας προετοιμάζει πνευματικά για να συναισθανθούμε το μέγα μυστήριο της σταυρικής θυσίας του Κυρίου μας. Το ευαγγελικό ανάγνωσμα μας μεταφέρει σε μία ιερή συζήτηση μέσα στη νύχτα, όπου ο Κύριος απεκάλυψε στον κρυφό μαθητή του Νικόδημο το μέγα μυστήριο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Κανείς από τους ανθρώπους, είπε, δεν έχει ανεβεί στον ουρανό, παρά μόνο εγώ που κατέβηκα από τον ουρανό και έγινα άνθρωπος. Κι ενώ τώρα είμαι στη γη, εξακολουθώ να είμαι και στον ουρανό. Και όπως κάποτε ο Μωυσής κρέμασε ψηλά το χάλκινο φίδι για να σώζονται μ’ αυτό οι Ισραηλίτες από τα θανατηφόρα δαγκώματα των φιδιών της ερήμου, έτσι σύμφωνα με το μυστηριώδες σχέδιο του Θεού πρέπει να υψωθώ εγώ ψηλά πάνω στο σταυρό.

Ποια όμως είναι η βαθύτερη σχέση ανάμεσα στο γεγονός αυτό της Παλαιάς Διαθήκης με τη σταύρωση του Κυρίου μας; Εκεί στην έρημο συνέβαινε κάτι το συνταρακτικό. Είχαν παρουσιαστεί φίδια φαρμακερά και τρύπωναν στις σκηνές των Ισραηλιτών. Φίδια αμέτρητα δάγκωναν όσους έβρισκαν μπροστά τους. Κι αυτοί με πόνους δυνατούς και κραυγές απελπιστικές σε λίγη ώρα έπεφταν νεκροί! Οι Ισραηλίτες τρομοκρατημένοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι τιμωρούνται για τις πολλές τους αμαρτίες. Σκέφτηκαν ότι μόνον ο Θεός μπορούσε να τους σώσει. Έτρεξαν λοιπόν στον Μωυσή κι εκείνος με όλη του την ψυχή παρακαλούσε τον Θεό να τους σώσει. Και ο Θεός, σαν αγαθός πατέρας, επειδή είδε ότι μετανόησε ο λαός, άκουσε την προσευχή του Μωυσή και του λέει:

Φτιάξε ένα φίδι χάλκινο και κρέμασέ το σε ένα ξύλο. Και πες στους Ισραηλίτες: «Καθένας που θα τον δαγκώσει φίδι, να κοιτάζει το χάλκινο αυτό φίδι και θα σώζεται από το θάνατο». Και το θανατικό σταμάτησε, οι Ισραηλίτες σώθηκαν.

Γιατί όμως ο Κύριος συσχετίζει το γεγονός αυτό με τη δική του σταύρωση; Το χάλκινο φίδι το ύψωσε ο Μωυσής καρφωμένο σε ξύλο. Στο τίμιο ξύλο του σταυρού υψώθηκε κρεμασμένος κι ο Χριστός μας. Τ α φαρμακερά φίδια σκορπούσαν το θάνατο. Ο σατανάς, ο όφις ο αρχαίος, με τα φαρμακερά τσιμπήματά του νεκρώνει την ψυχή του ανθρώπου. Στην έρημο ο Μωυσής κρέμασε πάνω στο ξύλο ένα χάλκινο φίδι, που ήταν το ομοίωμα των φαρμακερών φιδιών. Στο σταυρό κρεμάστηκε ο ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος θεωρήθηκε το ομοίωμα της αμαρτίας, καθώς σήκωσε επάνω του όλες τις αμαρτίες του κόσμου. Στην έρημο οι Ιουδαίοι ατενίζοντας το χάλκινο φίδι διέφυγαν τον πρόσκαιρο θάνατο, εμείς οι πιστοί ατενίζοντας τον Σταυρό του Χριστού λυτρωνόμαστε από τη σκλαβιά της αμαρτίας, από τον αιώνιο θάνατο, μπορούμε να εισέλθουμε όχι στη γη της επαγγελίας, αλλά στη Βασιλεία του Θεού.
Πόσο μας αγάπησε!

