ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

ΙΑ' Κυριακή Ματθαίου

Μητροπολίτου Αντινόης κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ

11η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Ματθ. 18:23-35

Ένα από τα πιο βασικά Δόγματα της Ορθόδοξης μας Χριστιανικής Πίστης, είναι το Δόγμα της Δευτέρας Παρουσίας και της Τελικής Κρίσης του κόσμου.  Σύμφωνα μ’ αυτό, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός και Λόγος του Θεού, θα έλθει για δεύτερη φορά στη γη με σκοπό να κρίνει τους ζώντας και τους νεκρούς.  Η Δευτέρα αυτή Παρουσία δεν θα είναι ταπεινή, όπως η πρώτη, αλλά ένδοξη και φοβερά.  Ο Κύριος θα συνοδεύεται από τα αναρίθμητα τάγματα των αγίων Αγγέλων και θα καθίσει πάνω σε Θρόνο για να κρίνει όλα τα έργα των ανθρώπων.  Τίποτα δεν θα μπορέσει να κρυφτεί από τα φλογερά μάτια του Δικαίου Κριτή, ο Οποίος θα κρίνει με δικαιοσύνη όλα τα έργα, κρυφά και φανερά, και δεν θα μπορέσει κανείς να αποφύγει αυτή την φοβερά Ημέρα.  Οι πράξεις μας, τα λόγια μας, οι σκέψεις μας, ακόμα και τα πιο κρυφά συναισθήματά μας, θα εκτεθούν μπροστά στο αναρίθμητο πλήθος των ανθρώπων και των αγίων Αγγέλων, για να αποδοθεί στον καθένα η ανάλογη αμοιβή ή τιμωρία.

Έτσι, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, θέλοντας να μας διαβεβαιώσει για την πραγματικότητα αυτού του μελλοντικού γεγονότος μας δίδαξε την Παραβολή του Βασιλέα που θέλησε να λογαριαστεί με τους υπηρέτες του.  Την ώρα της διαδικασίας, βρέθηκε κάποιος που του χρεωστούσε μύρια τάλαντα, δηλαδή ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό.  Ο υπηρέτης βρέθηκε σε δύσκολη θέση, γιατί δεν μπορούσε να επιστρέψει στον Κύριό του το ποσό αυτό.  Ο Βασιλιάς διάταξε αμέσως να συλλάβουν την γυναίκα και τα παιδιά του και όσα περιουσιακά στοιχεία είχε, τον ίδιο να ριφθεί στις φυλακές μέχρις ότου αποδώσει κάθε λεπτό.

Ο δυστυχής υπηρέτης, στο άκουσμα της απόφασης του Κυρίου του, και βλέποντας την ολοκληρωτική του καταστροφή, πέφτει στα γόνατά του και παρακαλεί ικετευτικά τον Κύριό του να τον ευσπλαχνιστεί και δίδει την υπόσχεση, ότι θα αποδώσει όλο το χρέος.  Ο Κύριος τον ευσπλαχνίστηκε και τον απαλλάσσει απ’ όλο το χρέος.  Δεν χρεωστά πια τίποτε στον Βασιλιά του, όλα τα έσβησε ο καλοκάγαθος Κύριος.

Γεμάτος από ανέκφραστη χαρά, ο υπηρέτης βγαίνει από την αίθουσα του θρόνου και συναντά τυχαία ένα συνυπηρέτη του, ο οποίος του χρεωστούσε εκατό δηνάρια, δηλαδή ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό.  Μόλις τον αντικρίζει ο πονηρός υπηρέτης τον αρπάζει από τον λαιμό και απαιτεί επιτακτικά, να του αποδώσει ό,τι του χρεωστούσε.  Ο συνυπηρέτης του, τον παρακαλεί να του δώσει λίγο καιρό και θα του ανταποδώσει το χρέος που του ωφελούσε. Σκληρός και άκαμπτος ο πρώτος υπηρέτης δεν ευσπλαχνίζεται τον δεύτερο και τον ρίχνει στη φυλακή.  Οι άλλοι υπηρέτες, βλέποντες τα όσα έγιναν, τα αναφέρουν στον Βασιλέα, ο οποίος οργίστηκε και ανακαλεί την προηγούμενη απόφασή του, φυλακίζει τον πονηρό υπηρέτη και του κατάσχει όλη την περιουσία του.  Την Παραβολή αυτή την κλείνει ο Κύριος με την διαβεβαίωση, ότι το ίδιο θα συμβεί και σε μας, εάν δεν αφήσουμε-συγχωρέσουμε μ’ όλη μας την καρδιά τα σφάλματα των αδελφών μας.

Στην καθημερινή μας ζωή, πολλές φορές σφάλομε απέναντι του Θεού.  Με τα λόγια μας, με τις σκέψεις μας, με τα έργα μας παραβαίνομε τον Νόμο του Θεού και αμαρτάνομε.  Ο καθένας από μας, εάν μετρήσει τα καθημερινά του αμαρτήματα, που διαπράττομε εναντίον του Θεού μας, θα διαπιστώσει ότι συγκεντρώνονται σε αναρίθμητα ποσά, σε μύρια τάλαντα.  Ένα ποσό που από μόνοι μας δεν μπορούμε να εξοφλήσουμε, διότι δεν μπορούμε να προσφέρουμε κάτι αντάξιο για να λάβουμε την συγχώρηση των αμαρτωλών μας πράξεων.  Μόνον η ευσπλαχνία του Αγίου Θεού είναι εκείνη που μπορεί να μας απαλλάξει από το χρέος.  Μόνον ο Ουράνιος Βασιλέας Χριστός ο Θεός μας, ο Οποίος είναι και ο Δίκαιος Κριτής, μέσον των Ιερών Μυστηρίων, που Εκείνος συνέστησε και παρέδωσε στην Εκκλησία Του, μπορεί ο αμαρτωλός άνθρωπος να βρει την συγχώρηση των αμαρτιών του.

Ανάμεσα στα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, η Ιερά Εξομολόγηση αποτελεί ένα από τα υποχρεωτικά Μυστήρια για να επιτύχει κανείς την σωτηρία που προσφέρει ο Χριστός.  Και όπως είναι υποχρεωτικό, για να γίνει κανείς μέλος του Σώματος του Χριστού, να γίνει Χριστιανός, οφείλει να βαπτιστεί· και όπως είναι υποχρεωτικό, για να λάβει κανείς την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, πρέπει να μυρωθεί· και όπως είναι υποχρεωτικό, για να επισφραγίσει τα δύο προηγούμενα Μυστήρια και να μετάσχει στην αιώνια ζωή, πρέπει να κοινωνά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου· και όπως είναι υποχρεωτικό, για να ευλογηθεί η σχέση του ανδρός με την γυναίκα, πρέπει ν παντρευτούν μέσα στο Ιερό Μυστήριο του Γάμου· με παρόμοιο τρόπο, για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας, πρέπει να πάμε να εξομολογηθούμε σ’ ένα ιερέα.  Χωρίς την εξομολόγηση, δεν υπάρχει η συγχώρηση.

Μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιους νέους να θέλουν να παντρευτούν χωρίς ιερέα;  Ακόμα και αυτός ο πολιτικός λεγόμενος γάμος, δεν είναι ευλογημένος από τον Θεό, αλλά αποτελεί μία συμφωνία κοινωνική συμβίωσης.  Επομένως, επειδή δεν έχει την ευλογία του Θεού αποτελεί αμαρτία, για τον λόγο διότι δεν επιτρέπεται σε Χριστιανούς να περιφρονούν τα Ιερά Μυστήρια.  Ακόμα, μπορεί κανείς να φανταστεί κάποιο να θέλει να γίνει Ορθόδοξος, αλλά να μη βαπτιστεί από κανονικό ιερέα;  Ή άλλους να θέλουν να κοινωνήσουν, αλλά να μη συμμετέχουν στη Θεία Κοινωνία, αλλά να τρώνε απλό ψωμί και να πίνουν απλό κρασί;  Και μόνον που τα ακούει κανείς, προκαλείται το γέλιο.  Έτσι, και με την συγχώρηση των αμαρτιών μας.  Δεν μπορούμε να λάβουμε συγχώρηση, εάν δεν εξομολογηθούμε σε ιερέα.

Ο Κύριος μετά από την Ανάστασή Του έδωσε την εξουσία στους Αποστόλους να συγχωρούν ή να δεσμεύουν τις αμαρτίες των ανθρώπων.  Αυτή την εξουσία μεταβίβασαν οι Άγιοι Απόστολοι στους Επισκόπους και Πρεσβυτέρους.  Εάν, λοιπόν, δεν λάβομε συγχώρηση από τον πνευματικό, οι αμαρτίες μας δεν συγχωρούνται.

Μία πολύ βασική προϋπόθεση για να συγχωρεθούμε, είναι να συγχωρέσουμε εμείς τα σφάλματα εκείνων των συνανθρώπων μας που με τις πράξεις ή τα λόγια τους μας έβλαψαν, πίκραναν, πρόσβαλαν ή και μας μείωσαν.  Εάν συγχωρούμε, θα συγχωρεθούμε· εάν δεν συγχωρούμε, τότε δεν θα συγχωρεθούμε.

Πολλοί προσέρχονται στην Εξομολόγηση, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να συγχωρέσουν τον συνάνθρωπό τους.  Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να γνωρίζει κανείς, ότι οι αμαρτίες που έχουν εξομολογηθεί ανακαλούνται και στο τέλος, εάν μένουν αμετανόητοι και δεν συγχωρούν τους συνανθρώπους τους, θα κριθούν αυστηρά για κάθε αμάρτημά τους από τον Δίκαιο Κριτή κατά την φοβερά Ημέρα της Τελικής Κρίσης.  Η σημερινή Παραβολή μας αυτό μας επιβεβαιώνει και δεν χρειάζονται άλλα λόγια.

Μετάνοια, λοιπόν, και ειλικρινή εξομολόγηση με την προϋπόθεση να συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας, είναι το σημερινό μήνυμα που όλοι πρέπει να ενθρονίσουμε στις καρδιές μας.  Ο Θεός του ελέους και της ευσπλαχνίας, ας δώσει σ’ όλους εμάς ειλικρινή μετάνοια.
Κυριακή ΙΑ΄Ματθαίου – Πνευματικοί εργάτες

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Κορ. θ΄ 2-12
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. ιη΄ 23-35
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ
1. ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗ
Στὸ ἀποστολικὸ αὐτὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀπολογεῖται σὲ κάποιους Κορινθίους ποὺ ἀμφισβητοῦ­σαν τὸ ἀποστολικό του ἀξίωμα. Λέει λοι­πόν: Ἡ σφραγίδα μὲ τὴν ὁποία πιστο­ποι­εῖται τὸ ἀποστολικό μου ἀξίωμα, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου εἶστε ἐσεῖς τοὺς ὁποίους ὁδήγησα στὸν Χριστό. Ἀφοῦ λοιπὸν εἶμαι κι ἐγὼ Ἀπόστολος σὰν τοὺς ἄλ­λους Ἀποστόλους, ρωτῶ: Δὲν ἔχω κι ἐγὼ καὶ οἱ συνεργάτες μου τὸ δικαίω­μα νὰ τρεφόμαστε ἀπ’ αὐτὰ ποὺ μᾶς προσ­φέρουν οἱ μαθητές μας; Δὲν ἔχου­με κι ἐμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουμε μα­ζί μας στὶς περιοδεῖες μας κάποια ἀ­­­­δελ­φὴ γιὰ νὰ μᾶς διακονεῖ, ὅπως κάνουν καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι; Ἢ μήπως μόνο ἐγὼ κι ὁ Βαρνάβας πρέπει νὰ ἐργαζόμαστε βιοποριστικά,­ γιὰ νὰ καλύπτουμε τὰ ἔξοδά μας;
Εἴμαστε στρατιῶτες τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ ἀ­γωνιζό­μαστε γιὰ τὴν ἐξά­πλωση τῆς ­Βα­­σι­λείας του. Ποιὸς παίρ­νει μέρος σὲ ἐκ­­στρα­τεῖες μὲ δικά του ἔξοδα; Εἴμαστε­ ἀμπε­λουργοὶ ποὺ καλ­­λιεργοῦμε τὸ πνευ­­μα­τικὸ ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ. Ποιὸς φυτεύει ἀμπέλι καὶ δὲν τρώει ἀπὸ τὸν καρπό του; Εἴμαστε οἱ ποιμένες σας, κι ἐσεῖς εἶστε τὰ λογικὰ πρό­βατά μας. Ποιὸς φροντίζει ἕνα κοπάδι, καὶ δὲν πίνει ἀπὸ τὸ γάλα τοῦ ποιμνίου αὐ­τοῦ;
Γιατί ὅμως τὰ γράφει ὅλα αὐτὰ ὁ ἀπόστολος­­ Παῦλος; Διότι­ κά­ποιοι Κορίνθιοι ἀντὶ νὰ ἐκτι­μοῦν τὴν αὐ­­ταπάρ­­­νηση­ καὶ τὴν ἀνι­διοτέ­λειά του, ἔψα­χναν ἀφορμὴ νὰ τὸν κατηγορήσουν. Κι ἰσχυ­ρίζον­ταν ὅτι αὐ­τὸς δὲν δεχόταν χρήματα καὶ ἄλλα­ ἀγα­­­θὰ ἀπὸ τοὺς πιστούς, ὅ­­­­πως ἔκα­ναν οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι, διό­τι δὲν αἰσ­θανόταν ὁ ἴδιος ἴσος μὲ τοὺς Ἀ­­­­ποστό­λους. Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος ἀνα­γ­κάζεται νὰ διακηρύξει τὴ γνησιότητα τοῦ ἀπο­στολικοῦ του ἀξιώματος. Ταυ­τό­χρονα­ ὅμως μέ­σα ἀπὸ τὴν ἀπολογία του αὐ­­­­­τὴ φανερώνει ἐμμέσως τὴν ἀχα­ρι­στία καὶ τὴν περιφρόνηση ποὺ ἀντι­με­τώπιζε ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μὲ τό­­ση αὐ­­ταπάρνηση ὑπηρέτησε. Αὐτὸς τοὺς ἔδωσε τὰ πάντα, κι αὐτοὶ τὸν ἀμφι­σ­βη­­τοῦσαν. Αὐτὸς ἐργάστηκε ἀνάμεσά τους τόσα χρόνια, χωρὶς νὰ τοὺς ζητήσει οὔτε ἕνα κομμά­τι ψωμί· κι ὅμως ­αὐ­τοὶ ἐκμεταλλεύτη­καν κι αὐτὸ ἀκό­­-μη τὸ γεγονὸς γιὰ νὰ τὸν συκοφαντήσουν.
Ἂς διδαχθοῦμε λοιπὸν ὅλοι μας ἀπὸ ὅλα αὐτά. Διότι ἐὰν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀντιμετώπισε τόση ἀχαριστία καὶ περιφρόνηση, πόσο μᾶλλον ἐμεῖς εἶ­­ναι πιθανὸν νὰ ἀντιμετωπίσουμε τέτοιου εἴδους πειρασμούς; Νὰ μᾶς δείξουν δηλαδὴ ἀχαριστία, νὰ μᾶς ἀδι­κή­σουν καὶ νὰ μᾶς ἀπορρίψουν ἀκόμη καὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ τοὺς εὐεργε­τή­σαμε· κάποτε­ καὶ συγγενι­κά μας πρόσω­πα­ καὶ πο­­λὺ ἀ­­­­γα­­­πητά. Εἶναι βέ­­βαια πο­­­­­­­­λὺ με­­­γάλος τέτοιος­ πει­ρα­σμὸς καὶ δύ­­σκο­λος­ ὁ ἀ­­­­­γώ­νας. Πρέ­πει ὅμως κι ἐ­­­­­μεῖς, ὅπως ὁ ἀπό­στο­­λος Παῦλος, νὰ μά­θου­με νὰ σηκώνου­με­­ τέ­­­­­­τοιους ­μεγάλους σταυ­ρούς, ὅ­­­­ταν τοὺς ἐπιτρέψει ὁ Θε­ός, χω­ρὶς γογ­γυσμοὺς καὶ πικρίες ἀλ­­λὰ μὲ ὑπο­μονὴ καὶ ταπείνωση.
2. ΕΚΟΥΣΙΑ ΠΤΩΧΕΙΑ
Στὴ συνέχεια ὁ ἀπόστολος Παῦλος τεκμηριώνει τὸ δικαίωμα τῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου νὰ τρέφονται ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν, μὲ χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Λέει λοιπόν: Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω μήπως δὲν τὰ γράφει καὶ ὁ Νόμος; Εἶναι γραμμένο στὸ Μωσαϊκὸ Νόμο τὸ ἑξῆς: Δὲν θὰ κλείσεις μὲ φίμωτρο τὸ στόμα τοῦ βοδιοῦ ποὺ ἁλωνίζει. Καὶ ρωτᾶ: Μήπως γιὰ τὰ βόδια νοιάζεται ὁ Θεός; Γιὰ μᾶς τὰ λέει!
Διότι γιὰ μᾶς τοὺς πνευματικοὺς ἐρ­γάτες ἔχει γραφεῖ ὅτι ὁ γεωργὸς ὀφείλει νὰ καλλιεργεῖ τὴ γῆ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀπολαύσει καὶ τὴ σοδειά. Κι ἐκεῖνος ποὺ ἁλωνίζει, ­πρέπει νὰ ἀπολαύσει καὶ τὸν καρπὸ ποὺ μὲ ἐλπίδα περιμένει νὰ ἀποκτήσει.
Ἔτσι κι ἐμεῖς, συνεχίζει ὁ θεῖος Παῦ­λος, ὑπήρξαμε ἀνάμεσά σας πνευ­μα­τικοὶ καλλιεργητές. Ἐὰν λοιπὸν ἐμεῖς σπείραμε στὶς καρδιές σας τὸν πνευ­μα­τικὸ σπόρο τῆς ἀλήθειας καὶ σᾶς μεταδώσαμε πνευματικὰ χαρίσματα, σᾶς φαίνεται πολύ, ἂν θερίσουμε κάποια ὑλικὰ ἀγαθά σας; Κι ἂν ἄλλοι χρη­σιμοποιοῦν τὰ δικαιώματα ποὺ τοὺς δίνει ὁ Nόμος, δὲν δικαιούμαστε νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ πολὺ περισσότερο καὶ ἐμεῖς; Ἐμεῖς ὅμως δὲν κάναμε χρήση τῶν δικαιωμάτων μας αὐτῶν. Ἀλλὰ ὑ­­­ποφέρουμε κάθε εἴδους στερήσεις, γιὰ νὰ μὴ βάλουμε τὸ παραμικρὸ ἐμπόδιο στὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.
Μᾶς προκαλεῖ ἰδιαίτερη ἐντύπωση ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐνῶ τεκμηριώνει τὸ δικαίωμα τῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐ­αγγελίου νὰ ζοῦν ἀπὸ τὶς προσφορὲς τῶν πιστῶν, στὴ συνέχεια τονίζει ὅτι ὁ ἴδιος δὲν ἔκανε ποτὲ χρήση τοῦ δικαι­ώματός του. Ἐνῶ εἶχε κάθε δικαίωμα νὰ δέχεται τὴν τροφή του ἀπὸ τοὺς πι­­στοὺς ποὺ θὰ τὸν φιλοξενοῦσαν, σύμφωνα μὲ τὴν ὁδηγία τοῦ Κυρίου, αὐτὸς γιὰ νὰ ὠφελήσει περισσότερο τοὺς πι­στοὺς δὲν ἐπιβάρυνε κανένα, ἀλλὰ ἐρ­­γαζόταν μὲ τὰ ἴδια του τὰ χέρια. Προτί­μησε νὰ ζεῖ μέσα σὲ στερήσεις καὶ ἀ­ν­­έχεια, καὶ ὑπέφερε συχνὰ ἀπὸ πείνα καὶ δίψα καὶ γυμνότητα, προκειμένου νὰ μὴν ἐπιβαρύνει κανένα.
Μὲ τὴ στάση του αὐτὴ ὁ ἅγιος Ἀπό­στολος μᾶς ἔδωσε ἕνα πολὺ μεγάλο μάθημα: ὅτι οἱ ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου ἀλλὰ καὶ γενικότερα ὅλοι οἱ πιστοὶ θὰ πρέπει νὰ ζοῦμε μιὰ ζωὴ μετρημένη καὶ φτωχική, συνετὴ καὶ ἁπλή. Νὰ μὴν ἐπιδιώκουμε μὲ πλεονεξία τὰ ὑλικὰ ἀ­­­γαθά, ἀλλὰ νὰ ζοῦμε μὲ λιτότητα, ἀκό­­μη κι ὅταν μποροῦμε νὰ ζήσουμε μὲ ἀνέσεις καὶ πλούτη. Αὐτὸ εἶναι τὸ φρό­­νημα καὶ τὸ βίωμα ὅλων τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκ­­­κλησίας μας. Βίωμα ἀσκήσεως καὶ με­τρη­μένης ζωῆς. Ἂς τοὺς μιμηθοῦμε λοι­πὸν κι ἐμεῖς. Μιὰ ἁπλὴ καὶ μετρη­μένη­ ζωὴ ἔχει νὰ προσφέρει μεγάλη πνευ­ματι­κὴ οἰκοδομὴ καὶ ἀνυπολόγι­στα πνευ­ματικὰ ἀγαθὰ καὶ σὲ μᾶς καὶ στοὺς γύρω μας.
Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μθ. 18, 23-35)

 Στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ὁ Κύριος μᾶς ὁμιλεῖ γιὰ τὴ συγχωρητικότητα, ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴ δική μας σωτηρία. Καὶ εἶναι προϋπόθεση, διότι ἡ συγχώρεση ποὺ θὰ δώσουμε στὸν ἄλλο ἑλκύει πρὸς ἐμᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὑπόδειγμα πρέπει νὰ ἔχουμε πάντοτε τὴν ταπεινὴ συμπεριφορὰ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐχ ἠπείλει».

