ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Κυριακή Ε' Λουκά: Ομιλία εις τον πλούσιον και τον εις τον Λάζαρον (Οσίου Αστερίου Επισκ. Αμασείας)

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας
Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, Κεφ. Ιστ. 19 – 31

Είπεν ο Κύριος: «άνθρωπος τις ήν πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον, ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. Πτωχός δέ τις ήν ονόματι Λάζαρος, ός εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος, και επιθυμών χορτασθήναι απο των ψιχίων των πιπτόντων απο της τραπέζης του πλουσίου, αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού. Εγένετο δέ αποθανείν τον πτωχόν, και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ. Απέθανε δέ και ο πλούσιος και ετάφη. Και εν τω άδη, επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ απο μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Και αυτός φωνήσας είπε, πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος, και καταψύξη την γλώσσάν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη. Είπε δέ Αβραάμ: τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες σύ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά. Νύν δέ ώδε παρακαλείται, σύ δέ οδυνάσαι. Και επι πάσι τούτοις, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μή δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. Είπε δέ: ερωτώ ούν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου’ έχω γάρ πέντε αδελφούς, όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μή και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου. Λέγει αυτώ Αβραάμ: έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών. Ο δέ είπεν: ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις απο νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Είπε δέ αυτώ: ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται.»


Απόδοση:

Είπε ο Κύριος, «Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές, και προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλειφαν τις πληγές. Κάποτε πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήγαν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του το Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: ‘‘πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτύλου του και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά’’. Ο Αβραάμ όμως του απάντησε: ‘‘παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα λοιπόν αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Κι εκτός απ’ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από ’δω σ’ εσάς να μην μπορούν• ούτε οι από ’κει μπορούν να περάσουν σ’ εμάς’’. Είπε πάλι ο πλούσιος: ‘‘τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν κι εκείνοι σ’ αυτόν εδώ τον τόπο των βασάνων’’. Ο Αβραάμ του λέει: ‘‘έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών• ας υπακούσουν σ’ αυτά’’. ‘‘Όχι, πατέρα μου Αβραάμ’’, του λέει εκείνος, ‘‘δεν αρκεί• αλλά αν κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν’’. Του λέει τότε ο Αβραάμ: ‘‘αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, ακόμη κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς, δεν πρόκειται να πεισθούν’’».

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)


Ομιλία του Οσίου πατρός ημών Αστερίου Επισκόπου Αμασείας, στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιον εις τον πλούσιον και εις τον Λάζαρον

Ο Θεός και Σωτήρ ημών εκπαιδεύει τους ανθρώπους όχι μόνον με αποφατικά και δογματικά θεσπίσματα, ώστε να μισούν την κακίαν και να αγαπούν την αρετήν, αλλά χρησιμοποιώντας και διαφωτιστικά υποδείγματα, παραδίδει με σαφήνεια τα μαθήματα της αγαθής βιοτής. Μας βοηθεί έτσι με έργα και με λόγους, να προαχθούμε στην κατάληψη της αγαθής και φιλοθέου ζωής. Πράγματι, αφού επανειλημμένως μας έχει παραγγείλει με το στόμα των Προφητών και των Ευαγγελιστών, αλλά και με την φωνήν την ιδικήν του, να αποστρεφώμεθα μεν τον υπερήφανον και υπεροπτικόν πλούτον, την δε φιλάνθρωπον διάθεση και την συνδυασμένην με την αρετήν πτωχεία να την αγαπούμε, έτσι και τώρα για να κάμει ακόμη πιο αξιόπιστον την συμβουλή για το καλόν, τεκμηριώνει τον λόγον με πρακτικά υποδείγματα, και με μίαν διήγηση περιγράφει τον πλούσιον και τον πτωχόν. Μας παρουσιάζει την αγάπη του ενός προς τις τιμές και τις απολαύσεις, σε συνδυασμό με την τεθλιμμένην ζωήν του άλλου, αλλά και την κατάληξη που είχε ο καθένας, για να ερευνήσωμε σε ποίον από τους δύο αυτούς αντιθέτους τρόπους ζωής υπάρχει η αλήθεια, και να γίνωμε συνετοί κριταί του εαυτού μας.

«Άνθρωπός τις ην πλούσιος και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον». Με την χρήση δύο συντόμων ονομάτων ο λόγος εμπαίζει και διακωμωδεί την πλαδαρά και άμετρον διάχυσιν όσων πλουτούν κακώς. Διότι της μεν πορφύρας το χρώμα είναι πολυδάπανον και εξεζητημένον, της δε βύσσου η χρήσις τουλάχιστον δεν είναι αναγκαία. Εκείνοι όμως που εχουν εκλέξει τον ορθόν και απερίεργον τρόπον ζωής, αρέσκονται και αγαπούν να χρησιμοποιούν μόνον τα αναγκαία, να αποφεύγουν δε τον συρφετόν της ματαίας κενοδοξίας, καθώς και την πολυδάπανον διαβίωσιν, ως μητέρα της κακίας. Και για να γνωρίσωμε σαφέστατα την δύναμη του λεγομένου, ας καθορισθεί πρώτα η χρήσις των ενδυμάτων, ποία είναι τα οριά της και ποίοι οι κανόνες τους οποίους ακολουθούν οι συνετοί. Τι λέγει λοιπόν ο νόμος του δικαίου; Ο Θεός εδημιούργησε το πρόβατον με πλουσίαν κόμη και πολύ μαλλί. Πάρτο αυτό, κόψτου το μαλλί και δώστο στην υφαντικήν τέχνη. Κατασκεύασε με αυτό χιτώνα και ιμάτιον, ώστε να αποφεύγεις την ταλαιπωρίαν του χειμώνος και την βλάβη από τον καύσωνα. Εάν πάλι χρειάζεσαι και ένα ελαφρότερον ένδυμα κατά την εποχήν του θέρους, ο Θεός έδωσε την χρήσιν του λινού για μεγαλυτέραν άνεσιν. Σου είναι πολύ εύκολον να αποκτήσεις από αυτό το υλικόν όμορφο κάλυμμα για το σώμα σου, το οποίον θα σε ενδύει, και συγχρόνως θα σε δροσίζει με την ελαφρότητά του. Και όταν θα τα απολαύσεις αυτά, απόδωσε στον Κτήστιν ευχαριστία για το ότι όχι μόνο μας εδημιούργησεν, αλλά και για την ασφάλεια της ζωής μας εφρόντισεν. Αν όμως αφήσεις το πρόβατον και το μαλλί του και τα άλλα αναγκαία παρασκευάσματα για τα οποία έχει προνοήσει ο δημιουργός των όλων, και παρεκκλίνοντας σε ανοήτους επιθυμίες επιζητείς την βύσσον και συνάγεις τα νήματα των περσικών σκωλήκων, υφαίνεις δε αέρινον ιστόν αράχνης, και ερχόμενος στον βαφέα του προσφέρεις μεγάλες αμοιβές για να θηρεύσει κοχλίες από την θάλασσα και να βάψει με το αίμα αυτού του ζώου το ενδυμά σου, αυτό είναι χαρακτηριστικόν ανθρώπου υπερβολικά φιλοκτήμονος, ο οποίος σπαταλά την περιουσίαν του, και δεν έχει πού να διαθέσει το περίσσευμά της. Και για τούτο ευλόγως αυτός ο άνθρωπος μαστιγώνεται από το Ευαγγέλιον κατηγορούμενος ως βλαξ και θηλυπρεπής, αφού καλλωπίζεται με στολισμούς αθλίων κορασίων…

Στην πορφύρα δε και την βύσσον προσέθεσε το oτι ετρυφούσε κάθε ημέρα λαμπρώς. Οπωσδήποτε και τα δύο αυτά φανερώνουν μίαν και την αυτήν εσωτερικήν διάθεση, ο άχρηστος δηλαδή και εξεζητημένος στολισμός των ενδυμάτων, και η ηδυπαθής υποδούλωσις στην γαστέρα και τον φάρυγγα.
Η τρυφή λοιπόν είναι πράγμα που αντίκειται στην φιλάρετο ζωήν, φανερώνει δε μαλθακότητα και σύγχυσιν, άμετρον απόλαυση και ήθος δουλοπρεπές. Και όταν μεν αυτό ακούγεται, φαίνεται ωσάν να είναι ένα και το αυτό πράγμα. Όταν όμως εξετάζεται κατά μέρος και προσδιορίζεται ακριβώς, βλέπουμε ότι συνίσταται από πολλήν και ποικίλην και πολυκέφαλον κακίαν. Διότι τρυφή ημπορεί να υπάρξει και χωρίς την παρουσία πολλών υλικών αγαθών. Είναι δε αδύνατον να συσσωρεύσει κανείς υλικόν πλούτο χωρίς να αμαρτήσει, εκτός εάν συμβεί μία σπανία περίπτωσις, να έχει κάποιος και πλούτον άφθονον και να τηρεί με ακρίβεια το δίκαιον, όπως ο Ιώβ. Αυτός λοιπόν που ζει με τρυφήν χρειάζεται πρώτον οικίαν πολυτελή, στολισμένην όπως οι νύμφες με ψηφίδες και λίθους και χρυσόν, με προσανατολισμό κατάλληλον, ανάλογο με τις εναλλαγές των εποχών του έτους. Διότι πρέπει τον χειμώνα να κατοικεί σε μέρος ευήλιον και στραμμένον προς τις ακτίνες του νότου, η θερινή του όμως κατοικία πρέπει να βλέπει προς βορράν ώστε να αερίζεται από λεπτές και συγχρόνως ψυχρές βορεινές αύρες. Εκτός τούτου χρειάζονται πολυτελή καλύμματα για να ενδύουν τα βάθρα, τις κλίνες, τα στρώματα, τις θύρες. Πράγματι, όλα όσα έχουν, και τα άψυχα, τα ενδύουν επιμελώς, ενώ την ίδια στιγμήν οι πτωχοί ενδύονται ελεεινώς. Πρόσθεσε επί πλέον σ’ αυτά και αναλογίσου τον άργυρο των σκευών, τον χρυσόν, την πολυδάπανον προμήθεια των φασιανών, τον οίνον από την Φοινίκη, ο οποίος ρέει άφθονος για τους πλουσίους και πανάκριβος, από τις αμπέλους της Τύρου. Και εκτός τούτων, όλην την προπαρασκευήν της απολαύσεως, την οποίαν μόνον όσοι την μεταχειρίζονται ημπορούν να κατονομάσουν επιμελώς. Αυξανομένη δε καθημερινώς η τρυφή επί το πολυπλοκώτερον, χρησιμοποιεί στα φαγητά αρώματα από την Ινδίαν, ούτως ώστε οι μυροπώλες υπηρετούν τους μαγείρους περισσότερον από ό,τι οι ιατροί. Εδώ βάλε στο νου σου το πλήθος που περικυκλώνει κάθε τραπέζι, τους τραπεζοποιούς, τους οινοχόους, τους ταμίες και όσους πληρώνονται από αυτούς, τους μουσικούς, τις μουσικές, τις χορεύτριες, τους αυλητάς, τους γελωτοποιούς, τους κόλακες, τους παρασίτους, όλον τον συρφετόν που ακολουθεί την ματαιότητα.

Για να αποκτηθούν όλα αυτά, πόσοι πτωχοί αδικούνται! Πόσοι ορφανοί γρονθοκοπούνται! Πόσες χήρες δακρύζουν! Πόσοι σπαράσσονται δεινώς και τρέχουν στην αγχόνη! Και η ψυχή αυτών των ανθρώπων ωσάν να εγεύθη κάποιο νερό της λήθης, λησμονεί ολοτελώς τον εαυτόν της, δηλαδή ποία είναι και με τι έχει συζευχθεί, και ότι κάποτε αυτή η συζυγία της θα λυθεί, και όταν αναδημιουργηθεί το σώμα θα συγκατοικήσει πάλι μαζί του. Όταν έλθει ο κατάλληλος καιρός, και το απαραίτητον πρόσταγμα το οποίον την αποσπά από την κοινωνία με το σώμα, τότε γίνεται απολογισμός όλης της ζωής και ανωφελής μετάνοια, κατόπιν εορτής. Διότι η μεταμέλεια οφελεί τότε, όταν εκείνος που αλλάζει γνώμην έχει εξουσίαν της διορθώσεως. Όταν όμως η διόρθωσις γίνει ακατόρθωτος, η λύπη είναι άχρηστος, και ματαία η μετάνοια.

«Πτωχός δε τις ην ονόματι Λάζαρος». Και συνεχίζοντας ο λόγος τον χαρακτηρίζει όχι απλώς πτωχόν, δηλ. εστερημένον από δαπάνες και από την κτήση των αναγκαίων, αλλά επί πλέον και κατεχόμενον από οδυνηράν ασθένειαν, και σωματικώς καταβεβλημένον, χωρίς οικία, χωρίς οικογένεια, χωρίς θεραπεία, πεσμένον στην πύλη του πλουσίου. Και πολύ επιμελώς διεκτραγωδεί στην συνέχεια της διηγήσεως τις συμφορές του πτωχού, για να στηλιτεύσει την σκληρότητα εκείνου που δεν τον ελεεί.
Διότι όποιος δεν υποφέρει καθόλου, ούτε συμπάσχει εμπρός στην λιμοκτονία και την ασθένειαν, είναι άλογον θηρίον το οποίον κακώς έχει λάβει μορφήν ανθρώπου, και με την προαίρεσή του διαψεύδει την φύση, ή μάλλον είναι και από τα ίδια τα θηρία πιο ασυμπαθής, αφού και οι χοίροι αισθάνονται κάποιαν λύπην όταν σφάζεται ένας χοίρος, και βλέποντας το θερμόν αίμα να ρέει, γρυλλίζουν μελαγχολικά. Και οι βόες περικυκλώνουν τον φονευόμενον ταύρον, εκδηλώνοντας τον πόνο τους με έναν μυκηθμό γεμάτον πάθος. Τα δε σμήνη των γερανών, όταν κάποια σύντροφός τους πίπτει στην παγίδα, πετούν γύρω από την κρατουμένην και γεμίζουν τον αέρα με μία θρηνητικήν κραυγή, ζητώντας την ομόφυλο και σύντροφό τους. Και ο άνθρωπος, το λογικόν και ήμερον ζώον, το οποίον έχει αποστολήν να ομοιωθεί με τον Θεόν προοδεύοντας στην αγαθότητα, φροντίζει τόσον ολίγον για τους συνανθρώπους του στις οδυνηρές περιστάσεις των συμφορών τους!

Εκείτετο λοιπόν ο πονεμένος αυτός και ευγνώμων πτωχός χωρίς πόδια, διότι αν είχε θα έφευγε από τον απεχθή εκείνον και υπερήφανον, θα άλλαζε τόπον αντί της ξενοκτόνου εκείνης πύλης που ήταν κλεισμένη για τους πτωχούς, στερημένος από χέρια, χωρίς να έχει καν παλάμη να απλώσει για ελεημοσύνην, με φραγμένα και αυτά τα όργανα της φωνής, παράγοντας μόνον έναν βραχνό και τραχύν ήχον από το στήθος, με ακρωτηριασμένα όλα τα μέλη του, απομεινάρια κακής ασθενείας, μελαγχολικόν δείγμα της ανθρωπίνης αδυναμίας. Αλλά όμως ούτε ο κατάλογος αυτός των συμφορών κατέστη δυνατόν να συγκινήσει εκείνον τον άκαμπτον, αλλά παρέβλεπε σαν κάποιον λίθο τον άνθρωπον, αμαρτάνοντας χωρίς πρόφαση. Διότι δεν ημπορούσε να προβάλει την κοινήν και πρόχειρον δικαιολογίαν ότι δεν εγνώριζα, δεν είχα πάρει είδηση, διέφευγε της προσοχής μου ότι ο πτωχός υποφέρει. Γιατί εκείνος εκείτετο εμπρός στην πύλη, θέαμα για τους εισερχομένους και τους εξερχομένους, για να καταστήσει αναπολόγητον τoν υπερήφανον εκείνον. Επιθυμούσε και τα ψιχία της τραπέζης, και ούτε αυτά ημπορούσε να απολαύσει, αλλά ενώ ο πλούσιος εκινδύνευε να διαρραγεί από την πλησμονήν, ο πτωχός έλιωνε από την πείνα. Είναι καλόν και δίκαιον να αναθέσωμε σε εκείνην την Χαναναίαν από την Φοινίκη να διδάξει τον μισάνθρωπον πλούσιον, λέγοντάς του εκείνα που έχουν γραφεί, δηλαδή: Ω, αχαρακτήριστε και υπερήφανε, «και τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Και συ δεν εθεώρησες άξιον αυτής της δωρεάς ούτε τον αδελφόν, τoν συνάνθρωπόν σου; Αλλά οι μεν κύνες ετρέφοντο επιμελώς, οι φύλακες ιδιαιτέρως, οι κυνηγοί του χωριστά, και υπό στέγην κατοικούσαν και κλίνην και υπηρέτες διέθεταν, ο καθένας από τους οποίους είχε την αποστολήν του. Η δε εικόνα αυτή του Θεού, είχε ριφθεί στο χώμα παρημελημένη και καταπατουμένη, αυτή που διεπλάσθη από τoν αριστοτέχνην και δημιουργόν των όλων με το ίδιο του το χέρι, όπως αξιοπίστως τεκμηριώνει ο Μωυσής στην Γένεση.