Ο Κύριος στη συνέχεια εξηγεί στον Νικόδημο το νόημα της δικής του υψώσεως πάνω στο ξύλο του Σταυρού: Ο υιός του ανθρώπου, λέει, θα υψωθεί πάνω στο Σταυρό, για να μη χαθεί κανένας από όσους θα πιστεύουν σ’ Αυτόν στον αιώνιο θάνατο, αλλά να έχει ζωή αιώνια. Διότι τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε σε θάνατο τον μονάκριβο Υιό του, για να μη χαθεί στον αιώνιο θάνατο κανένας πιστός, άλλα να έχει ζωή αιώνια. Διότι δεν απέστειλε ο Θεός τον Υιό του στο αμαρτωλό γένος των ανθρώπων για να κατακρίνει και να καταδικάσει το γένος αυτό, αλλά για να σωθεί ολόκληρος ο κόσμος.

Με τα υπέροχα αυτά λόγια του ο Κύριος απεκάλυψε στον Νικόδημο την άπειρη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Πόσο πολύ μας αγάπησε ο Θεός; Το πόσο πολύ μας αγάπησε φαίνεται όχι μόνον από το ότι ήθελε να μας σώσει, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο μας έσωσε και από τη σωτηρία την οποία μας χάρισε. Διότι δεν έστειλε κάποιον άνθρωπο ή άγγελο να μας σώσει, αλλά τον μονογενή του Υιό, τον συνάναρχο και σύνθρονο, τον άπειρο και πανυπερτέλειο Υιό του. Κι Αυτόν Τον παρέδωσε σε θάνατο.

Και για ποιους Τον παρέδωσε σε θάνατο; Ποιους αγάπησε; Μήπως πλάσματα που Τον λάτρευαν και Τον αγαπούσαν; Εμάς τους αποστάτες ανθρώπους, που είχαμε γίνει εχθροί του και καταντήσαμε «κτηνώδεις και δαιμονιώδεις». Ο άπειρος Θεός αγάπησε έναν τέτοιον ανάξιο κόσμο. Αγάπησε τον διεφθαρμένο άνθρωπο, ενώ αυτός δεν είχε να παρουσιάσει τίποτε άξιο της αγάπης του. Και έγινε άνθρωπος ο ίδιος ο Υιός του Θεού για να μας σώσει από την καταδυνάστευση του διαβόλου. Και υψώθηκε επάνω στο Σταυρό, για να μη χαθούμε στο αιώνιο σκοτάδι, αλλά να ζούμε μαζί του αιωνίως τη δική του πανευτυχή ζωή. Και μας δέχθηκε ως παιδιά του, ως μέλη της Εκκλησίας του, και μας τροφοδοτεί με τα άγια Μυστήρια, μας προσφέρει άφεση αμαρτιών, αγιασμό και σωτηρία ψυχής.

Εμείς κατανοούμε άραγε το ύψους αυτό της αγάπης του; Αντιλαμβανόμαστε την άπειρη αυτή και ύψιστη ευεργεσία του; Γι’ αυτό ας παρακαλούμε Αυτόν που τόσο πολύ μας αγάπησε, να μας φωτίζει να κατανοούμε όσο μπορούμε το ύψος της αγάπης του. Και να ζούμε πλέον μόνο για τον Θεό και με τον Θεό.

Ο Σωτήρ, 1984

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

 π. Συμεών Κραγιόπουλος: Ομιλία εις την "Αρχήν της Ινδίκτου" (1η Σεπτεμβρίου)

Όπως γνωρίζετε, καθώς το έχουμε πει άλλα χρόνια, την 1η Σεπτεμβρίου αρχίζει το εκκλησιαστικό έτος. Δηλαδή από εκκλησιαστικής απόψεως την 1η Σεπτεμβρίου έχουμε πρωτοχρονιά. Απλώς τώρα σας το θυμίζω αυτό και εύχομαι όλοι, καθώς μπαίνουμε στη νέα εκκλησιαστική χρονιά, να βάλουμε μια αρχή αλλά αρχή αληθινή.