Ὅποιος ἑπομένως ἐπιθυμεῖ νὰ ἀγωνισθεῖ καὶ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα, πρέπει νὰ ἀποδιώξει ἀπὸ μέσα του τὴν ὀργὴ καὶ τὸ θυμό. Διότι, στ᾽ ἀλήθεια, πῶς θὰ ἐπιτύχει κανεὶς τὴν τελείωση, πῶς θὰ μπορέσει νὰ προσευχηθεῖ, πῶς θὰ τολμήσει νὰ ζητήσει ὁτιδήποτε ἀπὸ τὸν ἀγαθὸ Θεό, ὅταν κρατᾶ καὶ καλλιεργεῖ μέσα στὴν καρδιά του τὸ μῖσος καὶ τὴ μνησικακία;

Τότε μόνο ἔχουμε δικαίωμα, νὰ ὀργιστοῦμε κατὰ τοῦ συνανθρώπου μας ὅταν αὐτὸς θέλει νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὸν Θεό. Διαφορετικὰ ὀργιζόμαστε καὶ μνησικακοῦμε χωρὶς λόγο καὶ αἰτία, χωρὶς σκοπὸ καὶ χριστιανικὴ προοπτική, δηλαδὴ μάταια. Ὅ,τι καὶ νὰ ἔχει κάνει σὲ ἐμᾶς κάποιος, μᾶς ἀδίκησε, μᾶς ἐκμεταλλεύτηκε, μᾶς ἔκλεψε, μᾶς πλεονέκτησε, μᾶς ἔβρισε, μᾶς κτύπησε, ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ προστάζει τὴ συγχωρητικότητα, ὄχι τὴν ἀντεκδίκηση, τὴν προσπάθεια δικαίωσης, τὴν ὀργὴ καὶ τὴ μνησικακία. Ἐὰν παρ᾽ ἐλπίδα, ὀργισθοῦμε ἢ ταραχθοῦμε, ἂς ἐνεργήσουμε τάχιστα καὶ ἂς μὴν ἐπιτρέψουμε στὴ μνησικακία νὰ μᾶς καταβάλει καὶ νὰ μᾶς μετατρέψει σὲ ἀφιλάνθρωπους. Ἐπ᾽ αὐτοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς παροτρύνει καὶ μᾶς συμβουλεύει: «ὀργίζεσθε καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ὁ ἥλιος μὴ ἐπιδυέτω ἐπὶ τῷ παροργισμῷ ὑμῶν». Ἂς μὴν ἐπιτρέπουμε στὴν ὀργὴ νὰ καταντᾶ χρονίζουσα ἁμαρτία. Ἂς συμφιλιωνόμαστε προτοῦ δύσει ὁ ἥλιος, δηλαδὴ γρήγορα, καὶ ἂς μὴν ἐπιτρέπουμε σὲ αὐτὸ τὸ πάθος νὰ παραμένει μέσα μας καὶ νὰ καταντᾶ χρόνιο.

Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Χριστὸς ἀπὸ ἐμᾶς. Δὲν θέλει νὰ τρέφουμε μῖσος ἢ λύπη ἢ ὀργὴ ἢ μνησικακία γιὰ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, ἀλλὰ θέλει νὰ ἔχουμε πρὸς αὐτὸν ἀγάπη καὶ κατανόηση. Ἐὰν δείξουμε ἐμεῖς ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλο καὶ τοῦ προσφέρουμε συγχώρηση στὰ σφάλματά του, θὰ μᾶς συμπεριφερθεῖ ἀναλόγως καὶ ὁ Κύριος. Αὐτὸ ἄλλωστε δὲν λέμε καθημερινά, στὴν προσευχή μας; «… καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν… ». Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ μᾶς συγχωρέσει, ὅπως ἐμεῖς πρῶτοι συγχωροῦμε τοὺς πταίοντας πρὸς τὸ πρόσωπό μας. Συγχωροῦμε γιὰ νὰ συγχωρεθοῦμε. Δὲν μνησικακοῦμε καὶ περιμένουμε νὰ μᾶς συγχωρέσει ὁ Θεός.

Πῆγε κάποτε κάποιος μοναχὸς σὲ ἕνα μεγάλο γέροντα καὶ τοῦ λέει: «ἔχω ἀδικηθεῖ ἀπὸ τὸν τάδε καὶ θέλω νὰ τὸν ἐκδικηθῶ».

Ὁ γέροντας προσπαθοῦσε νὰ τὸν ἀποτρέψει ἀπὸ τὴν ἀντεκδίκηση, ὅμως, αὐτὸς ἐπέμενε:

«δὲν θὰ ἡσυχάσω», ἔλεγε, «ἐὰν δὲν τὸν ἐκδικηθῶ καὶ δὲν δικαιώσω τὸν ἑαυτό μου».

Τότε τοῦ εἶπε ὁ γέροντας: «καλῶς˙ ἂς προσευχηθοῦμε πρῶτα παιδί μου», καὶ στάθηκε μπρὸς στὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, λέγοντας: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς… μὴ συγχωρέσεις τὰ ἁμαρτήματά μας, ὅπως καὶ ἐμεῖς δὲν συγχωροῦμε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων».

-«Μὰ γέροντα», τὸν διέκοψε ὁ μοναχός, «δὲν λέει κάτι τέτοιο ἡ προσευχή».

-«Καὶ ὅμως, λέει˙ ἐφόσον ἐσὺ συνεχίζεις νὰ μνησικακεῖς ἐγὼ ἄλλη προσευχὴ γιὰ σένα δὲν κάνω».

Τότε ὁ μοναχὸς κατάλαβε τὸ σφάλμα του καὶ πέφτοντας στὰ πόδια τοῦ γέροντα, τοῦ εἶπε: «δὲν θέλω νὰ ἐκδικηθῶ πιὰ γέροντα».
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απόστολος: Α΄ Κορ. θ΄ 2-12
Ευαγγέλιο: Ματθ. ιη΄ 23-35
24 Αυγούστου 2014

«Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον συνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» (Ματθ. ιη΄ 33)

Η συγχώρηση, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι βασικό γνώρισμα του χριστιανισμού, η οποία στην ουσία είναι έκφραση αγάπης. Ο Θεός από αγάπη συγχωρεί τον άνθρωπο. Τούτο το επιβεβαιώνει πρώτον με την αποστολή του Υιού στον κόσμο και την σταυρική του θυσία και δεύτερον με την εξουσία που έδωσε στους Μαθητές Του μετά την Ανάσταση να συγχωρούν τις αμαρτίες των ανθρώπων. Είπε ο Κύριος στους Μαθητές του: «Λάβετε Άγιο Πνεύμα. Σε όποιους συγχωρήσετε τις αμαρτίες θα είναι συγχωρημένες• σε όποιους τις κρατήσετε ασυγχώρητες, θα κρατηθούν έτσι» (Ιωάν. κ΄ 23).

Ο Κύριος επανέρχεται συχνά, μέσα από τη διδασκαλία Του στο θέμα της συγχώρησης. Στην Κυριακή προσευχή (Πάτερ ημών) μας προτρέπει να ζητούμε από το Θεό τη συγχώρηση των αμαρτιών μας και την ίδια στιγμή μας συστήνει να δίνουμε τη διαβεβαίωση ότι κι εμείς θα συγχωρούμε τους δικούς μας οφειλέτες, δηλαδή τους συνανθρώπους μας. «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών» (Ματθ. στ΄ 12). Στη συνέχεια μας διευκρινίζει πως θα λογοδοτήσουμε για τη συμμόρφωση ή μη στην πιο πάνω διαβεβαίωση μας. «Αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματα τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματα τους, ούτε και ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα» (Ματθ. στ΄14).

Ρώτησε κάποτε ο Πέτρος: «Κύριε πόσες φορές θα οφείλει σ’ εμένα ο αδελφός μου και θα τον συγχωρήσω: Ως εφτά φορές»; Τότε του λέει ο Ιησούς: «Δε σου λέω ως εφτά, αλλά ως εβδομήντα φορές εφτά» (Ματθ. ιη΄ 21-22).

Με αφορμή την πιο πάνω ερώτηση του Πέτρου, αλλά και διευκρινίζοντας τη δική του απάντηση, διηγήθηκε την παραβολή του κακού δούλου που ακούσαμε στο σημερινό ευαγγέλιο. Όπως είπαμε και πιο πάνω, όλοι οι άνθρωποι θα κλιθούμε να λογοδοτήσουμε τόσο για τις πράξεις μας, όσο και για τις παραλείψεις μας. Ο κάθε άνθρωπος, που έχει το προνόμιο να είναι μέλος της βασιλείας των ουρανών, πέραν των σημαντικών προνομίων που απολαμβάνει, έχει παράλληλα και υποχρεώσεις, όχι μόνο έναντι του βασιλιά, αλλά και όλων των άλλων που είναι μέτοχοι αυτής της βασιλείας.

Βασικά γνωρίσματα αυτής της βασιλείας είναι η αγάπη, αλλά και η δικαιοσύνη. Δυο γνωρίσματα που το ένα δεν αναιρεί το άλλο, αλλά το ένα συμπληρώνει το άλλο και που θεμελιώνονται στην αρετή της επιείκειας. Μας προτρέπει ο Απόστολος Παύλος: «Το επιεικές υμών γνωσθήτω πάσιν ανθρώποις» (Φιλιπ. Δ΄ 5). Σ’ όλους να δείχνετε την καλοσύνη σας.

Αυτή την επιείκεια που εκδηλώνει ο Θεός σε μας, αυτή την επιείκεια καλούμαστε να μεταφέρουμε στις σχέσεις μας με τους άλλους. Όμως η επιείκεια είναι βασικό μας γνώρισμα; Συμπεριφερόμαστε με επιείκεια στο συνάνθρωπο, όπως με επιείκεια μας φέρεται ο θεός;

Ο Θεός φέρθηκε με επιείκεια στον πρώτο δούλο της παραβολής. Όχι μόνο εκδήλωσε φιλανθρωπία, αλλά και του χάρισε το χρέος των δέκα χιλιάδων ταλάντων. Υπέρογκο χρέος αν υπολογιστεί ότι το τάλαντο ισοδυναμεί με διακόσιες σαράντα χρυσές λίρες ή έξι χιλιάδες δηνάρια.

Η συμπεριφορά του πρώτου δούλου του σημερινού Ευαγγελίου είναι αντιφατική. Ενώ ο Κύριος του εκδηλώνει όχι μόνο μακροθυμία, αλλά και του φέρεται με υπερβολική επιείκεια, αφού του χαρίζει το υπέρογκο χρέος, εν τούτοις ο ίδιος αρνείται αυτή την επιείκεια στον σύνδουλο του, έστω κι αν το οφειλόμενο χρέος ήταν ασυγκρίτως μικρότερο, αφού ανερχόταν μόνο στα εκατό δηνάρια!

Και οι δυο δούλοι ζήτησαν ανθρώπινη επιείκεια. Ο πρώτος εξασφάλισε θεία συγκατάβαση, αλλά αρνήθηκε την ίδια στιγμή να προσφέρει στον σύνδουλο του ανθρώπινη  επιείκεια. Αντίθετα συμπεριφέρθηκε απάνθρωπα.

Δυστυχώς η πιο πάνω αντίφαση δεν παρατηρήθηκε μόνο στον δούλο της παραβολής. Αυτή η αντίφαση παρατηρείται και σε μας τους χριστιανούς. Γιατί απλούστατα ενώ «πολλά γαρ πταίομαι άπαντες» (Ιακ. γ΄1), εν τούτοις ζητούμε το έλεος του Θεού, ενώ  την ίδια στιγμή παραμένουμε μνησίκακοι, ασυνεπείς και διπρόσωποι, αφού αρνούμαστε να συγχωρήσουμε τους άλλους ανθρώπους. Ενώ εκκλησιαζόμαστε, νηστεύουμε, προσευχόμαστε και συμμετέχουμε στα μυστήρια, εντούτοις αυτή η πνευματικότητα δεν αντανακλάται πολλές φορές στις σχέσεις μας με το συνάνθρωπο με πράξεις ανοχής και αγάπης.

Είναι στ’ αλήθεια εξωφρενικό και παράδοξο να μας ενδιαφέρει η συγχώρηση του Θεού, αλλά να μας εξοργίζει το παραμικρό φταίξιμο του συνανθρώπου μας. Με τον τρόπο αυτό επιβεβαιώνονται και για μας οι λόγοι του Κυρίου προς τους φαρισαίους ότι διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο (Ματθ. κγ΄ 24).

Αδελφοί μοι, εκείνο που χρειαζόμαστε περισσότερο είναι η αυτοκριτική και όχι η κριτική σαν πράξη αυτοδικαίωσης της μνησικακίας μας. Πηγή όλων των αρετών είναι η αγάπη. Όποιος αρνείται ενσυνείδητα να συγχωρήσει, αυτός  αρνείται την αγάπη, και κατ’επέκταση αρνείται τον ίδιο το Θεό.

Δυστυχώς αδελφοί μου, μεγάλη είναι η κραυγή που ακούεται σήμερα στα σπίτια μας, στην κοινωνία μας, στην πατρίδα μας και σε ολόκληρο τον κόσμο. Γιατί αφήνουμε τις μικροδιαφορές να εξελιχθούν σε έχθρα και μίσος. Αδειάσαμε τον εαυτό μας από την αγάπη. Η βαναυσότητα έγινε συνώνυμη με τον τρόπο της ζωή μας, άλλοτε σαν ανοχή και άλλοτε σαν ενεργός συμμετοχή. Ως πότε όμως θα κωφεύουμε στη γοερή κραυγή που ακούεται σαν παράκληση: «μακροθύνησον επ’ εμοί». Ως ότου δώσουμε θετική απάντηση αμείλιχτο θ’ ακούεται το σημερινό ερώτημα του Κυρίου: «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλον σου, ως και εγώ σε ηλέησα». Σ’ αυτό το ερώτημα ας φροντίσουμε η απάντηση μας να είναι απάντηση μακροθυμίας. Αμήν.


Θεόδωρος Αντωνιάδης
ΚΥΡΙΑΚΗ 24 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014 – ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
                                               
(Ματθ. ιη΄ 23-35)                                           (Α΄ Κορ. θ΄ 2-12)

Το μεγαλείο της συγχώρεσης

  «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου;»

Η αγάπη και η επιείκεια είναι εκδηλώσεις που καταξιώνουν τον άνθρωπο και αποκαλύπτουν την αυθεντικότητά του. Δεν είναι ωστόσο λίγες οι φορές που ο άνθρωπος και ιδιαίτερα στις μέρες μας, εμφανίζεται με φοβερά ελλείμματα μπροστά στο μεγαλείο τους. Η παραβολή του χρεώστη δούλου ξεδιπλώνεται ως καθρέφτης για να ελέγξουμε τον εαυτό μας και να αποτολμήσουμε μια ειλικρινή αυτοκριτική.

Δρόμος φιλανθρωπίας

Μέσα από το σκηνικό της παραβολής, βλέπουμε ότι ο δούλος ήταν διαχειριστής των υπαρχόντων του κυρίου του. Οι καταστάσεις τον οδήγησαν να οφείλει μεγάλα ποσά. Έφθασε, λοιπόν, ο καιρός που ο κύριος ζήτησε να του αποδοθούν λογαριασμοί και ο δούλος βρέθηκε μπροστά σε μεγάλο αδιέξοδο. Βρέθηκε να είναι χρεώστης ενός δυσβάστακτου ποσού και η κατάστασή του περιγράφεται σαν τραγική γιατί με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην οφειλή του και να αποπληρώσει το χρέος του. Η τραγική θέση του ήταν ακόμα πιο χαρακτηριστική από την απαίτηση όλα τα χρέη να τακτοποιούνταν αυθημερόν. Έμπαινε δηλαδή μια μεγάλη και στραγγαλιστική θηλιά στο λαιμό του.

Ο δούλος μη έχοντας άλλη επιλογή επικαλέστηκε τα φιλάνθρωπα αισθήματα του κυρίου του. Έπεσε λοιπόν στα πόδια του, ζήτησε συγγνώμη και με δάκρυα στα μάτια τον παρακάλεσε να του δώσει πίστωση χρόνου για να εξοφλήσει το χρέος του. «Μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω».

Οι παρακλήσεις του δούλου δεν έπεσαν στο κενό. Δονήθηκαν αμέσως οι ευαίσθητες χορδές της καρδιάς του άρχοντα και απέδωσαν μια θαυμάσια «μελωδία» έμπρακτης αγάπης και φιλανθρωπίας. Η ευσπλαχνία τον παρακίνησε να ελευθερώσει το δούλο «και το δάνειον αφήκεν αυτώ»!