Και αν ετελείωνε μέχρις εδώ το διήγημα του Λαζάρου, και αυτή ήταν η φύσις των πραγμάτων, ώστε η ζωή μας να περιορίζεται στην ανωμαλίαν αυτού του κόσμου, θα άφηνα παραπονούμενος δυνατές φωνές, πως εμείς που δημιουργηθήκαμε ομότιμοι, διάγουμε τόσον άνισα μαζί με τους συνανθρώπους μας. Επειδή όμως πτωχέ μου αδελφέ, τα υπόλοιπα είναι ωραία να τα ακούσει κανείς, αφού πρώτα στενάξεις για τα προηγούμενα, ετοιμάσου να ευθυμήσεις, μαθαίνοντας την μακαρίαν απόλαυση του συμπτώχου σου. Διότι θα ακούσεις για το ακριβές δικαστήριον του δικαίου κριτού, στο οποίο στενάζει αυτός που έζησε μέσα στα πάθη και τις ηδονές, και τρυφά εκείνος που μοχθούσε. Ο καθένας τους αποκομίζει αυτά που του αξίζουν.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι υπό των αγγέλων εις τoν κόλπον του Αβραάμ». Βλέπεις τους διακονητάς του δικαίου και πτωχού, και τους υπηρέτες της μεταστάσεώς του; Άγγελοι ανέλαβαν να τον προστατεύουν, οι οποίοι βλέποντας προς αυτόν με προσήνεια και πραότητα, προεδήλωναν με το σχήμα τους την απόλαυση και την αίνεση που τον αναμένει. Διότι μετεφέρθη και ετοποθετήθη στις αγκάλες του πατριάρχου Αβραάμ, πράγμα που παρέχει αφορμήν απορίας σε όσους ερευνούν τα βάθη των Γραφών. Πράγματι, εάν όλοι οι δίκαιοι που φεύγουν από την ζωήν αυτήν, μετεφέροντο στoν ίδιον τόπον, η αγκάλη αυτή θα ήταν πολύ μεγάλη, η εκτασίς της θα ήταν άπειρος, εάν βεβαίως έμελλε να χωρέσει όλον το πλήθος των οσίων. Εάν όμως αυτό είναι εντελώς αδύνατον, διότι μια ανοικτή αγκάλη, δύσκολα περικλείει και έναν ακόμη άνθρωπο, το πολύ δε δύο βρέφη, τότε εδώ πρόκειται για κάποιαν θαυμαστήν θεωρίαν, η οποία δια μέσου της εικόνος της αισθητής αγκάλης, μας χειραγωγεί σε κάποια νοητήν πραγματικότητα. Τι εννοεί δηλαδή με αυτό; Ο Αβραάμ, λέγει, δέχεται όσους είχαν θεάρεστον τρόπον ζωής εδώ. Ειπέ μας, λοιπόν, ω θεσπέσιε Λουκά (σου απευθύνομαι σαν να είσαι παρών και να σε βλέπω), γιατί ενώ οι δίκαιοι είναι πολλοί και παλαιότεροι από τoν Αβραάμ, αυτήν την τιμήν την επεφύλαξε γι’ αυτόν που είναι μεταγενέστερος, αποσιωπώντας τoν Ενώχ, τoν Νώε, και όσους άλλους ηκολούθησαν τoν ίδιον τρόπον ζωής;

Αλλά σε αντιλαμβάνομαι νομίζω, και δεν απομακρύνει από το θέμα μας η εξήγηση που έχω στο νου μου. Επειδή δηλαδή ο Αβραάμ ήταν δούλος του Χριστού, και αυτός εδέχθη τις φανερώσεις του Χριστού περισσότερον από τους άλλους ανθρώπους, αλλά και το μυστήριον της Τριάδος διετυπώθη αρκετά φανερά στην σκηνή τούτου του γέροντος, τότε που εφιλοξένησε τους τρείς αγγέλους ως άνδρες οδοιπόρους. Και γενικώς από πολλά μυστικά αινίγματα, αυτός ο άνθρωπος έγινε οικείος του Θεού, ο οποίος μετά από χρόνια εφόρεσε την σάρκα, και δια μέσου του ανθρωπίνου τούτου παραπετάσματος ομίλησε φανερά στους ανθρώπους. Γι’ αυτό λέγει ότι ο κόλπος, η αγκάλη του, είναι ωσάν γαλήνιος λιμένας και ακύμαντον αναπαυτήριον των δικαίων. Διότι η σωτηρία όλων μας και η ελπίς και η προσδοκία του μέλλοντος αιώνος είναι ο Χριστός, ο οποίος ως γνωστόν εβλάστησεν ανθρωπίνως από την σάρκα του Αβραάμ. Και μου φαίνεται ότι η τιμή που αποδίδει ο λόγος προς τoν γέροντα, έχει αναφοράν στoν Σωτήρα, ο οποίος είναι και κριτής και μισθαποδότης της αρετής, και προσκαλεί τους δικαίους με την ευγενικήν φωνή του λέγοντας: «Δεύτε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν».

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν». Είναι διπλή η έννοια της πτωχείας του Λαζάρου. Δηλώνει αφ’ ενός μεν την έλλειψη των αναγκαίων, αφ’ ετέρου δε την μετριοφροσύνην και την ταπεινότητα του ήθους. Μην οικειοποιείται λοιπόν τον έπαινον της αρετής εκείνος που είναι άπορος από υλικά αγαθά, και πτωχός σε χρήματα, ούτε να νομίζει ότι θα του αρκέσει η πτωχεία για να σωθεί. Διότι δεν επαινείται ο κατ’ ανάγκην πτωχός, αλλά θαυμάζεται εκείνος που έχει και εσωτερικήν μετριοφροσύνην. Επειδή σε αυτούς που απλώς είναι άποροι, έχουν όμως διαγωγήν ακαλλιέργητον και δεν αγωνίζονται για την αρετήν, η αναγκαστική ακτημοσύνη τους γίνεται εφόδιον πολλών και πονηρών τολμημάτων. Και μάλιστα εγώ, όποτε έχω παρευρεθεί σε επίσημο δικαστήριον, είδα ότι όλοι οι κλέπτες και οι σωματέμποροι, οι λωποδύτες και αυτοί οι δολοφόνοι, είναι πτωχοί, χωρίς οικία και οικογένεια. Ως εκ τούτου είναι ολοφάνερον ότι η Γραφή εδώ μακαρίζει τον πτωχόν εκείνον ο οποίος υπομένει τους μόχθους με ψυχήν φιλόσοφον, καρτερεί δε με γενναιότητα τις διάφορες περιστάσεις της ζωής, και δεν καταφεύγει σε καμμίαν κακουργία για να χαρίσει στην σάρκα την απόλαυση της τρυφής. Αυτόν εννοεί σαφώς ο Κύριος στον πρώτον μακαρισμόν, όταν λέγει «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι». Ούτε λοιπόν κάθε πτωχός είναι δίκαιος, αλλά εκείνος που είναι σαν τον Λάζαρον, ούτε κάθε πλούσιος είναι καταδικασμένος, αλλά αυτός που ζεί με προαίρεσιν ομοίαν με εκείνην που είχεν ο σύγχρονος του Λαζάρου.

Και ολοφάνεροι μάρτυρες τούτου είναι όσοι είχαν την εμπειρίαν αυτή στην ζωή τους. Πράγματι, ποίος ήταν πλουσιώτερος από τον Ιώβ; Αλλά όμως η περισσή ευπορία ούτε απεξένωσε τον άνδρα αυτόν από την δικαιοσύνην, ούτε, με έναν λόγον, τον εξώρισεν από την αρετήν. Ποίος ήταν πτωχότερος από τον Ισκαριώτη; Και όμως δεν τον οφέλησε καθόλου η πτωχεία στην σωτηρία του, αλλά μολονότι συνανεστρέφετο με τους ένδεκα πτωχούς φιλοσόφους και μάλιστα με τον ίδιον τον Κύριον, ο οποίος επτώχευσεν αυτοπροαιρέτως, παρεξετράπη από την κακήν του προαίρεση στη φιλαργυρία και από αυτήν εραδιούργησε και την προδοσίαν.

Αξίζει όμως να εξετάσωμε συνετώς και την εκφορά που έγινε στον καθένα τους όταν απέθαναν. Ο μεν πτωχός λοιπόν όταν εκοιμήθη είχεν αγγέλους να τον προστατεύουν και να τον υπηρετούν, οι οποίοι τον οδηγούσαν με καλές ελπίδες στον τόπον της αναπαύσεως. «Ο δε πλούσιος αποθανών», λέγει, «ετάφη». Με κανένα καταλληλότερον τρόπον δεν θα ημπορούσε η Γραφή να περιγράψει, και μάλιστα μονολεκτικώς, την άδοξο κατάληξη του πλουσίου. Διότι όταν ο αμαρτωλός αποθνήσκει, όντως θάπτεται, επειδή είναι χοϊκός κατά το σώμα, γήινος δε και κατά την ψυχήν, αφού με την συμπάθεια προς την σάρκα, έχει υποβιβάσει την φυσικήν υπεροχή της ψυχής προς τα υλικά, και δεν αφήνει καμμίαν αγαθήν ανάμνηση της ζωής του, αλλά καλύπτεται από άδοξο λήθη, και έχει το ίδιο τέλος με τα βοσκήματα. Διότι όπως ο τάφος δέχεται το σώμα, έτσι και ο άδης την ψυχή: δύο σκοτεινά δεσμωτήρια που μοιράζονται του πονηρού ζώου την τιμωρίαν. Και ποίος δεν θα κατηγορούσε τον άθλιον για την απερισκεψία του; Όσον ευρίσκετο επάνω από το χώμα, εκαυχάτο, υπερηφανεύετο, περιφρονούσε όλους τους οικείους και συνανθρώπους του, και θεωρούσε σχεδόν σαν μύρμηκες και σκώληκες όποιους συναντούσε, έτοιμος να διαρραγεί από την κενοδοξίαν. Όταν όμως απεσπάσθη από την ζωήν αυτή, και εστερήθη σαν μαστιγωμένος δούλος από εκείνα που δεν του ανήκαν, των οποίων από μωρίαν ενόμιζε πως είναι κύριος, τότε κρημνίζεται στην αντίρροπο της υπερηφανείας ταπεινότητα, και εκφωνώντας γραώδεις οδυρμούς επικαλείται διαρκώς και ανωφελώς τον Πατριάρχην, λέγοντας: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψει το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξει την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη», ζητώντας έλεος, το οποίον δεν έδωσε τότε που είχε πρόχειρον την εξουσία να ευεργετεί. Και είχε την αξίωση να έλθει βοηθός του κατά του πυρός ο Λάζαρος, επιθυμώντας να απομυζήση τον δάκτυλο του λεπρού, δροσισμένον με λίγο νερό. Αυτές είναι οι απερισκεψίες των φιλοσωμάτων, αυτό είναι το τέλος των φιλοπλούτων.

Οφείλει λοιπόν όποιος είναι συνετός και ανησυχεί για το μέλλον, να αποφύγει την πείραν των ομοίων κακών, θεωρώντας την παραβολήν, ως φάρμακον που μας προφυλάσσει από την ασθένεια, και να ασκήσει την συμπάθεια και την φιλανθρωπίαν ως αιτίαν της μελλούσης ζωής. Διότι ο λόγος μας εξέθεσε δραματικώς την νουθεσίαν, αναφερόμενος σε ορισμένα πρόσωπα, ώστε να διδαχθούμε εμψύχως, με ζωντανά υποδείγματα, τον νόμον της αγαθής βιοτής και ποτέ να μη καταφρονήσωμε τα παραγγέλματα της Γραφής, ωσάν να εκφοβίζουν δήθεν μόνον λεκτικώς, χωρίς να προάγουν την απειλήν σε τιμωρία. Γνωρίζω πράγματι, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δελεάζονται από παρόμοιες υποψίες, και χαρίζουν στον εαυτόν τους ανεμπόδιστον την εξουσία του να αμαρτάνουν. Αλλά από ό,τι είδαμε εδώ, η Γραφή διδάσκει ότι καμμία συγγνώμη δεν ημπορεί να ελαφρύνει εκείνην την κόλασιν, ούτε εκείνη η φιλανθρωπία ελαττώνει την ορισμένην τιμωρίαν, εάν μάλιστα πρέπει να τεκμηριώσωμε τον λόγον από αυτά που είπεν ο Πατριάρχης.

Διότι αν και τόσο πολλές ικεσίες και μύριες ελεεινές φωνές ήκουσε από τον πλούσιον, ούτε από τους οδυρμούς του εκάμφθη, ούτε τον εξέβαλε από την οδύνην, εκείνον που πικρώς εμαστίζετο, αλλά με αυστηρόν φρόνημα επεκύρωσε την δικαίαν κρίσιν, λέγοντας ότι ο Θεός ετοποθέτησε τον καθένα εκεί που του άξιζε. Και σε σένα μεν, ο οποίος απελάμβανες την ζωήν σου εις βάρος των ξένων συμφορών, ορίσθησαν αυτά τα βασανιστήρια ως καταδίκη για τα πλημελήματά σου. Σε εκείνον δε, ο οποίος εμόχθησε εκεί και κατεπιέσθη, και εγεύθη την πικρία σε όλην την ένσαρκο ζωήν του, απενεμήθη εδώ γλυκεία και ευφρόσυνος κατάστασις. Όμως εκτός αυτού, υπάρχει και χάσμα μέγα, το οποίον τους εμποδίζει να έλθουν σε επαφή μεταξύ τους, και χωρίζει τους τιμωρούμενους από τους τιμώμενους, για να διάγουν ξεχωριστά, έχοντας καθαράν την απόλαυση των αγαθών και των κακών.

Πιστεύω δε ότι η αισθητή παραβολή, αποτελεί υπαινιγμό νοητής θεωρίας. Δεν πρέπει δηλαδή να εννοήσωμε κάποιαν τάφρο την οποίαν έχουν ανοίξει οι άγγελοι, όπως γίνονται τα χαρακώματα μεταξύ των εχθρικών στρατοπέδων, αλλά ο Λουκάς έθεσε την εικόνα του χάσματος για να τονίσει την σαφή διάκριση, το ότι δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ αυτών που έζησαν ενάρετα και των άλλων. Επισφραγίζει δε αυτήν την εξήγησή μας και ο Ησαίας λέγοντας «Μη ουκ ισχύει η χείρ Κυρίου του σώσαι, ή εβάρυνε το ους αυτού του μη ακούσαι; Αλλά τα αμαρτήματα υμών, διϊστώσιν ανά μέσον υμών και ανά μέσον του Θεού».


(4ος αιών, ΒΕΠΕΣ τόμ. 71, σελ. 237 - Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 337 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
 Κυριακή Ε Λουκά. Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος


Κείμενο Εὐαγγελίου (Λουκά ιστ´ 19-31).
Εἶπεν ὁ Κύριος· ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καί ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καί βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. Πτωχός δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὅς ἐβέβλητο πρός τόν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καί ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπό τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπό τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλά καί οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τά ἕλκη αὐτοῦ. Ἐγένετο δέ ἀποθανεῖν τόν πτωχόν καί ἀπενεχθῆναι αὐτόν ὑπό τῶν ἀγγέλων εἰς τόν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δέ καί ὁ πλούσιος καί ἐτάφη. Καί ἐν τῷ ἅδῃ ἐπάρας τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τόν Ἀβραάμ ἀπό μακρόθεν καί Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Καί αὐτός φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καί πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τό ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καί καταψύξῃ τήν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ. Εἶπε δέ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καί Λάζαρος ὁμοίως τά κακά· νῦν δέ ὧδε παρακαλεῖται, σύ δέ ὀδυνᾶσαι. Καί ἐπί πᾶσι τούτοις μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρός ὑμᾶς μή δύνωνται, μηδέ οἱ ἐκεῖθεν πρός ἡμᾶς διαπερῶσιν. Εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτόν εἰς τόν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γάρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μή καί αὐτοί ἔλθωσιν εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καί τούς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δέ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπό νεκρῶν πορευθῇ πρός αὐτούς, μετανοήσουσιν. Εἶπε δέ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καί τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδέ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.


Μετάφραση Εὐαγγελίου (Λουκά ιστ´ 19-31).
Εἶπε ὁ Κύριος· «Κάποτε ὑπῆρχε ἕνας πλούσιος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐφοροῦσε πορφύραν καί λινά ἐνδύματα καί ἐζοῦσε καθημερινῶς μέσα σέ μεγάλην πολυτέλειαν. Κοντά εἰς τήν πύλην του ἦτο ξαπλωμένος ἕνας πτωχός, ὀνομαζόμενος Λάζαρος, γεμᾶτος πληγές, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε νά χορτάση ἀπό τά ψίχουλα πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Ἀκόμη καί τά σκυλιά ἐσυνείθιζαν νά ἔρχωνται καί νά γλύφουν τίς πληγές του. Συνέβη δέ νά πεθάνη ὁ πτωχός καί νά φερθῆ ἀπό τούς ἀγγέλους εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ. Ἐπέθανε δέ καί ὁ πλούσιος καί ἐτάφη. Εἰς τόν ἅδην, ὅπου ἐβασανίζετο, ἐσήκωσε τά μάτια του καί βλέπει ἀπό μακρυά τόν Ἀβραάμ καί τόν Λάζαρον εἰς τούς κόλπους του. Καί ἐφώναξε καί εἶπε, «Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησέ με καί στεῖλε τόν Λάζαρον νά βουτήξη τήν ἄκρη τοῦ δακτύλου του σέ νερό καί νά δροσίση τήν γλῶσσά μου, διότι ὑποφέρω μέσα σ᾿ αὐτήν τήν φλόγα». Ἀλλ᾿ ὁ Ἀβραάμ εἶπε, «Παιδί μου, θυμήσου ὅτι σύ ἀπήλαυσες τά ἀγαθά σου εἰς τήν ζωήν σου ὅπως καί ὁ Λάζαρος τά κακά· τώρα ὅμως αὐτός ἐδῶ παρηγορεῖται καί σύ ὑποφέρεις. Καί ἐκτός ἀπό ὅλα αὐτά ὑπάρχει μεταξύ μας ἕνα μεγάλο χάσμα ὥστε νά μή μποροῦν νά περάσουν ἐκεῖνοι πού θέλουν νά διαβοῦν ἀπ᾿ ἐδῶ σ᾿ ἐσᾶς, οὔτε οἱ ἀπ᾿ ἐκεῖ σ᾿ ἐμᾶς». Τότε εἶπε, «Σέ παρακαλῶ λοιπόν, πατέρα, νά τόν στείλης στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, διότι ἔχω πέντε ἀδελφούς, νά τούς νουθετήση, διά νά μή ἔλθουν καί αὐτοί εἰς τόν τόπον αὐτόν τῶν βασάνων». Λέγει εἰς αὐτόν ὁ Ἀβραάμ, «Ἔχουν τόν Μωϋσῆν καί τούς προφήτας, ἄς τούς ἀκούσουν». Αὐτός δέ εἶπε, «Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν κάποιος ἀπό τούς νεκρούς πάη σ᾿ αὐτούς, θά μετανοήσουν». Ἀλλ᾿ ὁ Ἀβραάμ τοῦ ἀπάντησε, «Ἐάν δέν ἀκοῦνε τόν Μωϋσῆν καί τούς προφήτας, δέν θά πεισθοῦν καί ἄν ἀκόμη ἀναστηθῆ κάποιος ἀπό τούς νεκρούς».