Μία προφητεία
Θα αναφερθώ λίγο στα λόγια αυτά που ακούσαμε προηγουμένως στην ευαγγελική περικοπή, στα οποία και άλλη φορά έχουμε αναφερθεί. Η ευαγγελική περικοπή είναι από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, και τα λόγια στα οποία θα αναφερθούμε είναι από τον προφήτη Ησαΐα, τα οποία ανέγνωσε ο Χριστός στην ιδιαιτέρα του πατρίδα, τη Ναζαρέτ, και όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι λόγια που αναφέρονται στο πρόσωπό του.

Στην προφητεία αυτή γίνεται λόγος γι' αυτό που ήλθε ο Χριστός να κάνει στον κόσμο, και μάλιστα ομιλεί ο ίδιος ο Χριστός για τον εαυτό του.

«Πνεῦμα Κυρίου ἐπ' ἐμέ, οὖ εἴνεκεν ἔχρισέ με». Ο Χριστός είναι ο απεσταλμένος του Θεού, είναι αυτός που ως άνθρωπος είναι κεχρισμένος με το Πνεύμα του Θεού. Και αυτός είναι εκείνος ο οποίος θα κάνει ακριβώς το έργο το οποίο χρειάζονται οι άνθρωποι. Πιο μπροστά ο Θεός έστειλε προφήτες, αλλά τώρα έστειλε τον Υιό του.

Λέει ο Χριστός ότι τον έστειλε ο Θεός «εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς». Με έστειλε να φέρω στους φτωχούς το χαρμόσυνο άγγελμα της σωτηρίας. «Ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν». Με έστειλε -η φράση αυτή εννοείται σ' όλα τα παρακάτω που λέγονται στην προφητεία- να γιατρέψω αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά.

«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας και να διακηρύξω σ' αυτούς ότι είναι ελεύθεροι, ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες τους.

«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Να δώσω φως σ' αυτούς που είναι τυφλοί. «Ἀποστεῖλαι τεθραυσμένους ἐν ἀφέσει». Αυτούς, οι οποίοι ένεκα της αμαρτίας -όχι για άλλο λόγο- είναι κυριολεκτικά τσακισμένοι, συντεθλιμμένοι, πιεσμένοι, μόλις και δεν έχουν πεθάνει, να τους συγχωρήσω και να τους αποστείλω ελεύθερους από το βάρος αυτό.

«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Και να κηρύξω το έτος που είναι δεκτό στον Κύριο, στον Θεό. Δηλαδή να κηρύξω την έναρξη της καινούργιας ζωής, της εν Χριστώ, της εν Πνεύματι Αγίω, ζωής.

Αυτά, όπως είπαμε, τα προσέξαμε και άλλη χρονιά -πέρυσι, προπέρυσι- ίσως όμως δεν τα είδαμε από την εξής πλευρά: ο Χριστός γι' αυτό ήλθε, γι' αυτό απεστάλη, να φέρει το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να γιατρέψει αυτούς που έχουν συντετριμμένη καρδιά, να κηρύξει ότι ελευθερώνει από την αμαρτία τους δούλους και τους αιχμαλώτους της αμαρτίας, να δώσει στους τυφλούς φως κλπ. Ο Χριστός ήλθε, για να κάνει αυτό το έργο.