Κακοτοπιά απανθρωπίας

 Ο χρεώστης δούλος έτυχε τέτοιας μεγάλης ευεργεσίας ώστε το ολιγότερο που θα ανέμενε κάποιος, ήταν να εκδηλώνει και ο ίδιος παρόμοια συμπεριφορά απέναντι στους συνανθρώπους του. Όμως η πραγματικότητα πόσο διαψεύδει πολλές φορές τα προσδοκώμενα; Ο ευεργετημένος δούλος καθ’ οδόν προς το σπίτι του συνάντησε ένα άλλο δούλο που του χρωστούσε ένα μικρό χρηματικό ποσό. Ασήμαντο μπροστά σ’ εκείνο που όφειλε ο ίδιος στον κύριό του. Τον σταμάτησε, λοιπόν, και με τον πιο απάνθρωπο και αδίστακτο τρόπο απαιτούσε να του επιστρέψει αμέσως τα χρήματα που του χρωστούσε. Ο σύνδουλος δεν είχε χρήματα και τον παρακάλεσε να του δώσει μια μικρή προθεσμία. Οργισμένος τότε και με μια συμπεριφορά αχαρακτήριστη τον πέταξε στην φυλακή. Επόμενο ήταν να προκαλέσει τον άρχοντα κύριό του για να ενεργήσει πλέον με δικαιοσύνη και στη δική του περίπτωση. Τον κάλεσε, τον έλεγξε με αυστηρότητα, ακύρωσε την συγχωρητική και εύσπλαχνη απόφασή του και έδωσε εντολή να τον τιμωρήσουν παραδειγματικά.

Το περιστατικό όμως είναι παραβολικό. Το χρησιμοποίησε ο Κύριος για να δώσει κάποια βαθύτερα μηνύματα, τα οποία συνοψίζονται στην τελευταία φράση της περικοπής: «Ούτω και ο Πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών, τα παραπτώματα αυτών».

Αγαπητοί αδελφοί, η παραβολή αυτή μας αποκαλύπτει ότι η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο βρίσκει έμπρακτη εφαρμογή στην καθημερινή ζωή, αν συγχωρούμε και δείχνουμε και εμείς επιείκεια προς το συνάνθρωπό μας. Σε αντίθετη περίπτωση, όπως ο δούλος, θα είμαστε υπόλογοι απέναντι στη συγχωρούσα αγάπη Του. Είναι εδώ που αποκαλύπτεται και το μεγαλείο της χριστιανικής αρετής στη βάση της συγχωρούσας αγάπης, η οποία εκτοξεύει τον άνθρωπο σε κορυφογραμμές ουράνιες και τον αναδεικνύει στο χώρο της θεϊκής θαυματουργίας. Γι’ αυτό το πνευματικό μέγεθος έκανε πάρα πολύ λόγο στις πνευματικές του διδαχές και η μεγάλη μορφή του Κοσμά του Αιτωλού, του οποίου τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία. Η μεγάλη πρόκληση, λοιπόν, είναι να εντρυφήσουμε στο μεγαλείο αυτό που μάς προσφέρει η Εκκλησία και να το μετουσιώσουμε σε καθημερινή πράξη ζωής. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.
Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου
24 Αὐγούστου 2014
Ματθαίου ιη΄ 23 - 35

Ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐπιείκεια, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, εἶναι ἐκδηλώσεις ποὺ καταξιώνουν τὸν ἄνθρωπο καὶ ἀποκαλύπτουν τὴν αὐθεντικότητά του. Δὲν εἶναι ὡστόσο λίγες οἱ φορὲς ποὺ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἰδιαίτερα στὶς μέρες μας ἐμφανίζεται μὲ φοβερὰ ἐλλείμματα μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο τους. Ἡ παραβολὴ τοῦ χρεώστη δούλου ξεδιπλώνεται ὡς καθρέφτης γιὰ νὰ ἐλέγξουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ προβοῦμε σὲ μία εἰλικρινῆ αὐτοκριτική.

Μέσα ἀπὸ τὸ σκηνικό τῆς παραβολῆς, βλέπουμε ὅτι ὁ δοῦλος ἦταν διαχειριστὴς τῶν ὑπαρχόντων τοῦ κυρίου του. Οἱ καταστάσεις τὸν ὁδήγησαν νὰ ὀφείλει μεγάλα ποσά. Ἔφθασε, λοιπόν, ὁ καιρὸς ποὺ ὁ κύριος ζήτησε νὰ τοῦ ἀποδοθοῦν λογαριασμοὶ καὶ ὁ δοῦλος βρέθηκε μπροστὰ σὲ μεγάλο ἀδιέξοδο. Βρέθηκε νὰ εἶναι χρεώστης ἑνὸς δυσβάστακτου ποσοῦ καὶ ἡ κατάστασή του ἦταν τραγικὴ γιατί μὲ κανένα τρόπο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν ὀφειλή του. Ἡ θέση του γίνεται ἀκόμα πιὸ τραγικὴ ὅταν ἀπαίτεῖται ὅλα τὰ χρέη νὰ τακτοποιηθοῦν αὐθημερόν.

Ὁ δοῦλος μὴν ἔχοντας ἄλλη ἐπιλογὴ κατέφυγε στὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα τοῦ κυρίου του. Ἔπεσε λοιπὸν στὰ πόδια του, ζήτησε συγγνώμη καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει πίστωση χρόνου γιὰ νὰ ἐξοφλήσει τὸ χρέος του. «Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοὶ ἀποδώσω».

Οἱ παρακλήσεις τοῦ δούλου δὲν ἔπεσαν στὸ κενό. Δονήθηκαν ἀμέσως οἱ εὐαίσθητες χορδὲς τῆς καρδιᾶς τοῦ ἄρχοντα καὶ ἀπέδωσαν μία θαυμάσια «μελωδία» ἔμπρακτης ἀγάπης. Ἡ εὐσπλαχνία τὸν παρακίνησε νὰ ἐλευθερώσει τὸ δοῦλο «καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῶ»!

Ὁ χρεώστης δοῦλος ἔτυχε τέτοιας μεγάλης εὐεργεσίας ,ὥστε τὸ λιγότερο ποὺ θὰ ἀνέμενε κάποιος, ἦταν νὰ ἐκδηλώνει καὶ ὁ ἴδιος παρόμοια συμπεριφορὰ ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους του. Ὅμως ἡ πραγματικότητα πόσο διαψεύδει πολλὲς φορὲς τὰ ἀναμενόμενα! Ὁ εὐεργετημένος δοῦλος καθ’ ὁδὸν πρὸς τὸ σπίτι του συνάντησε ἕναν ἄλλο δοῦλο ὁ ὁποῖος τοῦ χρωστοῦσε ἕνα μικρὸ χρηματικὸ ποσό. Ἀσήμαντο μπροστὰ σ’ ἐκεῖνο ποὺ ὄφειλε ὁ ἴδιος στὸν κύριό του. Τὸν σταμάτησε, λοιπόν, καὶ μὲ τὸν πιὸ ἀπάνθρωπο τρόπο ἀπαιτοῦσε νὰ τοῦ ἐπιστρέψει ἀμέσως τὰ χρήματα ποὺ τοῦ χρωστοῦσε. Ὁ συνδοῦλος δὲν εἶχε χρήματα καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ τοῦ δώσει μία μικρὴ προθεσμία. Ὀργισμένος τότε τὸν πέταξε στὴν φυλακή, μὲ μία συμπεριφορὰ ἀχαρακτήριστη. Ἑπόμενο ἦταν νὰ προκαλέσει τὸν ἄρχοντα κύριό του γιὰ νὰ ἐνεργήσει πλέον μὲ δικαιοσύνη. Τὸν κάλεσε, τὸν ἔλεγξε μὲ αὐστηρότητα, ἀκύρωσε τὴν συγχωρητικὴ καὶ εὔσπλαχνη ἀπόφασή του καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν τιμωρήσουν παραδειγματικά.

Τὸ περιστατικὸ ὅμως εἶναι παραβολικό. Τὸ χρησιμοποίησε ὁ Κύριος γιὰ νὰ δώσει κάποια βαθύτερα μηνύματα, τὰ ὁποῖα συνοψίζονται στὴν τελευταία φράση τῆς περικοπῆς: «Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν».

Ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, ἡ παραβολὴ αὐτὴ μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο βρίσκει ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ στὴν καθημερινὴ ζωή, ἂν συγχωροῦμε καὶ δείχνουμε καὶ ἐμεῖς ἐπιείκεια πρὸς τὸ συνάνθρωπό μας. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση, ὅπως ὁ δοῦλος, θὰ εἴμαστε ὑπόλογοι ἀπέναντι στὴ συγχωροῦσα ἀγάπη Του. Εἶναι ἐδῶ ποὺ ἀποκαλύπτεται καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς χριστιανικῆς ἀρετῆς στὴ βάση τῆς συγχωρούσας ἀγάπης, ἡ ὁποία ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο σὲ κορυφογραμμὲς οὐράνιες καὶ τὸν ἀναδεικνύει στὸ χῶρο τῆς θεϊκῆς θαυματουργίας. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

            Συνέπεσε σήμερα ἀδελφοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας νά τιμᾶ τήν μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος καί ἰσαποστόλου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Μπορεῖ στά σχολικά βιβλία νά μήν ἀναφέρονται πιά ἀρκετά γιά τό πρόσωπό του καί τό ἒργο του,μπορεῖ κάποιοι νά τόν γνωρίζουν μόνο ἀπό τίς πολλές του προφητείες, εἶναι ὃμως ἓνας ταπεινός γίγαντας τοῦ Πνεύματος ὁ ὁποῖος σέ πολύ σκληρά χρόνια προσέφερε πάρα πολλά στόν τόπο αὐτό καί δέν πρέπει νά τόν λησμονοῦμε.Ἂν τό Ἒθνος μας θέλει νά ἒχει μέλλον,τέτοιες ἡμέρες θά τίς τιμοῦσε ὡς μέρες ἐθνικῆς μνήμης.

Μοναχός στό Ἂγιο Ὂρος ἦταν ὁ Ἃγιος Κοσμᾶς καί ἒζησε ἐκεῖ 17 χρόνια.Ἀξιώθηκε νά χειροτονηθεῖ καί ἱερέας τοῦ Ὑψίστου. Ταπεινός καί ὑπάκουος πάντα, ἀγωνιζόταν διαρκῶς νά εἶναι συνεπής στά μοναχικά του καθήκοντα, γιά νά κατορθώσει μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, νά ἐπιτύχει τήν σωτηρία του. Μάθαινε ὂμως καί γιά τά δεινά πού περνοῦσε τό σκλαβωμένο Γένος μας, πονοῦσε ἡ ψυχή του, καί κυριολεκτικά καθόταν πάνω σέ ἀναμένα κάρβουνα ἀναλογιζόμενος ὃτι ἐνῶ ἐκεῖνος ἀπολάμβανε τήν γλυκειά του ἡσυχία στό περιβόλι τῆς Παναγίας μας, ὁ λαός μας ξεχνοῦσε τήν Πίστη τῶν προγόνων μας, δέν μιλοῦσε πιά τήν ἑλληνική γλῶσσα καί ὃλο καί περισσότεροι ἀδελφοί του ἀσπάζονταν τήν μωαμεθανική Θρησκεία. Ἦταν βέβαιος ὃτι ἂν δέν γίνει κάτι, ὁ λαός αὐτός μαζί μέ τήν ἁγία μας ὀρθοδοξία, θά ἒχανε τελείως καί τήν ἐθνική του συνείδηση καί ἒτσι, δέν θά ξεσηκωνόταν ποτέ γιά νά ἀποτινάξει τόν τούρκικο ζυγό καί νά ἀποκτήσει τήν πολυπόθητη ἐλευθερία του.

Ποιος, λοιπόν, θά ἒβαζε τό κεφάλι του στόν ντορβᾶ γιά νά σωθεῖ τό Ἒθνος μας; Ἡ ἀπάντηση τοῦ ἦλθε ξαφνικά ἀπό τόν Οὐρανό, καθώς μελετοῦσε ἓνα λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού ἒλεγε ὃτι κανένας δέν πρέπει νά ἐπιδιώκει τό δικό του συμφέρον,ἀλλά ὁ καθένας νά ἀγωνίζεται γιά τό συμφέρον τοῦ διπλανοῦ του. Θεώρησε ὃτι ὁ λόγος αὐτός ἀπευθυνόταν στόν ἑαυτό του καί πῆρε τήν μεγάλη ἀπόφαση νά βγεῖ στόν κόσμο καί νά ἀγωνιστεῖ γιά τήν σωτηρία τῶν ὑπόδουλων ἀδελφῶν του Ἑλλήνων.

Ἒχοντας ἐκκλησιαστική συνείδηση, γνώριζε ὃτι ἡ προσπάθειά του γιά νά ἒχει ἓνα καλό ἀποτέλεσμα θά πρέπει νά εἶναι καρπός ὑπακοῆς, ζήτησε εὐλογία γιά τόν σκοπό αὐτό ὂχι μόνο ἀπό τους Γεροντάδες του στό Ἃγιο Ὂρος, ἀλλά καί ἀπό τόν Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Χωρίς τότε νά χάσει καθόλου χρόνο, ξεκίνησε ἀμέσως νά ὀργώνει ὁλόκληρη τήν σκλαβωμένη Πατρίδα, ἀφυπνίζοντας τήν ἐθνική συνείδηση καί κηρύττοντας μέρα καί νύχτα τίς ξεχασμένες ἀλήθειες τῆς Πίστεώς μας καί παλεύοντας ὂχι μόνο μέ τούς Ἀγαρηνούς, ἀλλά καί μέ τήν ἀμάθεια καί τίς προλήψεις καί τίς πολλές δυσειδαιμονίες πού εἶχαν ἐπικρατήσει.

Τέσσερεις περιοδεῖες ἒκανε ὁ Ἃγιος διαλύοντας τά πυκνά σκοτάδια τοῦ δούλου Γένους μέ τόν φωτεινό καί θαυματουργικό του βίο. Δέν ἦταν καθόλου εὒκολο αὐτό τό ἐγχείρημα. Ἢθελε τόλμη, ἢθελε ψυχή, ἢθελε πίστη καί πολλά ἂλλα γιά νά ἒχει ἐπιτυχία. Καί τά εἶχε ὀ Ἃγιος ὃλα αὐτά τά προσόντα καί εὐλόγησε ὁ Θεός τό ἒργο του καί ἂλλαξε ὁ τόπος αὐτός,οἱ ἂνθρωποι ἡμέρεψαν καί ξαναέγειναν ἓλληνες ὀρθόδοξοι χριστιανοί. Χιλιάδες ἓλληνες ἒμαθαν τά ἑλληνικά στά σχολεῖα πού ἂνοιξε ὁ Ἃγιος. Χιλιάδες βαπτίστηκαν καί ἀναγεννήθηκαν πνευματικά ἀκούγοντας τά φλογερά του κηρύγματα, καί ἒτσι δημιουργήθηκαν οἱ προϋποθέσεις γιά τόν ξεσηκωμό τοῦ Γένους, γιά νά ἒλθει ἀργότερα ἡ ἐθνική μας παλιγγενεσία. Βοήθησαν και ἂλλοι κατόπιν,ἀλλά ὁ ἃγιος Κοσμᾶς ἦταν ὁ πρῶτος καί βασικός συντελεστής τοῦ θαύματος τοῦ 21. Θά χρειαστοῦν πολλά βιβλία νά γραφοῦν γιά νά καταγραφεῖ τό μέγεθος τῆς προσφορᾶς του. Ἀμέτρητοι λόγοι νά ἐκφωνηθοῦν γιά νά ἐξιστορήσουν τά μεγάλα κατορθώματα τοῦ ταπεινοῦ καλόγερου πού ὀνομάζεται Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Δικαίως χαρακτηρίσθηκε ὂχι μόνο ἐθναπόστολος,ἀλλά καί ἰσαπόστολος. Γνήσιος φορέας τῆς Παράδοσής μας πού εἶχε τά κότσια νά τήν ξαναζωνανέψει σέ τόσο δύσκολους καιρούς, καί τό κατάφερε!

Πολλοί λένε ὃτι καί τά δικά μας χρόνια εἶναι τό ἲδιο δύσκολα μέ ἐκεῖνα τά χρόνια. Καί σήμερα ἐπικρατεῖ ἡμιμάθεια στά πνευματικά, μπῆκαν στην ζωή μας διάφορες προλήψεις καί δυσειδαιμονίες καί ἒχει γίνει μεγάλη νοθεία στήν πίστη μας. Ἀπό μεμονωμένα πρόσωπα εὐτυχῶς καί ὂχι ἀπό τήν γνήσια ὀρθόδοξη ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἐπικρατεῖ ἐγωϊσμός σέ κάποια πρόσωπα πού ἐπιδιώκουν προσωπικές τους ἀπόψεις,ξένες πρός τήν ἑλληνοορθόδοξη παράδοσή μας, νά τίς παρουσιάζουν ὡς ἀπόψεις τῆς ἐκκλησίας μας καί νά νοθεύσουν ἒτσι τήν Πίστη τῶν Πατέρων μας.Ἂλλοι,νομίζοντας ὃτι θά ἐνταχθοῦμε καλύτερα στήν εὐρωπαϊκή οἰκογένεια ὃταν ἀφήσουμε τήν ἁγιασμένη παράδοσή μας,μᾶς καλοῦν νά ἀπαρνηθοῦμε τίς ἀξίες καί τά ἰδανικά μας γιά νά μοιάσουμε στούς εὐρωπαίους.

Πολύ ὓπουλο καί σκοτεινό τό ἐγχείρημα! Τί θά ἒχει τότε νά προσφέρει ἡ Ἑλλάδα μας στήν Εὐρώπη; Πλούτη καί τεχνολογία ἒχουν οἱ εὐρωπαῖοι. Τόν πολιτισμό πού τούς δώσαμε παλαιότερα καί τόν ἒχασαν μᾶς ζητοῦν ξανά. Ἒχουμε ἱερό χρέος νά τόν διαφυλάξουμε καί νά τούς τόν ξαναπροσφέρουμε πρόθυμα ὃσες φορές μᾶς τό ζητοῦν. Τήν Χριστιανική μας Πίστη, πού κρατήσαμε τόσους αἰῶνες ἀνόθευτη μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ καί τούς ἀγῶνες καί τίς θυσίες τῶν Ἁγίων μας, ἒχουμε χρέος νά τούς γνωρίσουμε καί ἂς κάνουν ἐκεῖνοι ὃ,τι θέλουν.

Θά δώσουμε λόγο στό Θεό ὃταν ἀρνηθοῦμε τήν σώζουσα πίστη μας καί δέν εἲμαστε πρόθυμοι νά τήν προσφέρουμε μέ τά λόγια καί τά ἒργα μας ὃταν κάποτε μᾶς ζητηθεῖ αὐτό.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ – 24 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2014
Ιερά Μητόπολις Σερβίων και Κοζάνης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. ιη΄ 23-35)

«οὕτω καὶ ὁ Πατὴρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὑτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν».

Μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, κηρύχθηκε σὲ ὅλα τά ἔθνη τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνεξικακίας. Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίση καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τήν παραβολὴ τοῦ σκληρόκαρδου δούλου, ὅπως τήν ἀκούσαμε σήμερα.

Ἀφορμὴ γιὰ νὰ πῆ ὁ Ἰησοῦς αὐτὴ τὴν παραβολὴ ἦταν μία ἐρώτηση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου: «Κύριε, πόσες φόρες νὰ συγχωρήσω τὸν ἀδελφό μου, ἐὰν ἐξακολουθῆ νὰ μοῦ κάνη κακό;» Τὸ συνηθισμένο ὅριο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἦταν τρεῖς φορές. Ὁ Πέτρος λοιπόν, πιστεύοντας ὅτι ξεπερνάει τὸ ὅριο ποὺ ὅριζε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ πῶς ἔφτασε σὲ ὕψη μακροθυμίας, τὸ ὑπερδιπλασιάζει προτείνοντας «ἕως ἑπτὰ φορές». Ἀλλὰ ἡ ἀπαντήση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται νὰ συντρίψη γιὰ πάντα ὁποιοδήποτε ὅριο: «ὄχι μόνον ἑπτὰ φόρες ἀλλὰ ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑπτά, δηλαδὴ ἀπεριόριστα».