Πατερικές Ἑρμηνευτικές σκέψεις
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (ΜΙGΝΕ  Ρ. G. τ. 48, στ. 970-982).
Ηταν κάποτε ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος· φοροῦσε πορφύρα καί μεταξωτά ἐνδύματα κι ἔκανε γλέντια λαμπρά. Ἦταν κι ἕνας φτωχός πού τόν ἔλεγαν Λάζαρο. Αὐτός καθόταν στήν πόρτα τοῦ πλουσίου γεμᾶτος πληγές κι ἤθελε νά χορτάση ἀπό τά ψίχουλα, πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι του. Τά σκυλιά ἔρχονταν κι ἔγλυφαν τίς πληγές του». Γιά ποιό λόγο μιλοῦσε ὁ Κύριος μέ παραβολές καί γιατί ἄλλες παραβολές τίς ἐξηγοῦσε κι ἄλλες ὄχι καί τί εἶναι ἡ παραβολή καί τά παρόμοια, θά τά ἐξετάσουμε σέ ἄλλη περίσταση, γιά νά μήν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό ὅ,τι μᾶς ἀπασχολεῖ τώρα. Αὐτό μόνο θά σᾶς πῶ· ποιός ἀπό τούς Εὐαγγελιστές μᾶς λέει ὅτι ὁ Χριστός διηγήθηκε αὐτή τήν παραβολή. Εἶναι λοιπόν ὁ Λουκᾶς μόνο. Εἶναι ἀνάγκη νά τό γνωρίζουμε κι αὐτό· ἀπό ὅσα εἶπε ὁ Χριστός ἄλλα τά διηγήθηκαν κι οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές καί καθένας χωριστά διηγήθηκε ὅ,τι ἄκουσε ἰδιαιτέρως. Γιά ποιό λόγο; Γιά νά γίνη ἀπαραίτητη ἡ ἀγνάγνωση καί τῶν ἄλλων Εὐαγγελιστῶν καί νά παρουσιαστῆ ἡ ἐξαίρετη συμφωνία μεταξύ τους. Ἄν μᾶς τά εἶχαν ἐξηγήσει ὅλοι τους ὅλα, δέ θά προσέχαμε σ᾿ ὅλους μέ τήν ἴδια προθυμία· θά ἔφτανε ὁ ἕνας νά μᾶς τά διδάξη ὅλα. Ἄν πάλι τά ἔλεγε ὁ καθένας διαφορετικά, δέ θά παρουσιαζόταν ἡ ἐξαίρετη συμφωνία. Γι᾿ αὐτό καί πολλά τά ἔγραψαν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές καί πάλι ὁ καθένας χωριστά ἔγραψε κι ἄλλα.
Ὁ Χριστός, λοιπόν, μέ τήν παραβολή αὐτή μᾶς λέει τό ἑξῆς· Ἦταν κάποιος πλούσιος καί ζοῦσε μέσα σέ πολλή κακία. Δέ δοκίμαζε καμιά συμφορά καί τ᾿ ἀγαθά του κυλοῦσαν σάν ἀπό πηγές. Τό ὅτι δέν τοῦ συνέβαινε τίποτε δυσάρεστο, οὔτε καμμιά λύπη, οὔτε καμιά δυσκολία, τό ἐξυπονοεῖ ἡ φράση «διασκέδαζε καθημερινά». Τό ὅτι ζοῦσε μέσα σέ κακία φαίνεται ἀπό τό τέλος πού τοῦ ἔτυχε καί πρίν ἀπό τό τέλος, ἀπό τήν περιφρόνηση πού ἔδειχνε στό φτωχό. Ὅτι δέν ἐλεοῦσε ὄχι ἐκεῖνον μονάχα πού βρισκόταν κάθε μέρα στήν πόρτα του, ἀλλά οὔτε ἄλλον κανένα, τό ἔδειξε αὐτός ὁ ἴδιος. Γιατί δέν ἦταν ὁ φτωχός πεσμένος σέ κάποιο σταυροδρόμι οὔτε σ᾿ ἀπόκρυφο τόπο, ἀλλά σέ μέρος τέτοιο, πού ἀδιάκοπα περνοῦσε ὁ πλούσιος κι ἦταν ὑποχρεωμένος νά τόν βλέπη. Ἄν λοιπόν δέν ἐλέησε αὐτόν πού ἦταν ριγμένος ἀδιάκοπα στίς πόρτες του καί μπροστά στά μάτια του πεσμένος, πού καθημερινά μιά καί δυό καί περισσότερες φορές ἦταν ἀναγκασμένος, μπαίνοντας καί βγαίνοντας, νά τόν βλέπη, ἄν δέν ἐλέησε αὐτόν πού ἦταν σέ τέτοια θλιβερή κατάσταση καί μέ σύντροφο μιά τόση φτώχεια καί πού βασανιζόταν ἀπό τήν φοβερή ἀρρώστια μιά ὁλόκληρη ζωή, ποιός ἀπό ὅσους ἄλλους τόν παρακαλοῦσαν θά μποροῦσε ποτέ νά τοῦ λυγίση τήν καρδιά; Γιατί ἄν τόν προσπέρασε τήν πρώτη μέρα, τή δεύτερη ἦταν φυσικό κάτι ν᾿ ἀντιληφθῆ. Κι ἄν δέν τόν πρόσεξε καί τότε, τήν τρίτη τοὐλάχιστο ἤ τήν τέταρτη ἤ τήν παράλλη, ἔπρεπε νά λυγίση ἐπί τέλους, ἀκόμα κι ἄν ἦταν ἀγριώτερος ἀπό τά θηρία...
Πρώτη λοιπόν κακία εἶναι αὐτή ἡ σκληρότητα καί ἡ ἄφθαστη ἀπανθρωπιά του. Δέν εἶναι τό ἴδιο νά εἶσαι φτωχός καί νά μή βοηθᾶς ὅσους βρίσκονται σέ ἀνάγκη μέ τό νά ἀδιαφορῆς γι᾿ αὐτούς πού λιώνουν ἀπό τήν πεῖνα, ἐνῶ σύ ἀπολαμβάνεις τέτοια καλοπέραση. Καί πάλι, δέν εἶναι τό ἴδιο νά δῆς μιά καί δυό φορές ἕνα φτωχό καί νά προσπεράσης μέ τό νά τόν βλέπης καθημερινά καί νά μή συγκινηθῆ ἡ ψυχή σου ἀπό εὐσπλαχνία καί φιλανθρωπία, παρ᾿ ὅλο πού ἀδιάκοπα εἶναι μπροστά σου. Ἀκόμα δέν εἶναι ἴδιο νά βρίσκεσαι σέ συμφορές καί λύπες καί στενοχώριες καί νά μήν βοηθᾶς τό διπλανό σου μέ τό νά ἀδιαφορῆς γιά τούς ἄλλους πού λιώνουν ἀπ’ τήν πεῖνα, ἐνῶ ἐσύ ζῆς σέ εὐφροσύνη καί διαρκῆ εὐτυχία, καί νά κλείνης τήν καρδιά σου χωρίς ἡ χαρά σου νά σέ κάνη πιό φιλάνθρωπο. Τό γνωρίζετε ὅλοι αὐτό· κι ἄν ἀκόμα εἴμαστε ἀπ᾿ ὅλους ἀγριώτεροι, εἶναι στή φύση μας νά μᾶς κάνη ἡ εὐτυχία πιό ἤμερους καί πιό καλούς. Αὐτόν ὅμως οὔτε ἡ εὐτυχία του δέν τόν ἔκανε καλύτερο· ἔμεινε ἀποθηριωμένος καί μέ τήν συμπεριφορά του ἔδειξε ὅτι ἔκρυβε μέσα του σκληρότητα καί ἀπανθρωπιά περισσότερο ἀπό κάθε θηρίο. Κι ὅμως, αὐτός πού ζοῦσε μέσα στήν κακία καί στήν ἀπανθρωπιά δοκίμαζε κάθε εὐτυχία, ἐνῶ ὁ δίκαιος, ὁ κυνηγός τῆς ἀρετῆς, ζοῦσε στό βυθό τῆς δυστυχίας. Ὅτι ὁ Λάζαρος ἦταν δίκαιος τό φανέρωσε τό τέλος του καί πρίν ἀπό τό τέλος ἡ ὑπομονή μέσα στή φτώχεια του. Δέ σᾶς φαίνεται ἄραγε πώς βλέπετε μπροστά σας αὐτά τά πράγματα; Κατάμεστο τό πλοῖο τοῦ πλουσίου ἀπό ἐμπορεύματα καί ταξίδευε μέ οὔριο ἄνεμο. Μή θαυμάσετε· τραβοῦσε ὁλοταχῶς γιά τό ναυάγιο, ἐπειδή δέ θέλησε νά διαθέση τό ἐμπόρευμά του μέ φόβο Θεοῦ. Νά σᾶς ἀναφέρω καί δεύτερη κακία; Ἡ καθημερινή ξένοιαστη ἀπόλαυση. Κι αὐτή εἶναι ἄκρα κακία. ῎Οχι τώρα πού ἐπιδιώκουμε τόση πνευματικότητα, ἀλλά καί παλιότερα, στήν Παλαιά Διαθήκη, τότε πού οἱ ἀπαιτήσεις ἦταν μικρότερες... Ὁ πλούσιος, λοιπόν, ζοῦσε μέσα σέ τόση κακία, μέσα σέ καθημερινή τρυφή καί ντυνόταν μέ πολυτέλεια ἀνάβοντας περισσότερο τήν κόλαση γιά τόν ἑαυτό του, ἀνάβοντας περισσότερο τή φωτιά, κάνοντας τήν καταδίκη του ἀπαρηγόρητη καί τήν τιμωρία του ἀσυγχώρητη. Κι ὁ φτωχός; Ριγμένος στήν ἐξώπορτα τοῦ πλουσίου οὔτε ἀπελπίστηκε, οὔτε βλαστήμησε, οὔτε ἀγανάκτησε. ...Ἀπό ποῦ εἶναι αὐτό φανερό; Ἀπό τό ὅτι τόν πῆραν οἱ ἄγγελοι καί τόν ἀποκατάστησαν στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ. Δέ θά τοῦ γινόταν τέτοια τιμή, ἄν ἦταν βλάσφημος...
Ἄς ἐπιδιώξουμε τήν ἀρετή καί τή χαρά πού δίνουν τά πνευματικά κατορθώματα, ζηλεύοντας τό Λάζαρο, πλούσιοι καί φτωχοί. Αὐτός δέν κατώρθωσε μόνο ἕναν καί δυό καί τρεῖς ἄθλους τῆς ἀρετῆς, ἀλλά πολύ περισσότερους, τή φτώχεια, τήν ἀρρώστεια, τήν ἀπουσία προστάτη, ὅτι ὑπέφερε σέ σπίτι πού μποροῦσε νά τοῦ σβήση ὅλα ἐκεῖνα τά δεινά του κι ὅμως δέν ἀξιώθηκε οὔτε ἕνα λόγο παρηγοριᾶς, ὅτι ἔβλεπε νά δοκιμάζη τόση ἀπόλαυση αὐτός πού τόν περιφρονοῦσε κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά νά ζῆ μέσα στήν κακία καί κανένα κακό νά μήν παθαίνη. Δέν εἶχε κι ἄλλο Λάζαρο νά δῆ (σάν τόν ἑαυτό του), δέν μποροῦσε νά ὑψωθῆ σέ σκέψεις γιά τήν ἀνάσταση, εἶχε τήν κακή ὑπόληψη πού ἀπό τίς συμφορές του σχημάτιζαν γι᾿ αὐτόν οἱ πολλοί, σά νά μήν τόν ἔφταναν τά πάθη του, ἀκόμα δέν ἔβλεπε τόν ἑαυτό του δύο καί τρεῖς μέρες, ἀλλά ὁλόκληρη τή ζωή του σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση καί τόν πλούσιο στήν ἀντίθετη. Τί, λοιπόν, θά ἀπολογηθοῦμε ἐμεῖς, ὅταν ἐκεῖνος βαστοῦσε μέ τόση γενναιότητα ὅλα μαζί τά δεινά κι ἐμεῖς δέν ἀντέχουμε οὔτε τά μισά; Δέν μπορεῖτε, δέν μπορεῖτε νά παρουσιάσετε οὔτε ν᾿ ἀναφέρετε κάποιον ἄλλον μέ τόσες καί τέτοιες συμφορές. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς τόν παρουσίασε μπροστά μας ὁ Χριστός· σέ ὅσο βάθος συμφορᾶς κι ἄν πέσουμε, βλέποντας σ᾿ αὐτόν (τό Λάζαρο) τό ἀμέτρητο πλῆθος τῶν θλίψεων, ν᾿ ἀντλήσουμε παρηγοριά καί στήριγμα ἀπό τή σοφία ἐκείνου καί τήν ὑπομονή. Εἶναι κοινός δάσκαλος τῆς οἰκουμένης γιά ὅσους ὑποφέρουν ὁποιοδήποτε κακό, δίνει σ᾿ ὅλους τήν εὐκαιρία νά τόν βλέπουν καί ὑπερβάλλει ὅλους μέ τό πλῆθος τῶν δεινῶν του.
 Κυριακή Α’ Λουκά ε΄ 1-11 : Η μεγάλη ψαριά (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)
Λουκά ε΄ 1-11
Δοτήρας κάθε αγαθού είναι ο Κύριος. Κι όλα τα δώρα του Θεού είναι τέλεια. Έχουν τέτοια τελειότητα, που κάνουν τους ανθρώπους να θαυμάζουν. Το θαύμα δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά ένα δώρο του Θεού, αξιοθαύμαστο. Οι άνθρωποι θαυμάζουν τα δώρα του Θεού, λόγω της τελειότητάς τους.
Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το
θαύμα!» Θα το έλεγαν αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους. Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα. Για να μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν εντελώς, ο Θεός με την ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.
Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους ανθρώπους πρώτο, πως παρακολουθεί τον κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του· δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα. Κάθε ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει καλό από μόνη της ή να προσφέρει έστω κι ένα κόκκο σινάπεως. Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το έλεος του Θεού που, έστω για μια φορά, δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του. Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει τη μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α' Τιμ. β' 4).
Υποταγμένος από συνήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος πιστεύει μερικές φορές πως μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αντίθετα στον ίδιο και στο Νόμο Του. Νομίζει ο υποταγμένος άνθρωπος πως μπορεί να γίνει καλός
ή πλούσιος ή σοφός ή διάσημος μόνο με τις δικές του προσπάθειες. Αυτή η υποταγή του όμως πολύ σύντομα είτε τον οδηγεί στην απόγνωση, δίνοντάς του έτσι τη σοφία για να επιστρέψει με επίγνωση στο Θεό, είτε τον απομακρύνει, κυριευμένο από την αφόρητη αγωνία του κόσμου, ωσότου χάσει εντελώς την ανθρώπινη αξία του ή παραδοθεί κυριολεκτικά σα σκιά στα χέρια των αόρατων πονηρών δυνάμεων.
Εκείνος, αντίθετα, που πιστεύει πως ο κόσμος αυτός είναι ένα από τα θαύματα του Θεού, όπως κι ο ίδιος, ερευνά πάντα τους τρόπους της θείας πρόνοιας, παρατηρώντας με δέος την άπειρη σειρά των θαυμάτων. Τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όπως ο απόστολος Παύλος: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώ επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν· ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ’ ο αυξάνων Θεός» (Α' Κορ. γ' 6-7). Κάποια ανάλογη σκέψη εκφράζεται με μια παροιμία που υπάρχει σε πολλούς λαούς: «Ο άνθρωπος προτείνει, μα ο Θεός ρυθμίζει».
Ο άνθρωπος προτείνει σχέδια, ο Θεός τ’ αποδέχεται ή τ’ απορρίπτει. Ο άνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια και πράττει έργα· ο Θεός είτε τα υιοθετεί είτε όχι. Τί υιοθετεί ο Θεός; Αυτά που είναι δικά Του, που προέρχονται από Εκείνον. Ό,τι δεν είναι δικό Του, δεν προέρχεται από Εκείνον, το απορρίπτει. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμ. ρκστ’ 1). Όταν οι «οικοδομούντες» οικοδομούν στο όνομα του Θεού, θα φτιάξουν παλάτι, ακόμα κι αν τα χέρια τους είναι αδύνατα και τα υλικά τους φτωχά. Αν όμως οι οικοδομούντες χτίζουν στο δικό τους όνομα, αδιαφορώντας για το Θεό, το έργο των χεριών τους θα πέσει, όπως έγινε με τον πύργο της Βαβέλ.
Ο Πύργος της Βαβέλ δεν είναι το μοναδικό κτίσμα στην ιστορία που κατέπεσε. Υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι πύργοι, που οικοδομήθηκαν από εγκόσμιους κυβερνήτες, στην επιθυμία τους να μαζέψουν όλα τα έθνη κάτω από μια οροφή - τη δική τους - και κάτω από ένα χέρι - το δικό τους.Πολλοί πύργοι πλούτου, δόξας και μεγαλείου που οικοδόμησαν ιδιώτες, με την επιθυμία να κυβερνήσουν τα πλάσματα του Θεού, το λαό του Θεού, να γίνουν δηλαδή μικροί θεοί, σκορπίστηκαν κι έγιναν καπνός. Οι πύργοι που έχτισαν όμως οι απόστολοι κι οι άγιοι, καθώς κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι, δεν σκορπίστηκαν. Πολλές βασιλείες που δημιούργησε η ματαιότητα των ανθρώπων, έπεσαν και διαλύθηκαν σαν σκιά. Η αποστολική Εκκλησία όμως ζει ως σήμερα και θα στέκεται όρθια πάνω στους τάφους πολλών από τις σημερινές βασιλείες. Τα παλάτια του Ρωμαίου Καίσαρα, που πολέμησε την Εκκλησία, έγιναν στάχτη. Τα χριστιανικά σπήλαια κι οι κατακόμβες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα. Εκατοντάδες βασιλιάδες κι αυτοκράτορες κυριάρχησαν στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα μόνα που έχουν απομείνει από τα μαρμάρινα παλάτια τους είναι μερικές μαρμαρένιες πλάκες σε μουσεία. Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια όμως που έχτισαν την ίδια εποχή άνθρωποι της προσευχής και ερημίτες μέσα σε χαράδρες και σε αμμουδερές ερήμους, στέκονται όρθια μέχρι σήμερα κι αναδίδουν την ευωδία των προσευχών και του θυμιάματος που ανεβαίνει στο Θεό εδώ και δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες. Δεν υπάρχει δύναμη ικανή να κατεδαφίσει το έργο του Θεού. Τα ειδωλολατρικά παλάτια κι οι πόλεις καταστρέφονται, τα παραπήγματα του Θεού όμως παραμένουν όρθια. Αυτό που κρατά το δάχτυλο του Θεού στέκεται πιο σταθερά από εκείνο που κρατά ο Άτλας στους ώμους του.