Τι συμβαίνει και το έργο του Χριστού
δεν πραγματοποιείται μέσα μας;
Τι συμβαίνει στην πράξη; Δεν είμαστε φτωχοί; Δεν έχουμε συντετριμμένη καρδιά, με την έννοια ότι η καρδιά μας είναι άρρωστη; Δεν είμαστε κυριολεκτικά αιχμάλωτοι της αμαρτίας; Δεν είμαστε στο σκοτάδι; Δεν είμαστε κυριολεκτικά τσακισμένοι από την αμαρτία; Δεν έχουμε ανάγκη να νιώσουμε ότι μπήκαμε σ' αυτή την καινούργια ζωή, που έκανε αρχή ο Χριστός; Δεν έχουμε ανάγκη ν' αρχίσουμε να ζούμε αυτή τη ζωή που μας κάνει ευαρέστους στον Θεό;

Και φτωχοί είμαστε και συντετριμμένοι, με την έννοια που είπαμε, είμαστε και αιχμάλωτοι και τυφλοί και τσακισμένοι είμαστε, και καθόλου η ζωή μας δεν είναι ευάρεστη στον Θεό. Όμως ο Χριστός ακριβώς γι' αυτό ήλθε: αυτό που δεν είμαστε, αυτό να μας κάνει. Δεν είμαστε πλούσιοι εν Κυρίω, να μας κάνει πλουσίους. Δεν είμαστε υγιείς στην καρδιά, να μας κάνει υγιείς. Δεν είμαστε λυτρωμένοι, να μας λυτρώσει. Δεν βλέπουμε, αλλά είμαστε τυφλοί, να μας δώσει φως.

Τι συμβαίνει και τελικά δεν γίνεται αυτό; Ποιος θα μπορούσε να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι το μήνυμα αυτό του Χριστού έφθασε στη φτωχή καρδιά του και είναι ο πλουσιότερος των πλουσίων; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι τον γιάτρεψε ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει ότι τον ελευθέρωσε, τον συγχώρησε, ο Κύριος; Ποιος μπορεί να πει, βάζοντας το χέρι στην καρδιά του, ότι του έδωσε ο Κύριος φως και βλέπει, ότι, καθώς ήταν ετοιμοθάνατος, τον ανέστησε ο Κύριος, ότι τον έκανε να σταθεί στα πόδια του, τον έκανε να ζει τη ζωή αυτήν που είναι ευάρεστη στον Θεό;

Τι συμβαίνει λοιπόν; Από το ένα μέρος είμαστε στην κατάσταση που αναφέρει η προφητεία, από το άλλο μέρος ο Κύριος ήλθε ακριβώς σ' αυτούς οι οποίοι είναι σ' αυτή την κατάσταση, για να τους φέρει, αυτό το οποίο ήλθε να φέρει. Κι όμως, αν μιλήσουμε ειλικρινά και τίμια, δεν μπορούμε να πούμε ότι το έκανε αυτό ο Κύριος. Γιατί; Γιατί; Δεν ισχύουν σήμερα τα λόγια του; Δεν ισχύει το Ευαγγέλιό του στις ημέρες μας; Ψεύδεται ο Κύριος; Δεν είναι και για μας ο Κύριος; Έπαυσε να είναι στις ημέρες μας; Ίσχυαν αυτά κάποτε και τώρα δεν ισχύουν; Γίνονταν αυτά κάποτε και τώρα δεν γίνονται; Γιατί;

Αυτή η ώρα είναι ιερή. Και δεν είναι ιερή, μόνο επειδή είμαστε μέσα στο ναό, επειδή είμαστε μέσα στη Θεία Λειτουργία, αλλά είναι ιερή η ώρα και επειδή τελείωσε ένας εκκλησιαστικός χρόνος και σε λίγα λεπτά μπαίνουμε στον καινούργιο εκκλησιαστικό χρόνο. Αυτή λοιπόν την ιερή ώρα να μου επιτρέψετε όχι απλώς να πω, αλλά να τονίσω, όσο γίνεται περισσότερο υπεύθυνα ενώπιον του Θεού, ότι: εμείς είμαστε αυτό που είμαστε, και γι' αυτό ο Κύριος ήλθε και για μας, για να μας γιατρέψει. Δεν ήλθε μόνο για άλλους.