Μᾶς διδάσκει λοιπὸν ὁ Χριστὸς τὸν τρόπο τῆς συγχωρήσεως, ὑποδεικνύοντὰς μας συγχρόνως καὶ τό πῶς αὐτὴ πρέπει νὰ πραγματοποιεῖται: «ἀπὸ τῶν καρδιῶν ἡμῶν». Τότε μόνον, μᾶς λέει, ἔχει πραγματικὰ ἀποτελέσματα, ὅταν προέρχεται «ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας».

Συγχώρεση καὶ μακροθυμία, δύο μεγάλες ἀρετὲς, τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ καλλιεργοῦμε

σὰν πιστοὶ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ἔχουμε κατόπιν τό θάρρος, ὥστε νὰ ζητοῦμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἄφεση τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν. Διότι, ἂν δὲν μάθουμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, ὅπως μᾶς τό εἶπε σήμερα ὁ Χριστός, τότε οὔτε ὁ Θεὸς θὰ συγχωρέση τὰ δικά μας παραπτώματα, ὅσο μικρὰ κι ἂν εἶναι αὐτά.

Νὰ συγχωροῦμε τούς ἀδελφούς μας, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἠθελημένα εἴτε ἄθελα τους μᾶς ἔβλαψαν. Ὅμως αὐτὴ ἡ πράξη ἀπὸ μέρους μας προϋποθέτει μεγάλη ψυχικὴ δύναμη καὶ ἀγάπη, ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἀκόμη καὶ πρὸς τους ἐχθροὺς μας, διότι ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀγάπη, τότε μόνο μπορεῖ νὰ βλέπη καθαρὰ καὶ νὰ τηρῆ τὶς θεῖες ἐντολές.

Τό αἰώνιο παράδειγμα συγχωρήσεως καὶ ἀγάπης εἶναι Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος πάνω στὸ σταυρὸ συγχωροῦσε τοὺς ὑπαιτίους τοῦ μαρτυρίου Του, δείχνοντάς τους ἀγάπη καὶ συμπόνια. Ἄπειρα ἐπίσης εἶναι καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι καλλιέργησαν τὴν συγχώρεση, κατορθώνοντας νὰ φτάσουν σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς.

Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ζητᾶ νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, τὸ κάνει ὄχι γιὰ τὴ δικὴ Του ἱκανοποίηση, ἀλλὰ γιὰ τὴ δική μας καταξίωση, ἀφοῦ ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθρούς μας ἀποκτοῦμε τὴν καλύτερη ἐμπειρία τῆς σχέσεώς μας μὲ τὸ Θεό. Τούτη τὴν ἀλήθεια ἐκφράζει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ: «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθροὺς ὑμῶν…ὅπως γένησθε υἱοί τοῦ Πατρὸς ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς», «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας…γιατὶ μόνον ἔτσι θὰ γίνεται παιδιὰ τοῦ Πατέρα μου ποὺ βρίσκεται στοὺς οὐρανοὺς».

Ἡ συγχώρεση, πέρα ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ ὑπόσταση, ἔχει καὶ κάποια κοινωνικὴ διάσταση, τὴν ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος τῆς πρακτικῆς ἐποχῆς μας πρέπει ἰδιαιτέρα νὰ προσέξη. Τά ἀνθρώπινα προβλήματα, εἴτε ἀτομικὰ εἶναι εἴτε κοινωνικὰ, δὲν λύνονται μὲ τό μῖσος καὶ τὴν ἐκδίκηση. Ἀντίθετα πολλαπλασιάζονται, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐξάνη ἡ κακία καὶ ἡ διχόνοια μεταξὺ τῶν ἀτόμων καὶ κατ” ἐπέκταση μεταξὺ τῶν κοινωνιῶν. Χάνεται ἔτσι καθημερινὰ ἡ φυσικὴ ἁρμονία στὶς σχέσεις μας καὶ ἐρχόμαστε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ θεῖο θέλημα, ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ προορισμοῦ μας, ποὺ εἶναι ἡ θέωση, καὶ μοιραῖα ὁδηγούμαστε στὸν πόλεμο καὶ τὴν αὐτοκαταστροφή.

Γιὰ νὰ ἀποκτηθῆ ἡ ἀρετὴ τῆς συγχώρεσης χρειάζεται μεγάλος ἀγῶνας καὶ ἡρωϊσμὸς. Γιὰ νὰ μπόρεσης νὰ συγχώρησης τόν ἀδελφὸ σου, πρέπει πρῶτα νὰ νικήσης τὸν ἑαυτό σου, κι ἐδῶ ἀκριβῶς χρειάζεται ὁ ἀγῶνας. Ὅταν νικήσουμε τὰ πάθη, τὸ μῖσος, τὸν ἐγωϊσμὸ μας, τὴν ἐκδίκηση καὶ τήν ὑπερηφάνειὰ μας, τότε μόνο μποροῦμε νὰ συγχωροῦμε τόν κάθε ἕνα σὲ ὁτιδήποτε κι ἂν μᾶς ἔφταιξε.

Ὁ ἄνθρωπος, πλασμένος «κατ” εἰκόνα» τοῦ Δημιουργοῦ του, ἔρχεται στὸν κόσμο μὲ προορισμὸ καὶ δυνατότητα νὰ «ὁμοιωθῆ» μὲ τό Θεὸ. Μὲ τὴν ἀγάπη ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολή του καὶ κάνει αὐτὴ τὴ δυνατότητα πραγματικότητα, ἀφοῦ, σύμφωνα μὲ τήν ὑπέροχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶν». Ἂν ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ δρόμος γιὰ νὰ φθάση κανεὶς στὸν Θεό, ἡ συγχώρεση εἶναι τό πρῶτο βῆμα στὸν δρόμο τής ἀγάπης. Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀνίκανος νὰ συγχωρῆ εἶναι ἀνίκανος καὶ νὰ ἀγαπᾶ.

Δὲν εἶναι ἀφέλεια νὰ συγχωρῆς, εἶναι προνόμιο, γιατὶ ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι

κοινωνία ἀγάπης. Γιὰ τόν λόγο αὐτὸ ὁ Χριστὸς καλεῖ τούς μαθητές Του νὰ μὴν κρίνουν τούς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ τούς συγχωροῦν, καὶ ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ ἐπεκτείνεται γενικὰ πρὸς ὅλους τούς ἀνθρώπους, διότι ὅταν ὁ πιστὸς ξεχωρίζει τούς συνανθρώπους του, κι ἄλλους ἀγαπᾶ ἐνῶ ἄλλους μισεῖ, δὲν ἔχει τέλεια ἀγάπη.

Στὴν πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου διαβάζουμε: «ὅταν μᾶς βρίζουν ἐμεῖς νὰ εὐχόμαστε γι” αὐτούς, ὅταν μᾶς καταδιώκουν νὰ δείχνουμε ἀνοχή, ὅταν μᾶς συκοφαντοῦν νὰ προσευχόμαστε γι” αὐτοὺς, διότι αὐτὰ εἶναι βιώματα χριστιανικά». Ὅλα αὐτὰ τά τήρησαν οἱ ἥρωες τῆς πίστεως μας, οἱ ἅγιοι, καὶ μᾶς προσκαλοῦν κι ἐμᾶς νὰ μιμηθοῦμε τό παράδειγμα τους βαδίζοντας τόν ἴδιο ἀνηφορικὸ δρόμο.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ, ὅσο βαθιὲς κι ἂν εἶναι οἱ πληγές μας, ἂς προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας σὲ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔκαναν νὰ πονέσουμε. Ἔτσι μόνο θὰ ἔχουμε τό δικαίωμα νὰ ὀνομαζόμαστε χριστιανοί, φορεῖς καὶ συνεχιστές τῆς συγγνώμης, οἱ ρίζες τῆς ὁποίας βρίσκονται στὸν Γολγοθᾶ, ποὺ εἶναι ποτισμένος μὲ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ συγχωρῆ καί τά δικά μας παραπτώματα. Ἀμήν.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - Ομιλία Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου

Ομιλία εις την Παραβολήν του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος

Ωσάν να έχω επιστρέψει κοντά σας από μακρινό ταξίδι έτσι αισθάνομαι σήμερα· διότι γι΄ αυτούς πού αγαπούν, όταν δεν μπορούν νά ευρίσκονται μαζί με τους αγαπωμένους δεν έχουν κανένα όφελος, έστω και αν μένουν σε γειτονική οικία. Για αυτό και εγώ, μολονότι δεν απομακρύνθηκα από την πόλη, δεν αισθάνομαι καλλίτερα από όσον εάν απουσίαζα, επειδή τον τελευταίον καιρό δεν κατέστη δυνατόν να σας ομιλήσω.
Συγχωρήστε με όμως, η σιωπή δεν ωφείλετο σε ραθυμία, αλλά σε ασθένεια. Εσείς τώρα χαίρεσθε, επειδή απαλλάχθηκα από την αρρώστια, κι εγώ επειδή απήλαυσα την αγάπη σας. Διότι και όταν ασθενούσα, οδυνηρότερον από την αρρώστια μου ήταν το ότι δεν ημπορούσα να μετέχω στην αγαπημένη αυτή σύναξη· και τώρα που έγινα καλά, πιο ποθητό μου έγινε το να απολαμβάνω άνετα την αγάπη σας. Διότι ο πυρετός του σώματος δεν κατακαίει τόσο τους ασυενείς, όσο κατακαίει τις ιδικές μας ψυχές ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μας· και όπως εκείνοι επιζητούν φιάλες και ποτήρια και κρύα νερά, έτσι αυτοί επιζητούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτά τα γνωρίζουν καλά όσοι έχουν συνηθίσει να αγαπούν...

Μη δυσανασχετήσετε όμως για το μήκος αυτών που πρόκειται να λεχθούν· διότι θέλω να σας διδάξω κάποια θαυμαστή κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος όχι λύραν άψυχον, αλλά τείνοντας αντί χορδών τις ιστορίες των Γραφών και τις εντολές του Θεού.

Και όπως στην περίπτωση της κιθάρας δεν αρκεί μόνον μια χορδή για να προκληθεί μελωδία, αλλά πρέπει όλες να κτυπηθούν με τον ρυθμό που ταιριάζει, έτσι και στην περίπτωση της ψυχικής αρετής δεν αρκεί για την σωτηρία μας μόνον ένας νόμος, αλλά πρέπει να τους τηρούμε όλους με ακρίβεια, εάν βέβαια έχομε διάθεση να επιτύχουμε πραγματική μελωδία.

Έμαθε το στόμα σου να μην ορκίζεται; έχει ασκηθεί η γλώσσα σου να λέγει σε κάθε περίσταση «ναι» και «ου»; Ας μάθη να αποφεύγει και κάθε κακολογία και να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο κόπο εκ μέρους μας. και αυτό διότι εκεί είχε να νικήσει απλώς μία συνήθεια, ενώ στην περίπτωση της οργής χρείαζεται μεγαλύτερο αγώνα, επειδή αυτό είναι πάθος τυραννικό και πολλές φορές παρασύρει όσους δεν έχουν νίψη και τούς γκρεμίζει στο βάραθρο της απώλειας.

Πού λοιπόν ομίλησε ο Κύριος για την οργή και την μνησικακία; Και σε πολλά άλλα σημεία, αλλά ιδιαιτέρως στην παραβολή αυτή που είπε στους μαθητές, αρχίζοντας κάπως έτσι: « Δια τούτο ωμοιώθη η Βασιλεία των Ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον ( να λογαριασθεί) μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ είς οφειλέτης μυρίων ταλάντων...»· πρέπει όμως να πούμε για ποιό λόγο άρχισε με την αιτιολογία· πράγματι δεν είπε απλώς «ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών» αλλά «δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών». Για ποιό λόγο λοιπόν προηγείται η αιτία; Στους μαθητές του μιλούσε περί ανεξικακίας και τους δίδασκε ότι πρέπει να συγκρατούμε την οργή και να μην δίδουμε πολλή σημασία στις αδικίες που μας γίνονται από άλλους, λέγοντας έτσι: «εάν αμάρτη είς σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου καί αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τόν αδελφόν σου».

Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγε ο Χριστός στους μαθητές και τους δίδασκε να φιλοσοφούν τα πράγματα, όταν ο Πέτρος, ο κορυφαίος του χορού των Αποστόλων, το στόμα των μαθητών, ο στύλος της Εκκλησίας, το στερέωμα της πίστεως, το θεμέλιο της ομολογίας, ο αλιεύς της οικουμένης, αυτός που ανέβασε το γένος μας από το βυθό της πλάνης στον ουρανό, ο πάντοτε θερμός και γεμάτος από παρρησία, ή μάλλον από αγάπη και όχι από παρρησία, ενώ όλοι σιωπούσα προσήλθε στον διδάσκαλο και λέγει: «ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; έως επτάκις;». Ερωτά μαζί και υπόσχεται, και πριν μάθει εκδηλώνει την φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφώς την διάθεση του διδασκάλου, ότι πάντα ρέπει προς φιλανθρωπία, και μάλιστα ότι χαρίζεται πιο πολύ σ΄ αυτόν πού περισσότερο από τους άλλους παραβλέπει τα αμαρτήματα των συνανθρώπων του και δεν τα εξετάζει με κακή διάθεση, θέλοντας να αρέσει στο νομοθέτη, λέγει, «έως επτάκις;».

Έπειτα για να μάθεις τι είναι ο άνθρωπος και τι ο Θεός και πως η γενναιοδωρία του ανθρώπου, όπου και αν φθάσει, συγκρινόμενη με τον πλούτο του Θεού είναι πιο ασήμαντη από κάθε πτωχεία, και ότι όσον απέχει μία σταγόνα από το απέραντο πέλαγος, τόσον απέχει η ιδική μας αγαθότητα από την ανέκφραστο φιλανθρωπία του Θεού, όταν ο Πέτρος είπε «έως επτάκις» και νόμισε πώς έδειξε μεγάλη φιλοτιμία και γενναιοδωρία, άκουσε τι του λέγει: «ου λέγω σοι, έως επτάκις, αλλ' έως εβδομηκοντάκις επτά»· μερικοί νομίζουν ότι εννοούσε εβδομήντα επτά φορές, δεν είναι όμως τόσες, αλλά παρ' ολίγον πεντακόσιες· διότι εβδομήντα φορές το επτά είναι τετρακόσια ενενήντα.

Και μη νομίσεις ότι είναι δύσκολη η προσταγή, αγαπητέ. Επειδή εάν συγχωρήσεις μία και δύο φορές την ημέρα αυτόν πού αμάρτησε, και αν ακόμη είναι σκληρός σαν πέτρα, και αν ακόμη αυτός που σε λύπησε είναι αγριότερος από τους δαίμονες, δεν θα είναι τόσον αναίσθητος ώστε να πέσει πάλι στα ίδια, όμως από την συχνότητα της συγχωρήσεως θα συνετισθεί και θα γίνει καλύτερος και πιο επιεικής. Και συ πάλιν, εάν είσαι προετοιμασμένος να περιφρονείς τόσες φορές τα αμαρτήματα πού γίνονται εναντίον σου, αφού εξασκηθείς από την πρώτη και δεύτερη και τρίτη συγχώρηση, δεν θα σου είναι κοπιαστική πλέον αυτή η φιλοσοφία, αφού μια για πάντα εκπαιδεύθηκες από την συχνότητα της συγχωρήσεως να μη βλάπτεσαι καθόλου από τα αμαρτήματα του πλησίον σου.

Μόλις τα άκουσε αυτά ο Πέτρος έμεινε εμβρόντητος, επειδή φρόντιζε όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για εκείνους που ο Κύριος επρόκειτο να του εμπιστευθεί. Για να μη κάνει λοιπόν το ίδιο πού είχε κάνει και σε άλλες εντολές, του απέκλεισε προκαταβολικώς κάθε ερώτηση. Και τι έκανε στις άλλες εντολές; Αν κάποτε πρόσταζε ο Χριστός κάτι που φαινόταν δύσκολο, έσπευδε και ρωτούσε πριν από τους άλλους να μάθει περί της εντολής. Πράγματι, όταν πλησίασε ο πλούσιος και τον ρώτησε περί της αιωνίου ζωής και έμαθε πως αποκτάται η τελειότητα, «απήλθε λυπούμενος» εξ αιτίας των χρημάτων, ο δε Χριστός είπε «ευκοπώτεροόν έστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίφος διελθείν, η πλούσιον εις τήν βασιλείαν των ουρανών εισελθείν». Τότε ο Πέτρος, αν και είχε απογυμνώσει τον εαυτό του από όλα και δεν του είχε μείνει πλέον ούτε αγκίστρι, αφού είχε εγκαταλείψει και την τέχνη και το πλοιάριό του, παρ' όλα ταύτα πλησίασε τον Χριστό και τον ρώτησε: «Και τις δύναται σωθήναι»;

Πρόσεχε την μετριοφροσύνη αλλά και τη θέρμη του μαθητού· διότι δεν είπε «αδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη η προσταγή, φοβερός ο νόμος», ούτε σιώπησε, αλλά έδειξε και τη στοργή του για τούς άλλους, και συγχρόνως απένειμε την οφειλομένη τιμή προς το διδάσκαλο, λέγοντας· «Και τίς δύναται σωθήναι»; Ενώ ακόμη δεν είχε γίνει ποιμένας, είχε ψυχή ποιμένος, και ενώ ακόμη δεν του είχε ανατεθεί η εξουσία έδειχνε την μέριμνα πού αρμόζει σε άρχοντα, φροντίζοντας για ολόκληρη την οικουμένη. Εάν ήταν πλούσιος και διέθετε πολλά χρήματα, ίσως θα έλεγε κάποιος ότι έκαμνε την ερώτηση αυτή μεριμνώντας όχι για τούς άλλους αλλά για τον εαυτόν του και φροντίζοντας για τα ιδικά του. Τώρα όμως η πενία του τον απαλλάσσει από αυτήν την υποψία, και αποδεικνύει ότι μεριμνούσε και ήθελε να μάθει την οδό της σωτηρίας από ενδιαφέρον για την σωτηρία των άλλων. Γι' αυτό και ο Χριστός ενθαρρύνοντας τον του είπε: «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, παρά τω Θεω δυνατά έστι». Μη νομίσεις, ότι εγκαταλείπεσθε έρημοι· εγώ συμπαρίσταμαι στην προσπάθεια σας αυτήν και κάνω τα ακατόρθωτα κατορθωτά και μάλιστα εύκολα. Όταν πάλιν ο Χριστός ομιλούσε για το γάμο και τη γυναίκα και έλεγε «ο απολύων γυναίκα παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχάσθαι» και συνεβούλευε να υπομένει κανείς κάθε κακία της γυναικός εκτός μόνον από την πορνεία, ο Πέτρος, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν, πλησίασε τον Χριστό και του είπε: «ει ούτος έστιν η αιτία (σχέσις) του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι (νά έλθη κανείς σέ γάμο)». Πρόσεχε και εδώ πως και τη τιμή πού αρμόζει σε διδάσκαλο απέδωσε, και για τη σωτηρία των άλλων φρόντισε, χωρίς και εδώ να μεριμνά για τον εαυτό του. Για να μην ειπεί λοιπόν και τώρα κάτι παρόμοιο, ανέτρεψε με την παραβολή εκ των προτέρων την αντίρρησή του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον ο Ευαγγελιστής είπε: «διά τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού», δείχνοντας ότι γι’ αυτό λέγει την παραβολήν αυτή, για να μάθεις ότι και αν « εβδομηκοντάκις επτά» την ημέρα συγχωρείς στον αδελφό σου τα αμαρτήματά του, δεν έκαμες ακόμη τίποτε μεγάλο, αλλά υστερείς πολύ, απερίγραπτα από την φιλανθρωπία του Κυρίου καί δέν δίδεις τόσον όσο λαμβάνεις.