«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. α' 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε ο παντοδύναμος Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του. Είθε η σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας. Το σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες, αν ο Θεός δεν βοηθήσει. Οι απόστολοι του Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:

«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα απόστολο Πέτρο. Ο Κύριος ζήτησε από το Σίμωνα ν’ απομακρύνει λίγο το πλοιάριο από την αμμουδιά κι έπειτα κάθισε εκεί κι άρχισε να διδάσκει τα πλήθη.
«Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σί­μωνα· επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν» (Λουκ. ε’ 4). Την ώρα που έμπαινε στο πλοιάριο ο Κύριος στόχευε σε πολλούς στόχους. Πρώτο, του ήταν πιο εύκολο να διδάσκει τους ανθρώπους από το πλοιάριο, να τους βοηθήσει και να θρέψει τις ψυχές τους με τη γλυκιά διδαχή Του. Δεύτερο, ήξερε πως οι ψαράδες ήταν στενοχωρημένοι κι απογοητευμένοι επειδή όλη τη νύχτα είχαν κοπιάσει και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Έτσι ήθελε να τους παρηγορήσει με μια καλή ψαριά, να ικανοποιήσει τις σωματικές κι άλλες ανάγκες τους, γιατί ο Θεός φροντίζει και για το σώμα μας, όπως και για την ψυχή μας, είναι «ο διδούς τροφήν πάση σαρκί» (Ψαλμ. ρλε' 25). Τρίτο, ο Κύριος ήθελε να ικανοποιήσει τις ψυχές των εκλεκτών Του, ενισχύοντας την πίστη τους σ’ Εκείνον, στην παντοδυναμία Του και στην απεριόριστη ευσπλαχνία Του.Τελευταίο, μα σπουδαιότερο, ο Κύριος ήθελε να κάνει ξεκάθαρο στους μαθητές Του, και μέσω αυτών σ’ όλους εμάς, πως μαζί μ’ Εκείνον και μέσω Εκείνου, όλα είναι δυνατά· πως όλοι οι κόποι των ανθρώπων χωρίς τη βοήθειά Του είναι τόσο μάταιοι, όσο άδεια ήταν και τα δίχτυα των ψαράδων που κόπιασαν όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Ο Κύριος πέτυχε τοπρώτο στόχο Του και τώρα προχωρούσε στο δεύτερο. Είπε λοιπόν στο Σίμωνα να πάει στα βαθιά και να ξαναρίξει τα δίχτυα.
«Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον. και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά» (Λουκ. ε 5-7). Ο Σίμων δεν ήξερε ακόμα ποιός ήταν ο Χριστός. Τον ονόμασε «επιστάτη», δηλαδή «κύριο», του έδειξε σεβασμό δηλαδή, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Βρισκόταν μακριά όμως από του να πιστέψει το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο. Στην αρχή παραπονέθηκε πως είχαν κοπιάσει όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι, επειδή σεβόταν το Χριστό όμως ως καλό και σοφό δάσκαλο, ήθελε να τον υπακούσει και να ξαναρίξει τα δίχτυα.
Ο Θεός δεν ανταμείβει ποτέ τους κόπους των ανθρώπων τόσο πολύ, όσο ανταμείβει μια υπάκουη καρδιά. Η ολοπρόθυμη υπακοή του Πέτρου αποδείχτηκε πολύ μεγάλη, από το γεγονός ότι έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα λόγια του Χριστού, μ’ όλο που πρέπει να ήταν κατάκοπος και άυπνος, μούσκεμα και απογοητευμένος, μετά από μια νύχτα άκαρπης προσπάθειας. Γι’ αυτό και η υπακοή του ανταμείφθηκε αμέσως από το έλεος του Χριστού και την υπακοή των ψαριών, αφού Εκείνος που δημιούργησε τα ψάρια, τους έδωσε εντολή με το πνεύμα Του να συγκεντρωθούν και να γεμίσουν τα δίχτυα. Τα ψάρια δεν έχουν φωνή. Ο Κύριος όμως τους έδωσε εντολή με τη δική Του φωνή να πάνε στα δίχτυα, όπως με τη φωνή Του έδωσε εντολή στους ανέμους να σταματήσουν και στην ταραγμένη θάλασσα να γαληνέψει.
Τα ψάρια δεν άκουσαν τη φωνή του Κυρίου για να συναχτούν μέσα στα δίχτυα. Τά ‘φερε εκεί η δύναμή Του. Με το να μαζευτούν στα δίχτυα τόσο πολλά ψάρια, ο Κύριος αντάμειψε πλούσια την ολονύκτια προσπάθεια των ψαράδων, εξανέμισε τις ανησυχίες τους και κάλυψε τις σωματικές ανάγκες τους. Έτσι την ίδια μέρα πέτυχε και το δεύτερο στόχο Του.
Σαν είδε τόσο μεγάλο πλήθος από ψάρια, που δεν είχε δει ποτέ ως τότε στη ζωή του ο Σίμων κι ένας άλλος που ήταν μαζί του στη βάρκα, έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του να πλησιάσουν με τη δική τους βάρκα. Και δε γέμισε μόνο η βάρκα του Σίμωνα με ψάρια, μα κι η βάρκα του Ιακώβου και του Ιωάννη. Και γέμισαν τόσο πολύ, ώστε από το βάρος των ψαριών κινδύνευαν να βουλιάξουν. Κι ίσως να είχαν βουλιάξει, αν δεν ήταν κοντά τους ο Κύριος.
«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» (Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο». Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό», μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο».
Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει πως πραγματοποιεί όσα λέει.
Ας δώσουμε προσοχή στον τρόπο που μίλησε ο Σίμων στον Κύριο. Αντί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και το θαυμασμό του για ένα τόσο μεγάλο θαύμα, εκείνος είπε: Έξελθε απ’ εμού. Το ίδιο δε ζήτησαν οι κάτοικοι των Γαδάρων από το Χριστό όταν θεράπευσε το δαιμονισμένο; Το ίδιο ζήτησαν κι εκείνοι, μα δεν είχαν το ίδιο κίνητρο με τον Πέτρο. Οι Γαδαρηνοί απομάκρυναν το Χριστό από τον τόπο τους από πλεονεξία, επειδή οι δαίμονες που έβγαλε ο Χριστός από το δαιμονισμένο οδήγησαν τους χοίρους στον πνιγμό. Ο Πέτρος όμως συνέχισε: ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι. Ο λόγος που ζήτησε ο Πέτρος από τον Κύριο να φύγει από κοντά του, ήταν η αίσθηση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς του.
Η αίσθηση αυτή της αμαρτωλότητας ενώπιον του Θεού είναι μια πολύτιμη πέτρα για την ψυχή. Ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο απ’ όλους τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας. Όταν ο άνθρωπος ψάλλει πολλούς τέτοιους ύμνους στο Θεό χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του, δεν ωφελείται καθόλου. Η αίσθηση της αμαρτω­λότητας οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση. Η αίσθηση της αμαρτωλότητας είναι το ξεκίνημα στο δρόμο της σωτηρίας του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος που έχει περιπλανηθεί πολύ σε παραπλανητικούς δρόμους, δεν έχει τίποτα καλ­λίτερο να κάνει από το να βρει το σωστό δρόμο. Κι όταν τον βρει, το μόνο που του απομένει είναι να τον ακολουθήσει, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά του. Τί ωφέλησε τον Φαρι­σαίο η προσευχή που έκανε στην εκκλησία, όταν προσπαθώντας να εγκωμιάσει το Θεό, εγκωμίαζε τον εαυτό του; Δε δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού, όπως έκανε ο τελώνης που χτυπούσε το στήθος του κι έκραζε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» (Λουκ. ιη' 13).
Αυτό ήταν το ξεκίνημα της μύησης του Πέ­τρου στην πίστη του Χριστού. Η ολοκλήρωση έγινε αργότερα, όταν πολλοί από τους ακόλουθους του Χριστού άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το Χριστό, ενώ ο Πέτρος του είπε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ’ 68). Τώρα όμως, στο ξεκίνημα, κατάπληκτος από τη δύναμη του Χριστού, του λέει: Άπελθε απ’ εμού.
Ο Πέτρος δεν ήταν ο μοναδικός που καταλή­φθηκε από δέος. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, καθώς κι όλοι οι άλλοι που ήταν μαζί τους, βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι τους ξεκίνησαν με φόβο για τον Κύριο, και τέλειωσαν με αγάπη για Εκείνον. Όπως διαβάζουμε στις Παροιμίες, «αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου» (Παρ. α’ 7).
Στο φόβο που ένιωθε ο Πέτρος, καθώς γονάτιζε μπροστά Του, ο εύσπλαχνος και πάνσοφος Κύριος απάντησε: «μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. ε’ 10). Ο κόσμος αυτός είναι μια θάλασσα γεμάτη πάθη, η Εκκλησία Μου είναι πλοίο και το Ευαγγέλιό μου δίχτυ, όπου θ’ αλιεύσεις ανθρώπους. Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Μαζί μου όμως θα έχετε τόσο καλές ψαριές, που θα γεμίσουν τα δίχτυα σας. Φτάνει να είστε υπάκουοι σε Μένα, όπως κάνατε και σήμερα. Και τότε δε θα σας φοβίζει κανένα βάθος και ποτέ δε θα γυρίσετε με άδεια χέρια από το ψάρεμα.
«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Λουκ. ε’ 11). Εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα πάρουν άλλοι κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι όλοι τους τον ακολούθησαν. Για ποιό λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις οικογένειές τους. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών» (Α Πέτρ. ε’ 7). Τέλος, αν τον υπακούν ακόμα και τα κωφάλαλα ψάρια στο νερό, πως δε θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι αυτοί, τα λογικά όντα;
Ολόκληρο το περιστατικό αυτό έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ψυχής του ανθρώπου. Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αυτός απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει από τις αισθητικές σκιές στα πνευματικά βάθη. Στα βάθη αυτά ο Κύριος του αποκαλύπτει τ’ αμέτρητα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Οι δωρεές αυτές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό πνεύμα δεν μπορεί να τις αντέξει και σχίζεται. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως δε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά.
Όταν ο υπάκουος άνθρωπος βλέπει τ’ αρίφνητα πλούτη των δωρεών Του, γεμίζει δέος και κατάπληξη τόσο για την παντοδυναμία του Θεού, όσο και για τις δικές του αμαρτίες. Θα ήθελε σ’ αυτήν την περίπτωση να κρυφτεί από το Θεό, να φύγει ο Θεός από κοντά του κι ο ίδιος να γυρίσει στο παλιό του πνεύμα και στην παλιά του ζωή. Μόλις όμως η λαμπρότητα του Θεού κι η ευσπλαχνία Του αποκαλυφθούν στον άνθρωπο, τότε του φανερώνεται ακαριαία η αμαρτωλότητα κι η αναξιότητά του, η αποξένωσή του απ’ Αυτόν.
Ο Θεός δε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που έχει οδηγήσει στα βάθη. Δε θα λάβει σοβαρά την κραυγή του έξελθε απ’ εμού. Ξέρει ότι η κραυγή αυτή βγαίνει από έναν άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό και του δίνει θάρρος και τον παρηγορεί με τα λόγια, «μη φοβού».
Όταν ο Θεός χορηγεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο τα θεϊκά κι ανεκλάλητα χαρίσματά Του, δε θέλει τα χαρίσματα αυτά να σταματήσουν σ’ εκείνον, όπως το τάλαντο που έκρυψε ο πονηρός δούλος στη γη. Ο Θεός ζητάει από τον υπάκουο άνθρωπο να μοιραστεί τα χαρίσματά του με άλλους. Γι’ αυτό ο Πέτρος κάλεσε τους ανθρώπους του άλλου πλοιαρίου να κάνουν χώρο για να βάλουν κι εκεί ψάρια. Μοίρασαν τη σοδειά τους με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και με τους συντρόφους τους. Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης κι οι σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αυτοί για να σύρουν τα δίχτυα, ν’ αδειάσουν τα ψάρια και να κωπηλατήσουν ως την ακτή. Κάθε υπάκουος άνθρωπος που λαβαίνει το δώρο του από κάποιον άλλον, πρέπει να ξέρει πως το δώρο αυτό προέρχεται από το Θεό, όχι από άνθρωπο. Έτσι πρέπει αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, ν’ αρχίσει να εργάζεται για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό και τη μετάδοση του δώρου.
Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων που τράβηξαν τα πλοιάριά τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν το Χριστό; Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους πιστούς στα πνευματικά βάθη.
Ο Κύριος είπε πως ο Πέτρος θα γίνει αλιέας ανθρώπων. Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Αυτό σημαίνει πως οι απόστολοι, οι επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, καθώς και όλοι οι χριστιανοί, που ο Θεός τους προίκισε με τα χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να ψαρέψουν - δηλαδή να σώσουν - όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη βοήθεια των χαρισμάτων τους. Ο καθένας θ’ αγωνιστεί ανάλογα με το χάρισμά του: Εκείνος που έλαβε πολλά χαρίσματα θά ‘χει πλουσιότερη σοδειά, όποιος έλαβε λιγότερα θά ‘ναι λιγότερο υπεύθυνος, όπως φαίνεται κι από την παραβολή των ταλάντων. Ο δούλος που έλαβε πέντε τάλαντα έφερε δέκα, ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα, έφερε τέσσερα. Κανένας όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού σα νά ‘ταν δικά του, να τα κρύβει από τους ανθρώπους και να τα θάβει στον τάφο του σώ­ματός του. Τέτοιος άνθρωπος θα κατακριθεί από μόνος του στη γέεννα του πυρός, εκεί που είναι ο βρυγμός κι ο τρυγμός των οδόντων.
***
Η ευαγγελική αυτή περικοπή είναι γεμάτη από διδαχές για μας, για τη γενιά μας, όπως και τα δίχτυα των ψαράδων ήταν γεμάτα από τα ευλογημένα ψάρια. Ας μπορούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι να πάρουν από το σημερινό ευαγγέλιο τουλάχιστο το μάθημα της υπακοής στο Θεό! Όλες οι άλλες διδαχές τότε θα ήταν ακόλουθές της κι όλα τα καλά που επιθυμεί η καρδιά του ανθρώπου θ’ αλιεύονταν στα χρυσά δίχτυα της ευαγγελικής υπακοής.
Έχουμε μπροστά μας δύο παραδείγματα υπακοής: την υπακοή των ψαριών και την υπακοή των αποστόλων. Ποιά από τις δύο είναι πιο σπουδαία; Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Τα ψάρια υπακούνε στην εντολή του Κυρίου και θυσιάζουν τη ζωή τους στα πόδια Του. Ο Κύριος τα δημιούργησε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου.
Προσέξτε όμως πώς τα ψάρια λειτουργούν και για την πνευματική του ανάγκη. Σ’ εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από το Θεό, στους επαναστατημένους κι ανυπάκουους ανθρώπους, λειτουργούν ως παράδειγμα υπακοής στο Δημιουργό τους. Τα ψάρια αυτά δε θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο γνωστά αν είχαν αφεθεί να ζήσουν και να κολυμπούν στη Λίμνη της Γεννησαρέτ. Εξαγόρασαν τη ζωή τους με τη μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το σχέδιο του Κυρίου, του Λυτρωτή, σαν παράδειγμα και επίπληξη στον ανυπάκουο άνθρωπο. Τ' ανεξιχνίαστο έλεος του Κυρίου είναι φανερό εδώ: ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα πλάσματά Του για να επαναφέρει τον άνθρωπο στο δρόμο που έχασε, να τον αφυπνίσει, να τον διεγείρει και να τον υψώσει πάλι στην προτέρα του αξία και δόξα.
Το παράδειγμα της υπακοής των αποστόλων είναι επίσης συγκινητικό. Οι απλοί άνθρωποι συνήθως έχουν πιο στενούς δεσμούς με τα σπίτια και τις οικογένειές τους από τους κοσμικούς ανθρώπους. Οι κοσμικοί έχουν πολλούς και ποικίλους δεσμούς με τον κόσμο. Κι αν ακόμα χαλαρώσει ένας δεσμός τους, έχουν πολλούς άλλους. Κι όμως, οι απλοί ψαράδες τα εγκατέλειψαν όλα, έσπασαν τους λίγους αλλά πολύ δυνατούς δεσμούς τους με τον κόσμο, με τα σπίτια και τις οικογένειές τους και ακολούθησαν τον Κύριο στα μεγάλα και πλούσια πνευματικά βάθη χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ο χρόνος έδειξε πως ο Κύριος τους αντάμειψε πλούσια για την υπακοή τους. Αναδείχτηκαν στύλοι της Εκκλησίας του Θεού στη γη και μεγάλοι άγιοι στην ουράνια βασιλεία Του.Ας βιαστούμε λοιπόν κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα της υπακοής τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής μας τελειώνει. Όλοι οι κόποι της νύχτας είναι έτσι κι αλλιώς μάταιοι, τα δίχτυα μας είναι άδεια, οι καρδιές μας γεμάτες κακία, οι ψυχές κι ο νους μας λιμοκτονούν, αφού έχουν στερηθεί τη βοήθεια του Θεού.
Ο πράος Κύριος στέκεται δίπλα στο πλοίο του καθενός μας και μας καλεί. Εκείνος, ο παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει από τον καθένα μας να τον αφήσουμε να μπει στο πλοίο και να ταξιδέψουμε μαζί Του μακριά από τις σκιές και τις φουρτούνες της ζωής, στα μεγάλα βάθη της πνευματικής θάλασσας. Εκεί θα γεμίσουμε το πλοίο μας με όλα τα αγαθά που επιθυμούμε. Ας τον υπακούσουμε τώρα, την ώρα που μας καλεί, γιατί όταν χαράξει η μέρα δε θα τον δούμε πια ως αιτούντα, αλλ’ ως Κριτή. Ας μην απορρίψουμε το αίτημά Του να μπει στην καρδιά και στην ψυχή μας, όπως δεν το απέρριψε ο Πέτρος. Δε μας το ζητάει για δική Του χάρη, αλλά για δική μας. Να ξέρεις πως δεν είναι εύκολο στον Πάναγνο να μπει κάτω από ακάθαρτη στέγη. Να ξέρεις πως αυτό που κάνει είναι θυσία, που την κάνει όμως από αγάπη για μας. Δε μας ζητάει να μπει μέσα για να πάρει, άλλα για να δώσει. Το μόνο που θέλει, είναι να δεχτούμε τη βοήθεια και τη θυσία Του. Αδελφοί μου, ας αφουγκραστούμε τη φωνή που μας καλεί, προτού φτάσει στ’ αυτιά μας η φωνή του Κριτή.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Ε´ Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ (Λουκ. ιϚ΄19-31)
(4η Νοεμβρίου 2012)

 Λόγος εἰς τὴν Παραβολὴν τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου
«Νῦν δὲ (Λάζαρος) ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι»

 Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι προσκολλημένοι στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ τὶς ἐπίγειες ἀπολαύσεις δὲν πιστεύουν στὴ ζωὴ μετὰ θάνατον. «Ἐδῶ εἶναι ἡ κόλαση, ἐδῶ κι ὁ παράδεισος», φωνάζουν σαρκαστικά, κλείνοντας τὸν ὁρίζοντα τῆς ψυχῆς τους σὲ μιὰ ἐγκόσμια προοπτική. «Ἂς περάσουμε καλὰ σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴ ζωή, καί μετά... βλέπουμε» λένε ἐπιπόλαια. Πόσο ἀδικοῦν τὸν ἑαυτό τους...!