Η αιτία που από το ένα μέρος βλέπουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και από το άλλο μέρος ομολογούμε ότι δεν μας γιάτρεψε ο Κύριος, είναι ότι δεν θέλουμε να το δεχθούμε, δεν θέλουμε να το συνειδητοποιήσουμε, δεν θέλουμε να το ομολογήσουμε, δεν θέλουμε να το πούμε, να το αναγνωρίσουμε ότι είμαστε αυτό που είμαστε, και να πάρουμε την ανάλογη στάση απέναντι στον Κύριο.

Δηλαδή η στάση μας να είναι τέτοια, που να δείχνει ακριβώς αυτό, ότι νιώθουμε ό,τι είμαστε, αλλά επίσης η στάση μας να φανερώνει ότι πιστεύουμε πως ο Κύριος ήλθε και για μας, π;ως ο Κύριος μπορεί να το κάνει αυτό και σ' εμάς και πως θέλει να το κάνει αυτό και θα το κάνει.


Ψυχή που δεν αποδέχεται ότι είναι άρρωστη μένει αγιάτρευτη
Εδώ κατά την ταπεινή μου γνώμη βρίσκεται η αιτία. Και να μου επιτρέψετε να πω το εξής: το ότι αυτή είναι η αίτια βγαίνει, όχι μόνο αν θελήσει να δει κανείς τα πράγματα αντικειμενικά, αλλά το βλέπουμε στην πράξη καθημερινά. Δεν είδα και δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι φτωχή, και δεν την κάνει κάθε μέρα και πιό πλούσια ο Θεός.

Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που νιώθει ότι είναι ένα συντρίμμι -δεν έχει σημασία για ποιους λόγους- και δεν την θεραπεύει κάθε μέρα και περισσότερο ο Κύριος. Δεν συνάντησα ακόμη ψυχή που δέχεται ότι είναι κυριολεκτικά αιχμάλωτη της αμαρτίας, των παθών, των αδυναμιών, και δεν την ελευθερώνει ο Κύριος κάθε μέρα και περισσότερο. Και δεν συνάντησα ψυχή που ομολογεί ότι δεν βλέπει, που ομολογεί ότι είναι στο σκοτάδι, που ομολογεί ότι δεν ξέρει, και δεν της δίνει ο Κύριος φως κάθε μέρα και περισσότερο.

Από το άλλο μέρος η ψυχή η οποία μπορεί θεολογώντας να λέει ότι είναι φτωχή, αλλά στην πράξη δεν το δέχεται αυτό, διαπιστώνω -πώς να το πούμε;- ότι σαν να μην ευαγγελίστηκε αυτή η ψυχή. Κάνει εντύπωση το πράγμα. Σαν να μην άκουσε κανείς το Ευαγγέλιο, σαν να μην άκουσε τη χαρμόσυνη αγγελία, το χαρμόσυνο μήνυμα, το χαρμόσυνο άγγελμα του Κυρίου. Διότι, όπως έχουμε πει κι άλλες φορές, εμείς που ακούσαμε, αν ακούσαμε, το Ευαγγέλιο του Κυρίου, το χαρμόσυνο μήνυμα του Κυρίου, πρέπει να είμαστε πανευτυχείς και επομένως πάμπλουτοι.

Η ψυχή εκείνη η οποία δεν αισθάνεται τη φτώχεια της -όσο και αν θεολογώντας μπορεί να λέει ότι την αισθάνεται- στην πράξη έχει αυτάρκεια μέσα της. Ζει μ' αυτή την πραγματικότητα ότι έχει αυτάρκεια. αυτή η ψυχή δεν ευαγγελίσθηκε. Το βλέπουμε, το διαπιστώνουμε καθημερινά. και βλέπεις ότι είναι φτωχή, φτωχότατη, ενώ θα μπορούσε να είναι πάμπλουτη. και όπως σας είπα, η ψυχή η οποία θα το πιάσει αυτό: «Και σε μένα μίλησε ο Κύριος; και σε μένα ο Κύριος έφερε το χαρμόσυνο μήνυμα; Και σε μένα φανερώθηκε ο Κύριος; και για μένα ήρθε ο Κύριος;», δεν θέλει τίποτε άλλο και αισθάνεται πάμπλουτη.