Ας ακούσουμε λοιπόν με προσοχή την παραβολή· διότι αν και φαίνεται πώς από μόνη τής είναι σαφής, έχει όμως κρυμμένο μέσα της και κάποιον ανέκφραστο θησαυρό νοημάτων. « Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασλεί, όστις ηθέλησε συνάραι λόγον μετά τών δούλων αυτού». Μή προσπεράσεις επιπόλαια την φράση, αλλά ανάπτυξε παρακαλώ το δικαστήριο εκείνο και, εισερχόμενος στη συνείδησή σου, αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή· και όταν ακούσης ότι λογαριάζεται με τούς δούλους του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους: « Πάντας γάρ ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού»... Βάλε με τον νου σου πως θα είναι τότε το δικαστήριο, αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις όσα επλημμέλησες, ο Θεός δε θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θά τά στήση όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβομε να τα εξαλείψομε τώρα με μετάνοια και εξομολόγηση και με το να μη μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας. Για ποιό λόγο όμως κάμει το λογοθέσιον; Όχι επειδή ο ίδιος αγνοεί (πως θα αγνοούσε αυτός πού γνωρίζει τά πάντα πρίν γίνουν;), αλλά για να πείσει εσέ τον δούλο του ότι δικαίως οφείλεις αυτό πού οφείλεις. Ή καλλίτερα όχι μόνον για να μάθεις, αλλά και για να καθαριστείς τελείως· επειδή και τον προφήτη γι’ αυτό τον πρόσταξε να λέγει τα αμαρτήματα των Ιουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τάς ανομίας αυτών τω οίκω Ιακώβ καί τάς αμαρτίας αυτών τω οίκω Ισραήλ» όχι μόνον για να ακούσουν, αλλά για να διορθωθούν.

«Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν, προσηνέχθη αυτω ειε οφειλέτης μυρίων ταλάντων». Άραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους· και δεν ήταν μόνον αυτό το φοβερό, αλλά το ότι τον έφεραν και πρώτο στον Κύριο του. Επειδή εάν μεν τον έφερναν ύστερα από πολλούς άλλους πού φάνηκαν ευγνώμονες, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό το να μη εξοργισθεί ο Κύριος, επειδή η ευγνωμοσύνη των προηγουμένων θα τον είχε κάνει ημερότερο προς τούς αγνώμονες που ηκολούθησαν· το να φανεί όμως αχάριστος αυτός πού εισήλθε πρώτος και μολονότι φάνηκε τόσο αγνώμων να αντιμετωπιστεί με τόση φιλανθρωπία από τον Κύριο τού, αυτό είναι το ιδιαιτέρως θαυμαστό και παράδοξο.

Οι άνθρωποι λοιπόν, όταν εύρουν τούς οφειλέτες τους, χαίρονται σαν να ευρήκαν κυνήγι και θήραμα και κάνουν τα πάντα για να απαιτήσουν όλο το χρέος. Και αν δε το κατορθώσουν εξ’ αιτίας της πτωχείας των οφειλετών, εκδηλώνουν την οργή τους για τα χρήματα στο ταλαίπωρο σώμα των δυστυχών εκείνων, βασανίζοντας και κτυπώντας και προξενώντας σ’ αυτό μύρια κακά. Ο Θεός όμως αντιθέτως, επενόησε και μετεχειρίσθη όλα τα μέσα για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Διότι σε μάς, ο πλούτος είναι το να απαιτήσομε τα οφειλόμενα, ενώ για το Θεό, είναι πλούτος το να συγχωρήσει. Εμείς, όταν λάβομε τα οφειλόμενα, τότε γινόμεθα ευπορώτεροι· ενώ ο Θεός όταν συγχωρήσει τα αμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Επειδή πλούτος του θεού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, όπως λέγει ο Παύλος: «ο πλουτών είς πάντας, καί επί πάντας τούς επικαλουμένους αυτόν».

Αλλά ίσως κάποιος ειπεί: και πως αυτός που θέλει να χαρίσει και να συγχωρήσει τα ανομήματα διέταξε να τον πωλήσουν; Αυτό ακριβώς είναι πού φανερώνει πάρα πολύ την φιλανθρωπία του. Όμως ας μη βιαζόμεθα, αλλά ας προχωρούμε με την σειρά στην διήγηση τής παραβολής: « Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι» λέγει. Τι σημαίνει «μη έχοντος αυτού αποδούναι». Πάλιν επίτασιν αγνωμοσύνης· επειδή όταν λέγει ότι δεν ημπορούσε να τα επιστρέψει, δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και δεν είχε κανένα έργον αγαθόν, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, οπωσδήποτε λογαριάζονται τα κατορθώματα για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη λογαριάζεται για δικαιοσύνη. « Τω γάρ μή εργαζομένω, πιστεύοντι δέ επί τόν (Θεόν τόν) δικαιούντα τόν ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού είς δικαιοσύνην». Και τι λέγω για πίστη και κατορθώματα, αφού και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων; Και αυτό το φανερώνει ο Χριστός με την παραβολή του Λαζάρου, παρουσιάζοντας τον Αβραάμ να λέγει προς τον πλούσιο, ότι ο Λάζαρος απήλαυσε στην ζωή τού τα κακά και γι’ αυτό εδώ ηύρε παρηγορία. Το φανερώνει και ο Παύλος γράφοντας στους Κορινθίους για εκείνο που πόρνευσε, προς τούς οποίους λέγει τα εξής: «παράδοτε τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον τής σαρκός, ίνα τό πνεύμα σωθή». Καί άλλους επίσης πού ημάρτησαν τούς παρηγορεί λέγοντας «διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς καί άρρωστοι (ελαφρά καί βαρειά) καί κοιμώνται ικανοί. Ει γάρ εαυτούς εκρίνομεν, ουκ άν εκρινόμεθα· κρινόμενοι δέ υπό Κυρίου, παιδευόμεθα, ίνα μή σύν τω κόσμω κατακριθώμεν». Εάν δηλαδή κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δεν θα εκρινόμεθα· γι’αυτό κρινόμενοι από τον Κύριο παιδευόμεθα (εδώ), για να μη καταδικασθούμε μαζί με τον κόσμο. Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η ασθένεια και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται στην εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και με την ιδική μας προσπάθεια.

Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αγαθόν ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε· γι’ αυτό λέγει «μη έχοντος αυτού αποδούναι, εκέλευσεν αυτόν πραθήναι»· αυτό μας φανερώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την φιλανθρωπία του Δεσπότου, ότι και τον κάλεσε να λογοδοτήσει και να πωληθεί διέταξε. Επειδή και τα δύο τα έκαμε ώστε αυτός να μη πωληθεί. Από πού γίνεται αυτό φανερό; Από το τέλος· διότι αν ήθελε να πωληθεί αυτός, ποίος του το απαγόρευε; ποίος τον εμπόδιζε;

Γιατί λοιπόν διέταξε να πωληθεί, αφού δεν επρόκειτο να το κάνει; Με την απειλή του αύξησε το φόβο για να τον παρακινήσει σε ικεσία· τον παρεκίνησε δε σε ικεσία, για να λάβει από αυτό αφορμή συγχωρήσεως. Βεβαίως ημπορούσε και πριν από την παράκληση να τον απαλλάξει από το χρέος, αλλά δεν το έπραξε για να μη πέσει σε χειρότερα. Ημπορούσε και πριν από το λογοθέσιο να δώσει τη συγχώρηση, αλλά για να μη γίνει απανθρωπότερος και ωμότερος προς τους συνανθρώπους του αγνοώντας το πλήθος των αμαρτημάτων του, γι’αυτό τον βοήθησε πρώτα να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του χρέους του, και τότε του το χάρισε όλο. Διότι εάν αφού πρώτα έγινε η λογοδοσία και απεκαλύφθη το χρέος και άκουσε την απειλή, και έγινε φανερά η καταδίκη της οποίας ήταν άξιος, φάνηκε τόσον άγριος και σκληρός προς τον σύνδουλό του, σε πόση αγριότητα θα είχε φθάσει, αν τίποτε από αυτά δεν είχε συμβεί;

Γι’ αυτό τα έκαμνε όλα αυτά ο Θεός και τα επιχειρούσε, για να συγκρατήσει εκ των προτέρων εκείνη τη σκληρότητα. Εάν όμως μέ κανένα από αυτά δε διορθώθηκε, αίτιος δεν είναι ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος πού δεν εδέχθη την διόρθωση.

Ας ιδούμε όμως πως προσπαθεί να θεραπεύσει την πληγή. «Πεσών ουν», λέγει, «παρά τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ εμοί, καί πάντα σοί αποδώσω». Και μάλιστα δεν είπε ότι δεν είχε να του τα επιστρέψει· έτσι όμως συνηθίζουν να κάνουν όσοι χρεωστούν· και αν ακόμη δεν ημπορούν να επιστρέψουν τίποτε, υπόσχονται, ώστε να απαλλαγούν από τα παρόντα δεινά. Ας ακούσομε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να το παρακινήσει σε ευσπλαχνία. Ας μην αποκάμνομε λοιπόν στις παρακλήσεις. Διότι ποίος θα ημπορούσε να γίνει αμαρτωλότερος από αυτόν, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τόσα ανομήματα, ενώ κατόρθωμα δεν είχε κανένα, ούτε μικρόν, ούτε μεγάλο; Δεν είπε όμως μέσα του «δεν έχω παρρησία, είμαι γεμάτος εντροπή, πως ημπορώ να τον πλησιάσω; πως ημπορώ να παρακαλέσω;», πράγμα πού πολλοί επιβαρημένοι με αμαρτίες το λέγουν, πάσχοντες από διαβολική ευλάβεια. Σου λείπει η παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως είναι άνθρωπος αυτός πού πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί σου, για να εντραπείς και να κοκκινίσεις; Είναι ο Θεός, πού περισσότερο από εσένα θέλει να σε απαλλάξει από τα ανομήματα. Δεν επιθυμείς εσύ τόσον την ασφάλεια σου, όσον εκείνος ποθεί την σωτηρία σου. Και αυτό μας το δίδαξε με τα ίδια του τα έργα.

Δεν έχείς παρρησία; Γι’ αυτό ακριβώς θα ημπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή έχεις αυτήν την αίσθησι· διότι η μεγαλυτέρα παρρησία είναι το να μη νομίζεις ότι έχεις παρρησία. Όπως ακριβώς η μεγαλυτέρα καταισχύνη είναι το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Κυρίου· εκείνος είναι ακάθαρτος, έστω και αν είναι ο αγιώτερος από όλους τούς ανθρώπους· όπως ακριβώς δίκαιος γίνεται εκείνος πού έπεισε τον εαυτόν του ότι είναι ο τελευταίος από όλους. Και μάρτυρες για τα λεγόμενα είναι ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Μην απελπιζόμεθα λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμεθα, αλλά ας προσερχώμεθα στο Θεό, ας γονατίζομε ενώπιόν του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη. Αυτά πού ακολούθησαν όμως δεν είναι όμοια με τα προηγούμενα. Διότι όσα συγκέντρωσε με την ικεσία, αυτά τα σκόρπισε όλα σε μία στιγμή με την οργή κατά του πλησίον.

Αλλά ας έλθομε πρώτα στον τρόπον της συγχωρήσεως· ας ιδούμε πως τον απήλλαξαν από το χρέος και από ποια αιτία οδηγήθηκε ο Κύριος σ’ αυτό. «Σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού», λέγει, « απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτω». Εκείνος εζήτησε αναβολήν, αυτός έδωσε συγχὠρησι δηλαδή έλαβε περισσότερον από αυτό πού εζήτησε. Γι’ αυτό καί ο Παύλος λέγει: « τω δυναμένω πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν». Διότι ούτε να φανταστείς δεν ημπορείς τόσα πολλά, όσα εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει. Μην εντραπείς λοιπόν, μη κοκκινήσης· ή μάλλον να εντρέπεσαι για τις αμαρτίες σου, να μην απελπίζεσαι όμως, ούτε να απομακρυνθείς από την προσευχή, αλλά πλησίασε, έστω και να του δώσεις την ευκαιρία να επιδείξει την φιλανθρωπία του με την συγχώρηση των αμαρτιών σου. Εάν όμως φοβηθείς να τον πλησιάσεις, τότε εμπόδισες την αγαθότητα του, συνεκράτησες την αφθονία της καλοσύνης του, όσον βεβαίως εξαρτάται από εσένα.

Ας μη δειλιάζομε λοιπόν, ούτε να διστάζομε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσομε σ’ αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Κανείς δεν έκαμε τόσες αμαρτίες, όσες αυτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε είδος πονηρίας· αυτό φανερώνουν τα μύρια τάλαντα. Κανείς δεν ήταν τόσον έρημος όσον αυτός, δεν είχε να πληρώσει το χρέος του. Αλλ’ όμως αυτόν που είχε προδοθεί από παντού, ημπόρεσε να τον σώσει η δύναμη της προσευχής. Και έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες η προσευχή, θα ειπεί κάποιος, ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο; Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλ’ έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχομένου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωσιν αυτήν, και κατέστησε ισχυρά την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτώ», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκαμνε η φιλανθρωπία του Κυρίου. «Εξελθών δε εκείνος εύρε ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλε αυτώ εκατόν δηνάρια· και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι, ει τι (ότι) οφείλεις». Άραγε τι θα ημπορούσε να υπάρξει αισχρότερο από αυτό; ενώ η ευεργεσία ηχούσε ακόμη στην ακοή του, λησμόνησε την φιλανθρωπία του Κυρίου.

Βλέπεις πόσον μεγάλο αγαθόν είναι το να ενθυμείτε κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσον σκληρός και απάνθρωπος. Γι’ αυτό συνεχώς λέγω, και δεν θα παύσω να το λέγω, ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο και αναγκαίο το να κρατούμε διαρκώς στη μνήμη μας όλα μας τα πταίσματα· διότι τίποτε δεν ημπορεί να καταστήσει την ψυχή τόσον φιλόσοφο και επιεική και ήπια, όσον η διαρκής μνήμη των αμαρτημάτων. Γι’ αυτό ο Παύλος κρατούσε στη μνήμη του όχι μόνον τα μετά το λουτρό του βαπτίσματος αμαρτήματα, αλλά και αυτά που προηγήθησαν από αυτό, μολονότι βεβαίως είχαν εξαφανισθεί ολοτελώς. Εάν δε εκείνος κρατούσε στη μνήμη του τα πριν από το βάπτισμα, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να μη λησμονούμε τα μετά το βάπτισμα· διότι με την ανάμνηση όχι μόνον τα εξαφανίζουμε, αλλά και προς όλους τους ανθρώπους θα συμπεριφερόμεθα με περισσότερη επιείκεια, και το Θεό θα τον υπηρετήσομε με μεγαλύτερη αφοσίωση, αφού μαθαίνουμε πολύ καλά με την ανάμνηση τους την ανέκφραστο φιλανθρωπία του.

Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία πού έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από την φιλανθρωπία του Θεού. «Κρατήσας γάρ αυτόν έπνιγε λέγων, απόδος μοι, εί τι οφείλεις». Δεν είπε « δώσε μου πίσω τα εκατό δηνάρια», επειδή ντρεπόταν το ασήμαντον του χρέους, αλλά «ότι οφείλεις». «Ο δε πεσών επί τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν, λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί καί πάντα σοι αποδώσω». Με τα ίδια λόγια, πού ηύρε και εκείνος την συγχώρηση, με τα ίδια και αυτός αξιώνει να σωθεί. Εκείνος όμως από την υπερβολική του σκληρότητα ούτε με αυτά τα λόγια κάμφθηκε, ούτε σκέφθηκε ότι ο ίδιος με τα λόγια αυτά σώθηκε. Και αν ακόμη τον συγχωρούσε, ούτε έτσι θα ήταν φιλανθρωπία αλλά οφειλή και χρέος. Διότι εάν το έκαμνε αυτό πριν γίνει η λογοδοσία και πριν ληφθεί εκείνη η απόφαση και απολαύσει τόσο μεγάλη ευεργεσία, το γεγονός θα μπορούσε να αποδοθεί στην ιδική του μεγαλοψυχία. Τώρα όμως, μετά από τόσον μεγάλη δωρεά και άφεση τόσων πολλών αμαρτημάτων, ήταν πλέον υποχρεωμένος να φερθεί στον σύνδουλό του με ανεξικακία, σαν κάποια αναγκαία οφειλή. Αλλ’ όμως ούτε αυτό έκαμε, ούτε σκέφθηκε πόση ήταν η διαφορά της αφέσεως την οποίαν και αυτός απήλαυσε και που έπρεπε να δείξει στο σύνδουλό του. Διότι όχι μόνον στο ποσό των οφειλών, ούτε στο αξίωμα των προσώπων, αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιον τον τρόπο θα ημπορούσε κανείς να ιδεί μεγάλη διαφορά. Επειδή εκείνα μεν ήσαν μύρια τάλαντα, ενώ αυτά εκατό δηνάρια. Και αυτός μεν προσέβαλε τον Κύριο του, ενώ ο οφειλέτης τον σύνδουλό του· αυτός επομένως, αφού είχε ευεργετηθεί είχε υποχρέωση να του χαρισθεί· ενώ ο Κύριος τον είχε απαλλάξει από όλο το χρέος χωρίς να ιδεί να γίνεται εκ μέρους του κάποιο μικρό ή μεγάλο αγαθό.

Δεν έβαλε όμως τίποτε από αυτά στο νου του, αλλά εντελώς τυφλωμένος από την οργή τον έπιασε από το λαιμό και τον έκλεισε στην φυλακή. Βλέποντας όμως οι σύνδουλοί του, λέγει, αγανάκτησαν· και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο οι σύνδουλοι, για να μάθεις πόσον ήμερος είναι ο Κύριος. Όταν ο Κύριος του τα άκουσε αυτά τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του, καί δέν αποφασίζει έτσι απλώς την καταδίκη, αλλά προηγουμένως δικαιολογείται. Και τι λέγει «Δούλε πονηρέ, πάσαν οφειλήν εκείνην αφήκα σοι».
Ποίος θα ημπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον ελύπησε, ούτε πονηρόν τόν απεκάλεσε, αλλά μόνον διέταξε να πωληθή· και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει· για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα πού έγιναν σ’ αυτόν παρά αυτά πού έγιναν στούς συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνον εδώ αυτό αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Εάν γαρ προσφέρεις το δώρο σου», λέγει, «επί το θυσιαστήριο, κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, ύπαγε, πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, καί τότε ελθών πρόσφερε τό δώρον σου». Βλέπεις πως προτιμά παντού τα ιδικά μας από τα ιδικά του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από τήν ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο; και αλλού πάλιν· «ο απολύων την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχευθήναι». Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι· «ει τις ανήρ γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκει οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν». Εάν πορνεύσει, λέγει να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστος, μη την διώξεις· εάν δηλαδή αμαρτήσει σε σένα, χώρισε την· εάν αμαρτήσει σε μένα, κράτησε την. Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσον πολύ σ’ αυτόν, τον συνεχώρησε· όταν αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά πού αμάρτησε στον Κύριο του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι ωργίσθη και τον παρέδωσε στους βασανιστάς· ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν προσέθεσε, για να μάθεις ότι εκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας πού απέβλεπε στην συγχώρησιν· αυτή λοιπόν, η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν πού τον εξόργισε τόσον πολύ.

Άραγε τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτά πού δεν κατόρθωσαν να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσει η κατά του πλησίον οργή; Μολονότι έχει γραφή ότι «αμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού». Πως λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλιν η απόφαση; Εξ’ αιτίας της μνησικακίας· ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερά από κάθε αμαρτίαν· διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγγνώμη, αλλά και τις άλλες, πού είχαν αφανισθεί ολοτελώς, τίς ανανέωσε πάλι.

Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας· πράγμα το οποίον έκαμε και εδώ. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, όσον άνθρωπο πού είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή πού μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγομε έτσι: «άφες ημίν τά οφειλήματα ημών, ως καί ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών».

Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, και αφού γράψουμε την παραβολή αυτή στις καρδιές μας, όταν έλθουν στον νου μας όσα έχουμε πάθει από τούς συνδούλους μας, ας αναλογισθούμε και αυτά πού έχουμε κάνει στον Κύριον· και με τον φόβο των ιδικών μας αμαρτημάτων θα μπορέσουμε να απομακρύνομε γρήγορα τον θυμό για τα ξένα παραπτώματα. Εάν πρέπει να ενθυμούμεθα αμαρτήματα, μόνον τα ιδικά μας πρέπει να ενθυμούμεθα. Διότι εάν κρατήσομε στη μνήμη τα ιδικά μας, ποτέ δεν θα δώσομε σημασία στα ξένα· όπως ακριβώς εάν λησμονήσομε τα ιδικά μας, εύκολα εκείνα θα εισχωρήσουν στους λογισμούς μας. Πράγματι, και αυτός εάν είχε κρατήσει στη μνήμην του τα μύρια τάλαντα, δε θα ενθυμείτο τα εκατό δηνάρια· επειδή όμως τα λησμόνησε εκείνα, γι’ αυτό έπιασε από το λαιμό των συνδούλων του, και θέλοντας να απαιτήσει τα ολίγα, ούτε αυτό επέτυχε, αλλά επέσυρε στην κεφαλή του και τον όγκο των μυρίων ταλάντων.
Γι’ αυτό θα τολμούσα να ειπώ ότι αυτή είναι η φοβερότερη από όλες τις αμαρτίες· η μάλλον δεν το λέγω αυτό εγώ, αλλά ο Χριστός το φανέρωσε με την παραβολή αυτή. Διότι αν δεν ήταν φοβερότερη από μύρια τάλαντα, εννοώ από τα αναρίθμητα αμαρτήματα, δε θα ανακαλούσε εξ αιτίας της και εκείνα. Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσον, όσον το να καθαρεύομε από την οργή, και το να συμφιλιωνόμεθα προς εκείνους πού είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πώς ούτε η κοινωνία των μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα ημπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλιν εάν νικήσομε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχομε μύρια πλημμελήματα, θα ημπορέσομε να επιτύχομε κάποια συγγνώμη. Και δεν είναι ιδικός μας ο λόγος, αλλά του ιδίου του Θεού, ο οποίος πρόκειται να μας κρίνει. Διότι όπως είπε εδώ, ότι «ούτω ποιήσει και ο πατήρ μου, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τά παραπτώματα αυτών», έτσι και αλλού λέγει «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τά παραπτώματα αυτών, αφήσει καί υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος».

Για να έχομε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχομε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζομε να συμφιλιωνόμεθα με όσους εχθρούς έχουμε· διότι έτσι και τον Κύριο μας θα συμφιλιώσομε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχομε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε «χάριτι καί φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα καί τό κράτος είς τούς αιώνας των αιώνων». Αμήν.
Κυριακή ΙΑ Ματθαίου Ἡ Παραβολὴ τοῦ ἀσπλάχνου δούλου (Ματθ. 18,23—35 ) Αρχιμανδρίτης Ἰωήλ Γιαννακόπουλος

Μετὰ τοὺς λόγους περὶ ἀδελφικῆς συνεξηγήσεως καὶ τὴν διακοπὴν τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου ποσάκις πρέπει νὰ συγχωρῶμεν τὸν ἀδελφόν μας καὶ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι πρέπει νὰ συγχωρῶμεν 7X70 ἤτοι πάντοτε, ἀναφέρει ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν τοῦ ἀσπλάγχνου δούλου, ἵνα δείξῃ, διατὶ πρέπει νὰ συγχωρῶμεν πάντοτε. Μετὰ τὴν ἀριθμητικὴν συγγνώμην (7X70) ἀκολουθεῖ ἡ δραματικὴ συγγνώμη καὶ λέγει.

«Διά τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέληοε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ». Ἐν τῇ βασιλείᾳ δηλαδὴ τῶν Οὐρανῶν συμβαίνει, ὅ,τι καὶ ἔν τινι βασιλεῖ, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ λογαριασθῇ μὲ τοὺς δούλους του, τοὺς αὐλικούς του, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχε δώσει ἐντολὴν διαχειρίσεως βασιλικοῦ χρήματος καὶ ἑπομένως ἦσαν εἰς αὐτὸν χρεωφειλέται. «Ἀρξαμένου αὐτοῦ συναίρειν, προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων». Ὅταν δηλαδὴ ἤρχισε νὰ λογαριάζεται, ὡδηγήθη πρὸς αὐτὸν εἷς δοῦλος αὐλικός, ὁ ὁποῖος ὤφειλεν εἰς αὐτὸν μύρια τάλαντα ἤτοι 10.000 τάλαντα, ἕκαστον τῶν ὁποίων εἶχεν ἀξίαν 6.000 δηναρίων, 6.000 προπολεμικῶν δραχμῶν, ποσὸν δηλαδὴ ἀνεξόφλητον ὑπὸ τοῦ δούλου. Τὸ ποσὸν τοῦτο μόνον ὑπὸ αὐλικοῦ ὑπουργοῦ πρὸς βασιλέα ὀφειλόμενον δύναται νὰ εἶναι ἐξ εἰσπράξεων μὴ καταβληθεισῶν.

«Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ Κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε καὶ ἀποδοθῆναι». Ἐπειδὴ δηλαδὴ δὲν εἶχεν ὁ δοῦλος οὗτος νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος αὐτό, διότι τὸ κατεχράσθη, διετάχθη νὰ πωληθῇ ἡ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιὰ του κατὰ τὸν νόμον (1) καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶχε, ἵνα ἐξοικονομηθῇ μέρος τοῦ ὀφειλομένου τούτου ποσοῦ. Τότε ὁ δοῦλος «πεσών προσεκύνει αὐτῷ λέγων μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα ἀποδώσω σοι». Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τοῦ βασιλέως. Ἦτο νὰ παρακίνησῃ τὸν δοῦλον εἰς ἱκεσίαν. Ὁ δοῦλος ζητεῖ ἀναβολὴν πληρωμῆς τοῦ χρέους, διότι τοῦτο μόνον ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ. Ὁ Βασιλεὺς ἰδὼν ὄχι τὴν δυνατότητα τῆς καταβολῆς τοῦ χρέους, ἀλλὰ τὴν ἀναγνώρισιν καὶ προθυμίαν τῆς ἐπιστροφῆς τούτου, ἀμείβει βασιλικῶς ταύτην ὡς ἑξῆς: «Σπλαγχνισθείς δὲ ὁ Κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ», χαρίζει τὸ ὀφειλόμενον χρέος ὁ βασιλεὺς καὶ ἀφίνει ἐλεύθερον τὸν χρεωφειλέτην του.

Ὁ τέως χρεωφειλέτης καὶ νῦν ἐλεύθερος παντὸς χρέους δοῦλος «ἐξελθών» ἐκ τοῦ βασιλικοῦ ἀνακτόρου «εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ» ὁ ὁποῖος ὤφειλεν εἰς αὐτὸν «ἑκατὸν δηνάρια καὶ κρατήσας αὐτὸν» ἀπὸ τὸν λαιμὸν «ἔπνιγε λέγων ἀπόδος εἴ τι ὀφείλεις» δός μου ὅ,τι μοῦ ὀφείλεις. Τὰ ἑκατὸν δηνάρια ἦσαν ἑκατὸν περίπου προπολεμικαί δραχμαί, ποσὸν δηλαδὴ ἀσήμαντον ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ μύρια τάλαντα, τὰς 60.000 δραχμάς, τὰς ὁποίας ὤφειλεν αὐτὸς εἰς τὸν Κύριόν του. «Πεσών οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ» εἰς τὰ γόνατα «παρεκάλει αὐτὸν λέγων. Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι» φανοῦ μακρόθυμος καὶ θὰ σοῦ δώσω ὅ,τι σοῦ ὀφείλω. Ὁ δοῦλος ὅμως ἐκεῖνος «οὐκ ἤθελεν ἀλλὰ ἀπελθών ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακήν, ἕως ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον». Ὁ Χρυσόστομος παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς ὡραῖα διὰ τὸν ἄσπλαγχνον αὐτὸν δοῦλον καὶ λέγει: «οὔτε τὸ σχῆμα τῆς ἱκεσίας ᾐδέσθη, δὶ’ οὗ καὶ οὗτος ἠλεήθη, οὔτε τὸν λόγον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, δὶ’ οὗ καὶ αὐτὸς ἐσώθη οὔτε τῆς ἰδίας ἀνεμνήσθη συμφορᾶς ἀπὸ τῆς ὁμοίας, ἀλλὰ ἔμεινε θηρίου ὠμότερος». Ὁ ἄσπλαγχνος δηλαδὴ αὐτὸς δοῦλος δὲν ἐντράπηκε τὸν τρόπον τῆς παρακλήσεως καὶ τὰ λόγια τοῦ συνδούλου του, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ἐχρησιμοποίησεν εἰς τὸν Κύριόν του καὶ ἔλαβεν ἄφεσιν τοῦ χρέους του. Ὁ ἄσπλαγχνος οὗτος δοῦλος δὲν ἐθυμήθηκε τὴν συμφορὰν του ἐνώπιον τοῦ Κυρίου του βλέπων τὴν συμφορὰν τοῦ συνδούλου του. Διά τοῦτο ἐφάνη σκληρότερος καὶ ἀπὸ τὸ θηρίον.

Ὁ Κύριος συνεχίζει τὴν παραβολήν: «Ἰδόντες οὖν οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα». Σύνδουλοι ἐνταῦθα εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶδον τὴν διαγωγὴν τούτου. Οὗτοι ἰδόντες τὴν ἀνάρμοστον διαγωγὴν τοῦ δούλου τούτου ἀνέφερον λεπτομερῶς ταύτην εἰς τὸν βασιλέα. «Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ Κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ˙ δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι» ὅλον τὸ χρέος σοῦ τὸ ἐχάρισα «ἐπεί παρεκάλεσάς με» διότι μόνον μὲ παρεκάλεσας. «Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλὸν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα;»

Δὲν ἔπρεπε νὰ εὐσπλαγχνισθῇς καὶ σὺ τὸν σύνδουλόν σου, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ σὲ εὐσπλαγχνίσθηκα; Ὀνομάζει πονηρὸν τὸν δοῦλον ὄχι ὅταν ὤφειλε τὰ μύρια τάλαντα, ἀλλὰ ὅταν δὲν συνεχώρει τὰ 100 δηνάρια! Ὁ δοῦλος σιωπᾷ, διότι αἰσθάνεται τὴν ἐνοχήν του. Δὲν ὑπόσχεται ὅμως τὴν διόρθωσιν. Διά τοῦτο «ὀργισθείς ὁ Κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς, ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ». Ἐπειδὴ ὅμως τὸ χρέος του εἶναι μέγα καὶ ἀνεξόφλητον, ἡ τιμωρία του θὰ εἶναι παντοτεινή. Βασανισταί, εἰς τοὺς ὁποίους παρεδόθη, εἶναι οἱ δήμιοι.

Ὁ Κύριος θέτει τὴν σφραγῖδα τῆς παραβολῆς λέγων. «Οὕτω καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν». Κατὰ παρόμοιον τρόπον καὶ ὁ Θεὸς θὰ φανῇ ἄσπλαγχνος εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεχώρησαν τοὺς συνανθρώπους των ἐκ βάθους καρδίας. Ἡ ἐντολὴ αὕτη εἶναι μόνον χριστιανική. Πρὸ Χριστοῦ ὑπῆρξαν σοφοὶ μεγαλόκαρδοι, οἱ ὁποῖοι συνεχώρησαν τοὺς νικημένους ἐχθροὺς των, ἀλλὰ τὴν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἄνευ ὅρων συγγνώμην τῶν ἐχθρῶν οὐδεὶς ἐσκέφθη πλὴν τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Λουκᾶς προσθέτει τὸ ἑξῆς. «Προσέχετε ἑαυτοῖς» προσέξατε. «Ἐὰν δὲ ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου» ἐὰν πταίσῃ ὁ ἀδελφός σου εἰς σὲ «ἐπιτίμησον αὐτῷ» ἐπιπληξον αὐτὸν «καὶ ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ» συγχώρησον αὐτόν. «Καὶ ἐὰν ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἁμάρτῃ εἰς σὲ καὶ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἐπιστρέψῃ πρὸς σὲ λέγων, μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ» πρέπει νὰ τὸν συγχωρήσῃς. Λουκ. 17, 3—4.

Ὁ Ματθαῖος δηλαδὴ μὲ τὴν παραβολὴν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι πρέπει νὰ συγχωρῶμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν μετανοοῦν, ὁ δὲ Λουκᾶς ἀναφέρεται εἰς τὴν μετάνοιαν τοῦ κατ’ ἐπανάληψιν ἁμαρτάνοντος ἀδελφοῦ.

Ἐδῶ βασιλεὺς εἶναι ὁ Θεός, ὀφειλέται οἱ ἄνθρωποι, ὀφειλὴ ἡ ἁμαρτία. Τὰ 10.000 τάλαντα εἶναι αἱ πολλαὶ ἁμαρτίαι τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν Θεόν. 100 δηνάρια εἶναι τὰ σφάλματα τοῦ πλησίον μας. Φυλακὴ δὲ ὅπου ἐρρίφθη ὁ δοῦλος οὗτος, εἶναι ἡ κόλασις, βασανισταὶ οἱ δαίμονες.


Θέμα: Ἡ Συγγνώμη

Ἡ κεντρικὴ ἰδέα τῆς παραβολῆς εἶναι ἡ ἄρνησις τῆς συγγνώμης τοῦ δούλου ὑπὸ τοῦ συγχωρηθέντος συνδούλου καὶ ἡ τιμωρία ὑπὸ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀσπλάγχνου τούτου δούλου. Ἐπὶ τῆς ἀρνήσεως ταύτης ῥητῆς καὶ καμουφλαρισμένης παρ’ἡμῖν καὶ τῶν συνεπειῶν ταύτης θὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸ παρὸν θέμα.

1) Ῥητὴ ἄρνησις συγγνώμης. Δὲν τὸν συγχωρῶ, λέγουσί τινες, διότι μὲ εἶπε ψεύτην ἤ μοῦ εἶπε ψέμματα Ἀπαντῶ. Σὺ δὲν εἶπες ποτὲ τὸν ἄλλον ψεύτην; Ὄχι; Ἔστω! Δὲν εἶπες ποτέ σου ψέμματα; Κἄποτε. Ἀφοῦ εἶπες καὶ σὺ ψέμματα, διατὶ δὲν συγχωρεῖς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος σοῦ εἶπε ψέμματα; Δὲν τὸν συγχωρῶ, διότι μὲ εἶπε πονηρὸν ἤ μοῦ ἐφέρθηκε πονηρῶς, λέγει ἄλλος. Σὺ δὲν εἶπες ποτὲ τὸν ἄλλον πονηρόν; Ἀδύνατον! Ὄχι; Ἔστω! Πόσες ὅμως φορὲς δὲν ἔβαλες πονηρίες διὰ τὸν ἄλλον, τὰς ὁποίας μάλιστα ὀνομάζεις ἐξυπνάδες σου; Ἐὰν δὲν συγχωρήσῃς σὺ αὐτόν, οὔτε αὐτὸς σέ, τί κοινωνίαν θὰ ἔχωμεν; Ζούγκλαν! Δὲν τὸν συγχωρῶ, λέγει τρίτος, διότι μὲ ἐκουτσομπόλευε. Σὺ κανέναν δὲν ἔχεις κουτσομπολεύσει; Ὄχι; Λέγεις ψέμματα. Εἰς τὸ ἁμάρτημα αὐτὸ ὅλοι πίπτομεν.

Ἄλλος λέγει. Δὲν τὸν συγχωρῶ, διότι μοῦ ἐσκότωσε τὸ παιδί μου, τὸν πατέρα, τὸν ἀδελφόν. Βαθὺς εἶναι ὁ πόνος σου, μεγάλο τὸ φαρμάκι σου. Πρέπει νὰ σοῦ δοθῇ δραστικὸν φάρμακον. Τοιοῦτον δὲν θὰ εἶναι σκέψις ἀνθρωπίνη. Εἶναι ἡ θεία ἀπόφασις. Ἄκουσέ την. Ὁ Θεὸς ὁ γνωρίζων, ὅτι οἱ ἄνθρωποι δύσκολα συγχωροῦν, προβάλλει πρὸς θεραπείαν τῆς κακίας ταύτης τὴν στέρησιν τῆς ἰδικῆς Του συγγνώμης. Ἂν δὲν συγχωρήσῃς—ἕνα καὶ ἕνα κάμνει δύο—δέν θὰ συγχωρηθῇς. Τοῦτο φαίνεται ἐκ τῆς σημερινῆς παραβολῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος ἦρε τὴν συγγνώμην τοῦ δούλου, διότι δὲν συνεχώρησε οὗτος τὸν σύνδουλόν του. Τὸ λέγει ὅμως καὶ ῥητῶς: «Ἐὰν μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν». Ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας μεγάλος ἔμπορος πολυτίμων εἰδῶν. Τὴν χάριν Του τὴν δίδει δωρεάν, τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐλεημοσύνης σου διὰ χρημάτων σου, τὴν συγγνώμην ὅμως τῶν ἁμαρτιῶν μας δὲν τὴν δίδει οὔτε δωρεὰν οὔτε διὰ χρημάτων, ἀλλὰ Κλῆριγκ ἤτοι πρᾶγμα μὲ πρᾶγμα. Ὄχι μὲ ἄλλο πρᾶγμα, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο πρᾶγμα, συγγνώμην ἀντὶ συγγνώμης, θὰ συγχωρηθῇς, ἂν συγχωρήσῃς. Τόσον εἶναι πολύτιμον τὸ πολύτιμον τοῦτο εἶδος, ὥστε ὁ Θεὸς μόνον ἐπ’ ἀνταλλαγῇ τὸ δίδει. Εἶναι δὲ τόσον φθηνόν, ὥστε, ὅταν συγχωρήσῃς ἕνα κακόν, θὰ σοῦ συγχωρήσῃ ὁ Θεὸς ἑκατόν!

Τόσον ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὴν συγγνώμην, ὥστε ἐνῷ διὰ σὲ ὁ σκοτωμὸς τοῦ υἱοῦ σου εἶναι αἰτία ἀδιαλλάκτου μίσους, ὁ θάνατος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ εἶναι αἰτία συμφιλιώσεως Οὐρανοῦ καὶ γῆς! Πρὶν σκοτωθῇ ὁ υἱός σου, ἦσο ἀγαπημένος μὲ τὸν ἐχθρόν σου. Ὁ φόνος σᾶς διῄρεσε. Πρὶν σταυρωθῇ ὅμως ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, εἴμεθα ἐχθροί τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν θάνατο τοῦ Υἱοῦ Του συνεφιλιώθημεν. Ὁ Θεὸς συγχωρεῖ οὐχὶ ἀδαπὰνως, ἀλλὰ δαπάνῃ τοῦ Υἱοῦ Του. Ὦ βάθος σοφίας καὶ δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ!

Ἀρκετοὶ τῶν πιστῶν συνειδητῶς ἤ ἀσυνειδήτως καμπτόμενοι ὑπὸ τὸ βάρος τῶν σκέψεων τούτων δὲν ἀρνοῦνται τὴν συγγνώμην ῥητῶς, ἀλλὰ ἔχουν καμουφλαρισμένην συγγνώμην.


2)Καμουφλαρισμένη συγγνώμη: Τὸν συγχωρῶ, λέγει Χριστιανὸς τις, τὸν ἐχθρόν μου. Κακὸ δὲν θὰ τοῦ κάμω. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ τὸ εὕρῃ, αὐτὸ πού μοῦ ἔκανε. Ἀπαντῶ: Αὐτὸ δὲν εἶναι συγγνώμη, ἀλλὰ ἀδυναμία νὰ τοῦ κάμῃς κακό. Ἂν μποροῦσες, θὰ τὸν ἔπνιγες σὲ μία σταλιὰ νερό. Αὐτὸ λέγεται ὑποκρισία! Ἴσως μοῦ εἴπης. Δύναμαι νὰ τοῦ κάμω κακό, ἀλλὰ δὲν θέλω. Ἐὰν συμβαίνῃ, ὥστε νὰ δύνασαι, ἀλλὰ νὰ μὴ θέλῃς νὰ τοῦ κάμῃς κακό, δὲν τὸν συγχωρεῖς ὅμως, εἶναι ἀτέλεια, διότι δὲν τὸν συγχωρεῖς ἀπὸ καρδίας, ὅπως διατάσσει ὁ Κύριος. Ἑπομένως ἤ δύνασαι, ἀλλὰ δὲν θέλεις, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀτέλεια ἤ θέλεις, ἀλλὰ δὲν δύνασαι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδυναμία. Καὶ εἰς τὰ δύο δὲν συγχωρεῖς ἀπὸ καρδίας.

Τὸν συγχωρῶ, λέγει ἄλλος, τὸν ἐχθρόν μου, δὲν θέλω νὰ πάθῃ κακό. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ τὸν ἴδω στὰ μάτια μου. Αὐτὸ δὲν λέγεται συγγνώμη. Συγγνώμη σημαίνει νὰ ἔχῃς τὴν δύναμιν ὄχι μόνον νὰ τὸν ἴδῃς μὲ τὰ μάτια σου, ἀλλὰ νὰ τὸν κυττάξῃς καὶ εἰς τὰ μάτια του. Εἶναι δηλαδὴ παρατηρημένον, ὅτι ὅταν δύο ἐχθροὶ συναντηθῶσιν, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεχωρήθησαν ἀπὸ καρδίας κυττάζονται εἰς τὰ πόδια, εἰς τὸ στῆθος, εἰς τὴν πλάτην, φθάνει τὸ βλέμμα μέχρι τῆς σιαγῶνος, κατόπιν πηδᾷ εἰς τὸ καπέλλο, τὰ μάτια δὲν τὰ βλέπουν. Δεῖγμα συγγνώμης εἶναι, ἂν ἔχῃς τὴν δύναμιν νὰ τὸν κυττάξῃς εἰς τὰ μάτια! Τὸν συγχωρῶ, ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ τοῦ ὁμιλήσω. Ἡ καλημέρα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν τὴν εἴπῃς, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κοινωνήσῃς. Σχέσεις δὲν νομίζω, ὅτι εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ ἔχῃς. Ὁ χαιρετισμὸς ὅμως εἶναι τοῦ Θεοῦ.

3) Ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μὴ συγγνώμης; Θὰ ὑποφέρῃς. Θὰ ἀκούῃς τὸ ὄνομά του καὶ θὰ αἰσθάνεσαι βελόνια εἰς τὴν ψυχήν σου. Θὰ τὸν συναντᾷς καθ’ ὁδὸν καὶ ἀπὸ τὸ κακό σου θὰ πιάνεται ἡ ἀναπνοή σου, θὰ τρέμουν τὰ πόδια σου. Συναντῶν αὐτὸν θὰ ἀναγκασθῇς νὰ στρίψῃς ἀπὸ ἄλλο στενὸ ἤ ἂν δὲν ὑπάρχῃ σταυροδρόμι θὰ διασταυρωθοῦν τὰ βλέμματά σας. Ὁποία ἀγωνία κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν! Καὶ ταῦτα ἐδῶ. Ἐκεῖ εἰς τὴν ἄλλην ζωήν; Ὅπως ἀποστρέφεις τὸ βλέμμα σου ἀπὸ αὐτόν, ἔτσι θὰ ἀποστρέψῃ καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ σέ. Μαντεύω ἀπορίαν τινά: Λογικὰ εἶναι αὐτά, ἀλλὰ δύσκολα καὶ βαρειά! Δύσκολα; Ἀφοῦ δύσκολη εἶναι ἡ συμφιλίωσις, νὰ προσέχωμεν νὰ μὴ τὰ χαλᾶμε Εἶναι βαρειά; «Βαρὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ παράδεισος» ἔλεγον οἱ 40 μάρτυρες. Πῶς θέλεις νὰ ἴδῃς τὸν Θεὸν χωρὶς νὰ ἀτενίσῃς τὸν ἀδελφόν σου; Πόσοι ἄνθρωποι καὶ πόσα ἔθνη ἦσαν εἰς τὰ μαχαίρια ὄχι μὲ ἕνα φόνον, ἀλλὰ μὲ ποταμοὺς αἱμάτων καὶ διὰ συμφεροντολογικοὺς σκοποὺς τὰ ἔφτιασαν; Ἑπομένως δὲν εἶναι καὶ τόσον δύσκολος ἡ συμφιλίωσις, ἂν σκεφθῶμεν, ὅτι γίνεται πρὸς συμφέρον τῆς ψυχῆς μας. Ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι ὁ χρόνος θὰ θεραπεύσῃ τὴν ἔχθραν μου. Ἀπαντῶ: Εἶναι τιμητικὸν διὰ σὲ τὸν χριστιανὸν νὰ ἀφίνῃς τὰ πράγματα εἰς τὸν χρόνον καὶ οὐχὶ εἰς τὴν θείαν χάριν; Ἐκεῖνο πού θὰ φέρῃ ὁ χρόνος, διατὶ νὰ μὴ τὸ προλάβῃ ἡ θεία χάρις;

Διδακτικώτατον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δεικνύει τὸ κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν συγχωρεῖ, εἶναι τὸ γνωστὸν τραγικὸν γεγονὸς κατὰ τοὺς πρώτους Χριστιανικοὺς χρόνους τῶν δύο Χριστιανῶν φίλων Σαπρικίου καὶ Νικηφόρου, τὸ ὁποῖον εἴδομεν καὶ ἐν τρίτῳ τόμῳ σελίδι 67. Τοῦτο ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ Χριστιανὸς Σαπρίκιος συνεδέετο φιλικώτατα μετὰ ἄλλου τινὸς κληρικοῦ ὀνομαζόμενου Νικηφόρου. Ἡ φιλία των ὅμως ἔπειτα ἀπὸ ἔτη ἔσπασε. Κηρύσσεται ὁ διωγμὸς τῶν Χριστιανῶν ἐπὶ Βαλεριανοῦ. Ὁ Σαπρίκιος συλλαμβάνεται καὶ ὁδηγεῖται εἰς φρικτὰ μαρτύρια. Ὁ Νικηφόρος σπεύδει, γονατίζει ἐνώπιόν του, καὶ ζητεῖ συμφιλίωσιν μαζί του. Ὁ Σαπρίκιος ἀρνεῖται. Ὁδηγεῖται εἰς τὸ μαρτύριον ὁ Σαπρίκιος καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀρνῆται τὴν συμφιλίωσιν μετὰ τοῦ Νικηφόρου. Ὅταν ἦτο ἕτοιμος ὁ δήμιος νὰ καταφέρῃ τὴν μάχαιραν, ὁ Σαπρίκιος δειλιάζει καὶ ἀρνεῖται τὸν Χριστόν, ὑποσχόμενος νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα. Βλέπων ὁ Νικηφόρος τοῦτο σπεύδει ὁμολογῶν, ὅτι εἶναι Χριστιανὸς καὶ λαμβάνει οὗτος τὸν στέφανον τοῦ Μαρτυρίου. Ὁ Σαπρίκιος ἐκολάσθη, διότι ἔχασε τὴν χάριν, ἐπειδὴ δὲν συνεχώρησε τὸν πνευματικόν του ἀδελφὸν καὶ φίλον.

Ἂς μάθωμεν νὰ συγχωρῶμεν, ἵνα συγχωρηθῶμεν καὶ μὴ κατακριθῶμεν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ!



(1) Λευϊτ. 25,39.
Κυριακή ΙΑ Ματθαίου Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀγνώμονος δούλου (Ματθ.18Metropolitan of Sourozh,23-35) Anthony

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Συχνὰ οἱ ἄνθρωποι ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὸ ἐρώτημα: πῶς μπορεῖ κάποιος νὰ σωθεῖ; Καὶ βρίσκουμε σ’αὐτὸ τὸ ἐδάφιο τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως σὲ μιὰ ὁλοκληρη σειρὰ ἀπὸ ἄλλα, μιὰ τόσο ἁπλὴ καὶ συγκεκριμένη ἀπάντηση. Ἡ σωτηρία σας βρίσκεται στὰ χέρια σας: συγχωρῆστε – καὶ θὰ συγχωρηθεῖτε. Καὶ τήν στιγμή ποὺ θὰ ἔχετε συγχωρηθεῖ, σημαίνει ὅτι ἡ αἰώνια ζωὴ εἶναι ἀνοιχτὴ γιὰ σᾶς.

Στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο ὁ Χριστός μᾶς μιλάει γιὰ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ὄφειλε ἕνα τεράστιο χρηματικὸ ποσὸ στὸν κύριό του ἀλλὰ δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ τοῦ τὸ ξεπληρώσει κι ὁ κύριος τοῦ τά διέγραψε ὅλα γιατὶ τὸν λυπήθηκε. Φεύγοντας αὐτός ὁ ἄνθρωπος συνάντησε κάποιον ὁ ὁποῖος τοῦ χρωστοῦσε ἕνα μικρὸ χρηματικὸ ποσό, κι ἄρχισε νὰ ἀπαιτεῖ τὴν πληρωμή του χωρίς ἔλεος. Ἀκούγοντας αὐτὸ ὁ κύριός του, εἶπε: Ἐγώ σοῦ συγχώρησα ἕνα τεράστιο χρέος, πῶς μπορεῖς ἐσὺ νὰ μὴν συγχωρεῖς στὸν ὀφειλέτη σου αὐτὴ τὴν μικρὴ ὀφειλή; Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο περιμένουμε ὅτι μὲ μιὰ λέξη συγχώρησης ἀπ’ τὸν Θεό, οἱ πύλες τῆς αἰώνιας ζωῆς μποροῦν ν’ ἀνοίξουν γιά μᾶς, ἀλλά ἐμεῖς κλείνουμε αὐτὲς τὶς πόρτες – τὶς μικρὲς πόρτες αὐτῆς τῆς ἐφήμερης ζωῆς, σ’ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Σὲ τὶ μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε;

Τό Εὐαγγέλιο λέει σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο: μ’ ὅποιο μέτρο μετρᾶμε, μὲ τὸ ἴδιο μέτρο θά μετρηθοῦμε. Στοὺς Μακαρισμοὺς λέει: εὐλογημένοι εἶναι αὐτοί ποὺ συγχωροῦν, γιατί κι αὐτοί θά συγχωρηθοῦν, καί στήν Κυριακή προσευχή: συγχώρησε μας ὅπως συγχωροῦμε. Πόσο ἁπλὰ φαίνονται ὅλα, κι ὅμως πόσο δυσκολευόμαστε. Θὰ ἦταν ἁπλό ἄν οἱ καρδιές μας ἀνταποκρίνονταν στήν λύπη, στήν ἀνάγκη· εἶναι δύσκολο γιατὶ οἱ καρδιές μας μένουν σιωπηλές. Ἀλλὰ γιατὶ συμβαίνει αὐτό; Ἴσως νὰ μὴν ἦταν ἔτσι, ἐπειδὴ, ὅταν κάποιος φέρεται ἄσχημα, πάντα θεωροῦμε ὅτι εἶναι κακός ἄνθρωπος, χωρίς νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος θέλει τόσο πολύ νὰ εἶναι καλός, θέλει τόσο κάθε λέξη του, οἱ σκέψεις του κι ἡ καρδιά του νὰ εἶναι ἁγνὲς, οἱ πράξεις του νὰ ἔχουν ἀξία, ἀλλὰ ἁπλὰ δὲν ἔχει τὴν δύναμη, μπλέκεται ἀπὸ παλιές συνήθειες, ἀπὸ τὴν πίεση τοῦ περιβάλλοντός του, ἀπὸ μιὰ ψεύτικη ντροπή, κι ἀπὸ τόσα ἄλλα. Καὶ συνεχίζει νὰ φέρεται ἄσχημα· ἀλλὰ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸν ξεμπερδέψουμε. Μποροῦμε νὰ τὸν κοιτάξουμε, ὅπως θὰ τὸν ἔβλεπε ὁ Θεός, μὲ συμπόνοια, ὅπως θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ δεῖ ἕναν ἄρρωστο ἄνθρωπο ποὺ πεθαίνει ἀπὸ κάποια ἀσθένεια ποὺ θὰ μπορούσε νὰ γιατρευτεῖ ἄν μοναχὰ τοῦ δίναμε τὴν κατάλληλη θεραπεία.

Καὶ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς μπορεῖ νὰ κάνει αὐτὸ ποὺ εἶναι ἀναγκαῖο. Κοιταξτε κάποιον, καί σπλαχνισθεῖτε τον ἐπειδὴ μὲ τὸν ἕνα ἤ μὲ τὸν ἄλλο τρόπο εἶναι ἀδύναμος, ὀργισμένος, ἐκδικητικός, κακός. Σπλαχνισθεῖτε τον καί στρέψτε τήν φωτεινή πλευρά τῆς ψυχῆς σας πρὸς αὐτόν, πέστε του ὅτι οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια του δὲν σᾶς ἐξαπατοῦν, ὅσο κακός κι ἄν μπορεῖ νὰ δείχνει, γιατὶ ξέρετε ὅτι αὐτὸς εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, σπιλωμένη καὶ παραμορφωμένη, κι ὅμως ἐσεῖς στὸ πρόσωπο του προσκυνᾶτε τόν Θεό, καὶ τὸν ἀγαπᾶτε σὰν ἀδελφό σας. Κάνοντας αὐτὸ μπορεῖ νὰ σᾶς κοστίσει πάρα πολύ, ἀλλά, ἄν μπορούσατε νὰ τὸ κάνετε μία ἤ δύο φορὲς, τότε θὰ βλέπατε πῶς μπορεῖ ἕνα πρόσωπο ν’ ἀλλάξει ἐπειδὴ πιστέψατε σ’ αὐτό, ἐπειδὴ ἀποθέσατε τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ σ’ αὐτό, ἄραγε σὲ τὶ κόσμο θὰ ζούσαμε – σ’ ἕνα κόσμο ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης. Ἀλήθεια, πρέπει νά πληρώσουμε γι’ αὐτὸ μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς μας, μὲ δάκρυα συμπόνιας, μὲ τὴν ἀγωνία τῆς καρδιᾶς μας, ἀλλά τὶ χαρά θά ὑπάρχει ὄχι μόνον ἀνάμεσα στούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ στὸν οὐρανὸ, ὅταν θὰ δοῦν νὰ σώζεται ἕνας ἁμαρτωλός, ἀλλὰ καὶ στὶς καρδιές μας, ὅταν ξαφνικὰ δοῦμε, ὅτι σὲ ἀπάντηση τῆς συμπόνοιας καὶ τῆς ἀγάπης μας, ἕνα πρόσωπο γέμισε μὲ τὸ φῶς τῆς αἰώνιας ζωῆς! Ἀμήν.
Κυριακή ΙΑ' Ματθαίου (Ματθ., ΙΗ' 23 – 35) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου

«Ἕνας βασιλέας ζήτησε ἀπό τούς ἀνθρώπους του νά ἐξοφλήσουν τά χρέη πού τοῦ ὄφειλαν! Ἕνας ὀφειλέτης του ὅμως δέν εἶχε νά τοῦ ἐπιστρέψει τό χρέος του πού ἦταν μάλιστα πολύ μεγάλο. Ἔτσι κινδύνευε αὐτός μέν νά φυλακισθεῖ, ἡ δέ οἰκογένειά του νά πουληθοῦν ὡς δοῦλοι, γι’ αὐτό μέ δάκρυα τόν παρακάλεσε νά τοῦ δώσει λίγο χρόνο ἀκόμη γιά τήν ἐξόφληση.
Ὁ βασιλιάς τόν λυπήθηκε καί τοῦ ἔδωσε τόν χρόνο πού ἤθελε. Ἐκεῖνος φεύγοντας συνάντησε ἕνα συνάδελφο του δοῦλο ὁ ὁποῖος ἐνῶ χρωστοῦσε ἕνα πολύ μικρό ποσό ἑννενήντα χρυσές δραχμές καί τοῦ τό ἐζήτησε.
Αὐτός ὅμως ἐπειδή δέν εἶχε τόν παρακάλεσε νά τοῦ δώσει λίγο χρόνο ἀκόμη. Τότε ἐκεῖνος ὄχι μόνο δέν τοῦ ἔδωσε τόν χρόνο ἀλλά τόν κατήγγειλε καί στόν δικαστή ὁ ὁποῖος τόν ἔβαλε στή φυλακή.
Οἱ ἄλλοι δοῦλοι βλέποντας τήν σκληρότητα καί τήν ἀδικία του, τόν κατήγγειλαν στόν βασιλιά, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοῦ ὑπενθύμισε ὅτι αὐτός τόν εἶχε λυπηθεῖ ἄν καί αὐτός ὄφειλε πολύ μεγάλο ποσό διέταξε νά τόν φυλακίσουν γιά τήν σκληρότητα του μέχρι νά ἐξοφλήσει τό χρέος».
Ἀδελφοί μου,
Μέ αὐτή τήν εἰκόνα ὁ Κύριός μας μίλησε σήμερα γιά τό χρέος πού ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀπέναντί Του καί τό ὁποῖο σέ ἄλλους εἶναι μεγάλο καί σέ ἄλλους μικρό, ἀνάλογα μέ τίς ἁμαρτίες μας. Εἶναι τό χρέος τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Χρεωστοῦμε στόν Κύριό μας, γιατί ἁμαρτάνουμε ἀπέναντί Του. Καί Ἐκεῖνος, ἐπειδή μας συγχωρεῖ, μᾶς ζητεῖ νά συγχωροῦμε κι ἐμεῖς ἐκείνους πού ἁμαρτάνουν ἀπέναντί μας, δηλαδή μᾶς ἀδικοῦν, μᾶς ὑβρίζουν, μᾶς ἐκμεταλλεύονται καί μᾶς συκοφαντοῦν.
Ἴσως ὅμως κάποιος ἀπό σᾶς διερωτηθεῖ: Μά πῶς μπορεῖ νά γίνει αὐτό;
Ἀνθρωπίνως βέβαια φαίνεται παράλογο, γιατί ὁ ἀνθρώπινος νοῦς ζητεῖ δικαιοσύνη. Ἀλίμονο ἐάν δέν τιμωροῦνται ὅσοι βλάπτουν τούς ἄλλους. Γι’ αὐτό καί ἔχει θεσπίσει νόμους πού ἀπαγορεύουν καί τιμωροῦν τούς παραβάτες.
Αὐτό λοιπόν πού ὁ Θεός ζητεῖ ἀπό μας νά συγχωροῦμε εἶναι μέν παράλογο γιά μᾶς, ἀλλά δίκαιο γιά Ἐκεῖνον, γιατί Αὐτός ἀντί νά μᾶς τιμωρεῖ, ὅπως θά ἔπρεπε, μᾶς συγχωρεῖ γιά τίς ἁμαρτίες μας δίδοντάς μας ἔτσι τήν εὐκαιρία νά γίνομε καλύτεροι.
Ἑπομένως εἶναι καί φυσικό καί δίκαιο γιά Ἐκεῖνον νά μᾶς ζητεῖ νά κάνομε τό ἴδιο.
Νά συγχωροῦμε ἐκείνους πού μᾶς βλάπτουν.
Ἴσως κάποιος σκεφθεῖ: Γιά νά γίνει αὐτό πρέπει νά εἴμαστε ἅγιοι καί ἐμεῖς δέν εἴμαστε.
Ἔχει δίκιο. Ναί εἴμαστε ἁμαρτωλοί καί ὄχι ἅγιοι. Μά γι’ αὐτό ἀκριβῶς μᾶς τό ζητεῖ ὁ Θεός, γιά νά γίνομε ἅγιοι ἀκολουθώντας τό δικό Του παράδειγμα πού πάνω στό σταυρό Του τήν ὥρα τοῦ μεγάλου μαρτυρίου Του συγχώρεσε τούς σταυρωτές Του. «Πατέρα συγχώρεσέ τους».
Ἀδελφοί μου,
Ἕνας Χριστιανός ἐξομολογεῖται στόν Γέροντα Σιλουανό, ὅτι ἕνας χωριανός του, τόν ὑβρίζει, τόν συκοφαντεῖ, τοῦ κλέβει σιγά – σιγά γῆ ἀπό τά χωράφια του καί τελευταῖα ἀπειλεῖ καί αὐτόν καί τήν οἰκογένειά του. Λέει λοιπόν:
«Σκέπτομαι νά πάω στόν Δικαστή καί νά τόν καταγγείλω. Πιστεύω ὅτι ἔτσι θά τόν βοηθήσω καί θά σωθεῖ ἡ ψυχή του».
Ὁ Γέροντας τοῦ ἁπαντά: «Κάνε ὅ,τι νομίζεις. Μόνο ἔλα νά προσευχηθοῦμε στόν Θεό νά σέ βοηθήσει στό διάβημά σου».
Γονατίζουν λοιπόν καί ἄρχισε νά λέει τό «Πάτερ ἠμῶν». Ὅταν ὅμως ἔφθασαν στήν φράση: «καί ἅφες ἠμίν τά ὀφελήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν ταίς ὀφειλέταις ἠμῶν» λέει ὁ Γέροντας: «Καί μήν συγχωρέσεις τά ὀφελήματα ἠμῶν ὅπως καί ἠμεῖς δέν συγχωροῦμε ταῖς ὀφελέταις ἠμῶν».
Τότε ὁ Χριστιανός τοῦ λέει: «Γέροντα δέν εἶναι ἔτσι τό «Πάτερ ἠμῶν». Παίρνει τήν ἀπάντηση: «Ἀφοῦ ἐσύ δέν συγχωρεῖς τόν συγχωριανό σου, ἔτσι πρέπει νά προσευχηθοῦμε». Τότε ἐκεῖνος κατάλαβε τό λάθος του, ἐζήτησε νά τόν συγχωρέσει καί δέν πῆγε στόν Δικαστή.
Πολύ ὄμορφη καί διδακτική αὐτή ἡ ἱστορία ἀπό τή ζωή τῶν Ἁγίων μας. Ἄν λοιπόν ζητοῦμε ἀπό τόν Θεό νά μᾶς συγχωρέσει γιά τίς ἁμαρτίες μας, τίς ἀναρίθμητες πρέπει νά μάθουμε νά συγχωροῦμε καί ἐκείνους πού μᾶς πειράζουν.
Πολύ μεγάλη ὑπόθεση ἡ ἀγάπη στή ζωή μας. Ὅπου δέν ὑπάρχει αὐτή, δέν ὑπάρχει καί ἡ συγχώρεση.
Εἶναι παράλογος λοιπόν ὁ Θεός μας; Ἀσφαλῶς ὄχι, γιατί ὄχι μόνο δέν εἶναι παράλογη ἡ ἀγάπη ἀλλά καί ἀναγκαία. Τήν ἔλλειψή της στή ζωή μας τήν ζοῦμε μέ τραγικό τρόπο.
Ἄς προσπαθήσομε λοιπόν νά μάθουμε νά ἀγαποῦμε καί νά συγχωροῦμε.
Νά εἶστε εὐλογημένοι ἀδελφοί μου.
Π.Β.Μ.
Κυριακή ΙΑ' Ματθαίου (Ματθ., ΙΗ' 23 – 35) εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Σερβιών και Κοζάνης

(Ματθ. ιη΄ 23-35)
   «οὕτω καὶ ὁ Πατὴρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν  μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὑτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν».
        Μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ  Χριστοῦ,  ἀγαπητοὶ μου ἀδελφοί, κηρύχθηκε σὲ ὅλα τά ἔθνη τὸ μήνυμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνεξικακίας. Τὸ μήνυμα αὐτὸ ἔρχεται νὰ μᾶς ὑπενθυμίση καὶ  ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τήν παραβολὴ τοῦ σκληρόκαρδου δούλου, ὅπως τήν  ἀκούσαμε σήμερα.
Ἀφορμὴ γιὰ νὰ πῆ ὁ Ἰησοῦς αὐτὴ τὴν παραβολὴ ἦταν μία ἐρώτηση τοῦ  Ἀποστόλου Πέτρου: «Κύριε πόσες φόρες νὰ συγχωρήσω τὸν ἀδελφό μου, ἐὰν ἐξακολουθῆ νὰ μοῦ κάνη κακό;» Τὸ συνηθισμένο ὅριο γιὰ τοὺς Ἰουδαίους ἦταν τρεῖς φορές. Ὁ Πέτρος λοιπόν, πιστεύοντας ὅτι ξεπερνάει τὸ ὅριο ποὺ ὅριζε ὁ Μωσαϊκὸς νόμος καὶ πῶς ἔφτασε σὲ ὕψη μακροθυμίας, τὸ ὑπερδιπλασιάζει προτείνοντας «ἕως ἑπτὰ φορές». Ἀλλὰ ἡ ἀπαντήση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται νὰ συντρίψη γιὰ πάντα ὁποιοδήποτε ὅριο, «ὄχι  μόνον ἑπτὰ φόρες ἀλλὰ ἑβδομήντα φορὲς τὸ ἑπτά,  δηλαδὴ  ἀπεριόριστα».
        Μᾶς διδάσκει λοιπὸν ὁ Χριστὸς τὸν τρόπο τῆς συγχωρήσεως, ὑποδεικνύοντὰς μας συγχρόνως καὶ τό πῶς αὐτὴ πρέπει νὰ πραγματοποιεῖται: «ἀπὸ τῶν καρδιῶν ἡμῶν». Τότε μόνον, μᾶς λέει, ἔχει πραγματικὰ ἀποτελέσματα, ὅταν προέρχεται «ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας».
        Συγχώρεση καὶ μακροθυμία, δύο μεγάλες ἀρετὲς, τὶς ὁποῖες πρέπει νὰ καλλιεργοῦμε σὰν πιστοὶ  μαθητὲς τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ ἔχουμε κατόπιν τό θάρρος, ὥστε νὰ ζητοῦμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἄφεση τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν. Διότι ἂν δὲν μάθουμε νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, ὅπως μᾶς τό εἶπε σήμερα ὁ Χριστός, τότε οὔτε ὁ Θεὸς θὰ συγχωρέση  τὰ δικά μας παραπτώματα, ὅσο μικρὰ κι ἂν εἶναι αὐτά.
Νὰ συγχωροῦμε τούς ἀδελφούς μας, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἠθελημένα εἴτε ἄθελα τους μᾶς ἔβλαψαν.  Ὅμως αὐτὴ ἡ πράξη ἀπὸ μέρους μας προϋποθέτει μεγάλη ψυχικὴ δύναμη καὶ ἀγάπη, ἀγάπη πρὸς ὅλους, ἀκόμη καὶ πρὸς τους ἐχθροὺς μας,  διότι ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅταν ἡ καρδιά τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀγάπη, τότε μόνο μπορεῖ νὰ βλέπη καθαρὰ καὶ νὰ τηρῆ τὶς θεῖες ἐντολές.
Τό αἰώνιο παράδειγμα συγχωρήσεως καὶ ἀγάπης εἶναι Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος πάνω στὸ σταυρὸ συγχωροῦσε τοὺς ὑπαιτίους τοῦ μαρτυρίου Του, δείχνοντάς τους ἀγάπη καὶ συμπόνια. Ἄπειρα ἐπίσης εἶναι καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι καλλιέργησαν τὴν συγχώρεση, κατορθώνοντας νὰ φτάσουν σὲ μεγάλα ὕψη ἀρετῆς.
Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ζητᾶ νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἀδελφούς μας, τὸ κάνει ὄχι γιὰ τὴ δικὴ Του ἱκανοποίηση, ἀλλὰ γιὰ τὴ δική μας καταξίωση, ἀφοῦ ἀγαπῶντας τοὺς ἐχθρούς μας ἀποκτοῦμε τὴν καλύτερη ἐμπειρία τῆς σχέσεώς μας μὲ τὸ Θεό. Τούτη τὴν ἀλήθεια ἐκφράζει ὁ  λόγος τοῦ Χριστοῦ: «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθροὺς ὑμῶν…ὅπως γένησθε υἱοί τοῦ Πατρὸς ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς», «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας…γιατὶ μόνον ἔτσι θὰ γίνεται παιδιὰ τοῦ Πατέρα μου ποὺ βρίσκεται στοὺς οὐρανοὺς».
Ἡ συγχώρεση,  πέρα ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ ὑπόσταση, ἔχει καὶ κάποια κοινωνικὴ διάσταση, τὴν ὁποῖα ὁ ἄνθρωπος τῆς πρακτικῆς ἐποχῆς μας πρέπει ἰδιαιτέρα νὰ προσέξη. Τά ἀνθρώπινα προβλήματα, εἴτε ἀτομικὰ εἶναι εἴτε κοινωνικὰ, δὲν λύνονται μὲ τό μῖσος καὶ τὴν ἐκδίκηση. Ἀντίθετα  πολλαπλασιάζονται, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ αὐξάνη ἡ κακία καὶ ἡ διχόνοια μεταξὺ τῶν ἀτόμων καὶ κατ’ ἐπέκταση μεταξὺ τῶν κοινωνιῶν. Χάνεται ἔτσι καθημερινὰ ἡ φυσικὴ ἁρμόνια στὶς σχέσεις μας καὶ ἐρχόμαστε σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ θεῖο θέλημα, ξεφεύγουμε ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ προορισμοῦ μας, ποὺ εἶναι ἡ θέωση, καὶ μοιραῖα ὁδηγούμαστε στὸν πόλεμο καὶ τὴν αὐτοκαταστροφή.
Γιὰ νὰ ἀποκτηθῆ ἡ ἀρετὴ τῆς συγχώρεσης χρειάζεται μεγάλος ἀγῶνας καὶ ἡρωϊσμὸς. Γιὰ νὰ μπόρεσης νὰ συγχώρησης τόν ἀδελφὸ σου, πρέπει πρῶτα νὰ νικήσης τὸν ἑαυτό σου, κι ἐδῶ ἀκριβῶς χρειάζεται ὁ ἀγῶνας. Ὅταν νικήσουμε τὰ πάθη, τὸ μῖσος, τὸν ἐγωϊσμὸ μας, τὴν ἐκδίκηση καὶ τήν ὑπερηφάνειὰ μας, τότε μόνο μποροῦμε νὰ συγχωροῦμε τόν κάθε ἕνα σὲ ὁτιδήποτε  κι ἂν μᾶς ἔφταιξε.
Ὁ ἄνθρωπος, πλασμένος «κατ’ εἰκόνα» τοῦ Δημιουργοῦ του, ἔρχεται στὸν κόσμο μὲ προορισμὸ καὶ δυνατότητα νὰ «ὁμοιωθῆ» μὲ τό Θεὸ. Μὲ τὴν ἀγάπη ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολή του καὶ κάνει αὐτὴ τὴ δυνατότητα πραγματικότητα, ἀφοῦ, σύμφωνα μὲ τήν ὑπέροχη διατύπωση τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶν». Ἂν ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ δρόμος γιὰ νὰ φθάση κανεὶς στὸν Θεό, ἡ συγχώρεση εἶναι τό πρῶτο βῆμα στὸν δρόμο τής ἀγάπης. Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι ἀνίκανος νὰ συγχωρῆ εἶναι ἀνίκανος καὶ νὰ ἀγαπᾶ.
Δὲν εἶναι ἀφέλεια νὰ συγχωρῆς, εἶναι προνόμιο, γιατὶ ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι κοινωνία ἀγάπης. Γιὰ τόν λόγο αὐτὸ ὁ Χριστὸς καλεῖ τούς μαθητές Του νὰ μὴν κρίνουν τούς ἄλλους, ἀλλὰ νὰ τούς συγχωροῦν, καὶ ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ ἐπεκτείνεται γενικὰ πρὸς ὅλους τούς ἀνθρώπους, διότι ὅταν ὁ πιστὸς ξεχωρίζει τούς συνανθρώπους του, κι ἄλλους ἀγαπᾶ ἐνῶ ἄλλους μισεῖ, δὲν ἔχει τέλεια ἀγάπη.
Στὴν πρώτη πρὸς Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου διαβάζουμε: «ὅταν μᾶς βρίζουν ἐμεῖς νὰ εὐχόμαστε  γι’ αὐτούς, ὅταν μᾶς καταδιώκουν νὰ δείχνουμε ἀνοχή, ὅταν μᾶς συκοφαντοῦν νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτοὺς, διότι αὐτὰ εἶναι βιώματα χριστιανικά». Ὅλα  αὐτὰ τά τήρησαν οἱ ἥρωες τῆς πίστεως μας, οἱ ἅγιοι, καὶ μᾶς προσκαλοῦν κι ἐμᾶς νὰ μιμηθοῦμε τό παράδειγμα τους βαδίζοντας τόν ἴδιο ἀνηφορικὸ δρόμο.
 Ἀγαπητοὶ ἀδελφοὶ, ὅσο βαθιὲς κι ἂν εἶναι οἱ πληγές μας, ἂς προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας σὲ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἔκαναν νὰ πονέσουμε. Ἔτσι μόνο θὰ ἔχουμε τό δικαίωμα νὰ ὀνομαζόμαστε χριστιανοί, φορεῖς καὶ συνεχιστές τῆς συγγνώμης, οἱ ρίζες τῆς ὁποίας βρίσκονται στὸν Γολγοθᾶ,  ποὺ εἶναι ποτισμένος μὲ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Εἴθε ὁ  Θεὸς νὰ συγχωρῆ καί τά δικά μας παραπτώματα. Ἀμήν.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου

Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, ο Κύριος μας παρουσιάζει ένα βασιλιά, ο οποίος θέλησε να λογαριαστεί με όλους τους χρεώστες του, ζητώντας να πάρει τα οφειλόμενα. Στη συνέχεια της παραβολής βλέπουμε το βασιλιά να δείχνει έλεος σε ένα δούλου που του όφειλε ένα μεγάλο ποσό, απαλλάσσοντάς τον από την οφειλή του. Ο ίδιος δούλος όμως συμπεριφέρεται σε ένα συνδούλο του με ένα εντελώς αντίθετο τρόπο, με ασπλαχνία, αφού τον οδήγησε στη φυλακή για ένα πολύ μικρότερο ποσό που του όφειλε, χωρίς να σκεφτεί ότι ο κύριος του τον απάλλαξε από το μεγάλο χρέος του.
 Η παραβολή αυτή είναι μία από τις «παραβολές της βασιλείας», μέσα από τις οποίες ο Χριστός φανερώνει διάφορες πτυχές και την έννοια της βασιλείας των ουρανών. Είναι γνωστή ως η παραβολή του κακού δούλου, όπου ως βασιλιάς νοειται ο ίδιος ο Θεός και ως δούλος ο κάθε άνθρωπος που οφείλει εξαιτίας των αμαρτιών του στο Θεό και ζητά την ευσπλαχνία και τη συγχώρησή Του. Ταυτόχρονα η συμπεριφορά του δούλου αυτού φέρνει ενώπιόν μας τις περιπτώσεις εκείνες που εμείς οι άνθρωποι, ενώ ζητούμε την άφεση των δικών μας αμαρτιών από το Θεό, εντούτοις  δεν συγχωρούμε το συνάνθρωπο - το σύνδουλό μας.
 Το μήνυμα του Κυρίου στο τέλος της παραβολής είναι σαφές: Δεν είναι δυνατό να ζητάμε συγχώρηση από το Θεό, όταν εμείς οι ίδιοι δεν δείχνουμε το έλεός μας στους συνανθρώπους μας. Μέσα από τους λίγους στίχους του Ευαγγελίου, μπορούμε να  κατανοήσουμε την απεριόριστη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, ο οποίος συγχωρεί με πολλή ευκολία τα πάντα. Φτάνει να του το ζητήσουμε με ειλικρινή μετάνοια.
 «Κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος» (Ματθ. ιη, 23). Φαίνεται μέσα από την παραβολή πως ο Θεός χρησιμοποιεί τη φράση «κακέ δουλέ». Θέλοντας με αυτό να κάνει κατανοητό σε εμάς, πόσο μεγάλη  αμαρτίας είναι η αχαριστία.  Ο Κύριος ζητά από εμάς, τους δούλους του,  απλόχερα και χωρίς κανένα δισταγμό να χαρίζουμε στους οφειλέτες-συνδούλους μας τα πνευματικά τους χρέη. Περιμένει από εμάς ο Κύριος είναι να έχουμε ευσπλαχνία και συγχωρητικότητα. Αυτά προϋποθέτουν τις μεγάλες αρετές της αγάπης, αλλά και της ταπείνωσης. Δια της ταπεινώσεως θα αναγνωρίσουμε τα δικά μας σφάλματα και έτσι πιο εύκολα θα συγχωρέσουμε και τα σφάλματα των συνανθρώπων μας.
 Πρότυπο αγάπης και ταπείνωσης ο ίδιος ο Χριστός. Ο ίδιος ο Λόγος του Θεού που ταπεινώθηκε για εμάς λαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση και που στη συνέχεια θυσιάστηκε για τα πλάσματά του πάνω στο Σταυρό ως άνθρωπος, ζητώντας την ίδια στιγμή από το Θεό Πατέρα να συγχωρέσει τους σταυρωτές του.
 Η μεγαλύτερη όμως αρετή είναι η αγάπη, καθώς ο ίδιος ο Θεός «αγάπη εστί». Όλα όσα δημιούργησε ο Θεός τα έκανε με μεγάλη αγάπη. Ζητά έτσι και από εμάς να έχουμε αγάπη προς όλη τη κτίση.
 Πολύ σημαντικό για την πνευματική μας οικοδομή είναι η αυτοκριτική. Όσο ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του, τόσο πολύ αναγνωρίζει πόσο αμαρτωλός είναι. Αναγνωρίζοντας λοιπόν ο άνθρωπος την αμαρτωλότητά του, πώς μπορεί να μην συγχωρέσει ένα όμοιό του αμαρτωλό συνάνθρωπο; Η άπειρη και μακρόθυμη ευσπλαχνία του Θεού Πατέρα μας ας είναι πάντα η κινητήριος δύναμη στην αποκατάσταση των σχέσεών μας με τους συνανθρώπους μας.