Ὡστόσο τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο μᾶς καλεῖ νὰ δοῦμε τὴ ζωή μας μέσα ἀπὸ μιὰ ἄλλη προοπτική. Τὴν προοπτικὴ τῆς αἰωνιότητος. Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου ποὺ μᾶς παρουσίασε ὁ Κύριος, μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ ὑπογραμμίσουμε δύο σημεῖα: Πρῶτον, ὅτι ὑπάρχει κόλαση καὶ παράδεισος, καὶ δεύτερον, ὅτι τὸ ποῦ θὰ ὁδηγηθεῖ κάθε ἄνθρωπος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπίγεια πορεία του.

***

1. ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς χρησιμοποιῶντας αὐτὴν τὴν πρωτότυπη καὶ πολὺ διδακτικὴ Παραβολὴ μᾶς ἀποκάλυψε σαφῶς ὅτι ὑπάρχει ζωὴ μετὰ θάνατον. Ὑπάρχει καὶ Παράδεισος καὶ Κόλαση. Διότι καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ πτωχὸς Λάζαρος κάποτε πέθαναν. Καὶ ὁ μὲν πλούσιος κατέληξε στὸν ᾍδη, ὅπου ὑπέφερε τοὺς πόνους καὶ τὶς ὀδύνες τῆς κολάσεως, ἐνῷ ὁ πτωχὸς Λάζαρος μεταφέρθηκε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνει ἐκεῖ τὴν αἰώνια μακαριότητα τοῦ παραδείσου.

Ὁ Λάζαρος «παρακαλεῖται» καὶ ὁ πλούσιος «ὀδυνᾶται». Ὁ ἕνας ἀπολαμβάνει παρηγορία καὶ ἀνακούφιση, ἀνέκφραστη χαρὰ καὶ εὐφροσύνη. Ὁ ἄλλος δοκιμάζει ἀφόρητη θλίψη καὶ ὀδύνη, τρόμο καὶ φρίκη. Αὐτὲς οἱ δύο ἀντιθετικὲς καταστάσεις ἀντικατοπτρίζουν τὴν πραγματικότητα τῆς μετὰ θάνατον ζωῆς.

Παράδεισος καὶ κόλαση, λοιπόν. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος εἶναι ἡ κόλαση, τόπος ὀδύνης ψυχικῆς καὶ μαρτυρίου αἰωνίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ «γέεννα», «τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται» (Μάρκ. θ΄ 43-44). Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ «ἄσβεστο πῦρ» βρισκόταν ὁ πλούσιος καὶ ζητοῦσε ἔστω μία σταγόνα νεράκι, γιὰ νὰ δροσίσει τὴ γλῶσσα του, ἀλλὰ οὔτε αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ. Μέσα σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση τῆς ἀφόρητης ὀδύνης ὁ ἀμετανόητος ἁμαρτωλὸς βασανίζεται αἰωνίως ἀπὸ τὴν ἔνοχη συνείδησή του, ἡ ὁποία τὸν πλημμυρίζει μὲ τύψεις γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Παράλληλα ὑποφέρει κι ἀπὸ τὰ πάθη του ποὺ μένουν ἀνικανοποίητα, ἐπιτείνοντας τὰ αἰώνια βάσανά του.

Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶναι ὁ παράδεισος, δηλαδὴ ἡ αἰώνια ζωὴ μέσα στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ὁποίου οἱ δίκαιοι «ὄψονται τὸ πρόσωπον» (Ἀποκ. κβ΄ 4). Ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου θὰ βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ γεμᾶτο δόξα καὶ λαμπρότητα καὶ ἡ δόξα αὐτὴ θὰ ἀντικατοπτρίζεται στοὺς ἴδιους, ὥστε νὰ λάμπουν «ὡς ὁ ἥλιος» (Ματθ. ιγ΄ 43). Στὸν παράδεισο οἱ δίκαιοι θὰ ζοῦν συντροφιὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους καὶ αὐτὸ θὰ τοὺς χαρίζει ἀνάπαυση, χαρὰ καὶ εὐτυχία. Αὐτὸ δηλώνει ἡ ἔκφραση «εἰς τοὺς κόλπους Ἀβραάμ». Μέσα στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἦταν φίλος τοῦ Θεοῦ, πατέρας ὅλων τῶν πιστῶν στὸν Θεὸ ἀνθρώπων, ὑπάρχει ἡ ἀπέραντη εὐτυχία καὶ μακαριότητα.

2. ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Πῶς ὅμως καθορίζεται ἡ κατάσταση στὴν ὁποία θὰ βρεθοῦμε μετὰ θάνατον; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει εἴτε στὴν αἰώνια κόλαση εἴτε στὴν αἰώνια εὐτυχία; Εἶναι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς μας στὸν κόσμο αὐτό. Ἂν ζοῦμε μιὰ ζωὴ ἀτομιστικὴ καὶ ὑλιστικὴ ἀδιαφορῶντας γιὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν μετανοοῦμε, τότε στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ ἔχουμε τὴν ἴδια τύχη μὲ τὸν πλούσιο τῆς Παραβολῆς. Ἂν ὅμως ἀγωνιζόμαστε νὰ ζοῦμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, ζητοῦμε ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του καὶ ὑπομένουμε μὲ πίστη τὶς δοκιμασίες αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ πτωχὸς Λάζαρος, τότε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ εὐτυχία στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ.

Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ παροῦσα ζωὴ θὰ κρίνει τὸ αἰώνιο μέλλον μας φαίνεται ξεκάθαρα καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου περὶ τῆς ἡμέρας τῆς Κρίσεως. Ἐκεῖ ὁ δικαιοκρίτης Κύριος θὰ ἀνταμείψει τοὺς «εὐλογημένους τοῦ Πατρὸς» γιὰ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔδειχναν ἐνόσῳ ζοῦσαν, ἐνῷ ἀντίθετα θὰ καταδικάσει «εἰς κόλασιν αἰώνιον» αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν ἐγωιστικά, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὸν συνάνθρωπό τους, καὶ παρέμειναν ἀμετανόητοι. (Ματθ. κε’ 31-46).

Ἄρα λοιπὸν ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή μας κρίνεται τὸ αἰώνιο μέλλον μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προειδοποιεῖ αὐστηρά: «Μὴ πλανᾶσθε, Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται· ὃ γὰρ ἐὰν σπείρῃ ἄνθρωπος, τοῦτο καὶ θερίσει» (Γαλ. ς΄ 7). Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαπατήσει τὸν Θεὸ κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ σπείρει κάθε ἄνθρωπος, αὐτὸ καὶ θὰ θερίσει. Καὶ συνεχίζει: «Ἄρα οὖν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας» (στίχ. 10). Συνεπῶς, ὅσο ζοῦμε ἀκόμη καὶ ἔχουμε καιρό, ἂς κάνουμε πρὸς ὅλους τὸ καλό.

***

Ἡ σημερινὴ Παραβολὴ πρέπει νὰ μᾶς συγκλονίσει. Τὸ τραγικὸ κατάντημα τοῦ πλουσίου ἀποτελεῖ ἕνα μήνυμα πρὸς ὅλους ὅσοι ζοῦν ἐπιπόλαια, ἀδιαφορῶντας γιὰ τὸ αἰώνιο μέλλον τους. Εἶναι καιρὸς λοιπὸν νά μετανοήσουμε! Νὰ ἐργαστοῦμε γιὰ τὴν αἰώνια σωτηρία μας. Τώρα! Πρὶν περάσουμε τὰ σύνορα αὐτοῦ τοῦ κόσμου∙ διότι τότε θὰ εἶναι πλέον πολὺ-πολὺ ἀργά...

π. Γ.Κ
ΠΑΤΗΡ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΝΑΡΙΩΤΗΣ

Ε΄ Λουκά - Φτωχός Λάζαρος-Παράδεισος


Κυριακή 3-11-1985

Εκ του κατά Λούκα Αγίου Ευαγγελίου το ανάγνωσμα πρόσχομεν.

Είπεν ο Κύριος, άνθρωπος τοις ην πλούσιος, και ενεδυδύσετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. Πτωχός δε τοις ην ονόματι Λάζαρος....

Ίνα διαμαρτύρεται αυτοίς ίνα μη και αυτοί ελθούσιν εις τον τόπον τούτο της βασάνου. Όπως αγαπητοί ο διάβολος είπε το πρώτο ψέμα και μεγαλύτερο ψέμα του κόσμου των αιώνων εις τον παράδεισον έτσι και σήμερα, τότε δια του φιδιού του όφεως, έτσι και σήμερα δια των οργάνων του λέει το δεύτερο και μεγάλο ψέμα.

Το πρώτο ψέμα όπως ήτανε ξέρετε ότι οι άνθρωποι αν παρακούσουν τον Θεό και στηριχτούν στις δυνάμεις τους, στο μυαλό τους, στα χέρια τους στα πόδια τους ξέρω εγώ, στις ικανότητες τους θα γίνουν Θεοί. Και ότι ο Θεός ζηλεύοντας τους δεν τους αφήνει με την εντολή που τους έδωσε. Βέβαια κάθε άλλο παρά έτσι έχουν τα πράγματα, οι άνθρωποι δοκίμασαν και κάθε άλλο παρά Θεοί έγιναν.

Το δεύτερο μεγάλο ψέμα το οποίον λέγεται τώρα είναι ότι οι άνθρωποι θα πάνε στην ανυπαρξία Μιλάει για την ανυπαρξία. Τότε μίλαγε για Θεότητα των ανθρώπων με τις δυνάμεις τους. Τώρα λέει ο άνθρωπος ας κάμει ότι θέλει, ας φάει ας σκοτώσει ας πιει ας διαφθείρει ας κλέψει ας ευεργετήσει ας κάνει ότι θέλει, όταν πεθάνει θα γίνει ατμός, θα γίνει τίποτα, θα επανέλθει στο μηδέν. Και μόνον ορισμένοι αιρετικοί, γιατί αυτά τα ψέματα που διαδίδει ο διάβολος δια μέσου όχι φιδιών, αλλά αιρετικών, οι οποίοι είναι χειρότεροι απ’ τα φίδια, όλων των αιρετικών, από του Καζαντζάκη μέχρι και των χιλιαστών που κυκλοφορούν σήμερα. Όποιος διάβασε βέβαια Καζαντζάκη θα δει ότι αυτό είναι το πνεύμα των βιβλίων του, ότι φεύγεις και δεν υπάρχει τίποτα. Το διαδίδει λοιπόν δια μέσου αυτών. Και το ακούμε και το βλέπουμε στον δρόμο, και υπάρχουν και τα βιβλία που το λένε όρθια μπροστά μας εκεί στις γωνίες. Καλό είναι λοιπόν να προσέξουμε λίγο αυτό το πράγμα και να πούμε δυο λόγια πάνω σ’ αυτό διότι δυστυχώς μπορεί να μην πιστεύουνε πολλοί χριστιανοί των αιρετικών και των χιλιαστών όσα λένε και όσες χαζομάρες και ηλιθιότητες λέγουν εκείνοι, όμως αυτό τ’ χουμε οι περισσότεροι πιστέψει έστω και αν δεν το λέμε με λόγια. Κατά βάθος αυτό πιστεύουμε ότι ο άνθρωπος χάνεται. Και ακούς ένα άλλο χριστιανό τώρα, κατά πάντα Ορθόδοξο, και λέει «έχασα εγώ τον άνθρωπό μου» Μα πώς έχασες τον άνθρωπο σου; Κλειδί έιναι να τον χάσεις; ή έιναι νερό να εξατμιστεί. Ο άνθρωπος σου ζει, και θα πας, θα πάμε όλοι θέλουμε ή δεν θέλουμε να βρούμε τον άνθρωπο μας. Μη λέμε τέτοιες φράσεις που κατά βάθος εκφράζουνε ότι μέσα μας έχει μπει αυτό το δηλητήριο.

Η παραβολή που ακούσαμε σήμερα αγαπητοί μιλάει ακριβώς για πολλά θέματα λέει, ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα και λέει ότι αυτό το μεγάλο δεύτερο ψέμα του σατανά δεν πρέπει να περάσει. Τόσο ισχυρή είναι αυτή η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου, ώστε οι χιλιαστές δεν μπορούν να την διαστρεβλώσουν. Ενώ πολλά μπορούν να διαστρεβλώσουν με την σατανική του μηχανορραφία κλπ, σ’ αυτό το κομμάτι, την παραβολή του Ευαγγελίου δεν μπορούν. Μου έτυχε εμένα προσωπικά να το συζητήσω και δεν μπόρεσαν να το διαστρεβλώσουν. Ξέρετε τι κάνουν επειδή δεν μπορούν να διαστρεβλώσουν ούτε με κανένα τρόπο αυτήν την παραβολή; Ότι ήθελαν να κάνουν και όταν αναστήθηκε ο Λάζαρος. Ο Λάζαρος είχε πεθάνει τέσσερις μέρες, βρωμούσε, το ήξεραν οι Ιουδαίοι, και όταν αναστήθηκε και δεν μπορούσαν να πείσουν κανένα ότι δεν ήταν πεθαμένος γιατί το ξέρανε όλοι και βρωμούσε, τι ήθελαν; Εβουλεύοντο λέει ίνα και τον Λάζαρο αποκτήνουσιν. Να τον ξανασκοτώσουνε για να μην μαρτυρήσει. Έτσι και εδώ ξέρετε τι μου απήντησαν; Και το λένε. Αυτή τη παραβολή επειδή δεν μπορούν να την διαστρεβλώσουν προσπαθούν να την πετάξουν απ’ το Ευαγγέλιο. Και μου είπαν καθαρά ότι νεωτέρα εσείς προσθέσατε αυτήν την παραβολή μέσα στο Ευαγγέλιο. Ηλίθια πράγματα διότι οι κριτικές εκδόσεις του Ευαγγελίου και ο εξονυχιστικός έλεγχος που έχει γίνει στο Ευαγγέλιο από τα πρώτα χρόνια, δείχνει ότι δεν έχει προστεθεί τίποτα. Όχι από Ορθόδοξους αλλά και από άθεους οι οποίοι προσπάθησαν να το κουτσουρέψουν και δεν μπόρεσαν. Με αυτές τις ηλιθιότητες προσπαθούν να αποφύγουν εκείνο που δεν μπορούν να διαστρεβλώσουν. Διαβάστε την αν θέλετε να δείτε πόσο καθαρά και ξάστερα σταράτα τα λέει που δεν παίρνει αλλοίωση. Θα παρουσιάσω τρεις φράσεις μόνο διότι δεν με παίρνει ο χρόνος και εσείς μπορείτε με την χάρη και με το μυαλό που έχετε να διαβάσετε και να δείτε περισσότερα.