Μάλιστα, αισθάνεται ότι δεν της αξίζει αυτό, και δεν υπάρχει ίχνος παραπόνου μέσα της. Ψυχές που παραπονούνται, κατά βάθος ακόμη δεν δέχθηκαν, δεν αποδέχθηκαν και δεν πείσθηκαν ότι είναι φτωχές, και ότι ήλθε ο Κύριος να τις κάνει πλούσιες.

Διαπιστώνει κανείς ότι η ψυχή εκείνη η οποία στην πράξη -άλλο τι λέει όταν θεολογεί- δεν αποδέχεται, δεν δέχεται, ότι είναι άρρωστη, δεν γιατρεύεται. Μένει αγιάτρευτη η ψυχή και πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια, πάλι τα ίδια. Κάποιος που είναι φυματικός ή άλλος που έχει άλλη αρρώστια, από δω, από κει θέλει να το ξεφύγει, δεν πάει και στον γιατρό, φοβούμενος ίσως τι θα του πει.

Τελικά, πείθεται ότι είναι άρρωστος, πάει στον γιατρό, αρχίζει τη θεραπεία και θεραπεύεται, αν υπάρχει θεραπεία για την αρρώστια του. Στις αρρώστιες της ψυχής δεν έχουμε τέτοιο πρόβλημα μήπως δεν υπάρχει θεραπεία. Γιατρός είναι ο ίδιος ο Κύριος, αυτός που μας έπλασε, και είναι αυτός που μπορεί, όσο βαριά άρρωστη κι αν είναι η καρδιά μας, η ψυχή μας, να τη θεραπεύσει.


«Κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν»
«Κηρύξαι, αἰχμαλώτοις ἄφεσιν». Με έστειλε ο Θεός -λέει ο Κύριος στην προφητεία- να ελευθερώσω αυτούς που είναι αιχμάλωτοι της αμαρτίας. Αλλά ποιας αμαρτίας; Ας πούμε, για να γίνει ένα κακό, θα το κάνει κάποιος· αλλιώς το κακό δεν υπάρχει.

Επομένως, αμαρτία που σε αιχμαλωτίζει δεν είναι απλώς μια πράξη, η άλφα ή βήτα πράξη, αλλά είναι το εγώ σου που κυριολεκτικά σε κρατάει αιχμάλωτο. Όταν το καταλάβεις αυτό και το ομολογήσεις, να κράξεις, να κραυγάσεις και να πιστεύσεις ότι ο Χριστός ήλθε, ακριβώς για να σ' ελευθερώσει από την αιχμαλωσία αυτή. Πώς θα σ' ελευθερώσει; Δίνοντάς σου άφεση.

Δηλαδή τι είναι άφεση, τι είναι συγχώρηση; Υποχωρεί το εγώ μέσα σου, και έρχεται ο Χριστός. Δεν σε κυβερνάει το εγώ, δεν σε κυβερνάει το θέλημά σου και η οποιαδήποτε δική σου γνώμη και κρίση, αλλά σε κυβερνάει ο Χριστός. Έτσι έρχεται η άφεση, έτσι ελευθερώνεσαι από την αιχμαλωσία της αμαρτίας.

Όλες οι ψυχές είναι αιχμάλωτες, αλλά τελικά, όσο κι αν κανείς θέλει να ελευθερωθεί, χρειάζεται να δει έτσι τα πράγματα, να ομολογήσει έτσι τα πράγματα, ώστε να έλθει η άφεση από τον Κύριο, και η απελευθέρωσή μας από την αιχμαλωσία.