Η πρώτη φράση είναι η εξής :
«Εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς υπάρχων εν βασάνοις» Προσέξετε την λέξη υπάρχων. Εν βασάνοις στην κόλαση. Άρα υπάρχει η κόλαση. Πώς έρχονται αυτοί οι Σπουδασταί των Γραφών και οι άλλοι και λένε δεν υπάρχει τίποτα και ο άνθρωπος πεθαίνει και υπάγει στο μηδέν και δεν υπάρχει πέραν του τάφου τίποτα. Εάν πιστεύεις στο Ευαγγέλιο και το διαβάζεις είναι καθαρά, υπάρχω σημαίνει ύπαρξη. Υπαρξιακά υπάρχει. Και το δεύτερο που βγαίνει από δω λέει το υπάρχων εν βασάνοις. Για προσέξτε το. Δεν λέει υποφέρων εν βάσανα. Που σημαίνει ότι τα βάσανα της κολάσεως δεν είναι εξωτερικά. Δεν είναι αυτά που οι Παπικοί με τον Δ..... και τους άλλους μας είπαν για καζάνια για τσιμπίδες για γλώσσες που τραβιόνται και τέτοια, τα οποία όλα είναι εξωτερικά πράγματα. Και αν ήτανε έτσι θα έλεγε υποφέρει βάσανα. Δεν λέει υποφέρει τίποτα απ’ έξω αλλά υπαρξιακά βασανίζεται. Η ύπαρξη του τον βασανίζει. Ο ίδιος υπαρξιακά είναι ένα βάσανο. Αυτή είναι η κόλαση των κολασμένων. Ότι από μόνοι τους. Και από κάπου αλλού μπορούμε να το δούμε, όχι καθαρά αλλά φαίνεται. Η λέξη είναι καθαρή. Δεν παίρνει διαστρέβλωση. Υπάρχων εν βασάνοις δεν παίρνει συζήτηση. Αλλά και από ένα άλλο σημείο. Ότι δεν ζητάει από τον Αβραάμ να τον βγάλει από κείνο το μέρος, να γλιτώσει ο άνθρωπος, να τον παρακαλέσει. Γιατί; Γιατί ξέρει ότι όπου και αν πάει η κόλαση θα πάει μαζί του. Η κόλαση δεν είναι το μέρος. Δεν είναι τοπική η κόλαση. Κολασμένοι και Παραδεισιακοί σε μία κατάσταση ας πούμε. Θα βλέπονται. Από μακριά θα βλέπονται. Δεν είναι η αλλαγή του τόπου που μας γλιτώνει απ’ την κόλαση. Γι’ αυτό και αμαρτάνουν όσοι λένε δεν είναι κακούργος ο Θεός και δεν θα πάει τους ανθρώπους στην κόλαση. Δεν θα τους πήγαινε όσο και αν τον πικραίνουμε. Αλλά η κόλαση είναι μές τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, δημιουργεί τον εαυτόν του κόλαση και ο Θεός δεν μπορεί να επέμβει. Πως είναι δυνατόν να τον βγάλει από τον εαυτόν του αφού του έχει δώσει την ελευθερία; Η κόλαση είναι μέσα, ο ίδιος ο άνθρωπος, ένα παράδειγμα θα μας το ξεκαθαρίσει αυτό το πράγμα. Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις δηλαδή, για ότι και αν κάνουμε θα μας σώσει ο Θεός. Να μας σώσει απ’ τον εαυτόν μας; Δεν το κάνει γιατί μας έχει δώσει την ελευθερία. Πάρτε το παράδειγμα του τοξικομανούς, του ναρκομανούς, αυτού που δεν έχει την δόση του, το ναρκωτικό του. Μα στην φυλακή τον βάλετε, μα σε μπουντρούμι τον βάλετε, μα στο πανηγύρι τον πάτε που όλοι διασκεδάζουν αυτός βασανίζεται όσο δεν έχει την δόση του. Μα πάλε το ίδιο υποφέρει όπου και αν τον μεταφέρουμε, όπου και αν τον πάμε, τον ναρκομανή. Γιατί; Γιατί η κόλαση, τα βάσανα του είναι μέσα του, και θέλει την δόση για να ηρεμήσει κάπως αυτήν την κατάσταση. Έτσι και ο αμετανόητος αμαρτωλός αγαπητοί. Την κόλαση μας την έχουμε μέσα μας. Την έχει μέσα του την κόλαση του ο αμετανόητος αμαρτωλός. Και η δόση που θα τον καταπραΰνει είναι η αμαρτία. Κολασμένα έχει φτιάξει τον εαυτόν του από δω και ευχαριστείται στα αμαρτωλά, στα της κολάσεως, στις ακολασίες, στις διαφθορές, στο να κλέβει στο να αρπάζει στο να πίνει το αίμα των άλλων στο να πηγαίνει στην Ελβετία δεν ξέρω εγώ το αίμα του λαού και τον ευχαριστούν αυτά, έχει ζήσει έτσι. Όταν λοιπόν περάσει από εκεί όπως πολλοί λένε εγώ θα πάω στην κόλαση να τα μπουζούκια να οι μάγκες κλπ, θα πάμε στην κόλαση, θα πάει στην κόλαση αλλά δεν θα είναι τα μπουζούκια εκεί. Το θέμα είναι ότι ο κολασμένος εδώ ανακουφίζεται κάνοντας την αμαρτία του. Όταν θα πάμε από κεί όμως θα υπάρχει η κόλαση η συνήθεια, όμως δεν θα υπάρχει η αμαρτία να την κάνει, δεν θα έχει την δόση του της αμαρτίας και αυτό είναι η καθ’ αυτού κόλαση. Γι’ αυτό λένε είναι υπαρξιακή η κόλαση. Είναι από μέσα στον κάθε άνθρωπο. Τα εξωτερικά είναι μηδέν, οι διάβολοι και όλα τ’ άλλα. Μέσα είναι η κόλαση. Γι’ αυτό και δεν ζητάει να τον πάει αλλού. Για προσέξτε το.

Ένα άλλο σημείο που και αυτό αποστομώνει και είναι καθαρό. τι λέει; Απέθανε ο Λάζαρος λέει και εγένετο απενεχθύναι υπό των αγγέλων εις τους κόλπους του Αβραάμ.
Τι θέλει να πει αυτό;
Θα πει ότι οι Παραδεισιακοί άνθρωποι δεν πάνε μόνοι τους στον Παράδεισό.
Δεν τολμούν να σκεφτούν για Παράδεισο. Όποιος είναι πραγματικά σωστός, σωσμένος άνθρωπος δεν σκέφτεται πραγματικά ότι κάνει για τον Παράδεισο. Τον εαυτό του τον προορίζει για την κόλαση, λόγω και ταπεινοφροσύνης, οι Παραδεισιακοί άνθρωποι, ο Λάζαρος δεν πήγαινε για τον Παράδεισο. Αν τον άφηναν δεν θα ήξερε που να πάει. Αλλά τον πήραν οι άγγελοι λόγω ταπεινοφροσύνης, των πραγματικών Παραδεισιακών ανθρώπων που καταλαβαίνουν τα χάλια μας σαν άνθρωποι και ξέρουν την χάρη του Κυρίου, αλλά και λόγω των τελωνείων. Αυτά που λένε τα τελώνια, τα δαιμόνια τα οποία περιμένουν την ψυχή να βγει, υπάρχουνε γιατί τα λέει το Ευαγγέλιο, τα είδαν και οι άγιοι στα οράματά τους και τα διαβάζουμε να τα λέει και το Ευαγγέλιο. Θα τον πάρουν οι άγγελοι διότι θα είναι γεμάτος διαβόλους γύρω του. Και δεν θα μπορεί να περάσει. Οι διάβολοι δεν αφήνουν κανένα να πάει από μόνος του στον Παράδεισο. Ώστε οι Παραδεισιακοί άνθρωποι, όσοι από μας καταξιωθούν, θα μας πάνε οι άγγελοι, αλλιώτικα δεν γίνεται. Αντίθετα όμως, για προσέξτε, οι κολασμένοι πάνε μόνοι τους στην κόλαση. Εθελοντές στην κόλαση οι κολασμένοι. Να πάνε να βρουν εκεί είπαμε τα μπουζούκια και τέτοια, αλλά δεν θα βρουν τίποτα, δεν θα βρούμε τίποτα αν περιμένουμε να τα βρούμε εκεί. Που το διαπιστώνω αυτό. Πάλι μέσα από την παραβολή. Η παραβολή είναι δυναμίτης, καταλάβατε; Γι’ αυτό και οι αιρετικοί προσπαθούν να την βγάλουνε, να την κόψουν από το Ευαγγέλιο, να την πετάξουν, δεν μπορούν να την παρερμηνεύσουν.

Λέει: το τρίτο γιατί δεν έχω χρόνο και τελειώνω.
«Ίνα μή και αυτοί έλθουσιν στον τόπο τούτο της βασάνου»
Βλέπει ο κολασμένος ότι υποφέρει, ότι δεν είναι δυνατόν ούτε βρεγμένος δάκτυλος να του καταψύξει την γλώσσα. Και ξέρετε αυτά είναι μέσα του όλα. Αν κατάφερνε να σωθούν οι αδελφοί του, κάτι θα αλάφρωνε μέσα του. Η κόλαση που τον βασανίζει δεν θα ήτανε ενισχυμένη και από την καταστροφή των αδελφών του, και γι’ αυτό ζητάει να μην πάνε εκεί, να κάνει και τώρα έστω μια καλή πράξη να ανακουφιστεί γιατί μέσα του είναι όλα του τα βάσανα. Και παρακαλεί λέει να πάει ο Λάζαρος να διαμαρτυρηθεί σ’ αυτούς, πράγμα που ήταν αδύνατο όπως είδαμε του είπε βέβαια τι έπρεπε να κάνει, γιατί όμως; Για να μην έλθουσιν εις τον τόπον τούτο της βασάνου. Ξέρετε τι θα πει το έλθωσι; Ότι θα έρθουν μόνοι τους Ούτε ο Θεός θα τους στείλει ούτε ο διάβολος θα τους στείλει στην κόλαση. Θα έρθουνε μόνοι τους. Αυτός μέσα από την κόλαση είχε πείρα και ήξερε τι έλεγε. Ότι δεν τους πάει κανείς στην κόλαση τους κολασμένους παρά έρχονται μόνοι τους. Η λέξη έλθωσι είναι καθαρή. Εθελοντές οι κολασμένοι πηγαίνουν στην κόλαση. Χωρίς εμπόδια. Πού να τα βρουν τα εμπόδια. Βασίζουν προς τα κει που νομίζουν ότι θα βρουν ότι βρουν. Οι διάβολοι έχουν κάθε λόγο, όχι να τους εμποδίσουνε, αλλά και να τους βοηθήσουνε να πάνε προς τα εκεί. Γι’ αυτό ενώ οι Παραδεισιακοί πάνε υπό των αγγέλων, αυτό λέει η παραβολή, οι κολασμένοι πάνε εθελοντές στην κόλαση, πάμε εθελοντές στην κόλαση.

Τελειώνω με ένα παράδειγμα απ’ το γεροντικό. Όσοι διαβάζουν το γεροντικό, και όσοι δεν το διαβάζουν σας συνιστώ να το διαβάσετε. Συστήνω να πάρετε το μεταφρασμένο που δεν κουράζει, του Ρηγόπουλου ένα μαύρο. Εκεί λοιπόν διαβάζουμε ότι κάποιος μοναχός ο οποίος ήτανε πολύ πρόθυμος στην προσευχή, στους μακριούς σταυρούς, στις ακολουθίες, στις αγρυπνίες, μήπως υπάρχουν και από μας που είναι πολύ πρόθυμοι σ’ αυτά τα πράγματα;, αλλά αμελής σε όλα τα άλλα. Και κουτσομπόλευε και έτρωγε και δεν νήστευε και κατέκρινε και σε όλα τ’ άλλα αμελής και μόνο στην προσευχή θερμότατος. Και σε ένα από τους ασκητές θέλοντας να τον πειράξει ο διάβολος κάποτε του είπε το εξής:
Τι περίεργοι που είστε εσείς οι Χριστιανοί λέει. Να, ο τάδε μοναχός, και του είπε το όνομα, ενώ με έχει κάτω από την μασχάλη του και προσπαθεί να μην του φύγω, και προσπαθεί με χίλια δω για να με κρατήσει, ύστερα κάθεται με τις ώρες και λέει: «μή εισενέγκεις ημάς εις πειρασμόν» Ενώ τον κρατάει μόνος του μέσα του τον πειρασμό λέει. Έτσι είσαστε λέει.

Ο άνθρωπος αγαπητοί θα κολαστεί, θα κολαστούμε, όχι διότι αμαρτάνει. Άλλωστε αν ήταν δυνατόν όποιος αμαρτάνει και να κολάζεται, δεν θα υπήρχε άνθρωπος για τον Παράδεισο. Διότι ουδείς αναμάρτητος, κάνει μέρα μία ο βίος αυτού επί της γης. Το επαναλαμβάνω. Θα πάμε όσοι πάμε στην κόλαση όχι επειδή αμαρτάνουμε, αλλά γιατί δεν μετανοούμε. Και δεν μετανοούμε, δεν μετανοούν οι κολασμένοι διότι εθελοντικά αμαρτάνουν. Εκείνος που αμαρτάνει από συναρπαγή, αυτός που αμαρτάνει από ανθρώπινη αδυναμία από πίεση, από πείνα ή να κλέβει κάτι να φαν τα παιδιά του υπήρχε η κακή ώρα και έπεσε στην ακολασία και σκοτίστηκε το μυαλό του κλπ, αυτός που αμαρτάνει χωρίς να το θέλει ή από πλάνη (έχουμε αγίους που είχαν πλάνη και έλεγαν πλανεμένα πράγματα, δεν έγιναν όμως αιρετικοί) διότι αυτό που επαναλαμβάνω από ανθρώπινη αδυναμία και από πλάνη αμαρτάνει, ο Θεός δεν αφήνει. Μόλις περάσει η αμαρτία συνέρχεται και λέει: «τι έκανα εγώ;» Και μετανοεί αμέσως. Αυτός δεν πάει στην κόλαση. Στην κόλαση πάνε οι εθελοντές αμαρτάνοντας. Αυτοί που με την θέληση μας αμαρτάνουμε και λέμε αυτό εγώ δεν το θεωρώ αμαρτία. Εκείνο εγώ δεν το θεωρώ αμαρτία. Και γίνομαι εγώ ο υπέρ την εκκλησία και υπέρ τους αποστόλους και υπέρ τας Συνόδων και κανονίζω εγώ το τι είναι και το τι δεν είναι αμαρτία μες την εκκλησία, και όχι η εκκλησία με την 2000 χρόνια πείρα της στον φωτισμό του αγίου πνεύματος και τα μεγάλα δυνατά μυαλά των αγίων της των Ιεραρχών και των λοιπών. Αν λοιπόν κάθε ένα που εγώ δεν το θεωρώ αμαρτία το κάνω, εθελοντικά αμαρτάνω. Και επειδή εθελοντικώς αμαρτάνω δεν πρόκειται να μετανοήσω.

Ας ακούσουμε λοιπόν αγαπητοί, αυτό που δεν άκουσαν τα αδέλφια του. Διότι δεν ήταν δυνατό ο Λάζαρος να πάει να το ακούσουν. Τα αδέλφια του δεν μπόρεσαν να το ακούσουν. Εμείς όμως το ακούμε σήμερα. Και μας διαμαρτύρεται από κει από τα βάθη της κολάσεως, και μας λέει τι πρέπει να κάνουμε, και ο Αβραάμ συμπληρώνει, του Μωϋσέως, τους προφήτες κλπ, τον λόγο του Θεού, για να μην πάμε και εμείς εις τον τόπον εκείνο της βασάνου. Είναι βάσανο η κόλαση και δεν το λέει σε μια μόνο μεριά το Ευαγγέλιο. Το λέει και στην αρχή, το λέει και στο τέλος και λέει οδυνόμεν την φλογή ταύτη. Μην ξεγελιόμαστε. Και η κόλαση είναι μέσα μας. Αν τους φτιάξουμε τους εαυτούς μας κολασμένους, θα πάμε στην κόλαση. Αν τους φτιάξουμε Παραδεισιακούς θα μείνουμε Παραδεισιακοί. Ας προσέξουμε λοιπόν την φωνή που έρχεται από κει απ’ τα βάθη, του πλουσίου, Ίνα διαμαρτύρετ..........



Απομαγνητοφωνημένη ομιλία του πατρός Νικολάου Φαναριώτη 03-11-1985.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΣΚΕΠΗ

Γιορτάζουμε κάθε χρόνο στις 28 Οκτωβρίου την εορτή της αγίας Σκέπης. Και για την γιορτή αυτή συμβαίνει αυτό που λέγει ο άγιος Χρυσόστομος για τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, ότι πολλοί γιορτάζουν τις μεγάλες γιορτές, ξέρουν το όνομά τους, δεν ξέρουν όμως το βαθύτερο νόημά τους, ούτε το μήνυμα που θέλει να εξαγγείλει η Εκκλησία μας μέσω των εορτών αυτών. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι, λέγει ο ιερός πατήρ, έρχονται στην Εκκλησία από συνήθεια και όχι από ευσέβεια. Γι’ αυτό ας ασχοληθούμε σήμερα με την υπόθεση της γιορτής καθώς και για το μήνυμά της προς το λαό του Θεού.

Πως καθιερώθηκε η γιορτή της αγίας Σκέπης.

Στα χρόνια του βασιλέως Λέοντος του Μεγάλου (457-474 μ. Χ.) ζούσε στην Κων/πολη ο όσιος Ανδρέας, ο κατά Χριστόν σαλός. Σαλός είναι ο τρελλός και κατά Χριστόν σαλοί ονομάζονται κάποιοι άγιοι, οι οποίοι κάνανε κάποια περίεργα και παράλογα πράγματα, με απώτερο σκοπό να τους θεωρούν παλαβούς ή παλιανθρώπους και να μη τους τιμούν οι άνθρωποι· και έτσι αυτοί να ζουν εν ταπεινώσει και αφανεία. Μια νύχτα που γινότανε αγρυπνία στο ναό της Παναγίας των Βλαχερνών, ο όσιος Ανδρέας μαζί με τον μαθητή του Επιφάνιο, που έγινε αργότερα πατριάρχης Κων/πόλεως (520-536 μ. Χ.), είδαν την Υπεραγία Θεοτόκο οφαλμοφανώς, όχι σε όραμα, να μπαίνει από την κεντρική πύλη του ναού. Την συνόδευαν οι παρθένοι Ιωάννης ο Πρόδρομος και Ιωάννης ο Θεολόγος και πλήθος αγγέλων. Αφού μπήκε μέσα στο ναό προχώρησε στον σολέα. Εκεί γονάτισε και προσευχήθηκε πολλή ώρα με θερμά δάκρυα υπέρ της σωτηρίας των πιστών, ενώ την βλέπανε μόνο ο Ανδρέας και ο Επιφάνιος. Αφού προσευχήθηκε για πολύ η Θεοτόκος σηκώθηκε και μπήκε μέσα στο ιερό, όπου φυλασσόταν το μαφόριο της δηλαδή το τσεμπέρι της, το πήρε στα χέρια της και βγαίνοντας έξω το άπλωσε πάνω από τους πιστούς, για να δείξει ότι τους σκέπει και τους προστατεύει.

Αυτό είναι το γεγονός το οποίο στάθηκε αφορμή η Εκκλησία μας να καθιερώσει την γιορτή της αγίας Σκέπης δηλαδή τη γιορτή προς τιμή της Παναγίας, η οποία σαν τη φωτοφόρο νεφέλη που σκέπαζε τη μέρα και φώτιζε τη νύχτα τους Ισραηλίτες στην έρημο, σκέπει και προστατεύει το λαό του Θεού και φωτίζει τους πιστούς στο δρόμο για την τελείωση. Πως μας σκεπάζει και πως μας προστατεύει η Παναγία μας; Με τις προσευχές της, με τις παρακλήσεις της και με τα δάκρυά της.

Μα θα μου πείτε, είναι τόσο μεγάλο το γεγονός που η Παναγία μας προσεύχεται για μας, ώστε η Εκκλησία μας να έχει ιδιαίτερη γιορτή γι’ αυτό το γεγονός; Ναι μάλιστα είναι μεγάλο και σπουδαίο και ζωτικής σημασίας. Λέγει κάπου ο ιερός Χρυσόστομος ότι πάντοτε έχουμε την ανάγκη των προσευχών των άλλων όσο και ενάρετοι και ευσεβείς κι αν είμαστε.

Παράδειγμα χαρακτηριστικό γι’ αυτό είναι ο απόστολος Παύλος, αυτός που ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού κι άκουσε άρρητα ρήματα, αυτός που ονομάσθηκε στόμα Χριστού, αυτός που είχε «νουν Χριστού», αυτός που «αναπλήρωνε τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού στο σώμα του», αυτός λοιπόν ο γίγας της αρετής και της ευσέβειας, πάντα ζητούσε τις προσευχές των χριστιανών. Αν και αυτοί που θα προσευχότανε για τον Παύλο δεν ήταν ούτε ανώτεροι του ούτε ισάξιοί του. Μοιάζει το γεγονός σαν ένας στρατιώτης να μιλά στον πρόεδρο της δημοκρατίας για τον στρατηγό. Κι όμως ο Παύλος όχι μόνο δεν αρνήθηκε τις προσευχές των χριστιανών, αλλά αντίθετα τους προέτρεψε και τους παρακαλούσε να προσεύχονται για κείνον.

Στην προς Ρωμαίους (15,30) γράφει· «Παρακαλώ δε υμάς αδελφοί μου … συναγωνίσασθαί μοι εν ταις προσευχαίς υπέρ εμού προς τον Θεόν». Στους Εφεσίους (6,18-19) συνιστά δέηση περί «πάντων των αγίων» και περί εαυτού. Τους Κολοσσαείς (4,2-3) παροτρύνει «τη προσευχή προσκαρτερείτε … προσευχόμενοι άμα και περί ημών». Τους Θεσσαλονικείς (Α΄ Θεσ. 5,25 · Β΄ Θεσ. 3,1) παρακαλεί «αδελφοί προσεύχεσθε υπέρ ημών».

Όχι δε μόνο ζητά να προσεύχονται γι’ αυτόν και για τους συνεργάτες του, αλλά και πιστεύει ότι ήδη το κάνουν και στις προσευχές τους οφείλει την υγεία του και τη σωτηρία από μεγάλους κινδύνους (πρβλ. Φιλημ. 22 · Β΄ Κορ. 1,10-11).

Αλλά και ο Πέτρος δεν είπε τι μου χρειάζεται η προσευχή των άλλων αφού είμαι απόστολος, αφού ομολόγησα το θεανθρώπινο του Χριστού, αφού πάνω στην ομολογία μου στηρίχθηκε η Εκκλησία. Έτσι όταν ήταν στη φυλακή από τον Ηρώδη τον Αγρίππα τον Α΄, οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων προσευχόταν γι’ αυτόν με αποτέλεσμα να τον ελευθερώσει άγγελος Κυρίου κατά θαυμαστόν τρόπο.

Λοιπόν κι αν είσαι Παύλος κι αν είσαι Πέτρος έχεις ανάγκη των προσευχών των άλλων και μάλιστα των αγίων και μάλιστα της Παναγίας. Βέβαια οι αιρετικοί διαφωνούν στο σημείο αυτό και λένε να προσευχόμαστε κατ’ ευθείαν στο Θεό και όχι να επιζητούμε τις δεήσεις των αγίων. Ήδη τα παραδείγματα που αναφέραμε δίδουν την απάντηση, γιατί, αν μας χρειάζονται οι προσευχές των ζώντων και μη τελειωθέντων αδελφών μας, πόσο περισσότερο ωφέλιμες είναι οι προσευχές των αγίων. Ας αναφέρουμε όμως κι ένα χωρίο που είναι χαρακτηριστικό για το πόσο αναγκαία είναι η δέηση των δικαίων ζώντων και τεθνεώτων. Στον Αβιμέλεχ ένα βασιλιά της Αιγύπτου, που είχε υποπέσει σ’ ένα σοβαρό παράπτωμα, ο Θεός του είπε να προσφύγει στον Αβραάμ, που ήταν τότε στην Αίγυπτο, και να ζητήσει την προσευχή του. «Προφήτης εστί και προσεύξεται περί σου και ζήση» (Γεν. 20,7). 


Πως είναι ωφέλιμη η προσευχή των αγίων.

Αλλά ενώ η προσευχή έχει τεράστια δύναμη, ενώ είναι αναγκαία όσο ενάρετοι κι αν είμαστε, χρειάζεται μια προϋπόθεση για να καρποφορήσει. Και η προϋπόθεση είναι να προσπαθούμε κι εμείς· ν’ αγωνιζόμαστε· να μετανοούμε για τις αμαρτίες μας· να βιάζουμε τον εαυτό μας προς εξάσκηση της αρετής. Μη περιμένουμε τα πάντα από την προσευχή των αγίων, ενώ εμείς οι ίδιοι οκνεύουμε και τεμπελιάζουμε. Η αγιότητα δεν μεταδίδεται κατά μαγικό τρόπο· απαιτεί και ενεργό προσπάθεια εκ μέρους μας.

Έτσι ενώ ο Ιερεμίας προσευχήθηκε τρεις φορές για τους Εβραίους και στις τρεις φορές άκουσε το Θεό να λέγει· «Μη προσεύχου, μηδέ αξίου περί του λαού τούτου ότι ουκ εισακούσομαί σου» (7,16). Και ο Ιεζεκιήλ άκουσε το εξής· «και εάν ώσιν (είναι) οι τρεις ούτοι εν μέσω αυτής, Νώε και Δανιήλ και Ιώβ, αυτοί εν τη δικαιοσύνη αυτών σωθήσονται … η δε γη έσται εις όλεθρον» (14, 14-16). Και στον Ιερεμία είπε ο Θεός· «εάν στη (σταθεί) Μωσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς» (15,1). Και τα λέγει αυτά ο Θεός στον Ιερεμία και στον Ιεζεκιήλ για να τους δείξει όχι ότι δεν δέχεται την ικεσία τους και τους περιφρονεί, αλλά δεν αξίζουν οι Ιουδαίοι για να τους βοηθήσει. Γι’ αυτό και αναφέρει τα ονόματα του Νώε, του Δανιήλ, του Ιώβ, του Μωϋσή, και του Σαμουήλ, που είχαν καθιερωθεί ως άγιοι μεγάλου βεληνεκούς, θεοπρόβλητοι και θεάρεστοι. Είναι σαν να λέγει ο Θεός σήμερα· «Ακόμη και η Παναγία και οι απόστολοι και ο Χρυσόστομος και ο Αθανάσιος να προσευχηθούν για σας, δεν σας βοηθώ. Η κακία σας είναι απροσμέτρητη και φοβερή.

Είναι χαρακτηριστική και η λεπτομέρεια ότι η Παναγία μας άπλωσε το μαφόριο της εντός του ναού και σκέπασε όσους αγρυπνούσαν και προσευχόταν. Θέλει να πει ότι πρέπει να έχουμε ουσιαστική σχέση με την Εκκλησία για να μας σκεπάσει με τις πρεσβείες της.

Την έχουμε αυτή τη σχέση; Πηγαίνουμε στην Εκκλησία, κοινωνούμε, εξομολογούμαστε, αγρυπνούμε, νηστεύουμε, ελεούμε, συγχωρούμε, προσπαθούμε να τηρήσουμε τις εντολές; Ο καθένας ας ρωτήσει τον εαυτό του και ας δώσει προσωπικά και υπεύθυνα την απάντηση.

πηγή: http://pmeletios.com/ar_meletios/panagia/agia_skepi.html


Ἑορτή τῆς Ἁγίας Δεσποίνης Θεοτόκου
Λουκᾶ ι΄39-42, ια΄ 27-29
Κυριακὴ 28/10/2012


«Ὑπό τήν θείαν Σκέπην »
“Τῆς Σκέπης Σου, Παρθένε, ἀνυμνοῦμεν τάς χάριτας”
Ὑπάρχουν περίοδοι στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων καί τῶν λαῶν ἤ Ἐθνῶν κατά τήν διάρκεια τῶν ὁποίων ἀντιμετωπίζουν θανάσιμους κινδύνους. Τό βάρος τέτοιων θλίψεων πού εἶναι πολλές, φορές πολύ μεγαλύτερο ἀπό τίς δυνάμεις πού διαθέτουν προκαλεῖ ἀπελπισία ἀκόμη καί γιά τήν ζωή. Κι ὅμως ὁ Θεός σώζει καί τούς ἀνθρώπους καί τά ἔθνη ἀπό τέτοιους θανάσιμους κινδύνους.
Ἀπολαμβάνοντας οἱ ἄνθρωποι καί τά ἔθνη τήν θεία σωτηρία, τήν σωτήρια ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ στήν ζωή τους, μποροῦν νά ἠσυχάζουν. Ὁμολογοῦν μέ παρρησία ὅτι: «ἐλεήμων ὁ Κύριος καί δίκαιος καί ὁ Θεός ἡμῶν ἐλεεῖ» (Ψαλμ. 114,4). Καί προσκαλοῦν τήν ψυχή τους : «Ἐπίστρεψον ψυχή μου εἰς τήν ἀνάπαυσιν σου, ὅτι Κύριος εὐεργέτησέ σε, ὅτι ἐξείλετο μέ ἐκ θανάτου, τούς ὀφθαλμούς μου ἀπό δακρύων καί τούς πόδας μου ἀπό ὀλισθήματος» (Ψαλμ. 114,6-7).
Ἔναντι ὅλων τῶν θείων δωρεῶν καί ἐνεργημάτων οἱ εὐεργετηθέντες διαλαλοῦν τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. τήν φιλανθρωπία του, τήν δικαιοσύνη του, τήν παντοδυναμία του, τήν ἀλήθειά του καί τήν σοφία του. Αὐτό πράττομεν καί ἐμεῖς σήμερα. Τοῦτο ὀφείλουν νά πράττουμε πάντοτε εἰς τήν ζωή μας. Νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό καί Πατέρα μας «Πάντοτε καί γιά ὅλα». Θυμόμαστε τόν πειρασμό καί τήν δοκιμασία στήν ὁποία εἰσήλθαμεν «κρίμασιν οἷς Κύριος οἶδε» πρός 70 ἐτῶν περίπου. Θυμόμαστε τούς τρόπους μέ τούς ὁποίους ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος σκέπασε καί προστάτευσε τό εὐσεβές ἡμῶν Ἔθνος, ὅταν τό περικύκλωσαν ἐχθροί καί ἐπίβουλοι ἀπειλώντας το μέ ἀφανισμό. Ἀπ’ ὅλα αὐτά μᾶς ἔσωσε ὁ Κύριος, ἡ πρεσβεύουσα ὑπέρ ἡμῶν Παναγία Μητέρα του.
Γι’ αὐτό καί διερωτόμαστε : «Τί ἀνταποδώσωμεν τῷ Κυρίῳ περί πάντων» Καί ψάλλομεν μέ εὐχαριστίας «Τῆς σκέπης σου Παρθένε ἀνυμνοῦμεν τάς χάριτας».
Σήμερα ὅμως μᾶς δίνεται ἡ εὐκαιρία ὄχι μόνο νά ἀναπολήσουμε ἐκείνη τήν περίοδο τό ἔπος τοῦ 1940 ἀλλά καί νά διδαχθοῦμε ἀπ’ αὐτήν
α) Τούς πολέμους κι ὅλες τίς μεταξύ μας διαμάχες ἀπό καταβολῆς κόσμου καί μέχρι καί σήμερα, τούς προκαλεῖ ἡ πλεονεξία καί ἡ ἁμαρτωλότητα τῶν ἀνθρώπων. Ὅσο περισσότερο εἶναι ὑποτεταγμένοι εἰς τά πάθη τόσο πιό εὐάλωτοι καί πιό ἐπικίνδυνοι εἶναι γιά νά προκαλέσουν πολέμους νά σπείρουν τόν ὄλεθρον καί τήν καταστροφή. Πορνεία, φιλαργυρία, φιλαρχία, πλεονεξία κακία γεννοῦν ἀναντιρρήτως κατά τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πολέμους καί ἔριδες καί στάσεις καί διαμάχες.
Αὐτή εἶναι ἡ γνώμη τῶν Πατέρων μας. Ἰδού: Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει: «Ἡ πλεονεξία εἶναι μητέρα τῶν πολέμων καί οἱ πόλεμοι γεννοῦν τούς φόρους πού εἶναι ἡ αὐστηρότερη καταδίκη» (ΒΕΠ 59, 141, 2).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος τόνίζει: «Τίποτε δέν συμβάλλει τόσο πολύ σέ μάχη καί πόλεμο ὅσο ὁ ἔρωτας γιά τά παρόντα, ὅσο δηλαδή ἡ ἐπιθυμία γιά δόξα, γιά χρήματα ἤ γιά καλοπέραση» (P.G. 55, 343).
B) Ἄν καί οἱ πολέμιοι καί ὅλες οἱ ἄλλες ἀκαταστασίες προκαλοῦνται καί ἔχουν τήν ρίζα τους στήν ἁμαρτία ἐντούτοις ὁ Θεός τούς ἐπιτρέπει νά ἀπειλοῦν τούς δίκαιους. Ἡ παραχώρηση τοῦ Θεοῦ καί ἡ συγκατάθεση του γιά νά πολεμηθοῦν οἱ δίκαιοι καί οἱ ἐνάρετοι δίδεται γιά νά δοξασθοῦν οἱ δίκαιοι μέ τήν ἀνδρεία, τήν ὑπομονή, τήν ταπείνωση, τήν πτωχεία καί τίς ἄλλες ἀρετές. Σ’ αὐτόν τό πειρασμό ὁ πιστός δέν ἐγκαταλείπεται ἀνυπεράσπιστος στούς ἐχθρούς του, ὡς λεία, ἀλλά ἐνισχύεται ὑπό τῆς θείας χάριτος. Ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ ἔχει σύμμαχό τόν Θεό στήν ζωή του. Ἡ θεία συμμαχία καί ἡ παράταξις τοῦ Κυρίου εἰς τό πλευρό μας εἶναι τά ἀκαταμάχητα ὅπλα, ἡ ἀήττητος δύναμις, τό ἀπόρθητο τεῖχος, ἡ δύναμις πού μᾶς χαρίζει τήν νίκη.
γ) Αὐτή τήν ἴδια προστασία καί συμμαχία ἀπολαμβάνει ὁ πιστός ὄχι μόνο σέ καιρό πολέμου, ἀλλά πάντοτε. Οὐδέποτε ἐκλείπουν οἱ ἐχθροί πού τόν ἐπιβουλεύονται. Καί σήμερα καί στό μέλλον θά βρισκόμαστε ὡς ἔθνος ὑπό τήν θεία σκέπη, ὅταν ὅμως ζοῦμε μέ πίστη καί εὐσέβεια. Ἄν ἐγκαταλείψουμε τόν Θεό. Καί ὁ Θεός θά μᾶς ἐγκαταλείψει Εἶναι φοβερή ἡ ἀπειλή του : «ἰδού ἀφίεται ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος».
Στήν Ἱερά ἱστορία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ ὑπάρχουν καί περιπτώσεις θείας προστασίας καί βοηθείας ἀλλά καί ἐγκαταλείψεως. Ἔτσι ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι ἰσχύει ἕνας δίκαιος πνευματικός νόμος ὁ ὁποῖος δρᾶ εἴτε θέλουμε εἴτε δέν θέλουμε ἀνεξαρτήτως. Ποιός; Ἑνωμένος ὁ ἄνθρωπος ἤ ὁ λαός ὅλος μέ τόν Θεό εἶναι φοβερός στούς ἐχθρούς.
Χωρισμένος ὁ ἄνθρωπος ἤ ὁ λαός ἀπό τόν Θεό, ὁ λαός παραδίδεται εἰς δουλεία καί ταπείνωση.
Ἐπειδή ἀδελφοί μου ζοῦμε σέ καιρούς δύσκολους, ὅπου πολλοί «κυκλόθεν οἱ ἐχθροί» ὁρατοί καί ἀόρατοι ἄς μήν λησμονοῦμε αὐτήν τήν πείρα.
Αὐτή πού μᾶς διεφύλαξε καί μᾶς ἐδόξασε στό παρελθόν. Αὐτή θά μᾶς διατηρήσει ἐλεύθερους καί σώους καί τώρα καί στό μέλλον; Νά εἴμαστε ἀρεστοί στόν Κύριο ὅσο ζοῦμε. Γι’ αὐτό ἰδιαίτερα θά πρέπει νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό, τούς ἁγίους πού πρεσβεύουν γιά μᾶς στόν οὐράνιο Πατέρα μας, κυρίως ὅμως τήν Θεοτόκον πού σκεπάζει τό εὐσεβές ἡμῶν γένος τῶν πιστῶν χριστιανῶν, τό εὐσεβές γένος τῶν Ἑλλήνων.
«ΤΗΣ ΣΚΕΠΗΣ ΣΟΥ ΠΑΡΘΕΝΕ ΑΝΥΜΝΟΥΜΕΝ ΤΑΣ ΧΑΡΙΤΑΣ»


 28 Οκτωβρίου - Της Αγίας Σκέπης

Ἡ σημερινὴ ἡμέρα τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς Ἕλληνες ἡμέρα ἐθνικῆς χαρᾶς καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο.