«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν»
«Και τυφλοῖς ἀνάβλεψιν». Μπορεί θεολογικά να λες πολλά επάνω σ' αυτό το θέμα, αλλά στάσου ειλικρινά ενώπιον του Θεού και ομολόγησε: παραδέχθηκες ότι είσαι τυφλός; Πώς είναι ένας τυφλός; Άσχετα τι κουράγιο έχει μέσα του, αφού είναι τυφλός, πρέπει να τον πάρουν άλλοι από το χέρι κι αυτός ν' αφεθεί με εμπιστοσύνη. Πηγαίνει, όπου τον πάνε αυτοί που τον οδηγούν, στους οποίους δείχνει εμπιστοσύνη, και δεν έχει και καμία ευθύνη. Και τη ζει αυτή την -πώς να πω;- ανευθυνότητα με την καλή έννοια.

Ποιος είναι αυτός, που ομολογεί ότι πνευματικά είναι τυφλός, που παραδέχεται ότι είναι τυφλός, και αφήνει τον εαυτό του σαν τυφλό να τον οδηγήσει ο Θεός; Ποιος είναι; Και επειδή κανένας δεν το κάνει ή ελάχιστοι είναι αυτοί που το κάνουν ή πολύ λίγο το κάνουν κι αυτοί οι ελάχιστοι, γι' αυτό λοιπόν καθόλου δεν έρχεται το φως, και μένει κανείς τυφλός εκεί στο σκοτάδι του, και όπως το ξέρουμε από άλλα λόγια του Κυρίου, αυτός ακριβώς επειδή λέει ότι βλέπει, γι' αυτό μένει στο σκοτάδι.

Άλλος μένει στο σκοτάδι, γιατί μόλις και μετά βίας κάτι πάει να κάνει η Χάρις του Θεού, αλλά δεν γίνεται, διότι ο ίδιος τα μπερδεύει τα πράγματα, επειδή ο ίδιος θέλει να βλέπει. Εσύ είσαι τυφλός, και ο Κύριος θα κάνει τα μάτια σου να βλέπουν, ο Κύριος θα σε κάνει να βλέπεις ή, αν θέλετε να το πούμε πιο σωστά, ο Κύριος θα έλθει μέσα σου και αυτός θα βλέπει και μαζί του θα βλέπεις κι εσύ.

Όταν τα σωματικά μάτια είναι άρρωστα, ο γιατρός σε θεραπεύει, και βλέπουν τα μάτια σου. Στα πνευματικά όμως δεν είναι έτσι ακριβώς. Δηλαδή δεν είναι ότι μας θεραπεύει ο Κύριος, μας δίνει φως ο Κύριος κι εμείς βλέπουμε, αλλά συνεχώς είμαστε μαζί του και ο Κύριος είναι μαζί μας, κι εμείς βέβαια αυτοί καθεαυτούς δεν βλέπουμε, αλλά είναι εκείνος που βλέπει μέσα από μας και είμαστε εμείς που βλέπουμε μέσα από εκείνον. Ο Κύριος είναι το πνευματικό φως, το οποίο δεν μπορούμε να το δούμε αλλιώς.


«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν»
«Κηρύξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Πραγματικά, αν θέλετε να δώσω μια μαρτυρία, μπορώ να πω ότι υπάρχουν ψυχές -ελάχιστες μπορεί να είναι, αλλά υπάρχουν-οι οποίες έτσι τα είδαν τα πράγματα, έτσι δέχθηκαν τον Κύριο, έτσι δουλεύει μέσα τους ο Κύριος, που όντως μπήκαν σε καινούργια ζωή και άρχισε για τίς ψυχές αυτές η καινούργια ζωή. Η ζωή τους είναι ευάρεστη στον Κύριο, είναι ζωή της Χάριτος, ζωή του Χριστού, ζωή του Αγιου Πνεύματος. Δεν είναι μια δική τους ζωή. Μόλις γίνει δική τους ζωή, γίνεται αμαρτωλή ζωή.

Ας τα λάβουμε υπ' όψιν αυτά, αδελφοί μου, για ένα νέο ξεκίνημα.
1-9-1988