Ἡμέρα χαρᾶς, διότι μὲ τὴν σκέπη τῆς Ὑπερμάχου Στραγητοῦ, τῆς κυρίας Θεοτόκου, ἡ μικρὴ Ἑλλάδα νίκησε τὸν πανίσχυρο ἄξονα Ἰταλίας-Γερμανίας. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μετέθεσε τὴν ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης ἀπὸ τὴν 1η Ὀκτωβρίου ποῦ ἦταν πρίν, στὴν 28η Ὀκτωβρίου. Πῶς ὅμως καθιερώθηκε ἡ θεομητορικὴ αὐτὴ ἑορτὴ στὴν ὁποία, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν ὀνομασία της παρουσιάζεται ἡ Παναγία μας νὰ σκεπάζει τὸν πιστὸ λαό της;

Στὰ χρόνια του βασιλέως Λέοντα τοῦ Μεγάλου (457-474 μ.Χ.) στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν γινόταν ἀγρυπνία. Ὁ Ναὸς αὐτὸς ἔχει ἕνα παρεκκλήσι, τὸ παρεκκλήσι τῆς ἁγίας Σοροῦ, ὅπου φυλάσσονταν ἡ τιμία ἐσθήτα τῆς Θεοτόκου, δηλαδὴ ὁ πέπλος της, καὶ μέρος τῆς τιμίας ζώνης της. Στὴν ἀγρυπνία λοιπὸν αὐτὴ πῆγε καὶ ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Κατὰ τὰ μεσάνυχτα ὁ ὅσιος εἶδε κάποιο ὅραμα. Εἶδε τὴν Θεοτόκο Μαρία νὰ προχωρεῖ ἀπὸ τὴν κεντρικὴ πύλη πρὸς τὸ θυσιαστήριο. Φαινόταν πολὺ ψηλὴ καὶ εἶχε λαμπρὴ τιμητικὴ συνοδεία λευκοφόρων ἁγίων. Ἀνάμεσά τους ξεχώριζαν ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος. Ὅταν ἔφτασε ἡ Θεοτόκος στὸν σολέα, γονάτισε καὶ προσευχήθηκε πολλὴ ὥρα μὲ θερμὰ δάκρυα ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῶν πιστῶν. Μετὰ τὴν δέηση μπῆκε στὸ θυσιαστήριο καὶ κατόπιν μὲ μιὰ χαριτωμένη καὶ σεμνὴ κίνηση ἔβγαλε ἀπὸ τὴν ἄχραντη κεφαλὴ της τὸ ἀστραφτερό της μαφόριο καὶ καθὼς ἦταν μεγάλο καὶ ἐπιβλητικό, τό ἅπλωσε μὲ τὰ πανάγια χέρια της σὰν σκέπη πάνω στὸ ἐκκλησίασμα. Ἔτσι ἁπλωμένο τὸ ἔβλεπε γιὰ πολλὴ ὥρα, νὰ ἐκπέμπει θεϊκὴ δόξα. Ὅσο φαινόταν ἐκεῖ ἡ Κυρία Θεοτόκος, φαινόταν καὶ τὸ μαφόριο νὰ σκορπίζει τὴ χάρη της. Ὅταν ἐκείνη ἄρχισε νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, ἄρχισε καὶ ἡ θεία Σκέπη νὰ μικραίνει λίγο-λίγο καὶ νὰ χάνεται. Τὸ ἱερὸ αὐτὸ μαφόριο, ποῦ φυλασσόταν ἐκεῖ, συμβόλιζε τὴ χάρη, ποῦ παρέχει ἡ Θεοτόκος στοὺς πιστούς. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ ὅραμα, ποῦ εἶδαν ὁ ὅσιος Ἀνδρέας καὶ ὁ μαθητὴς του Ἐπιφάνιος, καθιερώθηκε ἡ ἑορτὴ τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, γιὰ νὰ μᾶς ὑπενθυμίζει πῶς ἡ Παναγία, μᾶς σκεπάζει καὶ μᾶς προστατεύει μὲ τὶς παρακλήσεις της καὶ μὲ τὰ δάκρυά της.

Ἔτσι τὴν ἔβλεπαν καὶ  οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες τὸ 1940 πάνω στὰ χιονισμένα βουνὰ, νὰ τοὺς σκεπάζει καὶ νὰ τοὺς προστατεύει ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Δὲν χωράει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἔνδοξος νίκη τῶν Ἑλλήνων τὸ 1940 ἀποτελεῖ ἕνα θαῦμα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Στὰ κρίσιμα ἐκεῖνα χρόνια τοῦ πολέμου οἱ Ἕλληνες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἐμπιστεύθηκαν τὸν ἀγώνα τους στὰ χέρια τῆς Παναγίας. Δὲν εἶχαν στὴ διάθεσή τους τὰ σύγχρονα πολεμικὰ ὅπλα, ποὺ διέθεταν οἱ Ἰταλοί. Εἶχαν ὅμως ὡς ἰσχυρὸ ἐφόδιο μέσα στὴν καρδιὰ τους τὴν τὴν θερμὴ πίστη πρὸς τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. Καθημερινὰ γέμιζαν οἱ ναοὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔψαλλαν οἱ πιστοὶ τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας καὶ ζητοῦσαν νὰ ὑπερασπιστεῖ τὸ δίκαιό τους. Καὶ τὴν ἔβλεπαν τὰ παλληκάρια μας ζωντανή, νὰ τοὺς ἐμψυχώνει καὶ νὰ τοὺς σκεπάζει, ὅταν πολεμοῦσαν στὸ μέτωπο. Χάρη στὴ Σκέπη τῆς Παναγίας μας οἱ στρατιῶτες ἔπαιρναν θάρρος, περιφρονοῦσαν τὴ λογική των ἀριθμῶν καὶ ἀντιστέκονταν στὶς σιδερόφρακτες στρατιὲς τοῦ ἄξονα μὲ τέτοιο ἡρωισμὸ, ποῦ ὅλοι τούς κοίταζαν μὲ μεγάλο θαυμασμό. Θυσιάστηκαν γιὰ νὰ ζοῦμε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι.

Ἀλλὰ καὶ σήμερα πρέπει νὰ προστρέξουμε στὴ Σκέπη τῆς  Παναγίας μας, μὲ προσευχὲς καὶ δάκρυα, γιὰ νὰ σωθεῖ ἡ ἀγαπημένη μας πατρίδα. Οἱ σημερινοὶ ἐπίδοξοι κατακτητές μας, οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τῆς νέας τάξεως πραγμάτων, ποὺ προωθοῦν τὰ διεθνῆ Σιωνιστικὰ κέντρα τῆς Νέας Ἐποχῆς, ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τους τὸ διεθνὲς κεφάλαιο, δὲν ἦλθαν μὲ ὅπλα, μὲ ἅρματα καὶ μὲ ἀεροπλάνα, γιὰ νὰ μᾶς ὑποδουλώσουν καὶ νὰ πάρουν τὴ γῆ μας. Σήμερα οἱ εἰσβολεῖς χρησιμοποιοῦν ἄλλα μέσα, γιὰ νὰ κατακτήσουν τὰ ἐδάφη μας. Χρησιμοποιοῦν τὸν οἰκονομικὸ ἀποκλεισμό, δημιουργοῦν ὑπέρογκα χρέη, βάζουν ἀβάστακτους φόρους, προσπαθοῦν νὰ διαλύσουν τὴν παιδεία μας, νὰ ξηλώσουν τὸ ἱερὸ θεσμὸ τῆς οἰκογενείας, νὰ γκρεμίσουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, τὶς παραδόσεις μας. Παράλληλα ἔχουν ἐξαπολύσει, φανερὰ πλέον καὶ ἀπροκάλυπτα, ἕναν ἀνελέητο διωγμὸ ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο, νὰ ἀντιστρατευτοῦν στὸ ἔργο της, νὰ προβάλλουν ποικίλα ἐμπόδια, νὰ περιθωριοποιήσουν τὸν πνευματικὸ καὶ κοινωνικό της ρόλο. Μὲ μία σωρεία ἀντιχριστιανικῶν καὶ ἀντεθνικῶν νόμων, ἐπιδιώκουν νὰ ἀποχριστιανοποιήσουν τὸ λαό μας καὶ νὰ ἀλλοιώσουν τὴν ἐθνική μας ἱστορία, προβάλλοντας στὰ κανάλια νέο τρόπο ζωῆς χωρὶς Χριστὸ καὶ Ἑλλάδα.

Ὡστόσο γιὰ τὸ κατάντημα αὐτό, στὸ ὁποῖο φθάσαμε, ἐμεῖς εὐθυνόμαστε πρωτίστως καὶ κυρίως. Οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τίποτε δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ἐπιτύχουν, ἂν ἐμεῖς δὲν προδίδαμε ἀπὸ μόνοι μας τὸν πολύτιμο θησαυρὸ  τῆς πίστεως καὶ τὰ τιμαλφῆ τῆς ἑλληνοχριστιανικῆς μας Παραδόσεως. Οἱ ρίζες τοῦ κακοῦ βρίσκονται στὴν ἀποστασία καὶ τὴν ἀπομάκρυνσή μας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία. Στὸ ὅτι περιφρονήσαμε αἰώνιες ἀρχὲς καὶ ἀξίες, ποὺ συγκροτοῦν καὶ συνέχουν ὅλο το οἰκοδόμημα τοῦ ἐθνικοῦ καὶ κοινωνικοῦ μας βίου. Χλευάσαμε καὶ ὑβρίσαμε κάθε ἔννοια ἀρετῆς καὶ φιλοπατρίας. Ξεπουλήσαμε τὸν πολύτιμο θησαυρὸ τῆς ἑλληνορθοδόξου παραδόσεώς μας. Παραδοθήκαμε στὴν ἀσωτία, στὴν σπατάλη καὶ τὴν  πλεονεξία. Ἀνυψώσαμε ὡς ὑπέρτατη ἀξία στὴ ζωὴ μᾶς τὸ χρῆμα, ποὺ ἔγινε ὁ κύριος καὶ προσδιοριστικὸς παράγων κάθε ἐνέργειας στὴ ζωή μας. Στηρίξαμε τὶς ἐλπίδες μας ὄχι στὸν Θεὸ ἀλλὰ στὴν ἑνωμένη Εὐρώπη. Ὡστόσο τὸ εὐρωπαϊκὸ ὅραμα γιὰ μιὰ πανίσχυρη καὶ παγκόσμια οἰκονομικὴ δύναμη, μετατράπηκε σὲ ἐφιαλτικὸ ὄνειρο, σὲ χίμαιρα καὶ αὐταπάτη, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ Εὐρώπη ἀρχίζει καὶ νιώθει αἰσθητὰ πλέον τοὺς κραδασμοὺς ἀπὸ ἐνδεχόμενη κατάρρευση τῆς Εὐρωζώνης. Οἱ ὑποσχέσεις τῶν πολιτικῶν ἀποδείχθηκαν φουσκωμένα λόγια, ἀνόητα ψέματα. Ὁ θεὸς τῆς δημοκρατίας, στὸν ὁποῖο ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπίστευσε καὶ ἐλάτρευσε, δὲν μπόρεσε δυστυχῶς νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ οἰκονομική μας ἐξαθλίωση. Φθάσαμε στὸ σημεῖο μετὰ ἀπὸ 39 χρόνια δημοκρατικοῦ βίου, (ἀπὸ τὴν μεταπολίτευση καὶ ἐντεῦθεν), ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀπαξιώνει συλήβδην ὅλο το πολιτικὸ σύστημα. Ὁ λαός, πικραμένος καὶ ἀγανακτισμένος, δὲν ὑποφέρει πλέον νὰ βλέπει πολλοὺς πολιτικούς μας νὰ μεταβάλλονται σὲ πιόνια, σὲ πειθήνια ὄργανα ξένων συμφερόντων, σὲ ἀνθρωπάκια, ποὺ σκύβουν δουλοπρεπῶς τὸ κεφάλι καὶ ὑποτάσσονται στὶς ἐπιταγὲς τοῦ διεθνοῦς Σιωνιστικοῦ Συστήματος.

Ἐπειρεασμένοι καὶ διαποτισμένοι ἀπὸ τὴν κυρίαρχη ἰδεολογία τῆς Νέας Ἐποχῆς, ποὺ προβάλλεται κατὰ κόρον ἀπὸ τὰ ΜΜΕ, ὡς τὸ νέο ἐπιτυχημένο μοντέλο ζωῆς, ψηφίσαμε ἄθεα νομοθετήματα, διαλυτικά του θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας καὶ τῆς παιδείας, τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο. Ἡ παιδεία μας, ἡ ἐλπίδα τοῦ ἔθνους μας,  ἔχει ἐκφυλιστεῖ καὶ σχεδὸν ἀπονεκρωθῆ. Ἔχει ἀλλάξει τελείως ἰδεολογικὸ καὶ πνευματικὸ προσανατολισμό. Ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ καλλιεργεῖ, νὰ ἐμπνέει, νὰ ἐξυψώνει, νὰ διαπλάθει ἐλεύθερες καὶ ὁλοκληρωμένες προσωπικότητες, νέους μὲ ἀρετὴ καὶ ἦθος, μὲ ἁγνὴ φιλοπατρία καὶ ἠρωϊσμό, ἕτοιμους νὰ θυσιάσουν καὶ τὴν ζωὴ τοὺς ἀκόμη, ἂν χρειαστεῖ, γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος τῆς Πατρίδος. Τὰ διαζύγια καὶ οἱ ἐκτρώσεις αὐξάνουν κατὰ γεωμετρικὴ πρόοδο. Ἑκατοντάδες χιλιάδες ἀθῶες ὑπάρξεις φονεύονται κάθε χρόνο, προτοῦ καν προλάβουν νὰ γνωρίσουν τὸ φῶς αὐτοῦ του κόσμου, μὲ πριμοδότηση τῆς πολιτείας. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔφθαναν ὅλα αὐτά, κατέφθασε ἄλλο μεγάλο καὶ φοβερὸ κακό, σὰν ἐπιστέγασμα ὅλων των κακῶν, τὸ αἰσχρὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας, μὲ διοργανώσεις Gay Pride, φεστιβὰλ καὶ παρελάσεις ὁμοφυλοφίλων. Ὢ τῆς διαστροφῆς! Σὲ ποιὸ κατάντημα ἔφθασε ἡ πατρίδα μας! Πὼς δὲν ἔπεσε ἀκόμη φωτιὰ νὰ μᾶς κάψει, ὅπως κάποτε στὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα!

Ἡ ἀνεξέλεγκτη λαθρομετανάστευση ἀπειλεῖ, νὰ διασπάσει τὴν συνοχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑποσκάπτει τὰ θεμέλια της ἐθνικῆς μας ταυτότητος καὶ ἰδιοπροσωπίας καὶ ὁδηγεῖ σταδιακὰ στὴν πλήρη ἀλλοτρίωση τῆς Ἑλλάδος. Παραμένει μέχρι σήμερα, παρὰ τὶς ἐπισημάνσεις τῶν εἰδικῶν, ἕνα μεῖζον καὶ φλέγον ζήτημα, ποὺ ἔχει ἀνάγκη ἀποτελεσματικῆς ἀντιμετωπίσεως.

Ἡ Ἐκκλησία, ἐγκλωβισμένη στὰ δίχτυα τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Πανθρησκείας, στενάζει κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῆς φοβερῆς αὐτῆς αἱρέσεως καὶ ἀναζητεῖ τοὺς κατάλληλους ἐκείνους ἐκκλησιαστικοὺς ἡγέτες, ποὺ θὰ τὴν ἀπελευθερώσουν. Ἡ Ἑλλάδα αἱμορραγεῖ καὶ ἀργοπεθαίνει. Τὸ σκάφος τῆς Πατρίδος μᾶς φαίνεται νὰ πλέει μέσα σὲ πυκνὸ σκοτάδι, ἐν μέσω τρικυμισμένης θαλάσσης, χωρὶς  ἱκανοὺς καὶ ἔμπειρους κυβερνῆτες, πραγματικοὺς ἡγέτες μὲ πίστη στὸ Θεό, μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη γιὰ τὴν Πατρίδα, μὲ ὑψηλοὺς ὁραματισμούς, μὲ τόλμη καὶ ἠρωϊσμό, μὲ πολιτικὴ εὐστροφία καὶ διπλωματικὲς ἱκανότητες, μὲ παλμὸ καὶ ζωή. «Ὁ πλοῦς ἐν νυκτί, πυρσὸς οὐδαμοῦ», σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Καὶ τὸ χειρότερο, ἐνῶ φθάσαμε σὲ βάθος κακῶν, ἐξακολουθοῦμε νὰ παραμένουμε σὲ κατάσταση ἀμετανοησίας καὶ ἀναισθησίας.

Ὅμως, παρὰ τὴν τραγικότητα τῆς καταστάσεως, δὲν πρέπει νὰ ἀπελπιστοῦμε. Καιρὸς νὰ ἀνανήψουμε ἔστω καὶ τώρα, τὴν ἑνδεκάτη ὥρα, χωρὶς ἀναβολή. Ὁ λόγος τοῦ ἀποστόλου Παύλου «ὥρα ἠμᾶς ἤδη ἐξ’ ὕπνου ἐγερθῆναι» (Ρωμ.13,11) εἶναι ἰδιαίτερα ἐπίκαιρος στὴν παροῦσα περίσταση. Καιρὸς νὰ μετανοήσουμε. Τώρα, χωρὶς ἀναβολή. Ἀργότερα ἴσως εἶναι πλέον ἀργά. Νὰ ὁμολογήσουμε μὲ συντριβὴ τὴν ἀποστασία μας καὶ νὰ κάνουμε στροφὴ 180 μοιρῶν. Καιρὸς νὰ ἐπιστρέψουμε ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς τῆς παραβολῆς στὸν Κύριο, νὰ ἐπιστρέψουμε στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὡς πρόσωπα καὶ ὡς Ἔθνος. Μὲ ἐκτενεῖς δεήσεις καὶ προσευχές, μὲ ἀγρυπνίες καὶ λιτανεῖες. Νὰ παραδεχθοῦμε τὰ λάθη μας καὶ νὰ ἀρχίσουμε τὴν διόρθωση. Νὰ ἀναλάβουμε ὁ καθένας τὶς εὐθύνες του. Νὰ ἐπαναξιολογήσουμε καὶ νὰ ἐγκολπωθοῦμε τὸν πνευματικὸ καὶ ἐθνικό μας πλοῦτο, τὴν πνευματική μας κληρονομιά. Νὰ ἐμπνευσθοῦμε ἀπὸ τὴν ἔνδοξη ἐθνική μας ἱστορία, ἀπὸ τὰ ἠρωϊκὰ κατορθώματα τῶν προγόνων μας. Νὰ κλείσουμε τὰ αὐτιά μας στὴν στοχευμένη ἐθνομηδενιστικὴ ἰδεολογία τῆς Νέας Ἐποχῆς, ποὺ προβάλλεται καὶ πλασσάρεται ἀπὸ τὰ ΜΜΕ. Καὶ τέλος καλούμαστε, νὰ παρακαλέσουμε ἐκτενῶς τὸν Κύριο, νὰ ἀναδείξει ἄρχοντες ἱκανούς, ἡγέτες μὲ πίστη καὶ ἀγάπη πρὸς τὴν Ἐκκλησία, μὲ νοῦν Χριστοῦ, ἀνθρώπους τῆς ἀρετῆς, ἀληθινοὺς πατριῶτες, μὲ ὑψηλοὺς ὁραματισμούς, πολιτικὴ σύνεση καὶ ἠρωϊκὴ βούληση. Μόνον τότε μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε σὲ ἀνάκαμψη καὶ ἀνάσταση τῆς Πατρίδος μας. Μόνον ἔτσι θὰ ξεπλύνει τὸν διεθνῆ διασυρμὸ καὶ χλευασμό, τὸν ὁποῖον τώρα ὑφίσταται. Μόνον ἔτσι θὰ μπορέσει καὶ πάλι νὰ μεγαλουργήσει καὶ νὰ γράψει νέες σελίδες δόξης.

Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου.