ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μθ. 9, 27-35)

Ἡ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ ὁ­μι­λεῖ γιὰ συγ­κε­κρι­μέ­να θαύ­μα­τα τοῦ Ἰ­η­σοῦ, προ­ϋ­πό­θε­ση τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι ἡ πί­στη τῶν ἀν­θρώ­πων στὸ πρό­σω­πό του. Οἱ δύ­ο τυ­φλοὶ ὁ­μο­λο­γοῦν τὴν πί­στη τους σὲ αὐ­τόν, ἐ­νῷ γιὰ τὸν κω­φὸ καὶ δαι­μο­νι­ζό­με­νο, ἕ­νε­κα τῆς τρα­γι­κῆς κα­τά­στα­σής του, ἡ πί­στη στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἐκ­φρά­ζε­ται ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν γιὰ θε­ρα­πεί­α.

Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη τὰ θαύ­μα­τα δὲν γί­νον­ται ἀ­προ­ϋ­πό­θε­τα μὲ στό­χο τὴν κα­τά­πλη­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων. Σὲ τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση τὰ θαύ­μα­τα ἀ­φί­σταν­ται τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ καὶ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸν διά­βο­λο καὶ τὶς δι­ά­φο­ρες προ­λή­ψεις. Τὰ θαύ­μα­τα, τό­σο τὰ ρη­τῶς ἀ­να­φε­ρό­με­να, ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ ἁ­πλῶς μαρ­τυ­ροῦν­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τῶν Εὐ­αγ­γε­λί­ων, σχε­τί­ζον­ται μὲ τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τὴν Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ποὺ ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται στὴ γῆ καὶ ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀλ­λα­γὴ τοῦ σχή­μα­τος τοῦ κό­σμου τού­του. Ἔ­τσι, τὰ θαυ­μα­στὰ ἔρ­γα τοῦ Χρι­στοῦ, τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν δη­λώ­νον­ται ὡς θαύ­μα­τα, ἀλ­λὰ ὡς «ση­μεῖ­α» ἢ ὡς «ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα», δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­μο­νω­θοῦν καὶ νὰ νο­η­θοῦν ξε­χω­ρι­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση.

Τὸ θαῦ­μα εἶ­ναι ἐν­ταγ­μέ­νο στὴν ὅ­λη πο­ρεί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ δὲν θε­ω­ρεῖ­ται ὡς κά­τι τὸ ξε­χω­ρι­στὸ καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρο. Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως ἡ ἴ­δια ἡ ἱ­στο­ρί­α καὶ ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­να θαῦ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ πο­ρεύ­ε­ται πρὸς τὴ με­τα­μόρ­φω­ση σὲ και­νὴ γῆ καὶ και­νὸ οὐ­ρα­νό. Τὰ θαύ­μα­τα, ὡς γε­γο­νό­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας, φα­νε­ρώ­νουν τὴ θεί­α δό­ξα στὸν κό­σμο καὶ τὸν με­τα­μορ­φώ­νουν.

Τὸ θαῦ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἔκ­φαν­ση τῆς ὅ­λης πο­ρεί­ας τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας, ὅ­που ἀ­φε­τη­ρί­α εἶ­ναι ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ πέ­ρας ἡ τε­λεί­ω­ση τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Θε­οῦ, ποὺ δὲν ἀ­πο­βλέ­πει στὸ νὰ μᾶς ἐν­τυ­πω­σιά­σει ἢ νὰ μᾶς κα­τα­πλή­ξει, ἀλ­λὰ στο­χεύ­ει στὸ νὰ μᾶς ἁ­γι­ά­σει καὶ νὰ μᾶς σώ­σει.

Τὰ θαύ­μα­τα ἀ­πο­τε­λοῦν «ση­μεῖ­α», δη­λα­δὴ ἀ­πο­δει­κτι­κὰ μέ­σα, δι­ὰ τῶν ὁ­ποί­ων δη­λώ­νον­ται τό­σο ὁ χα­ρα­κτή­ρας τοῦ ἔρ­γου, ὅ­σο καὶ ἡ θεί­α φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Τὰ θαύ­μα­τα ἀ­νοί­γουν μί­α θύ­ρα στὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ κό­σμου ποὺ ἐγ­και­νι­ά­ζει ὁ Χρι­στός. Αὐ­τὴ ἡ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα βρί­σκε­ται στὸν ἀν­τί­πο­δα τῆς πα­ρὰ φύ­ση πο­ρεί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α ξε­κί­νη­σε μὲ τὴν πα­ρα­κο­ή. Ἡ ἐν λό­γῳ πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ ἐ­γω­ι­σμό, κα­τέ­λη­γε σὲ σύγ­κρου­ση μὲ τὸν Δη­μι­ουρ­γὸ καὶ ση­μα­το­δο­τοῦ­σε ἕ­να πα­ρὰ φύ­ση κό­σμο. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση λυ­τρώ­νει ἡ ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ρα­πεύ­ει καὶ ἀ­να­και­νί­ζει τὴ δη­μι­ουρ­γί­α του.

Τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ πι­στο­ποι­εῖ­ται δι­ὰ τῶν θαυ­μά­των καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος. Οἱ θε­ρα­πεῖ­ες τῶν ἀ­σθε­νῶν καὶ οἱ ἀ­να­στά­σεις νε­κρῶν δει­κνύ­ουν τὴ νί­κη τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πὶ τῆς ἀ­σθέ­νει­ας καὶ τῆς φθο­ρᾶς, ἡ ἐκ­δί­ω­ξη τῶν πο­νη­ρῶν πνευ­μά­των φα­νε­ρώ­νει τὴ νί­κη του ἐ­πὶ τοῦ κο­σμο­κρά­το­ρα δια­βό­λου καὶ τὰ θαύ­μα­τα ὑ­πό­τα­ξης τῶν φυ­σι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἀρ­ξα­μέ­νη θε­ρα­πεί­α τῆς πε­σού­σης κτί­σε­ως. Συ­νε­πῶς τὰ θαύ­μα­τα ἀ­πο­τε­λοῦν μυ­στή­ρι­ο καὶ πρό­γευ­ση τοῦ μέλ­λον­τος κό­σμου. Ἑ­νὸς κό­σμου, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπο­ρεῖ νὰ προ­σεγ­γι­στεῖ καὶ νὰ βι­ω­θεῖ δι­ὰ τῆς ἔμ­πρα­κτης πί­στης πρὸς τὸν Χρι­στό. Ὅ­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε τὰ θαύ­μα­τα δὲν ἐ­πι­τε­λοῦν­ται ὥ­στε νὰ κα­τα­πλή­ξουν, νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν καὶ νὰ ὁ­δη­γή­σουν στὴν πί­στη τοὺς θε­α­τὲς καὶ τοὺς ἀ­κρο­α­τὲς τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἀντ’ αὐ­τοῦ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὴν στέ­ρε­η πί­στη στὸν Χρι­στὸ καὶ στὴν ἀ­πο­στο­λή του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς ἀρ­νή­θη­κε νὰ ἐ­πι­τε­λέ­σει κά­ποιο θαῦ­μα, ὅ­ταν ἡ πρό­σκλη­ση πρὸς αὐ­τὸ ἀ­φο­ροῦ­σε τὸν ἐν­τυ­πω­σι­α­σμό. Ση­μει­ώ­νε­ται δὲ ὅ­τι ἡ πί­στη δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ θε­ώ­ρη­μα, ἀλ­λὰ ἔμ­πρα­κτη στρο­φὴ τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τὴν και­νὴ ζω­ὴ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὁ Χρι­στός. Ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς το­πο­θε­τεῖ­ται καὶ ἡ τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ, ὡς ἐν­δει­κτι­κὸ ση­μεῖ­ο τῆς νέ­ας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει ὅ­μως ἡ πί­στη, τό­τε ἐ­πι­τε­λοῦν­ται τὰ θαύ­μα­τα ὡς με­τα­μόρ­φω­ση τῶν συ­νε­πει­ῶν τῆς πτώ­σης καὶ τῆς φυ­σι­κῆς ζω­ῆς, σὲ νέ­α ἐν Χρι­στῷ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

Συ­νε­πῶς, ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Χρι­στοῦ προ­σφέ­ρει τὴν ἀ­νά­πλα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τὴν ἀ­να­καί­νι­ση  τῆς κτί­σε­ως, τὴν κα­τα­πά­τη­ση τοῦ δια­βό­λου καὶ τὴν κα­τάρ­γη­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του. Ὅ­λα τοῦ­τα φα­νε­ρώ­νον­ται δι­ὰ τῶν θαυ­μά­των. Προ­ϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι πάν­το­τε ἡ πί­στη στὸ πρό­σω­πο καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ.

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ´ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ)



῾Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια᾽ (Ματθ. 9, 34)

Δύο θαύματα του Κυρίου προβάλλει το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα: το θαύμα της θεραπείας δύο τυφλών και το θαύμα της θεραπείας ενός δαιμονισμένου. Τα θαύματα συνιστούν μία πρόκληση, είτε θετική είτε αρνητική, για όλες τις εποχές -  κάτι που το διαπιστώνουμε και  στο ανάγνωσμα - αλλά και στη σημερινή εποχή, ακόμη και σε θεωρούμενους χριστιανούς, γι’  αυτό και μία προσέγγισή τους ίσως βοηθήσει λίγο περισσότερο στην κατανόησή τους. Η αρνητική αντίδραση μάλιστα των Φαρισαίων «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» μας δίνει την ιδιαίτερη αφορμή.

1. Καταρχάς είναι αδιαμφισβήτητη η πραγματικότητα των θαυμάτων του Χριστού, δεδομένου ότι πλην ορισμένων περιπτώσεων  τα πραγματοποιούσε ενώπιον πλήθους ανθρώπων, μέσα στο οποίο βρίσκονταν και πολλοί ενάντιοι και εχθροί του, σαν τους Φαρισαίους του σημερινού αναγνώσματος. Ήταν μάλιστα τόσο ολοφάνερα τα θαύματα αυτά, ώστε κανείς δεν μπορούσε να τα αμφισβητήσει, ούτε κι αυτοί οι Φαρισαίοι, οι οποίοι όμως φρόντιζαν να τα ερμηνεύουν με τον δικό τους τρόπο. Πράγματι, τα θαύματα του Χριστού ήταν μέσα στην καθημερινότητα της επί γης παρουσίας Του. Όπως το σημειώνει και το ευαγγέλιο: «εκήρυσσε το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού και εθεράπευε πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ». Κήρυγμα και θαύματα πάνε πάντα μαζί, όταν μιλάμε για τον Κύριο. Γι’  αυτό και το θαύμα θεωρείται στην πραγματικότητα προέκταση και επιβεβαίωση του κηρύγματός Του, κάτι ανάλογο ίσως  με τη σφραγίδα ενός εγγράφου, που βεβαιώνει τη γνησιότητά του.
Έτσι φαίνεται πολύ καθαρά ότι όλες οι προσπάθειες που έγιναν παλαιότερα, από προτεστάντες μελετητές της Αγίας Γραφής, να απομυθοποιήσουν, καθώς έλεγαν, το Ευαγγέλιο, δηλαδή να διαγράψουν ως μύθο το θαύμα από το κήρυγμα του Χριστού, έπεσαν στο κενό: αλλοίωσαν δραματικά το ίδιο το ευαγγέλιο και διέστρεψαν το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αλλά από αιρετικούς που δεν πιστεύουν στη θεότητα του Κυρίου μας, δεν περιμένει κανείς περισσότερα πράγματα.  Ακόμη και σ’  αυτούς όμως τα πράγματα σήμερα έχουν αλλάξει.

2. Ενώ λοιπόν το θαύμα κατανοείται ως «παράθυρο που φανερώνει τη Βασιλεία του Θεού», όπως εύστοχα έχει χαρακτηριστεί, όμως απαρχής αντιμετωπίστηκε μ’  ένα διπλό τρόπο, κάτι που μας το δείχνει και το υπ’ όψιν ευαγγελικό ανάγνωσμα: ο μεν απλός λαός «εθαύμασε» για το θαύμα του Χριστού, θεωρώντας μοναδική την παρουσία Του, οι δε Φαρισαίοι αντέδρασαν δίνοντας τη γεμάτη άρνηση και απιστία ερμηνεία τους: «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια». Τι σημαίνουν αυτά;

(1) Ο λαός θαυμάζει, γιατί με την απλότητά του πιστεύει ότι το θαύμα φανερώνει ακριβώς την παρουσία του Θεού: ό,τι μόλις παραπάνω επισημάναμε. Κι η στάση του απλού πιστού λαού είναι συνήθως η δοξολογία του ονόματος του Θεού. Αυτό συνιστά και το κριτήριο διάκρισης των αληθινών από τα ψεύτικα θαύματα, τα οποία βεβαίως υφίστανται, αλλά ως προερχόμενα από τις δαιμονικές δυνάμεις: το εκ Θεού θαύμα, το αληθινό, κινητοποιεί τον καλοπροαίρετο άνθρωπο στην αναφορά του προς τον Θεό, το εκ δαιμόνων «θαύμα», το ψεύτικο, πέραν του ότι έχει προσωρινό χαρακτήρα, δημιουργεί φόβο στον άνθρωπο και αποσκοπεί στην υποδούλωση του στον πονηρό. Το ένα φέρνει το «οξυγόνο» της ελευθερίας του Πνεύματος του Θεού, το άλλο φέρνει το «πνίξιμο» της δαιμονικής παρουσίας.

(2)  Οι Φαρισαίοι αντιδρούν και αμφισβητούν, μη αποδεχόμενοι την ενέργεια  του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αποκαλύπτονται λοιπόν τυφλοί πνευματικά, όπως άλλωστε πολλές φορές ο Κύριος τους είχε χαρακτηρίσει έτσι. Διότι η αδυναμία επισημάνσεως της χάριτος του Θεού στην παρουσία και την ενέργεια του Κυρίου, αδυναμία δηλαδή να δουν το φως του Θεού, σημαίνει τη σκοτεινιά της ψυχής τους, την οποία βεβαίως δημιουργούν οι πονηρές δυνάμεις. Ο διάβολος είναι αυτός που κρατάει κλειστά τα «μάτια» των ανθρώπων, λόγω βεβαίως των ενεργουμένων παθών τους, της υπερηφάνειας και του μίσους. Η κατάσταση αυτή συνιστά αυτό που ο Κύριος έχει χαρακτηρίσει  ως βλασφημία του αγίου Πνεύματος. Ποιος άλλος βλασφημεί το Πνεύμα του Θεού, ει μη ο αρνούμενος να αποδεχτεί την ενέργειά Του, συνεπώς ο αμετανόητος; Κι ο Κύριος είπε τα σκληρότερα και φοβερότερα λόγια για την κατάσταση αυτή: δεν πρόκειται ποτέ να λάβει κανείς τη συγχώρηση του Θεού, ούτε στον κόσμο τούτο ούτε στην αιωνιότητα.
Το γεγονός ότι με την ερμηνεία τους οι Φαρισαίοι αποκαλύπτονται οι ίδιοι δαιμονοκρατούμενοι, επιβεβαιώνεται πολλαπλώς σήμερα, ακόμη και εκτός της χριστιανικής πίστεως. Η ίδια η ψυχολογία, ήδη από της αρχής της εμφανίσεώς της ως επιστήμης, έχει μιλήσει για το ψυχολογικό φαινόμενο της «προβολής», δηλαδή το φαινόμενο κατά το οποίο κάποιος ερμηνεύει αυτό που βλέπει με βάση το περιεχόμενο της καρδιάς του: ό,τι έχει μέσα του αυτό και «βλέπει» - το προβάλλει – στους άλλους. Οι Φαρισαίοι λοιπόν αυτό που είχαν – τα δαιμόνια – αυτό και έβλεπαν στον Χριστό.

3. Το θαύμα λοιπόν, για να επανέλθουμε, απαιτεί την πίστη του ανθρώπου, όταν αυτός έχει καλή προαίρεση και η πονηρία δεν έχει διαβρώσει την ψυχή του. Η πίστη που απαιτείται για την αποδοχή του λόγου του Θεού, η ίδια απαιτείται και για την «όραση» του θαύματος. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Κύριος, όπως φαίνεται και στη θεραπεία των δύο σήμερα τυφλών, ζητά πάντοτε την πίστη των ανθρώπων, ως εμπιστοσύνη στο πρόσωπό Του, προκειμένου να τους παράσχει τη θεραπευτική χάρη Του. Και μάλιστα ο Κύριος προχωράει και πιο πέρα: «κατά την πίστιν υμών, λέει, γενηθήτω υμίν». Θα βλέπετε δηλαδή ενεργούμενη τη δύναμή μου, κατά την αναλογία της πίστης σας. Μεγάλη πίστη, μεγάλο θαύμα και μεγάλη θεϊκή παρουσία. Μικρή πίστη, λειψό και το αποτέλεσμα. Εν προκειμένω, πρόσωπα καθοδηγητικά για τη μεγάλη πίστη και τα σημάδια της, γίνονται ο ρωμαίος εκατόνταρχος που ζητούσε τη θεραπεία του δούλου του, η Χαναναία γυναίκα που ζητούσε τη θεραπεία της κόρης της.

4. Κι είναι βεβαίως γνωστό σε όλους ότι η πίστη αυτή, που φέρνει τη δραστική παρουσία της χάριτος του Θεού και κινητοποιεί και βουνά, υπάρχει και αυξάνει, στο βαθμό που ο άνθρωπος μπαίνει στην τροχιά της αγάπης, του κεντρικού θελήματος του Θεού γι’ αυτόν. Όσο κανείς αγαπά και αγωνίζεται να εξαλείφει από την καρδιά του οποιαδήποτε πίκρα και κακία κατά των συνανθρώπων του, ακόμη και των εχθρών του, τόσο θα βλέπει να φουντώνει και η πίστη του, συνεπώς το θαύμα θα γίνεται ένα με την ύπαρξή του. Πράγματι, στη ζωή όλων των αγίων μας, λόγω ακριβώς της μεγάλης τους πίστης, ενεργουμένης ως αγάπης, το θαύμα ήταν στοιχείο της φυσικής τους ζωής, της καθημερινότητάς τους.
(ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΓ. ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΑΜΑΤΙΚΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ)


῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽ (Β´ Τιμ. 2, 8)

α. Τόν ῾καλόν στρατιώτην ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ᾽ μεγαλομάρτυρα ἅγιο Παντελεήμονα τόν ἰαματικό πού τιμᾶ ἐνδόξως σήμερα ἡ ᾽Εκκλησία μας φωτίζει τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, παρμένο ἀπό τήν ποιμαντική λεγόμενη ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου τήν Β´ πρός Τιμόθεον. ῞Οσα προτρεπτικά λέει ὁ ἀπόστολος γιά τόν μαθητή καί συνεργάτη του ἅγιο Τιμόθεο τά βλέπουμε ἐφαρμοσμένα ἤδη στόν ἅγιο Παντελεήμονα: ἡ δύναμή του ἦταν ἡ χάρη τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κακοπάθησε ὡς καλός στρατιώτης ᾽Εκείνου, ἀθλήθηκε νόμιμα, ἡ διαρκής μνήμη του ἦταν ὁ ἀναστημένος ᾽Ιησοῦς Χριστός. Κι ἡ ᾽Εκκλησία μας βεβαίως τά στοιχεῖα αὐτά πού μᾶς ὁδηγοῦν στή σωτηρία μας μᾶς τά προβάλλει ἔντονα, προκειμένου νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας πάνω σ᾽ αὐτά καί νά πορευόμαστε ἀντιστοίχως στή ζωή μας. Κατεξοχήν μάλιστα ἡ μνήμη μας πρέπει νά εἶναι διαρκῶς στόν ἀναστημένο ἀπό τούς νεκρούς ᾽Ιησοῦ Χριστό καί ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ. ῾Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστόν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽.

β. 1. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος δέν μᾶς καλεῖ μέσω τῆς προτροπῆς του στόν ἅγιο Τιμόθεο νά μνημονεύουμε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς ἕνα πρόσωπο τῆς ἱστορίας γιά παιδαγωγικούς σκοπούς. ῾Η προτροπή του δηλαδή δέν ἔχει τήν ἔννοια μίας ἀνάμνησης πού ἀναπλάθει ἀπό τό παρελθόν ἕνα πρότυπο γιά παραδειγματισμό, ὅπως τό βλέπουμε νά συμβαίνει στίς διάφορες ἐπετείους σπουδαίων ἱστορικῶν γεγονότων ἤ ἀκόμη καί στή μνήμη τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτό γιατί μία τέτοια μνημόνευση σημαίνει ὅτι τό πρόσωπο ἤ τό γεγονός ἀνήκει στό παρελθόν κι ἐπειδή ἔχει κάποια ἰδιαίτερη ἀξία θέλουμε νά τό προβάλλουμε ὡς καθοδηγητικό στοιχεῖο καί γιά τή δική μας ζωή στό παρόν.
῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου ἔχει πολύ μεγαλύτερο βάθος κι ἐκφράζει τήν πίστη τοῦ ἴδιου καί τῆς ᾽Εκκλησίας γιά τό ποιός εἶναι ὁ ᾽Ιησοῦς Χριστός καί ποιά εἶναι ἡ σχέση μας μέ ᾽Εκεῖνον. ῾Ο ᾽Ιησοῦς Χριστός πού πρέπει νά μνημονεύουμε εἶναι ὁ ῾ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν᾽, δηλαδή εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού μέ τήν ἀνάστασή Του φανέρωσε τή θεότητά Του ὡς Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, καί ταυτοχρόνως εἶναι τέλειος ἄνθρωπος ὡς καταγόμενος ῾ἐκ σπέρματος Δαυΐδ᾽. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἀπόστολος καλεῖ νά μνημονεύουμε ᾽Εκεῖνον πού εἶναι ζωντανός καί διαρκῶς παρών στή ζωή μας καί τή ζωή σύμπαντος τοῦ κόσμου, συνεπῶς καλεῖ νά ἔχουμε ἀνοικτά τά μάτια τῆς πίστης, γιά νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα πού ζοῦμε στήν ᾽Εκκλησία: τόν Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο πού μᾶς προσέλαβε στόν ῾Εαυτό Του καί μᾶς ἕνωσε μέ τόν Θεό.

2.  Μέ ἄλλα λόγια ἡ μνημόνευση αὐτή τοῦ Κυρίου ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ συνιστᾶ τήν αὐτονόητη ἐν πίστει κίνηση τοῦ μέλους τῆς ᾽Εκκλησίας, τοῦ βαπτισμένου καί χρισμένου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ζώντας τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ὕπαρξή του ὡς ἐνδεδυμένος ᾽Εκεῖνον - ῾ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε᾽ - Τόν ἀναπνέει ὅπως ἀναπνέει κανείς τόν ἀέρα γιά νά ζήσει. ῞Οταν ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σημειώνει ὅτι πρέπει νά μνημονεύουμε περισσότερο τόν Θεό ἀπό τό νά ἀναπνέουμε - ῾μνημονευτέον τοῦ Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον᾽ -, δηλαδή ἡ μνημόνευσή του εἶναι περισσότερο κι ἀπό θέμα ζωῆς καί θανάτου, αὐτό ἀκριβῶς σημειώνει: χωρίς Χριστό δέν ὑπάρχει ἀληθινή καί πραγματική ζωή. Χωρίς Χριστό ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ζωντανό πτῶμα. Τήν ἴδια ἔννοια ἔχει καί τό ῾ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε᾽ πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σέ κάποια ἄλλη ἐπιστολή του.
Κι εἶναι περιττό βεβαίως νά τονίσουμε καί πάλι ὅτι μία τέτοια μνημόνευση ὡς ἀναγκαία γιά τήν ἴδια τήν πνευματική ζωή προϋποθέτει τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ πιστός δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναφερθεῖ στόν Κύριο ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ἄν δέν τόν φωτίζει ἐν προκειμένῳ τό ἴδιο τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Μόνον ὁ ἐνεργούμενος ἀπό τή χάρη ᾽Εκείνου φθάνει στό ὑπέρ φύσιν σημεῖο πίστης καί ἀποδοχῆς τῆς θεανθρωπότητάς Του, κάτι πού ἐξόχως σημειώνει ὁ ἀπόστολος: ῾Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον ᾽Ιησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽.  ῎Ετσι ἡ μνημόνευση τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, κατά τόν ἀπόστολο, εἶναι ἡ  ἐπιβεβαίωση τῆς ὕπαρξης στήν καρδιά τοῦ πιστοῦ τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τόν καθοδηγεῖ νά βιώνει τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ ὡς Πατέρα: τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ᾽ παραπέμπει εὐθέως στό ῾ἀββᾶ ὁ Πατήρ᾽.

3. Τά παραπάνω ἐξηγοῦν εὔκολα  γιατί ἡ ᾽Εκκλησία μας ἀπαρχῆς μέ τούς ἁγίους θεοπνεύστους Πατέρες της θεώρησε ὅτι ἡ κατεξοχήν προσευχή πού συμπυκνώνει κάθε προσευχή της καί συνιστᾶ μία συνοπτική ὁμολογία πίστης της εἶναι τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ ἤ μέ τήν πιό ἀνεπτυγμένη μορφή του τό ῾Κύριε ᾽Ιησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ἐλέησόν με τόν ἁμαρτωλόν᾽. Σ᾽ αὐτήν τή μονολόγιστη λεγόμενη προσευχή ἔχουμε τήν ἐπακριβή ἐπιβεβαίωση τῆς προτροπῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου: μνημονεύουμε καί ἐπικαλούμαστε τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ὡς Θεό καί ἄνθρωπο, ὁ ῾Οποῖος ἦλθε στόν πεσμένο στήν ἁμαρτία κόσμο, προκειμένου νά μᾶς σώσει. Τό ἔλεός Του εἶναι ἡ ἀπάντηση στή διαστροφή τῆς ἁμαρτίας τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μάλιστα συναίσθηση αὐτῆς καί τοποθεῖται ἐν ταπεινώσει ἀπέναντί Του. Γι᾽ αὐτό καί ὄχι μόνο στίς ἀκολουθίες τῆς ᾽Εκκλησίας ἀλλά καί σέ κάθε ἐπίπεδο τῆς ζωῆς τό ῾Κύριε ἐλέησον᾽ συνοδεύει ὄχι μόνο τόν μοναχό – ἡ ῾ἀποκλειστικότητα᾽ αὐτή δέν συνάδει πρός τήν ἐκκλησιαστική πίστη - ἀλλά καί τόν κάθε βαπτισμένο χριστιανό. Σέ διαφωνία πάνω στό θέμα αὐτό γιά παράδειγμα ἑνός μοναχοῦ μέ τόν  μεγάλο Πατέρα τῆς ᾽Εκκλησίας ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἐν ἀντιθέσει πρός τόν μοναχό ὑποστήριζε ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά ὅλους τούς πιστούς μικρούς καί μεγάλους, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στόν μοναχό γιά νά τοῦ πεῖ ὅτι ἡ ἀλήθεια βρίσκεται στόν ἅγιο Γρηγόριο.

4. Τό μόνο πού ἀπαιτεῖται νά κατανοήσουμε οἱ πιστοί εἶναι ὅτι ἡ μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ δέν γίνεται κατά τρόπο ἐξωτερικό καί τυπικό. Οἱ ῾τεχνικές᾽ τῆς εὐχῆς τοῦ Χριστοῦ ἤ ἡ ἐπανάληψη τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του σάν κάτι τό μαγικό πόρρω ἀπέχουν ἀπό αὐτό πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας καί λέει ὁ ἀπόστολος. ῾Η μνημόνευση τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ, ὅπως εἴπαμε, καί μέ θερμότητα ἀγάπης πρός τό πανάγιο πρόσωπό Του. ῾Η ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, τόν ᾽ἐξ Οὗ καί δι᾽ Οὗ καί εἰς ῞Ον τά πάντα ἔκτισται᾽, θέτει σέ ἐνέργεια κατά τρόπο αὐξητικό τή χάρη τῆς μνήμης Του καί ἡ ἀγάπη αὐτή ἀποτελεῖ τό ῾κλειδί᾽ τῆς συνεχοῦς ἐπανάληψης τοῦ ὀνόματός Του. Κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ μνήμη Του καί ἡ ἀδιάκοπη ἐπίκλησή Του προϋποθέτει τήν τήρηση τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν. Πιστός πού ἐπικαλεῖται τόν Κύριο χωρίς νά ὁδεύει κατά τίς ἐντολές Του, κατεξοχήν τήν ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπό του, μᾶλλον δουλεύει σέ ἀλλότριο δεσπότη καί ὄχι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό. ῾Ο λόγος τοῦ μεγάλου Πατέρα ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἐν προκειμένῳ εἶναι καταπέλτης: ῾᾽Εκεῖνος πού μπόρεσε νά ἀποκτήσει τήν τέλεια ἀγάπη καί νά ρυθμίσει σύμφωνα μέ αὐτήν ὄλην τή ζωή του, αὐτός ἐπικαλεῖται τόν Κύριο ᾽Ιησοῦ ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ᾽ (4η ἑκατ. Περί ἀγάπης).

γ. Δέν ὑπάρχει πιό ἰσχυρό ὅπλο στά χέρια μας ἀπό ῾τό ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα᾽ τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἐκφράζοντας καί τή δική του ζωή μᾶς παρακινεῖ σ᾽ αὐτό, ἡ ᾽Εκκλησία μας τό ἔχει ὡς τόν πιό μεγάλο καί ὑπερθαύμαστο θησαυρό της, τό θεμέλιο τῆς ὕπαρξής της. ῎Ας μάθουμε νά ἀναπνέουμε Αὐτόν πού συνιστᾶ τήν ἴδια τή ζωή μας καί ῾τήν ψυχή τῆς ψυχῆς μας᾽ (ὅσιος Μακάριος). Τότε θά μάθουμε ἐμπειρικά τό τί σημαίνει δύναμη πίστης καί φανέρωση τῆς Βασιλείας Του ἤδη ἀπό τόν κόσμο αὐτόν.
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

Γράφει ὁ Ἱεροκῆρυξ Ἀρχιμ. Νικάνωρ Καραγιάννης



             Οἱ θαυματουργικὲς θεραπεῖες δύο τυφλῶν καὶ ἑνὸς κωφοῦ ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς πολλῶν ἀνάλογων περιστατικῶν ποὺ συναντᾶμε πολὺ συχνὰ στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θεμελειώδεις παράμετροι καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων εἶναι ἡ ζωντανή, ἐπίμονη καὶ δυνατὴ πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἡ μοναδικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ  καὶ ἡ δίψα τῆς σωτηρίας.

            Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἔκτακτο καὶ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς καταπλήσσει καὶ μᾶς ἐντυπωσιάζει. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ εὐεργετήσει, νὰ θεραπεύσει, νὰ παρηγορήσει καί νὰ τονώσει τὸν πάσχοντα καὶ ἀδύνατο ἄνθρωπο. Τὸ πραγματικὸ θαῦμα εἶναι σημάδι καὶ γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς πίστης,  ἀλλά καὶ ἐγγύηση τῆς ἀλήθειας τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἀπαλλαγμένο ἀπὸ καθετὶ ἐγωιστικὸ καὶ ἰδιοτελές,  δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν ἐκμετάλλευση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴν γελοιοποίηση τῆς πίστης. Τὸ θαῦμα εἶναι καρπὸς τῆς πίστης καὶ συνέπεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν στερεώνει στὴ δύσβατη χριστιανικὴ ζωή. Ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ κάνει θαύματα στοὺς κατοίκους τῆς Ναζαρὲτ ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους. Ἕνα τέτοιο θαῦμα θαμπώνει τὸ βλέμμα, ξαφνιάζει, δημιουργεῖ ἀπορία καί, κάποτε, ἀντίδραση. Γιὰ τὸν πιστὸ, ὅμως, κάθε θαῦμα εἶναι ἕνα παράθυρο ποὺ ἀνοίγει στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν ὑπερβατικὸ κόσμο  τοῦ Θεοῦ. Μοιάζει μὲ μιὰ ἀστραπὴ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς λογικῆς καὶ τῆς φθορᾶς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε γιὰ λίγο αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργηθήκαμε καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ φθάσουμε στὴν αἰωνιότητα. Τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μιὰ ὕπαρξη καὶ ζωὴ χωρὶς πόνο δάκρυα, ἀρρώστια, φθορά, θάνατο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ στὴν ἀγωνία καὶ τὰ δάκρυα τῆς γῆς. Τὸ θαῦμα  μπορεῖ νὰ στερεώνει καὶ νὰ οἰκοδομεῖ τὴν πίστη, εἶναι, ὅμως, προσωρινὸ, γιατί, ἔστω καὶ ἂν θεραπευθοῦμε ἀπὸ μιὰ ἀρρώστια, ἔστω καὶ ἂν ὑπερνικήσουμε μιὰ δυσκολία, θὰ ἀρρωστήσουμε ξανὰ καὶ θὰ συναντήσουμε καὶ ἄλλη δυσκολία. Ὅμως ἐμεῖς πήραμε δύναμη νὰ συνεχίσουμε. Συνειδητοποιήσαμε ὅτι τὸ κάθε   θαῦμα στὴ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς  σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ μιᾶς σοφίας ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, ἀλλὰ ποὺ καλούμαστε, ὡστὀσο,  νὰ πιστεύσουμε,  γιατί μόνο ἐκείνη ξέρει πότε καὶ τί πρέπει νὰ δίνει στὸν καθένα μας. Μιὰ τέτοια πίστη, ἕνα τέτοιο βίωμα ἐμπιστοσύνης στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγὴ δυνάμεως, ὅταν πρόσωπα, καταστάσεις καὶ γεγονότα μᾶς ἀπογοητεύουν, μᾶς πτοοῦν καὶ μᾶς λυγίζουν. Καὶ πορευόμαστε περιμένοντας νὰ ἀκούσουμε «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμὶν», ἂς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη σας.

             Ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συναντᾷ τὴν πίστη τοῦ ἄνθρωπου, τότε δὲν πραγματώνεται μόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀντίδραση τῶν φαρισαίων ἀπέναντι στὸ θαῦμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. Οἱ φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θαῦμα, ἀλλὰ παραμορφώνουν ἐπικίνδυνα τὴν πραγματικότητα, διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια. Ἀναποδογυρίζουν τὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο καὶ ἀγνώριστο ἀπὸ τὴν φθορὰ τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο,  ἀποδίδοντας τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις. Θὰ ἦταν, ὅμως, παιδαριῶδες καὶ ἁπλοϊκὸ νὰ δοῦμε στὴν συμπεριφορὰ τῶν φαρισαίων μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησαν, κατηγόρησαν καὶ συκοφάντησαν ἀδίστακτα τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ στάση τους ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς οἱ ὁποῖοι ἔχουν μιὰ ἀντεστραμμένη συνείδηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκλωβισμένοι μέσα στὸν ὀρθολογισμό τους ἀπορρίπτουν ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ὀφθαλμοφανῆ καὶ ὁλοφάνερα θαύματα. Αὐτοὶ ποὺ σὲ κάθε θαῦμα βλέπουν ψυχολογικὰ αἴτια καὶ φαινόμενα, φαντασιώσεις καὶ αὐθυποβολές, φυσικὰ αἴτια, τυχαῖες συμπτώσεις καὶ ἀνεξήγητες συγκυρίες. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις «λογικῆς» γιὰ τὰ θαύματα. Τὰ θαύματα τὰ ἀναγνωρίζουν οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ τὰ δοῦν.

            Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ἂν νεκρώσουμε τὴν ἀλαζονεία τῆς λογικῆς μας καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀναστηθοῦμε σὲ μιὰ νέα ζωή, ὅπου θὰ βλέπουμε καὶ νὰ καταλαβαίνουμε τὰ συνεχῆ θαύματα τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου (θεραπεία δύο τυφλών).

«οι δε Φαρισαίοι ελεγον? εν τω αρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Μτ 9,34).


Ο Κύριός μας καθώς βρισκόταν στην Καπερναούμ, μετά τη θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός και την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου, θεράπευσε, όπως ακούσαμε κατά την ανάγνωση της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, δύο τυφλούς και κατόπιν ένα κωφάλαλο δαιμονισμένο.
Τα θαύματα του Χριστού τα οποία, όπως σημειώνει ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, και εύκολα και γρήγορα γίνονταν και πάμπολα και ανιάτων ασθενειών θεραπείες ήταν, προκαλούσαν αφ’ ενός μεν τον θαυμασμό του απλού λαού, ο οποίος έλεγε? «ο?δέποτε ?φάνη ο?τως ?ν τ? ?σραήλ», αφ’ ετέρου δε τον φθόνο των Φαρισαίων οι οποίοι έλεγαν? με τη δύναμη του άρχοντα των δαιμονίων διώχνει τα δαιμόνια.
Η άγνοια είναι μεγάλο κακό. Ακόμη όμως μεγαλύτερο είναι το να γνωρίζει κάποιος την αλήθεια και να την διαστρέφει? καταστροφικό δε τις φανερές ενέργειες του Θεού να τις θεωρεί ενέργειες του σατανά.
Ο άγιος Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα δική του, προκειμένου να τον καταστήσει μέτοχο της δικής του ζωής και τελειότητας. Όμως ο άνθρωπος με την παρέμβαση του μισόκαλου διαβόλου αμάρτησε, έπεσε, και έτσι διακόπηκε η πορεία του προς την τελειότητα. Έγινε δούλος του πονηρού και έκτοτε ζει την δουλεία αυτή ως φθορά και θάνατο, της ψυχής και του σώματος.    
Από αυτά τα έργα του διαβόλου ήλθε να γλυτώσει τον άνθρωπο ο Κύριος. Και τα θαύματα του Χριστού, ιδιαίτερα δε οι εκδιώξεις των δαιμόνων και η απαλλαγή από τα δεινά που προκαλούσαν αυτοί, αυτό το λυτρωτικό μήνυμα έδιναν.   
Όμως, αυτό το τόσο σημαντικό για σωτηρία του ταλαίπωρου ανθρώπου μήνυμα, έρχονταν και διέστρεφαν και τελικά αχρήστευαν -τουλάχιστον για τον εαυτό τους- οι Φαρισαίοι, καθώς έλεγαν ότι ο Χριστός είχε τον Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων έβγαζε τα δαιμόνια.   
Αλλά ο Κύριος διέλυσε ως ιστόν αράχνης την πλάνη τους, προβάλλοντας το λογικό επιχείρημα, ότι δεν είναι δυνατόν ο Σατανάς να εκδιώκει τον Σατανά. Όπως όταν ένα βασίλειο ή μια οικογένεια χωριστεί σε αντιμαχόμενα μέρη θα διαλυθεί, έτσι και ο Σατανάς, εάν ξεσηκώθηκε κατά του εαυτού του και χωρίστηκε σε αντιμαχόμενες μερίδες, θα αυτοδιαλυθεί. Για να μπει κανείς στο σπίτι του ισχυρού και να αρπάξει τα υπάρχοντά του, πρέπει πρώτα να τον δέσει και έτσι να μπορέσει να λεηλατήσει το σπίτι του. Παρόμοια και ο Χριστός με το να διώχνει τα δαιμόνια από τους ανθρώπους και να τους ελευθερώνει από τη δουλεία του διαβόλου, ο οποίος με κάθε τρόπο προσπαθεί να κρατήσει τη λεία του, δείχνει ότι είναι ισχυρότερός του και τον έχει νικήσει κατά κράτος. Όταν δε μια τέτοια ενέργεια του Χριστού, μια τέτοια αντίθεση προς τον διάβολο, την αποδίδει κανείς στον ίδιο τον διάβολο και ονομάζει Βεελζεβούλ το Πανάγιο Πνεύμα του Χριστού, του οποίου η αγιότητα αντιτίθεται και διώχνει κάθε σατανική δύναμη, τότε πραγματικά υβρίζει το Πνεύμα το Άγιο.   
Όλο το έργο του Χριστού έγινε για να ξαναπάρει ο άνθρωπος το Άγιο Πνεύμα και όλο το έργο του Χριστού στον κάθε άνθρωπο επιτελείται διά του Αγίου Πνεύματος. Όταν όμως κάποιος παίρνει τέτοια βλάσφημη στάση απέναντι στο 'Αγιο Πνεύμα, όταν έτσι αντιπίπτει, εναντιώνεται «τ? Πνεύματι τ? ?γί?» διά του οποίου δίδεται η άφεση των αμαρτιών, ποια ελπίδα σωτηρίας απομένει πλέον γι' αυτόν; Προφανώς καμία. Με αυτή την έννοια, η βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος είναι αμαρτία που δεν μπορεί να συγχωρεθεί και ο υβριστής αυτός θα είναι ένοχος αιωνίου κρίσεως.   
Αλλά και σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι πλεονάζουν οι περιπτώσεις βλασφημίας του Αγίου Πνεύματος, οι περιπτώσεις κατά τις οποίες φανερές ενέργειες του Πνεύματος του Θεού θεωρούνται δαιμονικές ή διαστρέφονται και περιφρονούνται.   
Ας πάρουμε την περίπτωση των αιρέσεων. Επί δύο χιλιάδες χρόνια και συνεχώς η Ορθόδοξη Εκκλησία μας βγάζει αγίους. Αγίους, οι οποίοι έχουν φανερά τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με την οποία αγαπούν, θαυματουργούν, διώχνουν δαιμόνια. Έτσι, με την παρουσία των αγίων αποδεικνύεται ότι μέσα στην Ορθοδοξία μπορεί ο άνθρωπος να σωθεί, ότι σ' αυτήν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα που καθαρίζει, φωτίζει και θεώνει τον άνθρωπο, ότι σ' αυτήν υπάρχει η αλήθεια ως δόγμα και τρόπος ζωής.   
Τι μας λένε οι αιρετικοί με το να φεύγουν και να παραμένουν έξω από αυτή την αγιοτόκο Εκκλησία; Ότι το πνεύμα που υπάρχει και ενεργεί μέσα σ' αυτή δεν είναι άγιο, δεν είναι το Πνεύμα της Αληθείας, αλλά πνεύμα πλάνης. Να η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, που τους καθιστά ενόχους κρίσεως αιωνίου, η αμαρτία που αν ριζώσει δεν εξαλείφεται. Γι' αυτό ο Απ. Παύλος συνιστά? αιρετικό άνθρωπο μετά πρώτη και δεύτερη νουθεσία άφηνέ τον, γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος έχει διαστραφεί και αμαρτάνει καταδικάζοντας ο ίδιος τον εαυτό του. 
Αλλά ας έλθουμε και στην περίπτωση αυτών που από περιφρόνηση μένουν μακριά από την Εκκλησία. Συνήθως πρόκειται για ανθρώπους που έχουν αρκετές γνώσεις, όχι όμως και θεολογικές. Έχουν αρκετή ευφυΐα, δεν καταλαβαίνουν όμως ορισμένα απλά και αυτονόητα. Βασικά έχουν πολλή υπερηφάνεια και δεν έχουν την καλή και ταπεινή διάθεση να μάθουν και να ζήσουν την αποκεκαλυμμένη από τον Θεό αλήθεια. Έχουν πολλή εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα και δεν βλέπουν την αδυναμία και το σκοτάδι τους. Περιφρονούν το λόγο της Εκκλησίας, που είναι λόγος του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας τον απλά λόγο ανθρώπων, και μάλιστα καθυστερημένων, και με την περιφρόνηση αυτή προφανώς βλασφημούν το Πνεύμα του Θεού. Έτσι αποκλείουν τον εαυτό τους από τη χάρη του Θεού, και τον στερούν από την δυνατότητα αφέσεως των αμαρτιών, καθαρισμού από τα πάθη, φωτισμού, αγιασμού και σωτηρίας. 
Όμως και η καταφυγή σε μαγικές-δαιμονικές τέχνες, η επίκληση και η λατρεία του Σατανά δεν αποτελούν περιφρόνηση, άρνηση και έμπρακτη βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, το οποίο πήραμε κατά το 'Αγιο Βάπτισμα και το 'Αγιο Χρίσμα; Και πώς είναι δυνατόν κάποιος που γεύθηκε τις δωρεές του Θεού και μετά αντί αυτών προτίμησε την κοινωνία με τον διάβολο, να μετανοήσει και να επιστρέψει στον Θεό; Είναι αδύνατον, μας λέγει ο Απ. Παύλος, εκείνους που άπαξ φωτίστηκαν και γεύτηκαν την επουράνιο δωρεά και έγιναν μέτοχοι Πνεύματος Αγίου, που γεύθηκαν τον καλό λόγο του Θεού και τις δυνάμεις του μέλλοντος αιώνος και κατόπιν εξέπεσαν, αυτούς είναι αδύνατον να τους επαναφέρει κανείς σε νέα μετάνοια.  
Εμείς ίσως δεν έχουμε ξεφύγει σε κάποια αίρεση. Ίσως δεν καταφεύγουμε σε μαγικές τέχνες ή δεν περιφρονούμε γυμνή τη κεφαλή την Ορθόδοξη Εκκλησία μας την οποία ζωοποιεί το Πνεύμα του Θεού. Και πάλι όμως χρειάζεται προσοχή πολλή να μη καθιστούμε ανενεργή τη χάρη την οποία μέσα στην Εκκλησία με τα άγια Μυστήρια παίρνουμε, καλύπτοντάς την με την ικανοποίηση των παθών μας, με τις αμαρτίες μας. Χρειάζεται να μη λυπούμε το Πνεύμα το Άγιο, αλλά να συνεργαζόμαστε μ' αυτό, για να αποκτήσουμε τους καρπούς του -την αγάπη, τη χαρά, την ειρήνη, τη μακροθυμία, τη χρηστότητα, την αγαθοσύνη την πίστη, την πραότητα, την εγκράτεια- για να μορφωθεί μέσα μας Χριστός, εις δόξαν αυτού και σωτηρία δική μας. Αμήν.

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

 Κυριακή 27 Ιουλίου 2013

Στην πόλη της Καπερναούμ ήταν δύο τυφλοί. Ενώ δεν έβλεπαν καθόλου μπόρεσαν να φωτογραφήσουν το γλυκύτερο πρόσωπο στον κόσμο. Το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αυτοί οι δύο τυφλοί που ποτέ τους δεν είχαν δει τον Χριστό με τα σωματικά τους μάτια, ποτέ τους δεν είχαν απολαύσει την θέα των θαυμάτων του, είχαν μέσα τους την σωστή πληροφόρηση για τον Ιησού. Το κενό της οράσεως το αναπλήρωσε μια άλλη αίσθηση. Όχι η ακοή και η αφή που συνήθως στους τυφλούς είναι περισσότερο ανεπτυγμένες. Κάποια άλλη αίσθηση που βρίσκεται πέρα από τις πέντε αισθήσεις. Είναι η έκτη αίσθηση. Πρόκειται για την όραση της καρδιάς, για την πίστη. Αυτή είναι η μεγαλύτερη όραση. Το κενό της οράσεως αυτής δεν μπορεί καμία άλλη όραση να το αναπληρώσει, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να την αναπληρώσουν τα σωματικά μάτια και απόδειξις αυτού είναι οι γραμματείς και οι φαρισαίοι. Ενώ οι δυο τυφλοί δεν είχαν μάτια και όμως έβλεπαν με τα μάτια της καρδιάς τους τον Ιησού Χριστό, οι Φαρισαίοι είχαν μεν μάτια, έβλεπαν τον Ιησού με τα σωματικά τους μάτια, παρακολουθούσαν βήμα προς βήμα όλα τα θαύματα του, αλλά ήταν τυφλοί πνευματικά. Οι δύο τυφλοί τον είδαν ως Υιό του Δαυίδ ως τον αναμενόμενο δηλαδή Μεσσία, ενώ οι Φαρισαίοι ως όργανο του διαβόλου. Να η ερμηνεία που έδωσαν όταν ο Κύριος έβγαλε το δαιμόνιο από τον κωφό και άλαλο «Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει το δαιμόνιον».

Πολλούς τυφλούς θεράπευσε ο Κύριος. Αλλά οι δύο τυφλοί της Καπερναούμ ήταν ιδιαίτερα άξιοι για το θαύμα, για τρεις λόγους. Θα μπορούσαμε να τους συνοψίσουμε σε τρεις λέξεις: Πίστη-Προσευχή-Ιεραποστολή. Είχαν πίστη. Η πίστη είναι η σύνδεση με το φως. Μπορεί να υπάρχει η γεννήτρια του φωτός, να υπάρχει εγκατάσταση ηλεκτρική αλλά να μην υπάρχει φως διότι δεν έχει γίνει η σύνδεση με την γεννήτρια. Γεννήτρια του φωτός είναι Ο Χριστός ως Θεός αληθινός «Φως εκ φωτός Θεός Αληθινός εκ Θεού Αληθινού…»Το διεκύρηξε ο Ίδιος «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» Ιωανν.8,12 . Η γεννήτρια υπάρχει. Ηλεκτρική εγκατάσταση στους δύο τυφλούς υπήρχε. Είχαν μάτια, δεν είχαν φως και ήλθε το φως, μόλις έγινε η σύνδεση. Και η σύνδεση με τον Θεό, την πηγή του φωτός, γίνεται με το καλώδιο της πίστεως. Πίστευαν οι δύο τυφλοί στον Ιησού Χριστό. Τον πίστευαν και ως άνθρωπο και ως Θεό. Δεν θεωρούσαν ότι ο Χριστός είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος. Ο Χριστός δεν είναι ο οποιοσδήποτε. Είναι ο Υιός Δαυίδ, ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαυίδ, γι’ αυτό και τον προσφωνούν Υιέ Δαυίδ. Επίσης πίστευαν ότι είναι αληθινός Θεός, γι’ αυτό και ζητούσαν κάτι που άνθρωπος δεν μπορεί να δώσει, το φως των οφθαλμών τους.

            Είχαν κραυγή και φωνή. Η πίστη έχει δύο εκδηλώσεις. Προς τον Θεό εκδηλώνεται ως προσευχή. Προς τους ανθρώπους ως Ιεραποστολή. Και τα δύο αυτά τα είχαν οι τυφλοί της Καπερναούμ. Η πίστη τους έγινε προσευχή. Αλλά τι προσευχή; Κραυγαλέα προσευχή «Κράζοντες και λέγοντες…» Κι εμείς άλλωστε απευθύνουμε το Κύριε Ελέησαν. Το λέμε πολλές φορές στην Θεία Λειτουργία και στην ατομική μας προσευχή αλλά δεν εισακούεται, διότι δεν είναι μυστική κραυγή της ψυχής μας. Δεν εκσφενδονίζουμε το Κύριε Ελέησαν προς τον ουρανό με την σφεντόνα της πίστεώς μας.

            Εκείνο δε που φανερώνει την μεγάλη πίστη και την αγάπη στον Ευεργέτη τους Χριστό είναι η Διαφήμιση που του Έκαναν. Ο Χριστός τους είπε «Σε κανένα να μην πείτε το γεγονός» για να μας διδάξει την ταπείνωση ότι δηλαδή δεν πρέπει να διαλαλούμε και να διατυμπανίζουμε κάθε καλό που κάνουμε. Οι δύο τυφλοί κάνουν ανυπακοή «Οι δε εξελθόντες διεφήμισαν εν όλη τη γη εκείνη»

Αν μπορείς να συγκρατήσεις ένα ορμητικό ποτάμι άλλο τόσο μπορείς να συγκρατήσεις τον άνθρωπο που έχει θερμή πίστη, ορμητική αγάπη. Έτρεξαν και διαφήμισαν τον Ιησού Χριστό. Έχει ανάγκη από διαφήμιση ο Χριστός; Ο Κύριος δεν έχει ανάγκη από καμία διαφήμιση, πολύ δε περισσότερο από εμάς. Όμως σε ορισμένες περιπτώσεις όπως την σημερινή ευαγγελική περικοπή είτε το λέει ο άνθρωπος είτε όχι όπως μας λέγει η Γραφή «Οι λίθοι κεκράξονται» Αμήν!

π. Ε. Φ.
ΚΥΡΙΑΚΗ 27 ΙΟΥΛΙΟΥ 2014
Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Ματθ. θ΄ 27-35)                                    (Β΄ Τιμ. β΄ 1-10)



Στις συχνότητες της ελευθερίας

«Και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί»

Απελευθερωτικά μηνύματα εκπέμπει η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Αναφέρεται σε θαύματα που επιτέλεσε ο Κύριος και ειδικότερα στη θεραπεία δύο τυφλών και ενός κωφού δαιμονιζομένου. Δεν είναι τυχαίο που οι ευαγγελιστές καταφεύγουν πολύ συχνά στην περιγραφή περιστατικών με θαύματα του Χριστού. Θέλουν ακριβώς να τονίσουν την απελευθερωτική δύναμή τους και να αναδείξουν το βαθύτερο νόημά τους για την ύπαρξη του ανθρώπου. Τονίζουν ότι στο πρόσωπο του Χριστού αποκαλύπτεται ο καινούργιος κόσμος της Βασιλείας του Θεού, απαλλαγμένος από την αμαρτία και τις συνέπειές της. Τα θαύματα είναι τα παράθυρα που ανοίγουν στη νέα εποχή που προανήγγειλαν οι Προφήτες. Είναι οι «δυνάμεις» και τα «σημεία» που υποδηλώνουν ότι η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια στατική και αφηρημένη κατάσταση, αλλά μια πραγματικότητα ζωής, στην προοπτική της οποίας κινούνται και αναφέρονται τα πάντα στη ζωή του ανθρώπου.

Η διήγηση του Ευαγγελίου στέλνει ξεκάθαρα οντολογικά μηνύματα που εμφιλοχωρούν στο βάθος της ύπαρξης του ανθρώπου. Ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού έρχεται για ν’ αποκαταστήσει το προσβληθέν από την φθορά και την αμαρτία δημιούργημά του και να το εντάξει στην προοπτική της αιωνιότητας.

Απελευθερωτικός χαρακτήρας

Γιατί άραγε ο Χριστός έκανε θαύματα, διερωτώνται πολλοί. Σε μια επιφανειακή και ρηχή προσέγγιση των πραγμάτων, ίσως μερικοί να σπεύδουν  να εστιάσουν την προσοχή σε μια απλή θεραπεία αρρώστων ανθρώπων. Μπορούμε όμως να περιορίζουμε ως εδώ τα πράγματα;

Γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος κλήθηκε από την αγάπη του Θεού για να εγκολπωθεί τη ζωή της αγάπης και της ελευθερίας, της ομορφιάς και της δημιουργίας. Όμως, η αμαρτία με όλα τα παρεπόμενα φοβερά της, εισήλθε στον κόσμο, σηματοδοτώντας μια καταστροφική πορεία. Τα πάθη, τα μίση, οι πόλεμοι, η ασθένεια, ο θάνατος στην κορύφωση των συνεπειών του κακού, κυριαρχούν μετά που ο ίδιος ο άνθρωπος επέλεξε να απομακρυνθεί από την αγάπη του Θεού. Όταν, λοιπόν, ο Χριστός προσφέρει γιατρειά σε ασθενείς, όπως και στις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται η σημερινή ευαγγελική περικοπή, προαναγγέλλει την έναρξη της εποχής εκείνης που οι άνθρωποι θα ελευθερωθούν πλήρως από το κακό και τα πλοκάμια του. Ο Χριστός ανοίγει τους ορίζοντες της καινούργιας πραγματικότητας. Μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας, ο άνθρωπος αντλεί όλα εκείνα τα «φάρμακα» που επιφέρουν μια βαθύτερη γιατρειά.

Ριζική η θεραπεία

Ένα ερώτημα που συνήθως προβάλλει, εστιάζεται στο πώς ο Χριστός μάς πρόσφερε θεραπεία, αφού εξακολουθούμε ν’ αρρωσταίνουμε; Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν παραλείπουν να τονίζουν με ιδιαίτερη έμφαση ότι το κακό, οι θλίψεις, ο πόνος, η δυστυχία, ο θάνατος, εξακολουθούν να υπάρχουν στη ζωή του ανθρώπου, μέχρι την οριστική κατάργησή τους. Μέχρι τότε, όχι μόνο δεν μπορούν να υποδουλώνουν τον άνθρωπο, αλλά αντίθετα, στην προοπτική της Εκκλησίας, οι οποιεσδήποτε δοκιμασίες στη ζωή προσλαμβάνουν νέο νόημα και καινούργιο περιεχόμενο. Μπορούν με τη δύναμη της πίστης και της εν Χριστώ ελπίδας να γίνονται αφορμές για να προσαράζει ο άνθρωπος στο γαλήνιο λιμάνι της σωτηρίας του. Με άλλα λόγια, ο Ιησούς δεν προσφέρει ένα συμπλήρωμα ιατρικής, αλλά έρχεται να δώσει ριζική θεραπεία, προαναγγέλλοντας την οριστική κατάργηση της ασθένειας και του θανάτου. Η γιατρειά του, μάς εισάγει στο χώρο της πίστης, της ελπίδας και της αγάπης. Μάς μεταφέρει σ’ ένα κόσμο θεμελιωμένο στο πρόσωπό του. Μπορεί ο πόνος να μας συνοδεύει ακόμα στη ζωή μας, αλλά αυτός γίνεται αφορμή και δρόμος που μάς εισάγει στην αιωνιότητα.

Αγαπητοί αδελφοί, η Εκκλησία ξεδιπλώνει μπροστά μας πλήθος θαυμάτων του Κυρίου. Πολλά από αυτά αφορούν θεραπείες ασθενών. Στο βάθος τους, δίνουν το σαφέστατο μήνυμα ότι ο Χριστός είναι εκείνος που μπορεί να μας θεραπεύει πραγματικά, αρκεί εμείς να εμπιστευθούμε και να εναποθέσουμε τον εαυτό μας στην αγάπη του. Καλούμαστε να ακολουθήσουμε μια πορεία, στην κορύφωση της οποίας μπορούμε να ενωθούμε μαζί του με τη συμμετοχή μας στον Ευχαριστιακό Δείπνο. Σ’ αυτή την προοπτική, η αναστάσιμη ελπίδα, με την οποία ενδύεται η ύπαρξη, καταξιώνει τον άνθρωπο στους ψηλότερους πνευματικούς και αιώνιους αναβαθμούς. Μεγάλος ιατρός των ψυχών και των σωμάτων αναδείχθηκε με το πνευματικό ανάστημά του και ο Παντελεήμονας ο μεγαλομάρτυρας ο ιαματικός, του οποίου τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία. Συμβατά με την προσωπικότητά του είναι τα βαθύτερα μηνύματα που απορρέουν από τη σημερινή ευαγγελική περικοπή, όπως τα είδαμε πιο πάνω.

Ας αφήσουμε τη μεγάλη αυτή μορφή να λειτουργεί ως δείκτης και της δικής μας ζωής σε μια ανώτερη καταξίωσή της. Γένοιτο.

Χριστάκης Ευσταθίου, Θεολόγος.
 Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου -Το μέγα έλεος του Θεού
Ευαγγέλιο: Ματθ. Θ΄27-35
Ματθ. 9,27        Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ.

Ματθ. 9,27               Και ενώ ο Ιησούς επερνούσε από εκεί, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι έκραζαν και έλεγαν· “σπλαγχνίσου μας, υιέ Δαυΐδ, και δος μας το φως των οφθαλμών μας”.
Ματθ. 9,28        ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε.
Ματθ. 9,28              Οταν δε έφθασε στο σπίτι, τον επλησίασαν οι τυφλοί και είπε προς αυτούς ο Ιησούς· “πιστεύετε πράγματι, ότι ημπορώ εγώ να κάμω αυτό, που ζητείτε;” Λεγουν προς αυτόν· “ναι, Κυριε”.
Ματθ. 9,29        τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν.
Ματθ. 9,29 —Τοτε ήγγισε τα μάτια των, λέγων· “σύμφωνα με την πίστιν σας ας γίνη αυτό προς χάριν σας”.
Ματθ. 9,30        καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί. καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω.
Ματθ. 9,30               Και αμέσως άνοιξαν οι οφθαλμοί των. Ο δε Ιησούς συνέστησεν εις αυτούς με αυστηρότητα και είπε· “προσέχετε, κανείς να μη μάθη το θαύμα”.
Ματθ. 9,31        οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ.
Ματθ. 9,31               Αλλά εκείνοι εξελθόντες διέδωσαν το θαύμα και την φήμη του Ιησού εις όλην εκείνην την χώραν.
Ματθ. 9,32        Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον·
Ματθ. 9,32               Ενώ δε αυτοί εξήρχοντο, ιδού έφεραν στον Ιησούν ένα άνθρωπον δαιμονιζόμενον κωφάλαλον.
Ματθ. 9,33        καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ.
Ματθ. 9,33               Και όταν εξεδιώχθη το δαιμόνιον, αμέσως ωμίλησεν ο κωφάλαλος και οι όχλοι που ήσαν εκεί εθαύμασαν και έλεγαν ότι ποτέ έως τώρα δεν εφάνησαν στον Ισραηλιτικόν λαόν τόσα πολλά και τόσα μεγάλα θαύματα.
Ματθ. 9,34        οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.
Ματθ. 9,34               Οι μοχθηροί όμως και δόλιοι Φαρισαίοι έλεγαν· “αυτός διώχνει τα δαιμόνια με την δύναμιν του αργηγού των δαιμονίων”.
Ματθ. 9,35        Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Ματθ. 9,35               Και περιώδευε ο Ιησούς όλας τας πόλεις και τα χωρία διδάσκων εις τας συναγωγάς αυτών και κηρύσσων το χαρμόσυνον άγγελμα της βασιλείας των ουρανών και θεραπεύων κάθε ασθένειαν και κάθε καχεξίαν μεταξύ του λαού.
Το μέγα έλεος του Θεού
      Η θεραπεία των δύο τυφλών της ευαγγελικής περικοπής οφείλεται σε δύο δυνάμεις. Είναι αποτέλεσμα μίας έλξεως, μίας κινήσεως που δημιουργείται ανάμεσα σε δύο ετερώνυμους πόλους. Το έλεος του Θεού και της ανθρώπινης πίστεως. Το έλεος του Θεού που υπάρχει πάντοτε πλούσιο και είναι έτοιμο να γεμίσει την ψυχή του ανθρώπου που το ζητεί. Ο δεύτερος η ανθρώπινη πίστη, που πολλές φορές δεν υπάρχει ή παραμένει αδρανής, ανενέργητη.
Ιδιαίτερη είναι η αγάπη και η πρόνοιά του προς τον άνθρωπο. Μας χαρίζει την υγεία. Μας παρέχει προστασία, στοργή, παρηγορεί και βοηθεί αυτούς που υποφέρουν. Γιατρεύει αρρώστιες των ψυχών και των σωμάτων. Το έλεός του επαγρυπνεί και είναι έτοιμο να μας σώσει σε κάθε στιγμή. Μόλις ζητήσουμε συγνώμη με ειλικρίνεια μας γεμίζει πλούσια τα ελέη του. «Το έλεος σου Κύριε καταδιώξη με πάσας τας ημέρας της ζωής μου». Δεν είναι απλώς ο ελεήμων, είναι «πλούσιος εν ελέει».
Στην Εκκλησία μας όλα σχεδόν τα τροπάρια τελειώνουν ζητώντας από το Θεό το μέγα έλεος. Δεν υπάρχει εκκλησιαστικός ύμνος ή ευχή που να μην έχει μία από τις λέξεις: έλεος, ελεήμον, ελέησον, ίλεως, ιλάσθητι. Καθώς επίσης και η μικρή αλλά τόσο περιεκτική προσευχή το «κύριε ελέησον». Είμαστε οι αδύνατοι, οι αμαρτωλοί, οι ελεημένοι και είναι ο Πατήρ του ελέους και των οικτιρμών. Μας παροτρύνει να είμαστε ελεήμονες, «μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται».
Να θυμηθούμε τον καλό Σαμαρείτη ο οποίος εποίησε το «έλεος μετ΄αυτού». Η Χαναναία με πίστη και πόνο ζήτησε το έλεος του Κυρίου «Κύριε ελέησόν με» και πήρε την απάντηση: «ω γύναι μεγάλη σου η πίστις, γενηθήτω σοι ως θέλεις».
Χρειάζεται προσευχή με θερμή πίστη σαν αυτή των τυφλών που φώναξαν «ελέησον ημάς Υιέ Δαυίδ», και πήραν αυτό που είχαν ανάγκη. Έγινε αμέσως το θαύμα, «και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί».
Να θυμηθούμε τον τελώνη που είπε εκείνο το περίφημο «ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και το έλεος του Θεού τον δικαίωσε.
Το «ελέησον με» αποτελεί μία ταπεινή αίτηση που αφήνεις στο Θεό να εκδηλώσει την αγάπη Του και το έλεός Του, σύμφωνα με το συμφέρον της ψυχής σου.
«Το ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ», είναι πολυσήμαντο. Σημαίνει: Κύριε λυπήσου με, δώσε μου άφεση των αμαρτιών, καθάρισε την ψυχή μου, στόλισε την ψυχή μου με αρετές, όποτε εσύ θέλεις, σύμφωνα με το συμφέρον της ψυχής μου.
Όταν έτσι πλησιάζουμε τον Θεό με τις προσευχές και ικεσίες μας, επειδή είμαστε μικροί και ένοχοι, το μεγαλείο του και η ευσπλαχνία του μας παρηγορούν και μας χαροποιούν. Το έλεος Του θα είναι κοντά μας, μαζί μας όλες τις ημέρες και τα χρόνια της ζωής μας. «Κύριε Ελέησον».
Μ.Φ.Ν.Θ
 Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου -«Οι δε Φαρισαίοι έλεγον∙ εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια».
Ευαγγέλιο: Ματθ. Θ΄27-35
«Οι δε Φαρισαίοι έλεγον∙ εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια».
Δυο θαύματα παρουσιάζει ενώπιό μας το σημερινό ιερό Ευαγγέλιο, αγαπητοί μου αδελφοί. Το πρώτο είναι η θεραπεία δυο τυφλών, που όταν μαθαίνουν ότι περνά από μπροστά τους ο Ιησούς, Τον ακολουθούν κατά πόδας και φωνάζουν με επιμονή «ελέησέ μας Υιέ Δαβίδ».

Και βγαίνει η κραυγή τους αυτή από τα βάθη της πονεμένης ψυχής τους, για να διαδηλώσει τον πόνο και τον πόθο τους. Οι δυο τους για χρόνια στερούνται του Θείου δώρου του φωτός, που αποκαλύπτει στον άνθρωπο τον ωραιότατο τούτο κόσμο και τον καθιστά ικανό να ανάγεται από τα δημιουργήματα στο Δημιουργό και να δοξάζει τη Θεία Του Παντοδυναμία και Αγαθότητα και Σοφία. Κι ενώ αποχωρούν οι δυο τυφλοί, θεραπευμένοι, ακολουθεί το δεύτερο θαύμα της περικοπής. Φέρνουν στον Κύριο ένα κωφάλαλο, δαιμονισμένο. Χωρίς χρονοτριβή εκδιώκει από τον άνθρωπο το δαιμόνιο και αμέσως ο κωφάλαλος γίνεται τελείως καλά. Ο άδολος όχλος, που βλέπει το πρωτοφανές αυτό γεγονός, λεει με θαυμασμό. «Ποτέ ως τώρα δεν είδαν οι Ισραηλίτες τέτοια πράγματα». Οι κακοί όμως Φαρισαίοι, βλέποντας τα θαύματα, λένε ότι με την δύναμη του Σατανά, δηλαδή του αρχηγού των δαιμόνων βγάζει ο Κύριος τα δαιμόνια. Κάμνει θαύματα, λένε, γιατί συνεργάζεται με τον Βεελζεβούλ. Μ’ αυτό φαίνεται ότι η διαστροφή της ψυχής τους δεν έχει όρια. Γι’ αυτό και η γεμάτη φθόνο συμπεριφορά τους, μας δίνει σήμερα την αφορμή, να στρέψουμε κι εμείς το νού μας προς το πάθος αυτό του φθόνου, και να δούμε πως μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτό.
Ο φθόνος, αγαπητοί, είναι πάθος φοβερό με πολλά και φρικτά αποτελέσματα. Είναι φίδι φαρμακερό, που κατατρώγει τα σωθικά του φθονερού ανθρώπου. Είναι βδέλλα που απορροφά το αίμα και κάμνει τον άνθρωπο να λειώνει από το κακό του. Είναι πάθος που τον αναγκάζει να λυπάται στη χαρά του άλλου. Που τυφλώνει και δεν μπορεί να δει τίποτε καλό σ’ αυτό που φθονεί. Πάθος σκληρό που οδηγεί σε αδικίες και συκοφαντίες. Πάθος που στέλλει πολλούς στον τάφο και άλλους στην φυλακή. Πάθος που γίνεται αιτία να χωρίζουν αντρόγυνα, να γίνονται εχθροί οι συγγενείς, να μη ομιλούν μεταξύ τους οι γείτονες, να διαλύονται συνεταιρισμοί, να μην μπορεί να πάρει κάποιος μια καλή απόφαση. Πρόκειται για πάθος άγριο που απομονώνει από τους συνανθρώπους μας. Κάμνει τον άνθρωπο να υποπτεύεται τους πάντας και τα πάντα μέσα στο ίδιο το περιβάλλον του. Τον εμποδίζει να μιλά ελεύθερα. Τον αναγκάζει να κάμνει ό,τι μπορεί, για να μη φανεί η πληγή, που είναι ανοικτή μέσα του και τρέχει διαρκώς. Είναι επομένως αξιοδάκρυτοι όσοι δεν προσέχουν και αφήνουν την ψυχή τους να κυριευθεί από το φοβερό αυτό τύραννο, που λέγεται φθόνος.
Ο φθόνος είναι ακόμα φρικτή ασθένεια, που ταλαιπωρεί και βασανίζει αυτό που την έχει. Γιατί δεν τον αφήνει να ησυχάσει ποτέ. Τον κεντά διαρκώς και τον  ενοχλεί και τον ταράζει μέρα και νύχτα. Κάμνει μαύρη τη ζωή του και εμποδίζει την ψυχή του να χαρεί και να αισθανθεί ευαισθησία και ευφροσύνη. Πικραίνει και την πλέον γλυκιά και ευχάριστη ώρα της ζωής του και συγκλονίζει όλο το είναι του ανθρώπου αυτού. Κι ενώ ελάχιστα ο φθόνος μερικές φορές μπορεί να βλάπτει τους άλλους ανθρώπους, είναι κακό πρώτιστα προσωπικό για εκείνο που το έχει. «Όπως», δηλαδή, «η σκουριά φθείρει το σίδερο», μας λεει ο Μέγας Βασίλειος. «έτσι φθείρει και ο φθόνος την ψυχή εκείνου που τον έχει». «Η καλύτερα», συνεχίζει, «όπως οι οχιές», λένε, «ότι γεννώνται τρώγοντας την κοιλιά που τις κυοφόρησε, έτσι και ο φθόνος έχει φυσικόν του να κατατρώγει την ψυχή που τον γεννά».
Η αρρώστια αυτή, όμως, του φθόνου, έχει και ολέθρια αποτελέσματα και καταστρεπτικές συνέπειες, τόσο για την παρούσα όσο και για την μέλλουσα ζωή. Αυτός που άφησε την ψυχή του να γεμίσει με τα έλκη του φθόνου, είναι αδύνατο να συζήσει και να συνεργασθεί με αυτούς που φθονεί. Τυφλώνεται η διάνοιά του και δεν μπορεί να διακρίνει σωστά τα πράγματα και τις καταστάσεις. Νομίζει ότι αυτός έχει πάντα δίκαιο και όλοι οι άλλοι άδικο. «Ο φθόνος», όπως λεει και πάλιν ο Μέγας Βασίλειος, «είναι λύπη για την ευτυχία του πλησίον. Για τούτο ποτέ δεν λείπουν από το φθονερό αθυμίες, ποτέ δεν λείπουν μελαγχολίες». Κι ασχολείται με τον πλησίον του, τον γείτονα του, ακόμα και με τον γνωστό και φίλο του. Και στεναχωριέται και πολλές φορές λυπάται αν οι γύρω του ζουν μια ευτυχισμένη ζωή. Είναι αξιοσημείωτα, κι εδώ, τα όσα αναφέρει και πάλιν για τον φθονερό ο Μέγας Βασίλειος. «Ευφόρησε το χωράφι του πλησίον; Έχει επάρκεια το σπίτι του απ’ όλα τα αγαθά της ζωής; Έχει πάντοτε ο άνθρωπος, ο πλησίον, χαρές; Όλα αυτά», απαντά ο ίδιος, «είναι τροφή της αρρώστιας του φθόνου και πρόσθετη οδύνη για το φθονερό. Ώστε ο φθονερός δεν διαφέρει σε τίποτε από το γυμνό άνθρωπο που από όλους πληγώνεται... Και η δυσκολία της νόσου είναι, ότι δεν μπορεί ούτε να μιλήσει γι’ αυτή, αλλά είναι σκυφτός και κατηφής και αναστατωμένος και θρηνεί και κλαίει και γίνεται δυστυχής». (Από την ομιλία του Μεγάλου Βασιλείου για το φθόνο).
Για να απαλλαγούμε, λοιπόν, από τη  φοβερή αυτή γάγγραινα της ψυχής, πρώτιστα και κύρια θα πρέπει να παρακαλούμε και να ικετεύουμε τον Κύριο να μας λυπηθεί στην κατάσταση που βρισκόμαστε και να στείλει την Χάρη Του, για  να μας λυτρώσει από το κακό αυτό. Το ιατρείο, όπου είναι δυνατό να θεραπευθούμε είναι το μέγα και φιλάνθρωπο Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης. Όταν καταφεύγουμε με συντριβή στο Εξομολογητήριο και ακολουθούμε κατά γράμμα τις συνταγές και οδηγίες του πνευματικού μας, είναι πολύ βέβαιο ότι θα γίνει και για μας πραγματικότητα η απαλλαγή από τον φθόνο. Σ’ αυτό θα χρειασθεί και η δική μας συνεργασία και προσπάθεια. Θα πρέπει δηλαδή να πιέσουμε τον εαυτό μας, για να κάμνουμε ότι θα μας υποδείξει ο πνευματικός. Θα πρέπει να αγωνιζόμαστε για να λέμε πάντα καλούς λόγους γι’ αυτόν που τυχόν φθονούμε. Όταν δείχνουμε καλή διάθεση και κάνουμε ότι εξαρτάται από εμάς τότε να είμαστε βέβαιοι ότι το φοβερό αγκάθι του φθόνου θα απομακρυνθεί από εμάς.
Αδελφοί μου! Τόσο μεγάλο κακό είναι ο φθόνος, που ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, λέει, ότι κάμνει τον άνθρωπο ακάθαρτο και βδελυκτό, έστω και αν κλαίει, και αν αγρυπνεί και αν νηστεύει (ΛΖ΄, Ομ. Ιωάνν.) Καμιά πραγματική αρετή δεν μπορεί να συνυπάρχει με το φθόνο. Ας το προσέξουμε ιδιαίτερα τούτο και ας παρακαλούμε τον Κύριο να μη επιτρέψει να εισέλθει μέσα μας ποτέ το μικρόβιο του φθόνου. Όσοι τυχόν πάσχουμε, λίγο ή πολύ, από την αρρώστια αυτή, ας Τον ικετεύουμε με επιμονή να μας απαλλάξει με τη Χάρη Του και να φυτεύσει Εκείνος μέσα στην ψυχή μας το λουλούδι της αγάπης, που θα είναι η σωτηρία μας.

 † Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης Διονύσιος –Μητροπόλεως Πάφου
 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Τὰ θαύματα τοῦ θεοῦ καὶ ἡ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου



Οἱ θαυματουργικὲς θεραπεῖες δύο τυφλῶν καὶ ἑνὸς κωφοῦ ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς πολλῶν ἀνάλογων περιστατικῶν ποὺ συναντᾶμε πολὺ συχνὰ στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θεμελιώδεις παράμετροι καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων εἶναι ἡ ζωντανή, ἐπίμονη καὶ δυνατὴ πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἡ μοναδικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δίψα τῆς σωτηρίας.


Πίστη καὶ θαῦμα

Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἔκτακτο καὶ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς καταπλήσσει καὶ μᾶς ἐντυπωσιάζει. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ εὐεργετήσει, νὰ θεραπεύσει, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ τονώσει τὸν πάσχοντα καὶ ἀδύνατο ἄνθρωπο. Τὸ πραγματικὸ θαῦμα εἶναι σημάδι καὶ γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ ἐγγύηση τῆς ἀλήθειας τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἀπαλλαγμένο ἀπὸ καθετὶ ἐγωιστικὸ καὶ ἰδιοτελές, δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν ἐκμετάλλευση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ γελοιοποίηση τῆς πίστης. Τὸ θαῦμα εἶναι καρπὸς τῆς πίστης καὶ συνέπεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν στερεώνει στὴ δύσβατη χριστιανικὴ ζωή. Ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ κάνει θαύματα στοὺς κατοίκους τῆς Ναζαρὲτ ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους. Ἕνα τέτοιο θαῦμα θαμπώνει τὸ βλέμμα, ξαφνιάζει, δημιουργεῖ ἀπορία καί, κάποτε, ἀντίδραση.

Γιὰ τὸν πιστό, ὅμως, κάθε θαῦμα εἶναι ἕνα παράθυρο ποὺ ἀνοίγει στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν ὑπερβατικὸ κόσμο τοῦ Θεοῦ. Μοιάζει μὲ μία ἀστραπὴ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς λογικῆς καὶ τῆς φθορᾶς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε γιὰ λίγο αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργηθήκαμε καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ φθάσουμε στὴν αἰωνιότητα. Τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μιὰ ὕπαρξη καὶ ζωὴ χωρὶς πόνο, δάκρυα, ἀρρώστια, φθορά, θάνατο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ στὴν ἀγωνία καὶ τὰ δάκρυα τῆς γῆς. Τὸ θαῦμα μπορεῖ νὰ στερεώνει καὶ νὰ οἰκοδομεῖ τὴν πίστη, εἶναι, ὅμως, προσωρινό, γιατί, ἔστω καὶ ἂν θεραπευθοῦμε ἀπὸ μιὰ ἀρρώστια, ἔστω καὶ ἂν ὑπερνικήσουμε μιὰ δυσκολία, θὰ ἀρρωστήσουμε ξανὰ καὶ θὰ συναντήσουμε καὶ ἄλλη δυσκολία.

Ὅμως ἐμεῖς πήραμε δύναμη νὰ συνεχίσουμε. Συνειδητοποιήσαμε ὅτι τὸ κάθε θαῦμα στὴ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ μιᾶς σοφίας ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, ἀλλὰ ποὺ καλούμαστε, ὡστόσο, νὰ πιστεύσουμε, γιατί μόνο ἐκείνη ξέρει πότε καὶ τί πρέπει νὰ δίνει στὸν καθένα μας. Μιὰ τέτοια πίστη, ἕνα τέτοιο βίωμα ἐμπιστοσύνης στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγὴ δυνάμεως, ὅταν πρόσωπα, καταστάσεις καὶ γεγονότα μᾶς ἀπογοητεύουν, μᾶς πτοοῦν καὶ μᾶς λυγίζουν. Καὶ πορευόμαστε περιμένοντας νὰ ἀκούσουμε «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν», ἂς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας.


Ὁ ἀρνητισμὸς ἀπέναντι στὸ θαῦμα

Ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συναντᾶ τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου, τότε δὲν πραγματώνεται μόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀντίδραση τῶν φαρισαίων ἀπέναντι στὸ θαῦμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. Οἱ φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θαῦμα, ἀλλὰ παραμορφώνουν ἐπικίνδυνα τὴν πραγματικότητα, διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια. Ἀναποδογυρίζουν τὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο καὶ ἀγνώριστο ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο, ἀποδίδοντας τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις· θὰ ἦταν, ὅμως, παιδαριῶδες καὶ ἁπλοϊκὸ νὰ δοῦμε στὴ συμπεριφορὰ τῶν φαρισαίων μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησαν, κατηγόρησαν καὶ συκοφάντησαν ἀδίστακτα τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ στάση τους ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς οἱ ὁποῖοι ἔχουν μιὰ ἀντεστραμμένη συνείδηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκλωβισμένοι μέσα στὸν ὀρθολογισμὸ τους ἀπορρίπτουν ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ὀφθαλμοφανῆ καὶ ὁλοφάνερα θαύματα. Αὐτοὶ ποὺ σὲ κάθε θαῦμα βλέπουν ψυχολογικὰ αἴτια καὶ φαινόμενα, φαντασιώσεις καὶ αὐθυποβολές, φυσικὰ αἴτια, τυχαῖες συμπτώσεις καὶ ἀνεξήγητες συγκυρίες. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις «λογικῆς» γιὰ τὰ θαύματα. Τὰ θαύματα τὰ ἀναγνωρίζουν οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ τὰ δοῦν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ἂν νεκρώσουμε τὴν ἀλαζονεία τῆς λογικῆς μας καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀναστηθοῦμε σὲ μία νέα ζωή, ὅπου θὰ βλέπουμε καὶ θὰ καταλαβαίνουμε τὰ συνεχῆ θαύματα τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.
 Σχετικὰ μὲ τὴν θεραπεία (Ματθ 9, 27-35) Anthony Bloom
Ἀπόσπασμα ἀπο μιὰ ὁμιλία στὶς 22.11.1987

Ὑπάρχουν πολλὰ κείμενα στὸ Εὐαγγέλιο ὅπου ὁ Χριστὸς ἔχοντας στραφεῖ σ’ ἕνα πρόσωπο ποὺ εἶναι ἄρρωστο νοητικὰ ἤ σωματικὰ τοῦ κάνει μία ἐρώτηση, καὶ αὐτὴ ἡ ἐρώτηση εἶναι πάντα: Θέλεις νὰ γίνεις καλά; Καὶ νομίζω αὐτὴ ἡ φράση εἶναι σημαντικὴ ἐπειδὴ ὑπονοεῖ κάτι πιὸ μεγάλο, πιὸ ὁλοκληρωμένο ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας ἑνὸς ἀνθρώπου: σημαίνει τὴν ἐπιστροφὴ στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν ὁ ἄρρωστος πρὶν τὸν προσβάλλει ἡ ἀσθένεια. Ἐπειδὴ πολὺ συχνὰ ἡ ἀσθένεια εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ τρόπου τῆς ζωῆς μας, τῆς ἀφροσύνης μας, τῆς κληρονομικότητας, τῶν ἐξωτερικῶν καταστάσεων καὶ αὐτὸ ὅλο ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν κατάσταση τῆς ζωῆς μας σ’ ἕνα κόσμο ποὺ ἀπὸ χριστιανικῆς ἀπόψεως εἶναι ἕνας κόσμος ἐκπεσμένος, ἐὰν προτιμᾶτε, ἕνας κόσμος διεστραμμένος, ἕνας κόσμος ποὺ ἔχει χάσει τὴν ἁρμονία του, τὴν ἀκεραιότητα του, ἤ ποὺ δὲν τὴν ἔχει προσεγγίσει. Ἀπὸ ὅποια πλευρὰ καὶ να τὸ δεῖτε ὁ κόσμος μας εἶναι ἕνας κόσμος θρυμματισμένος.

Κάτι ποὺ μ’ ἔχει προβληματίσει τὰ τελευταῖα χρόνια εἶναι αὐτό: γιατὶ ὁ Χριστὸς ρωτάει ἕναν ἄνθρωπο ἄν θέλει νὰ γίνει καλά. Δὲν εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ κάθε λογικὸς ἄνθρωπος θὰ πεῖ: Φυσικὰ θέλω,- μὲ τὴ συνέπεια ποὺ ἔχει ἡ λέξη «φυσικά». Γιατὶ κάνετε μιὰ ἀνόητη ἐρώτηση; Ποιὸς ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι ἄρρωστος; Καὶ ὅμως νομίζω ὅτι εἶναι μιὰ πολὺ σημαντικὴ ἐρώτηση ἐπειδὴ κατὰ τὴν Εὐαγγελικὴ ἔννοια, ἀποκτᾶμε ὑγεία δὲν σημαίνει ἁπλὰ ὅτι ἀπαλλασόμαστε ἀπὸ μιὰ σωματικὴ ἀσθένεια, ἀλλὰ ἐντασσόμαστε σὲ μιὰ ποιότητα ζωῆς ποὺ δὲν εἴχαμε πρὶν καὶ ποὺ μπορεῖ νὰ μᾶς προσφερθεῖ ὑπὸ προυποθέσεις. Ἀποκτᾶμε ὑγεία ἔστω σωματικὰ, σημαίνει ὅτι πρέπει ν’ ἀναλάβουμε προσωπικὰ τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν νοητικὴ καὶ τὴν σωματικὴ κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόμαστε κατὰ τρόπο που δὲν τὸ εἴχαμε κάνει πρὶν. Ἡ ἀνάκτηση τῆς σωματικῆς μας ὑγείας ἀποτελεῖ ἴσως μιὰ μικρὴ εἰκόνα τῆς ἐπιστροφῆς μας στὴν ζωὴ ἀφοῦ φτάσαμε πρὶν στὸ χεῖλος τοῦ θανάτου. Ἡ ζωὴ ποὺ θὰ συνεχιζόταν δίχως ἐμᾶς δίχως τὴν θεραπευτικὴ πράξη τοῦ Θεοῦ, θὰ ἦταν μιὰ ζωὴ ποὺ σταδιακὰ θὰ ἐπιδεινωνόταν ὁλοένα καὶ πιὸ πολὺ καὶ θὰ μᾶς ἔφερνε στὸ θάνατο, στὴ διάσπαση τῆς νοητικῆς καὶ σωματικῆς μας κατάστασης. Καὶ ἄν μᾶς προσφέρεται ξανὰ ἡ ἑνότητα ποὺ ἔχουμε χάσει ἤ ποὺ ἴσως ποτὲ πρίν δὲν εἴχαμε, σημαίνει ὅτι ἡ ζωὴ ποὺ τώρα, μετὰ τὴν θεραπεία, εἶναι δική μας, δὲν δίνεται ἁπλὰ νὰ τὴν χρησιμοποιοῦμε μὲ ὅποιον τρόπο ἐπιλέγουμε, εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ δὲν μᾶς ἀνήκει. Εἴμασταν νεκροὶ, πεθαίναμε, ἐπιστρέψαμε σὲ μιὰ πληρότητα ζωῆς καὶ αὐτὴ ἡ πληρότητα δὲν μᾶς ἀνῆκει, εἶναι χάρισμα. Ἔτσι, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιο, ὅσο μπορῶ νὰ καταλάβω, ὅταν ὁ Χριστὸς λέει: «Θέλεις νὰ γίνεις ὑγιής;», Ἐννοεῖ: «Ἄς ὑποθέσουμε ὅτι σὲ κάνω καλά, εἶσαι ἕτοιμος νὰ ζήσεις μιὰν ἀκέραια ζωή ἤ θέλεις νὰ σὲ κάνω ὑγιῆ γιὰ νὰ ἐπιστρέψεις πίσω σὲ ὅ,τι κατέστρεψε αὐτὴν τὴν ἑνότητα, σ’ ὅ,τι σὲ κατέστρεψε σωματικὰ καὶ ψυχικὰ;» Καὶ αὐτὴ εἶναι μιὰ ἐρώτηση ποὺ τίθεται σὲ κάθε ἀσθενῆ, ἄν καὶ οἱ περισσότεροι, πρακτικὰ ὅλοι δὲν ἔχουν ἰδέα γι’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, καὶ τίθεται σίγουρα ἐνώπιον μας ὅταν θέλουμε νὰ θεραπευτοῦμε πέρα ἀπὸ μιὰ σωματική ἀσθένεια.

Ὑπάρχει μιὰ ἄλλη διάσταση στο θέμα τῆς σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀποκατάστασης, ὅπως περιγράφεται σὲ ἄλλες περιπτώσεις στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν ὁ Χριστὸς λέει σὲ κάποιον: «Πήγαινε καὶ μὴν ἁμαρτήσεις ξανά». Πιστεύω πρέπει να καταλάβουμε ὅτι ὅταν μιλᾶμε γιὰ θεραπεία μὲ Χριστιανικοὺς ὅρους δὲν μιλᾶμε ἁπλὰ γιὰ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἤ τῶν ἁγίων Του ἥ γιὰ τὴν δύναμη ποὺ ἔχουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἦταν μήτε ἅγιοι μήτε Θεοι, κατέχουν ὅμως ἕνα φυσικὸ χάρισμα νὰ μᾶς κάνουν ὑγιεῖς γιὰ νὰ συνεχίσουμε νὰ ζοῦμε μὲ τὸν τρόπο ποὺ ζούσαμε πρίν, γιὰ νὰ παραμείνουμε ἴδιοι δίχως ν’ ἀλλάξουμε. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς θεραπεύει γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε ξανὰ στην ἁμαρτωλή μας κατάσταση. Μᾶς προσφέρει μιὰ νέα ζωή, ὄχι τὴν παλιὰ ποὺ ἔχουμε ἤδη χάσει. Καὶ ἡ νέα ζωὴ ποὺ μᾶς προσφέρεται δὲν εἶναι πλέον δική μας, εἶναι δική Του, εἶναι δική Του δωρεά, εἶναι δῶρο. Ἦταν δικό μου καὶ σοῦ τὸ δίνω, πάρτο. Καὶ ἀπὸ πνευματικῆς ἀπόψεως, αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια. Ἐπειδὴ τὶ εἶναι ἁμαρτία; Προσδιορίζουμε συνεχῶς τὴν ἁμαρτία σὰν ἠθικὴ παράβαση, ἀλλά εἶναι κάτι περισσότερο ἀπο αὐτό: Εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο μιλοῦσα, εἶναι ἡ ἔλλειψη τῆς ὁλότητας. Ὅταν κρίνουμε τὸν ἑαυτό μας: Εἶμαι διχασμένος - ὁ νοῦς εἶναι κόντρα στὴν καρδιά, ἡ καρδιὰ κόντρα στὴν θέληση, τὸ σῶμα ἐνάντια σ’ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα. Δὲν εἴμαστε μόνο σχιζοφρενεῖς, ἀλλὰ σχιζοφρενεῖς στὰ πάντα, εἴμαστε ὅπως ἕνας σπασμένος καθρέφτης και ἔτσι εἶναι ἡ κατάσταση τῆς ἁμαρτίας: δὲν εἶναι τόσο ὅτι ὁ καθρέφτης δὲν ἀντανακλᾶ σωστὰ, τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι εἶναι σπασμένος, αὐτὸ εἶναι τὸ πρόβλημα. Μπορεῖτε, φυσικὰ, νὰ προσπαθήσετε νὰ πάρετε ἕνα μικρὸ κομμάτι του καὶ νὰ δεῖτε ὅ,τι μπορεῖτε, ἀλλὰ παραμένει ἕνας σπασμένος καθρέφτης. Καὶ τοῦτο τὸ σπάσιμο ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ σπάσιμο στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τοὺς φοβόμαστε, τοὺς ζηλεύουμε, εἴμαστε ἄπληστοι. Ἔτσι αὐτὸ δημιουργεῖ μιὰν ἁμαρτωλότητα καὶ ἀπευθύνεται κυρίως στὸν Θεό, ἐπειδὴ ὅλα ἀπορρέουν ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι χάσαμε τὴν ἁρμονία μας μὲ τὸν Θεό. Οἱ ἅγιοι εἶναι ἅνθρωποι ποὺ βρίσκονται σὲ ἁρμονική σχέση μ’ Ἐκεῖνον. Καὶ σὰν ἀποτέλεσμα τῆς σχέσης αὐτῆς μὲ τὸν Θεὸ, μποροῦν νὰ βρίσκονται σὲ ἁρμονία μέσα τους καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Καὶ θέλω να σᾶς προτείνω κάτι ποὺ ἴσως θὰ βρεῖτε δύσκολο νὰ δεχτεῖτε: εἴτε κάποιος θεραπεύεται σωματικὰ εἴτε ὄχι, αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον, ὄχι γιὰ τοὺς συγγενεῖς μας, γιὰ τοὺς φίλους μας ἀλλὰ γιὰ τὸ ἐνδιαφερόμενο πρόσωπο. Αὐτὸ ποὺ μετράει εἶναι ν’ ἀποκατασταθεῖ ἡ ἑνότητα τοῦ προσώπου καὶ ὅταν γίνει αὐτὸ καὶ συμβεῖ μαζὶ νὰ θεραπευθεῖ σωματικὰ - εἶναι καλό, ἄν ὄχι, μπορεῖ νὰ εἶναι το ἴδιο καλό.
 Κυριακή Ζ Ματθαίου Ὁ Ἰησοῦς θεραπεύει (Ματθ. 9,27—34)



Ὁ Ἰησοῦς θεραπεύει δύο τυφλοὺς καὶ ἕνα κωφὸν δαιμονιζόμενον. (Ματθ. 9,27—34)
Ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἀνάστασιν τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ Ἰαείρου, ἵνα μεταβῇ εἰς ἄλλην οἰκίαν. «Παράγοντι τῷ Ἰησοῦ ἐκεῖθεν» ἐνῷ ὁ Κύριος ἐπροχώρει ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ Ἀρχισυναγώγου, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἠκολούθησεν Αὐτὸν ὄχλος πολύς. Μετὰ τοῦ ὄχλου «ἠκολούθησαν δύο τυφλοὶ» πληροφορηθέντες, ὅτι διέρχεται ὁ Ἰησοῦς. Οἱ τυφλοὶ οὗτοι ὁδηγούμενοι ὑπὸ τοῦ θορύβου τοῦ πλήθους ἠκολούθουν τὸν Ἰησοῦν «κράζοντες καὶ λέγοντες ἐλέησον ἡμᾶς υἱὲ Δαυΐδ». Ὁ κοινὸς πόνος ἥνωσε τὰς καρδίας τῶν τυφλῶν καὶ προσευχόμενοι δὲν λέγουσιν ἐλέησόν με ἀλλὰ «ἐλέησον ἡμᾶς». Τὴν κοινὴν προσευχὴν δὲν παραβλέπει ὁ Κύριος. Οἱ τυφλοὶ οὗτοι ὀνομάζοντες τὸν Χριστὸν υἱὸν Δαυΐδ ἀναγνωρίζουσιν Αὐτὸν ὡς Μεσσίαν, διότι θὰ εἶχον ἀκούσει περὶ τῶν θαυμάτων αὐτοῦ. Ὁ Χριστὸς δοκιμάζων τὴν πίστιν των ἀφῆκεν αὐτοὺς νὰ φωνάζουσιν ἄνευ ἀπαντήσεως ἐκ μέρους Του, μέχρις ὅτου ἦλθεν καὶ εἰσῆλθεν εἰς οἶκόν τινα πιθανόν τοῦ Ματθαίου.

«Ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοὶ» προφανῶς, ἵνα ζητήσωσιν θεραπείαν. Ὁ Κύριος λέγει πρὸς αὐτοὺς «πιστεύετε, ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι;» Ἡ ἐρώτησις αὕτη τοῦ Κυρίου ἦτο νέα δοκιμασία τῆς πίστεως τῶν τυφλῶν. Οἱ τυφλοὶ ἀπαντοῦν. «Ναί, Κύριε» πιστεύομεν. Ἡ ἀμοιβὴ τῆς πίστεως των ἦτο ἄμεσος. Ὁ Κύριος, «ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων: κατὰ τὴν πίστιν ἡμῶν γενηθήτω ὑμῖν. Καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί». Ὁ Κύριος ἵνα διδάξῃ ἀποφυγὴν ἐπιδείξεως καὶ ἀποφύγῃ τὴν ἐκ τοῦ θαύματος τούτου ζηλοτυπίαν τῶν Ἰουδαϊκῶν ἀρχόντων, ἥτις ζηλοτυπία θὰ ἠμπόδιζε τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας, «ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς» αὐστηρῶς δηλαδὴ ἐτόνισεν εἰς τοὺς θεραπευθέντας τυφλοὺς λέγων «ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω», προσέξατε δηλαδή, ἵνα μὴ μάθῃ τὶς τι. Οἱ τυφλοὶ ὅμως ἀγνοοῦντες τὸν λόγον τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης τοῦ Κυρίου καὶ ἀσυγκράτητοι εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς Αὐτὸν «ἐξελθόντες διεφήμισαν Αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ».

«Αὐτῶν δὲ ἐξερχoμένων» ἐκ τῆς οἰκίας «προσήνεγκαν αὐτῷ κωφὸν δαιμονιζόμενον» φέρουσι δηλαδὴ εἰς τὸν Ἰησοῦν κωφάλαλον οὐχὶ ἐκ φυσιολογικῆς παθήσεως, ἀλλ’ ἐκ δαιμονικῆς ἐνεργείας. Τὸ δαιμόνιον τοῦτο ἐπιτιμηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἀναχωρεῖ. «Ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφὸς» ὁ κωφάλαλος ὁμιλεῖ καὶ ἀκούει.

«Οἱ ὄχλοι» oἱ ἀκολουθοῦντες τὸν Ἰησοῦν βλέποντες τὰ θαύματα ταῦτα ἐθαύμασαν λέγοντες˙ οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ˙». Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως φθονοῦντες καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἀρνηθῶσι τὸ θαῦμα ἀποδίδουσι τοῦτο εἰς δαιμονικὴν ἐνέργειαν καὶ ἔλεγον «ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια». Ὁ Κύριος δὲν φαίνεται ἐδῶ νὰ ἀπήντησεν εἰς τοὺς Φαρισαίους, εἰς ἄλλας ὅμως ὁμοίας πρὸς αὐτὴν περιστάσεις καὶ θεραπείας, ὅπου κατηγόρησαν Αὐτόν, ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια, ἀπήντα διὰ λογικῶν ἐπιχειρημάτων.


Θέμα: Συκοφαντία.

Τὸν Κύριον ὀνομάζουν ἀρχιδιάβολον οἱ Φαρισαῖοι. Ἡ πρᾶξις αὕτη λέγεται συκοφαντία. Οἱ Φαρισαῖοι λοιπὸν συκοφαντοῦν. Ὁ Κύριος συκοφαντεῖται! Θέμα περὶ συκοφαντίας. Οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ὁποῖοι συκοφαντοῦν, μᾶς δίδουν τὴν μίαν ὄψιν καὶ ὁ συκοφαντούμενος Κύριος τὴν ἑτέραν. Ἴδωμεν.

1) Συκοφαντεῖς: Οἱ Φαρισαῖοι συκοφαντοῦν, διότι τὸν Θεὸν λέγουν ἀρχιδιάβολον. Ἑπομένως συκοφαντία εἶναι, ὅταν τὸ καλὸν ὀνομάσῃς κακὸν ἤτοι τὴν εὐσέβειαν ὑποκρισίαν, τὴν ἀρετὴν ἀδυναμίαν, τὴν εὐσυνειδησίαν βλακείαν, τὴν ἐπιτυχίαν ἁπλὴν σύμπτωσιν, τὴν προσπάθειαν ἐγωϊσμὸν κ.λ.π. Καὶ συγκεκριμένως. Βλέπεις μίαν κυρίαν, ἡ ὁποία ἀφῆκε τὸν δρόμον τῆς κακίας καὶ ἐπῆρε τὸν δρόμον τῆς ἀρετῆς συσχηματίσασα ἀναλόγως τὴν κόμμωσίν της καὶ τὸ φόρεμα. Ὑποκρισία φωνάζεις! Ἡ Α΄ δεσποινὶς βλέπει τὴν Β΄, ἡ ὁποία παρ’ ὅλην της τὴν πτωχείαν προτιμᾷ νὰ μὴ ἔχῃ τὸν φίλον της ἀγωνιζομένη, καὶ ὀνομάζει ταύτην περιφρονητικῶς ἀνίκανον! Ἡ μεγάλη ἀρετὴ λέγεται ἀνικανότης, ἀδυναμία. Βλέπει ὁ Α΄ τὸν Β ΄ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ δωροδοκηθῇ καὶ νὰ πατήσῃ τὴν συνείδησίν του. Αὐτὸ εἶναι βλακεία, φωνάζει! Βλέπομεν τὴν ἁγιωτέραν προσπάθειαν καὶ τὴν θεωροῦμεν σατανικώτερον ἐγωϊσμόν, διότι δὲν παίρνει τὴν ἰδικήν μας εὐλογίαν! Βλέπομεν τὴν λαμπροτέραν ἐπιτυχίαν καὶ εἰρωνικῶς λέγομεν «ἔτυχε καὶ ἐπέτυχε». Ὁ ἄκρος ἀριστερὸς ὀνομάζει τὸν πατριώτην προδότην, ὁ ἄκρος δεξιὸς τὸν μὴ θέλοντα ἐκδίκησιν, ἀριστερόν, ἐγκληματίαν.

Τὸ μυστικόν τῆς συκοφαντίας εἶναι βαθὺ καὶ μυστικόν. Ἐλέγχει, διότι ἐλέγχεται. Μάλιστα! Ἐλέγχει συκοφαντοῦσα ἡ νεαρὰ χήρα τὴν εὐσεβῆ νεαρὰν χήραν, διότι ἐλέγχεται ἡ κόμμωσις, τὸ ντύσιμό της ποὺ εἶναι ἄσεμνα ἀπὸ τὰ σεμνὰ ἐνδύματα τῆς εὐσεβοῦς χήρας. Ἐλέγχει ὁ Α΄ ὑπάλληλος τὸν Β΄ τὸν εὐσεβῆ εὐσυνείδητον ὡς βλάκα, διότι ἐλέγχεται ὑπὸ τῆς εὐσυνειδησίας του. Συκοφαντεῖ ἡ Α΄ τὴν Β΄ ὡς ὀπισθοδρομικήν, διότι δὲν ἔχει φίλον. Αὐτὸ γίνεται, διότι ἡ ἐλέγχουσα ἔχει τὸν ἰδικὸν της φίλον καὶ ἐλεγχομένη ὑπὸ τῆς ἄλλης σιωπηρῶς, συκοφαντεῖ, ἐλέγχει ταύτην ἐκφώνως. Συκοφαντεῖ ἄλλος ἄλλον ὡς ἐγωϊστὴν καὶ τὸ ἔργον του ὡς ἁπλῆν σύμπτωσιν, διότι ὄχι μόνον ἐλέγχεται ἀλλὰ καίεται ὑπὸ τῆς ζηλοτυπίας.

Εἴδομεν τὸ βάθος τῆς κακίας τῆς συκοφαντίας! Ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν καμουφλαρισμένην ἐπιφάνειαν. Οἱ συκοφαντοῦντες λέγουν˙ Ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρήσῃ. Δὲν τὸ λέγω ἐγὼ αὐτό, ὁ κόσμος τὸ λέγει. Καὶ ὁ Χρυσόστομος ἀπαντᾷ, «τί οὖν λέγεις, εἰ οὐ πιστεύεις ; Τί πιστὸν αὐτὸ ἐργάζῃ τῇ πολλῇ φήμη; Τί διαπορθμεύεις; Ἤκουσας λόγον; Ἐναποθανέτω σοι. Θάρσει! Οὐ μὴ σὲ ῥήξῃ! Πόσα κακὰ ἐντεῦθεν ἐργάζει; Παροργίζεις τὸν Θεόν, λυπεῖς τὸν πλησίον, ὑπεύθυνον σαυτὸν τῇ κολάσει ποιεῖς». Ὄχι μόνον τὸ βάθος, ὄχι μόνον ἡ ἐπιφάνεια τῆς συκοφαντίας δεικνύουν τὴν κακίαν ταύτην ἀλλὰ καὶ ἡ λέξις. Ὁ Σατανᾶς λέγεται διάβολος, διότι διαβάλλει, συκοφαντεῖ. Ἑπομένως καὶ σύ, ποὺ συκοφαντεῖς, εἶσαι καὶ λέγεσαι διάβολος. Δὲν συκοφαντῶ ἀλλὰ συκοφαντοῦμαι, θὰ εἴπῃς. Ἂς ἴδωμεν.

2) Συκοφαντοῦμαι. Ταράσσομαι! Ταράσσομαι δέ, διότι μοῦ ἐσυκοφάντησε τὸ πολυτιμότερον, τὴν ἠθικήν μου καὶ ἔγινε καὶ πιστευτός. Ἄκουσον! Δὲν εἶναι καιρὸς διὰ ταραχήν, ἀλλὰ διὰ σκέψιν, διὰ φιλοσοφίαν. Πράγματι! Καὶ ἰδοὺ ἡ πρώτη σκέψις ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὴν στενοχώρια. Στενοχωροῦμαι! Ἔτσι καὶ ὁ ἄλλος στενοχωρεῖται, ὅταν καὶ σὺ καμμιὰ φορά τὸν συκοφαντήσῃς. Ἡ στενοχώρια σου αὐτὴ εἶναι ὁ καλύτερος ἱεροκήρυξ, ὁ συγκινητικώτερος διὰ τὴν ἀποφυγὴν τῆς συκοφαντίας.

Πλὴν αὐτοῦ ποσάκις ἡ συκοφαντία τοῦ ἄλλου πρὸς ἡμᾶς εἶναι ἀντίλαλος τῆς ἰδικῆς μας φωνῆς τῆς συκοφαντίας, ἡ ὁποία ἠχηθεῖσα καὶ ἀντηχηθεῖσα ἀνὰ τὰ ὄρη καὶ τὰς χαράδρας ἐπιστρέφει ἀγνώριστος εἰς τὰ αὐτιά μας ; Μὴ μοῦ λέγεις ὅτι σὺ δὲν ἐσυκοφάντησες, διότι ἐκεῖνος ποὺ ἔχει τὴν χάριν τοῦ Θεοὺ—καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ μεγάλην χάριν—να μὴ συκοφαντῇ, θὰ ἔχῃ τὴν χάριν καὶ δύναμιν ὄχι νὰ μὴ συκοφαντῆται, ἀλλὰ νὰ ἠρεμῇ καὶ νὰ φιλοσοφῇ, ὅταν συκοφαντῆται. Ἰδοὺ ἡ πρώτη σκέψις, τὸ πρῶτο μυστικὸ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ἔχῃς γιὰ φυλαχτό.

Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶσαι ἐν τάξει. Δὲν συκοφαντεῖς, ἀλλὰ σὲ συκοφαντοῦν. Ὁ Χρυσόστομος λέγει. «Καὶ τί τοῦτο; τοῦ Θεοῦ ὄντος τοῦ μέλλοντος ἀπαιτεῖν εὐθύνας καὶ οὐκ ἐκείνων τῶν ἀκουσάντων ; Καὶ σὲ μὲν πρὸς ἀνθρώπους διέβαλε, αὐτὸς δὲ πρὸς Θεὸν διεβλήθη. Καὶ ὁ Δεσπότης σου διεβλήθη καὶ ὑπὸ Σατανᾶ καὶ ὑπὸ ἀνθρώπων. Καὶ οὐ διεβλήθη μόνον ἀλλὰ καὶ ἐπιστεύθη. Διέβαλε οὐ τὰ τυχόντα ἀλλὰ τὰ μέγιστα ὀνείδη. Καὶ γὰρ δαιμονιῶντα Αὐτὸν ἐκάλεσαν καὶ πλάνον καὶ ἀντίθεον. Εὐεργετήσας ἔπαθες κακῶς; Δία τοῦτο χαῖρε ὅτι τῷ Θεῷ γέγονας ὅμοιος τῷ ἀνατέλλοντι ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς». Ἰδοὺ τὸ δεύτερον φυλαχτὸ σοὺ˙ Ὁ Κύριός σου διεβλήθη, ἐσυκοφαντήθη. Σὺ τί εἶσαι;

Ἀλλά μοῦ εἶπες, ὅτι σοῦ ἔκαμε μεγάλα κακά. «Ὅσα γὰρ ἂν εἴπῃς τοσούτῳ μᾶλλον δεικνύεις αὐτὸν εὐεργέτην. Ὅρα ὅσα κερδαίνεις πρᾴως τῶν ἐχθρῶν φέρων τὰς ἐπηρείας. Πρῶτον ἁμαρτημάτων ἀπαλλαγήν, δεύτερον καρτερίαν καὶ ὑπομονήν, τρίτον ἡμερότητα καὶ φιλανθρωπίαν. Ὁ γὰρ τοῖς λυποῦσι μὴ ὀργιζόμενος πολλῷ μᾶλλον τοῖς φίλοις ἐπιτήδειος ἔσται. Πρὸς τούτοις αἰδέσιμος ἔσῃ καὶ τοῖς ἐχθροῖς, κἄν δαίμονες ὦσι. Μᾶλλον δὲ οὐδὲ ἐχθρὸν ἕξεις διακείμενος οὕτως. Τὸ δὲ πάντων μεῖζον τὴν τοῦ Θεοῦ κερδανεῖς φιλανθρωπίαν, κἄν ἠμαρτηκώς ᾖ τεύξῃ συγγνώμης, κἄν κατωρθωκώς πλείονα παρρησίαν λήψῃ» δηλαδὴ : ὅσα τυχὸν εἴπῃς, ὅτι σὲ ἐσυκοφάντησε, τόσον περισσότερον ἀναδεικνύεις αὐτὸν εὐεργέτην. Πρόσεξε πόσα κερδίζεις μὲ τὴν πρᾳότητα καὶ μὲ τὸ νὰ ὑπομένῃς τὰς συκοφαντίας τῶν ἐχθρῶν. Πρῶτον κερδίζεις τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα σου, δεύτερον τὴν καρτερίαν καὶ τὴν ὑπομονήν, τρίτον τὴν ἡμερότητα καὶ τὴν φιλανθρωπίαν. Διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ὀργίζεται μὲ ἐκείνους, ποὺ τὸν συκοφαντοῦν καὶ στενοχωροῦν, πολὺ περισσότερον φίλος θὰ εἶναι εἰς τοὺς φίλους. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ θὰ εἶσαι σεβαστὸς καὶ εἰς τοὺς ἐχθρούς, ἔστω κι’ ἂν εἶναι δαίμονες. Ἤ διὰ νὰ εἴπω καλύτερον οὕτω φερόμενος, δὲν θὰ ἔχῃς ἐχθρόν. Τὸ μεγαλύτερον ὅμως ἀπὸ ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅτι ὑπομένων τὰς συκοφαντίας θὰ κερδίσῃς τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, ὥστε ἂν ἔχῃς ἁμαρτήσῃ, θὰ τύχῃς συγχωρήσεως, ἂν εἶσαι ἐνάρετος, θὰ λάβῃς περισσοτέραν παρρησίαν.

Τρομερὸν παράδειγμα τιμωρίας συκοφαντῶν εἶναι τὸ ἀκόλουθον. Ὁ Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ὁ Ἅγ. Νάρκισσος εἶχεν ἐξεγείρει καθ’ ἑαυτοῦ τὸ μῖσος τῶν κακῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ἤλεγχε πρὸς μετάνοιαν. Τρεῖς ἐξ αὐτῶν τὸν ἐσυκοφάντησαν δι’ ἔγκλημα φοβερὸν καὶ μεθ’ ὅρκου ἐβεβαίωνον τοῦτο. Ὁ μὲν πρῶτος ἔλεγεν˙ «νὰ καῶ, ἂν δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτὰ ποὺ λέγω». Ὁ δεύτερος προσθέτει˙ «Νὰ ἀποθάνω μὲ σκληράν ἀσθένειαν, ἂν ψεύδωμαι» καὶ ὁ τρίτος ἔλεγε «νὰ χάσω τὴν ζωήν μου». Ὅ,τι εἶπαν ἔγινε. Πυρκαγιὰ ἐξερράγη εἰς τὸν οἶκον τοῦ πρώτου καὶ ἐκάη οἰκογενειακῶς, ὁ δεύτερος προσεβλήθη ὑπὸ νόσου καὶ ἀπέθανε καὶ ὁ τρίτος συγκινηθείς ἐκ τῶν δυστυχημάτων τούτων ἔχυσε τόσα δάκρυα, ὥστε ἔχασε τὴν ζωήν του.

Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ταράσσεσαι, ὅταν συκοφαντῆσαι, διότι οὔτε μόνος σου εἶσαι, ἔχεις σύντροφον τὸν Θεόν, οὔτε καὶ κακὸν δύναται τις νὰ σοῦ κάμῃ.

Ἰδοὺ πόσον κακόν, εἶναι ὅταν συκοφαντῇς, πόση ἡ ὠφέλεια, ὅταν συκοφαντῆσαι. Προσοχή, λοιπὸν καὶ ὑπομονή!
 Κυριακή Ζ' Ματθαίου: Ομιλία εις τους δύο θεραπευθέντας τυφλούς. Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς

Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, με θέμα τους τυφλούς οι οποίοι, κατά τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον, ανέβλεψαν σε οικία. Και όπου γίνεται αναφορά και στο ότι δεν είναι δυνατόν να έχει κάποιος αληθώς πίστη χωρίς έργα μετανοίας.


Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Κεφ. Θ. 27 – 35.

Και παράγοντι εκείθεν τω Ιησού, ηκολούθησαν Αυτώ δύο τυφλοί, κράζοντες και λέγοντες: ελέησον ημάς, υιέ Δαυϊδ. Ελθόντι δέ εις την οικίαν, προσήλθον Αυτώ οι τυφλοί, και λέγει αυτοίς ο Ιησούς. Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι?
Λέγουσιν Αυτώ: ναί, Κύριε.
Τότε ήψατο των οφθαλμών αυτών λέγων: κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν. Και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί. Και ενεβριμήσατο αυτοίς ο Ιησούς λέγων: οράτε, μηδείς γινωσκέτω. Οι δέ εξελθόντες, διεφήμισαν Αυτόν εν όλη τη γή εκείνη. Αυτών δέ εξερχομένων, ιδού προσήνεγκαν Αυτώ άνθρωπον κωφόν δαιμονιζόμενον, και εκβληθέντος του δαιμονίου, ελάλησεν ο κωφός, και εθαύμασαν οι όχλοι λέγοντες, ότι ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ. Οι δέ Φαρισαίοι έλεγον: εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια. Και περιήγεν ο Ιησούς τας πόλεις πάσας και τας κώμας, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών, και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ.

Απόδοση.

Όταν προχώρησε πιο πέρα ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί, που φώναζαν κι έλεγαν: «Σπλαχνίσου μας, Υιέ του Δαβίδ!» Κι όταν έφτασε στο σπίτι, πήγαν κοντά του οι τυφλοί, και ο Ιησούς τους λέει: «Πιστεύετε πως μπορώ να το κάνω αυτό;» Του λένε: «Ναι, Κύριε». Τότε άγγιξε τα μάτια τους και είπε: «Όπως το πιστεύετε να σας γίνει».
Κι ανοίχτηκαν τα μάτια τους. τότε ο Ιησούς τους πρόσταξε λέγοντας: «Προσέξτε να μην το μάθει κανένας». Αυτοί όμως, μόλις βγήκαν έξω, διέδωσαν τη φήμη του σ’ όλη την περιοχή εκείνη. Ενώ έβγαιναν έξω οι δύο τυφλοί, του έφεραν έναν κωφάλαλο δαιμονισμένο. Μόλις έδιωξε το δαιμόνιο, μίλησε ο κωφάλαλος.
Κι ο κόσμος θαύμασε και είπε: «Ποτέ ως τώρα δεν είδαν οι Ισραηλίτες τέτοια πράγματα!» Οι Φαρισαίοι όμως έλεγαν: «Με τη δύναμη του άρχοντα των δαιμονίων διώχνει τα δαιμόνια». Ο Ιησούς περιόδευε σ’ όλες τις πόλεις και στα χωριά, δίδασκε στις συναγωγές τους, κήρυττε το χαρμόσυνο μήνυμα για τον ερχομό της βασιλείας του Θεού, και γιάτρευε κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία στο λαό.

Επιμέλεια κειμένου, Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη.



Ομιλία του Αγίου Γρηγορίου

Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, με το σώμα που έλαβε από εμάς προς χάριν μας, κατά τη συναναστροφή του με τους ανθρώπους, εθεράπευσε πολλούς ως προς το σώμα και ως προς την ψυχή τυφλούς.
Ή μάλλον, εάν κανείς σκεφθεί την ανάβλεψη της διανοίας, που είναι η μετάθεση από την απιστία στην πίστη και από την άγνοια στην επίγνωση του Θεού, δεν είναι δυνατόν ούτε καν να απαριθμήσει
τυφλούς που ανέβλεψαν με την ενανθρώπηση του Κυρίου.
Αυτοί είναι αριθμημένοι μόνον από Εκείνον που έχει αριθμημένες τις τρίχες της κεφαλής μας. Εάν όμως σκεφθούμε την ανάβλεψη των σωματικών οφθαλμών, και ως προς αυτήν θα εύρωμε πολλούς να έχουν θεραπευθεί από τον Χριστό, άλλους με μόνο τον λόγο, άλλους με την αφή. Ορισμένους δε και μόνον με το να προσπέσουν σ’ Αυτόν, και με το να τον πλησιάσουν. Επίσης και μερικούς που έλαβαν την ίαση και με το πτύσμα του ή και με χρίσμα πηλού.

Πράγματι, όταν, καθώς λέγει ο Ματθαίος, είχε έλθει κοντά στη θάλασσα της Γαλιλαίας, «προσήλθον αυτώ όχλοι πολλοί, έχοντες μεθ’ εαυτών χωλούς, τυφλούς, κωφούς και άλλους πολλούς», οι οποίοι ερρίφθησαν όλοι στα πόδια του και τους εθεράπευσε, ώστε και οι όχλοι τότε να θαυμάζουν και να τον δοξάζουν, βλέποντας κωφούς να ομιλούν, χωλούς να περπατούν, και τυφλούς να αναβλέπουν.
Αλλά και όταν εισήλθε «καθήμενος επί πώλου», κατά την προφητεία, στην Ιερουσαλήμ με τρόπο παράδοξο, υμνούμενος από τα νήπια ως Θεός, εθεράπευσε όλους τους χωλούς και τους τυφλούς που προσήλθαν εκεί, όπως λέγει επίσης ο Ματθαίος. Και όταν ήλθε στη Βηθσαϊδά, «φέρουσιν αυτώ τυφλόν», όπως λέγει ο Μάρκος, «και παρακαλούσιν αυτόν ίνα άψηται αυτού». Ο δε Κύριος, αφού τον έβγαλε έξω από το χωριό, έπτυσε στους οφθαλμούς του, επέθεσε σ’ αυτόν τα χέρια και τον έκαμε να βλέπει αμυδρά.
Έπειτα έθεσε πάλι τα χέρια επάνω του και του έδωσε τη δυνατότητα να βλέπει καθαρά. Καθώς δε ήγγιζε στην `Ιεριχώ, όπως λέγει ο Λουκάς, εθεράπευσε μόνο με έναν λόγο του τυφλόν, που είχε καθίσει δίπλα στον δρόμο και επαιτούσε. Μόλις εκείνος του ζήτησε την ίαση τού είπε:
«ανάβλεψον».
Εξερχόμενος δε από την Ιεριχώ, όπως λέγει επίσης ο Μάρκος, χαρίζει την όραση σε άλλον πάλι τυφλόν, ονομαζόμενον Βαρτιμαίον, υιόν του Τιμαίου, λέγοντας προς αυτόν, όταν του εζήτησε την ανάβλεψη: «κατά την πίστιν σου γενηθήτω σοι».
Όταν δε ευρίσκετο στην Ιερουσαλήμ και είδε έναν τυφλόν εκ γενετής, καθώς λέγει ο Ιωάννης, χωρίς καν να του ζητηθεί, αλλά κινούμενος από μόνη του την αγαθότητα, αφού έπτυσε στη γη και έπλασε πηλό, άλειψε τους οφθαλμούς του τυφλού και του είπε: «ύπαγε, νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Επήγε λοιπόν και ενίφθη. Όταν δε επανήλθε, είχε αποκτήσει την όρασή του.

Αλλά και όταν είχε αναστήσει την αποθαμμένη θυγατέρα του αρχισυναγώγου Ιαείρου, μετά από λίγο, όπως θα ακούσουμε να ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, καθώς περνούσε ο Ιησούς, τον
ακολούθησαν δύο τυφλοί κράζοντες και λέγοντες, «ελέησον ημάς, υιέ Δαβίδ».
Αυτός εισήλθε μαζί τους στην οικία και αφού ήγγισε τους οφθαλμούς των και είπε προς αυτούς: «κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν», τους εθεράπευσε.
Εκτός λοιπόν από αυτούς που δεν έχουν αναφερθεί, οι τυφλοί είναι έξι. Και νομίζω ότι κανείς από τους τυφλούς που ευρίσκοντο τότε στην Ιουδαία ή και στις γειτονικές περιοχές δεν έμεινε αφώτιστος.
Γι’ αυτό και ο Ησαΐας, ως εκπρόσωπος του Χριστού, προείπε περί αυτού, ότι απεστάλη από τον Πατέρα και το Πνεύμα «κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλούς ανάβλεψιν». Αλλά πώς δεν είπε ο Προφήτης ότι απεστάλη για να δώσει, αλλά για να κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψιν; Ακριβώς, διότι ο Κύριος δεν ήλθε στη γη πρωτίστως για να ανοίξει τους σωματικούς οφθαλμούς, αλλά τους της ψυχής, οι οποίοι οφθαλμοί αποκτούν την ανάβλεψη δια του ευαγγελικού κηρύγματος. Ευλόγως, λοιπόν, η προφητεία λέγει ότι ο Κύριος θα κηρύξει στους τυφλούς ανάβλεψη.

Όπως δε ο ίδιος ο Κύριος μάς παραγγέλλει να ζητούμε τα πνευματικά, λέγοντας «εργάζεσθε μη την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον», και υπόσχεται να μας προσθέσει και τα σωματικά, εάν εμείς ζητούμε τα ψυχωφελή, λέγοντας «ζητείτε την βασιλείαν του Θεού και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν», έτσι κάμνει και με τους οφθαλμούς μας. Διότι αφού έκλινε τους ουρανούς και κατήλθε στη γη από φιλανθρωπία, για να διανοίξει με το Ευαγγελικό κήρυγμα τους οφθαλμούς της ψυχής μας, και να μας χαρίσει τη νοητή ανάβλεψη, προσέθετε και τη θεραπεία όσων αισθητών οφθαλμών δεν έβλεπαν.
Γι’ αυτό και υπάρχει πολλή αντιστοιχία μεταξύ των δύο αναβλέψεων, εννοώ του σώματος και της ψυχής. Όπως δηλαδή από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν απέκτησαν αμέσως την ανάβλεψη, όπως εκείνος που άκουσε «ανάβλεψον», και την ίδια στιγμή εθεραπεύθη, άλλοι δε βαθμιαίως, όπως εκείνος που πριν λάβει τελείως την ίαση είπε ότι βλέπει τους ανθρώπους σαν δένδρα να περπατούν. Έτσι και όσοι διά της πίστεως εδέχθησαν την ίαση των νοητών οφθαλμών, άλλοι μεν την βρήκαν αμέσως, όπως αυτός που από τελώνης ευθύς ανεδείχθη ευαγγελιστής, ενώ άλλοι βαθμιαίως, όπως ο πάντοτε νυκτερινός μαθητής Νικόδημος.

Και όπως ακριβώς από τους σωματικώς τυφλούς, άλλοι μεν επέτυχαν την ίαση μόνο με λόγον, όπως ο Βαρτιμαίος, άλλοι δε και με έργον, (διότι μέσα στους οφθαλμούς εκείνου, που ήταν κοντά στη Βηθσαϊδά, έβαλε και από το πτύσμα του, επειδή, καθώς φαίνεται, αυτός είχε μεν βλέφαρα, αλλά κενά, αφού είχαν αδειάσει από το υγρό των οφθαλμών, το οποίο και ανεπληρώθη τότε με το θείον πτύσμα, ενώ ο εκ γενετής τυφλός ούτε βλέφαρα είχε, γι’ αυτό και εχρειάσθη αυτό το χωμάτινο μίγμα, το οποίον και εδέχθη από τα δάκτυλα του Κυρίου υπό μορφήν ζυμωμένου πηλού).
Καθώς λοιπόν από τους κατά το σώμα τυφλούς, άλλοι μεν, όπως είπα, έλαβαν μόνο με λόγον την ίαση, άλλοι δε και με πράξη, έτσι και εκείνων που έλαβαν την ίαση των οφθαλμών της ψυχής, η οποία είναι, όπως είπαμε, η μετάθεση από την απιστία στην πίστη: ορισμένοι χρειάσθηκαν και θαύματα για να πιστεύσουν, όπως συνέβη και σ’ εκείνους που απεστάλησαν από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο για να ερωτήσουν «συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;», ενώ άλλοι έλαβαν με μόνον τον λόγο, πιστεύοντας από μόνον την ακοή, όπως και ο εκατόνταρχος, για τον οποίο ο Κύριος διεκήρυξε ότι υπερέχει των Ισραηλιτών κατά την πίστη.
Τέτοιοι είναι και εκείνοι, που σύμφωνα με όσα μας ευαγγελίζεται σήμερα ο Ματθαίος, έλαβαν από τον Χριστόν τη σωματική ανάβλεψη. Διότι είναι φανερό ότι είχαν πιστεύσει και πριν τη θεραπεία, επειδή όμως ήσαν τυφλοί, βεβαίως εξ ακοής επίστευσαν. Διότι λέγει ότι καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί, τον ακολούθησαν δύο τυφλοί, κράζοντες και λέγοντες: «ελέησον ημάς υιέ Δαβίδ». Πώς λοιπόν θα ακολουθούσαν και πώς ακολουθώντας θα ζητούσαν, και μάλιστα με κραυγές, τόσο μεγάλη ελεημοσύνη, την ανάβλεψη των οφθαλμών τους, εάν δεν είχαν πιστεύσει;

Αλλά την πίστη των τυφλών τη φανερώνουν και τα ακόλουθα: «Καθώς περνούσε ο Ιησούς από εκεί», Από πού από εκεί;, και για ποιο λόγο το αναφέρει αυτό ο Ευαγγελιστής, και όχι μόνον εδώ αλλά και λίγο παραπάνω, όταν λέγει: «Παράγων (δηλαδή περνώντας) ο Ιησούς εκείθεν, είδεν άνθρωπον καθήμενον επί το τελώνιον, Ματθαίον λεγόμενον», αυτόν τον Ευαγγελιστή, τον οποίον εκείνη την ώρα, και με μόνον τον λόγον μετεμόρφωσε. Εγώ λοιπόν θεωρώ ότι ο Ευαγγελιστής το λέγει αυτό για να δώσει αφορμή στους συνετούς ακροατές να εκλαμβάνουν και αναγωγικώς τα εξιστορούμενα. Εάν δηλαδή κανείς τα εξετάσει επακριβώς, είναι δυνατόν να ιδεί ότι η ιστορία αυτή περιγράφει συνοπτικώς και ανακηρύττει θαυμασίως όλη την δια της ενσαρκώσεως οικονομίαν του Δεσπότου.
Πράγματι, ο Κύριος κατοικία είχε την Καπερναούμ. Διότι λέγει «ελθών κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν», και η πρόσκαιρος αυτή κατοικία οπωσδήποτε ήταν τύπος του ουρανού, αφού έφερε μέσα της Εκείνον ο οποίος κατοικεί στους ουρανούς. Γι’ αυτό και ο Κύριος σε άλλο σημείο λέγει: «και συ Καπερναούμ η έως του ουρανού υψωθείσα». Ο Κύριος, λοιπόν, δια της ενανθρωπήσεως εξήλθεν από τον ουρανόν, όπως από την οικίαν εκείνη «και παράγων εκείθεν», διήλθε δηλαδή από εκεί. Εάν μεν εννοήσεις την έξοδον από τον ουρανό, θα εύρεις ότι και τους Αποστόλους εξέλεξε και την τάση της φύσεώς μας προς ακαθαρσίαν εθεράπευσε. Εάν δε εννοήσεις ότι διήρχετο από την οικία της Καπερναούμ, θα τον εύρεις ότι εφανέρωσε τα προλεχθέντα με έργα. Διότι και τον Ματθαίο μετέτρεψε τότε από τελώνη σε Απόστολο και την αιμορροούσα εθεράπευσε διερχόμενος από εκεί. Αλλά και αφού ήλθε μέχρι τη θυγατέρα του Ιαείρου, που είχε αποθάνει, και με τη ζωοποίησή της ανέδειξε τον εαυτό του νικητή του θανάτου, επανέρχεται εκεί από όπου εξήλθε. Επανερχόμενος λοιπόν και διερχόμενος πάλι από εκεί, ανοίγει τους οφθαλμούς των τυφλών αυτών, οι οποίοι τον ακολούθησαν. Έπραξε δηλαδή όπως τότε που διήνοιξε το νου των μαθητών του, ώστε να κατανοούν τις Γραφές: αφού κατέβη ο ίδιος μέχρι τον θάνατο και με την Ανάστασή του κατήργησε την εξουσία του θανάτου, επανήλθε και διήρχετο από εκεί. Εκείνοι δε εξήλθαν και τον εκήρυξαν σε όλη τη γη, όπως λέγει ο Ευαγγελιστής και για τους τυφλούς, οι οποίοι τώρα ανέβλεψαν, ότι «εξελθόντες διεφήμισαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Βλέπετε με πόση σαφήνεια διαγράφεται όλη σχεδόν η θεανδρική οικονομία στην ιστορία αυτή. Γι’ αυτό και το «παράγων εκείθεν» ελέχθη δύο φορές, για να κατανοήσουμε και την έξοδο και την επάνοδό του. Και μάλιστα κατά μίμηση αυτής της εξόδου και επανόδου, και ο ιερεύς, αφού εξέλθει από το Άγιον Βήμα και κατεβεί μέχρι το χαμηλότερο σημείο, επανέρχεται πάλι και αποκαθίσταται εκεί από όπου εξήλθε.

Καθώς λοιπόν ο Κύριος διήρχετο κατά την επάνοδο, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι υποτύπωναν τους δύο λαούς, των Ιουδαίων και των Εθνικών. Και έκραζαν λέγοντας «ελέησον υιέ Δαυίδ», δεικνύοντας ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος και προσδοκώμενος. Ο δε Κύριος εκπληρώνοντας και την υποτύπωση της οικονομίας, και δοκιμάζοντας αλλά και φανερώνοντας την πίστη των τυφλών, τους προσπερνά σιωπηλός μέχρι να εισέλθει στην οικία από την οποία είχε εξέλθει στην αρχή. Έπειτα λέγει προς αυτούς: «πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;». Και αυτοί του απαντούν «ναι, Κύριε». Και δεν ερωτά επειδή αγνοεί, αλλά για να φανερώσει σε όσους αγνοούν την πίστη των τυφλών. Γι’ αυτό και αφού έψαυσε τους οφθαλμούς των, προσέθεσε «κατά την πίστιν ημών γενηθήτω υμίν», και ανοίχθησαν οι οφθαλμοί τους, μαρτυρώντας και ότι εκείνοι τον είχαν πιστεύσει, αλλά και ότι αυτός ήταν όπως τον επίστευσαν, Θεός δηλαδή μαζί και άνθρωπος. Διότι ως άνθρωπος μεν ήταν υιός του Δαυίδ και με τα ίδια του τα χέρια έψαυσε τους οφθαλμούς των και αισθητώς ομίλησε. Ως Θεός δε και Δημιουργός εφώτισε τους σκοτεινούς οφθαλμούς. Επειδή όμως δεν ήταν ακόμη καιρός να γίνει φανερός σε όλους, διότι αυτό επεφυλάσσετο για μετά το Πάθος και την εκ νεκρών Ανάστασή Του, τους επιτίμησε λέγων, «οράτε μηδείς γινωσκέτω» προστάζοντάς τους με πολλή σφοδρότητα να αποσιωπήσουν το γεγονός. «Οι δε εξελθόντες», λέγει, «διεφήμησαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη». Όπως φαίνεται, εάν δεν τους είχε παραγγείλει να σιωπήσουν, θα γίνονταν και παγκόσμιοι κήρυκες της δυνάμεώς του. Επειδή όμως διετάχθησαν, απέφυγαν μεν να πορευθούν μακριά, δεν βάσταξαν όμως να μην κηρύξουν στους πλησίον χώρους. Ώστε οι τυφλοί που ηκολούθησαν τον Χριστόν, εφωτίσθησαν τελείως όχι μόνον κατά το σώμα αλλά και κατά την ψυχή.

Ας ακολουθήσουμε λοιπόν και εμείς αδελφοί μου, το φως, που φωτίζει και ψυχή και σώμα. Ας βαδίσουμε προς τη λάμψη του και «ως εν ημέρα ευσχημόνως περιπατήσωμεν». Ας Τον δοξάσωμε με έργα αγαθά και ας βοηθήσουμε όσους μας βλέπουν να Τον δοξάζουν και αυτοί. Ας απομακρυνθούμε από το αντίθετο σκότος, που είναι η αμαρτία και ο προστάτης της αμαρτίας διάβολος. Εκείνο το φως, ως ήλιος που είναι της καθολικής δικαιοσύνης, σωφροσύνης, ειρήνης, συμπαθείας, ανεξικακίας, αγάπης και γενικώς κάθε αρετής, καθιστά μετόχους αυτού όσους τον ποθούν. Ενώ το αντίθετο σκότος, ως σκότος κακίας που είναι, καθιστά όσους το πλησιάζουν, πόρνους, μοιχούς, μνησίκακους, άσπλαχνους, ατάκτους, άρπαγες και γενικώς πλήρεις κάθε κακίας. Διότι ειπέ μου, από πού θα διακρίνουμε τον πιστό από τον άπιστο, τον φωτισμένο από τον αφώτιστο, με άλλα λόγια, τον βαπτισμένο κατά Χριστόν και συντεταγμένο με τον Χριστό από τον αβάπτιστο και συντεταγμένο με τον διάβολο; Όχι από τους λόγους, όχι από τα έργα, όχι από τους τρόπους;
Εάν λοιπόν κάποιος εξομοιώνεται σ’ αυτά με τους αφώτιστους, αν και λέγει ότι είναι βαπτισμένος κατά Χριστόν, είναι σαφές ότι δεν έχει πάψει να ανήκει στην συμμορία εκείνων για τους οποίους ο Απόστολος λέγει: «Θεόν ομολογούσιν ειδέναι (ότι τον γνωρίζουν δηλαδή), τοις δε έργοις αρνούνται, βδελυκτοί όντες και απειθείς, και προς παν έργον αγαθόν αδόκιμοι». Πού λοιπόν, ειπέ μου, θα κατατάξουμε αυτούς που ομολογούν και συγχρόνως αρνούνται τον Θεό; Με τους πιστούς; Με τα έργα όμως τον αρνούνται. Με τους απίστους; Αλλά με τη γλώσσα τον ομολογούν. Όντως πρόκειται για ένα διπρόσωπο τέρας που είναι δύσκολο να το κατατάξεις κάπου. Ο ψαλμωδός Προφήτης όμως έχει ήδη λύσει αυτή την απορία λέγοντας: «αποδώσει Κύριος εκάστω κατά τα έργα αυτού». Και ο ίδιος ο Κύριος απεφάνθη ότι αυτός που ακούει τους λόγους του και δεν τους εκτελεί, είναι μωρός. Ο δε Παύλος, ο Απόστολος που εκλήθη από τον ουρανό, λέγει: «αποδώσει ο Κύριος τοις μεν καθ’ υπομονήν έργου αγαθού δόξαν και τιμήν και αφθαρσίαν ζητούσι, ζωήν αιώνιον. …οργή δε και θυμός και θλίψις και στενοχωρία επί πάσαν ψυχήν ανθρώπου του κατεργαζομένου το κακόν». Και πάλιν «ουχ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλά οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται», και «ος εν νόμω καυχάσαι, δια της παραβάσεως του νόμου τον Θεόν ατιμάζεις;» Όπως δε ακριβώς, αδελφοί, ο ίδιος ο Παύλος έλεγε προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί εάν νόμον πράττης, εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν (σαν να μην είχες δηλαδή περιτμηθεί)», έτσι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο να σας ειπώ ότι η πίστις ωφελεί εάν κανείς πολιτεύεται κατά συνείδησιν και καθαίρει συνεχώς τον εαυτό του με εξομολόγηση και μετάνοια, και μετατρέπει σε έργο τις συνθήκες του Αγίου Βαπτίσματος. Αν όμως δεν υπακούσει στη συνείδησή του και αθετεί τις συνθήκες, η πίστη του γίνεται απιστία.

Διότι πώς πιστεύσαμε ότι αφού έχουμε βαπτισθεί θα σωθούμε; Επειδή βεβαίως ακούσαμε τον Κύριο που είπε: ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται. Επειδή λοιπόν και τα δύο αυτά τα είπε Εκείνος, η αυτοαλήθεια, το να πιστεύσουμε και το να βαπτισθούμε, είναι αδύνατον να σωθεί όποιος δεν θέλει να βαπτισθεί, έστω και αν λέγει ότι δήθεν πιστεύει, όπως και αυτός που δεν πιστεύει, έστω και αν έχει βαπτισθεί. Αλλά κάθε βαπτισμένος θα ειπεί ότι πιστεύει. Θα ακούσει όμως από τον Απόστολο: «δείξον μοι την πίστιν σου εκ των έργων σου». Γι’ αυτό και ο Κύριος συνδέει την πίστη με το Θείον Βάπτισμα, συνάπτοντας την τήρηση των εντολών του με το Βάπτισμα, δια της πίστεως. Διότι αφού είπε προηγουμένως: «πορευθέντες εις τον κόσμον άπαντα, κυρήξατε το Ευαγγέλιον πάση τη κτίσει», έπειτα προσέθεσε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται». Τι λοιπόν λέγει στο Ευαγγέλιο που εκηρύχθη από τους απεσταλμένους του, και τι πρέπει να πιστεύομε ότι είναι απαραίτητο να κάνουν οι υπήκοοι του; Οπωσδήποτε ότι όποιος έχει τις εντολές τού Χριστού και τις πράττει και τις τηρεί, εκείνος είναι που τον αγαπά, και ότι με την υπομονή και τη στενή και τεθλιμμένη ζωή είναι δυνατόν να επιτύχουμε τη σωτηρία. Και «εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη (η αρετή δηλαδή) ημών πλείον των Γραμματέων και Φαρισαίων, ου μη εισέλθωμεν εις την βασιλείαν των ουρανών». Διότι αυτά ακριβώς είναι που τους πρόσταξε να κηρύττουν δια του Ευαγγελίου.

Όποιος λοιπόν αγωνίζεται να τηρεί τις Θείες Εντολές, εκείνος είναι που πιστεύει. Ενώ όποιος δεν αγωνίζεται να τις πράττει και να τις τηρεί, και δεν θεωρεί ζημία το να μην τις τηρεί, ούτε επαναφέρει τον εαυτό του με τη μετάνοια στην τήρηση των Θείων Εντολών, δεν θα σταθεί ούτε μαζί με τους βαπτισμένους, έστω και αν λέγει ότι έχει βαπτισθεί. Διότι λέγει «διχοτομήσει αυτόν, και το μέρος αυτού μετά των απίστων θήσει». Αλλά αυτό για εμάς μεν αποτελεί μόνον απειλή, επειδή ο Δεσπότης αναμένει φιλανθρώπως τη μετάνοιά μας. Ενώ τους Ιουδαίους τους διχοτόμησε από εδώ, προς σωφρονισμό ιδικόν μας, και τους απαλλοτρίωσε από την προς Αυτόν και τον Αβραάμ συγγένεια, λέγοντας προς αυτούς: «υμείς εκ του πατρός υμών, του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας αυτού θέλετε ποιείν». Και πάλιν: «ει τέκνα του Αβραάμ ήτε, τα έργα του Αβραάμ εποιείτε αν». Ότι δε αυτοί ήσαν από το γένος του Αβραάμ, ποίος δεν το γνωρίζει; Εάν λοιπόν η διαφοροποίηση των έργων και των τρόπων καταργεί και την κατά σάρκα συγγένεια, και απομακρύνει και τους εξ αίματος υιούς από την υιότητα, πώς η δια των έργων και των τρόπων μας ανομοιότης προς Αυτόν δεν θα αποξενώσει από την Θείαν υιοθεσίαν, εμάς που δεν μπορούμε να αναγάγωμε ούτε την κατά σάρκα γενεαλογία μας στον Χριστό, και δεν θα καταλήξει να μας συντάξει μαζί με το νοητό εχθρό;

Αυτά όμως και ο Κύριος από φιλανθρωπία κατηξίωσε να τα ειπεί, και τολμούμε να τα λέγωμε προς εσάς και εμείς, οι οποίοι υποκείμεθα στα ίδια πάθη, ώστε να μην τα πράττουμε. Να μην τα πάθουμε, Για να μην καταστήσουμε τους εαυτούς μας υπεύθυνους για την καταδίκη εκείνων που οριστικώς θα αποβληθούν. Διότι είναι δυνατόν εδώ, όχι μόνον να αποφύγουμε αυτά με τη μετάνοια, αλλά και διά των καρπών της μετανοίας να σταθούμε και να αφομοιωθούμε με τον Υιό του Θεού, ο οποίος ημπορεί να «εξάγει αξίους εξ αναξίων», και να τους υιοποιεί δια του εαυτού του με τον ύψιστον Πατέρα, και να τους καθιστά κληρονόμους και συγκληρονόμους της δόξης και της Βασιλείας Αυτού του ιδίου και του Πατρός.

Αμήν.
 Τὸ σαράκι. Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου. (†) ἐπίσκοπος Γεώργιος Παυλίδης Μητροπολίτης Νικαίας
Τὸ σαράκι
«Οἰ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμόνων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια»
 Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου (Ματθ. θ΄ 27-35)

 (†) ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου Μητροπολίτου Νικαίας
Εἶναι ἔκθαμβος ὅλος ὁ κόσμος, ἀγαπητὲ μου ἀναγνῶστα, ἀπὸ τὰ νέα θαύματα, ποὺ εἶδε νὰ γίνωνται σήμερον ὑπὸ τοῦ Κυρίου. Δύο τυφλοί, ποὺ χρόνια ζοῦσαν στὸ πικρὸ σκοτάδι, ἐθεραπεύθησαν, μόλις ὁ Χριστὸς ἤγγισε μὲ τὰ ἅγια χέρια Του τὰ κλεισμένα μάται των.
Ἕνας, ἔπειτα, δαιμονιζόμενος καὶ κωφός, ποὺ ἐταλαιπωρεῖτο χρόνια ἀπὸ τὸ πονηρὸν πνεῦμα καὶ ἔσυρε στὸν δρόμο τὸ ἐρειπωμένο σαρκίον του, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν τυραννίαν τοῦ διαβόλου, θεραπεύεται καὶ ὁμιλεῖ, δοξάζων τὸν Θεόν.
Συγκίνησις, λοιπόν, καὶ θαυμασμὸς καὶ ἀγαλλίασις. Τί κρῖμα ὅμως!  Ὁ φθόνος καὶ ἡ ψυχικὴ κακότης μολύνουν τὴν ἀτμόσφαιραν αὐτὴν τῆς χαρᾶς.  Σὰν φίδια, μὲ τὸ δηλητήριο στὸ στόμα, στέκονται σὲ μιὰ γωνιὰ οἱ Φαρισαῖοι.  Δὲν μποροῦν νὰ ἀνεχθοῦν τὶς ἐπιτυχίες του Κυρίου.  Ὁ φθόνος κατατρώγει τὴν ψυχήν των.  Καὶ χύνουν μὲ σατανικότητα τὸ δηλητήριον τῆς κακίας των.  Προσπαθοῦν νὰ ἀποδώσουν τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἐπιδράσεις καὶ ἐνέργειες διαβολικές. Διὰ νὰ ἐλαττώσουν τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὸν θαυμασμὸν τοῦ κόσμου....
Ταλαίπωροι! Ἡ ἀλήθεια δὲν κρύβεται. Λάμπει.  Καὶ ἐπιβάλλεται. Ὁ φθόνος σας δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν πραγματικότητα. Ματαίως ἀγωνίζεσθε.
Ὁ φθόνος! Νὰ μιὰ σοβαρὴ ψυχικὴ πληγή, ποὺ ταλαιπωρεῖ καὶ βασανίζει τὴν ἐποχήν μας.
Ἀξιζει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ εἰς τὸ σημερινὸν κήρυγμα τὸ θέμα αὐτό. Πολλαὶ εἶναι αἱ ἐκδηλώσεις τοῦ φθονεροῦ.  Θὰ ἐπισημάνωμεν ὅμως τὰς σοβαρωτέρας.
1.Πικραίνεται ὅταν οἱ ἄλλοι εὐδοκιμοῦν

Ὅλοι μας ἀγωνίζόμεθα εἰς τὴν ζωήν. Ὁ ἕνας διὰ νὰ σπουδάσῃ. Ὁ ἄλλος διὰ νὰ ἀναπτύξῃ κολύτερα τὴν ἐργασίαν του. Ὁ τρίτος διὰ νὰ βελτιώσῃ τὰς ἐγκαταστάσεις του. Ὁ τέταρτος διὰ νὰ κτίσῃ ἕνα σπιτάκι,  ὁ ἄλλος διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν κόρη του.
Ὁ πέμπτος διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ κοινὸν καλὸν μὲ ἔργα πολιτισμοῦ καὶ χριστιανικῆ πνοῆς. Ὅλοι μας ἔχομεν κάποιους πόθους στὴ ζωή μας. Καὶ ὅλοι μας θέλομε νὰ μᾶς παραστέκουν οἱ ἄλλοι μὲ καλωσύνην.  Νὰ χαίρουν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν μας.
 Νὰ συνεργοῦν διὰ τὴν εὐτυχίαν μας. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει, δυστυχῶς αὐτό.  Μόλις ὁ Α ἰδῇ ὅτι ὁ Β ἀρχίζει νὰ ἀνεβαίνῃ, νὰ ἐπιτυγχάνῃ, νὰ τακτοποιῇ τὰ οἰκογενειακά του, νὰ παντρεύῃ τὴν θυγατέρα του μὲ καλὸ πρόσωπο, νὰ ἀποκτᾷ ὄνομα καὶ φήμην, ἀρχίζει μέσα του τὸ σαράκι τοῦ φθόνου. Τὸν στενοχωρεῖ ἡ χαρὰ τοῦ ἄλλου. Τὸν πικραίνει τὸ ἀνέβασμα τοῦ γείτονος, τοῦ συναδέλφου, τοῦ συνεργάτου.  Χολώνεται διότι οἱ ἄλλοι ἔχουν περισσότερα χαρίσματα ἀπὸ αὐτόν, περισσότερες ἱκανότητες, μεγαλυτέραν δυναμικότητα.
Γιατὶ, φίλε μου, σὲ πικραίνει αὐτό; Σοῦ παίρνει τίποτε ἀπὸ τὴν εὐτυχίαν σου ὁ ἄλλος; Σοῦ κάνει κάτι κακό;  Γιατὶ δὲν μᾶς ἱκανοποιεῖ ἡ πρόοδος τοῦ πλησίον; Προτιμοῦμε, δηλαδή, νὰ ἀκοῦμε κλάματα στοῦ γείτονος τὸ σπίτι καὶ ὄχι τὸ γέλιο καὶ τὴν χαρά;
Γιατὶ δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὰ καλὰ τοῦ ἄλλου; Γιατὶ δὲν παραδεχόμεθα τὶς ἱκανότητές του; Ὁ Θεὸς τοῦ τὶς ἔδωσε. Χαλάλι του!
Γιατὶ θέλομε νὰ ὁμοιάζωμεν τὸν διάβολον, ποὺ ἐφθόνησε τὴν εὐτυχίαν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας καὶ τοὺς ὡδήγησε στὴν καταστροφή;
Ἄς προκόψῃ ὁ ἄλλος. Ἀδελφός μας εἶναι.  Χαρὰ μας ἄς εἶναι ἡ εὐτυχία του. Ὁ Θεὸς θὰ δώσῃ καὶ σὲ μᾶς ἀργότερα χαρὲς καὶ εὐλογίες.  Δὲν χάνομεν τίποτε, ὅταν ὁ ἄλλος παίρνῃ. Τὰ ἀγαθὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνεξάντλητα.
Γιατὶ, λοιπὸν, νὰ πικραίνεται ὁ ἄνθρωπος, νὰ πρασινίζῃ ἀπὸ τὸ κακὸ του, νὰ ποτίζῃ τὴν ζωή του μὲ φαρμάκι; Συμβαίνει καὶ ἐδῶ ἐκεῖνο, ποὺ σημειώνει ἡ Ἁγία Γραφὴ διὰ τοὺς μακρὰν τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπους, τοὺς «.... πεπληρωμένους πάσῃ ἀδικίᾳ... κακίᾳ, μεστοὺς φθόνου...» (Ρωμ. α΄29).
Ἀλλὰ τὸ κακὸν προχωρεῖ. Ὁ φθονερὸς ἐν συνεχείᾳ:
2. Ἀντιδρᾶ συστηματικά.

Ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὸ δείχνῃ φανερά. Ἀλλὰ ἀρχίζει τὶς μηχανογραφίες, τὶς ἐνέδρες. Προσπαθεῖ νὰ μειώσῃ τὴν καλὴν ἐντύπωσιν, ποὺ ἐδημιουργήθη διὰ τὸν φθονούμενον.  Δημιουργεῖ ἐμπόδια εἰς τὸ ἔργον του.  Δὲν ἔχει, βέβαια, τὸ θάρρος καὶ τὸ σθένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἄλλον στῆθος μὲ στῆθος, φανερά.  Καταλαβαίνει ὅτι θὰ νικηθῇ.
Κάνει, λοιπὸν, ὕπουλα τὴν δουλειά του.  Στὸ σκοτάδι.  Μὲ δόλον καὶ ἀτιμίαν.  Μεγαλοπειεῖ ὡρισμένα γεγονότα, ποὺ διαφορετικὰ θὰ περνοῦσαν ἀπαρατήρητα.  Προκαλεῖ ὁ ἴδιος συζητήσεις, γιὰ νὰ βρῇ εὐκαιρίαν νὰ πετάξῃ τὸ δηλητήριον. Ἐργάζεται κρυφίως, διὰ νὰ ματαιώσῃ σχέδια, ποὺ καταλαβαίνει, ὅτι θὰ τιμήσουν περισσότερον τὸν φθονούμενον.  Κάνει τὸν φίλο, καὶ «πισώπλατα» βυθίζει τὸ δολοφονικὸ μαχαίρι.  Δὲν διστάζει νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι συκοφαντίας, προκειμένου νὰ «καρφώσῃ» τὸν ἄλλον.
Ἔτσι θὰ καραδοκήσῃ, πάντα βέβαια ἀθέατα, νὰ χτυπήσῃ καὶ τὴν ὑπόληψίν του ἀκόμη.  Θὰ διασύρῃ τὴν τιμήν, τὸ οἰκογενειακὸν ὄνομα, τὴν ἠθικὴν ἀκεραιότητά του. Ἡ πικρόχολος ψυχή του δημιουργεῖ ἱστορίες μὲ ἀνύπαρκτα πράγματα.
 Ἡ φαντασία του συνθέτει ὁλόκληρα μυθιστορήματα, μὲ σκηνὲς καὶ γεγονότα τελείως ἀνυπόστατα, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξευτελίσῃ τὸν φθονούμενον, νὰ τοῦ πάρῃ τὴν θέσι, νὰ τὸν ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὸ «πόστο» ποὺ κατέχει, νὰ τὸν ἰδῇ ταπεινούμενον καὶ συντριβόμενον.
Ὁ,τι δηλ. συνέβαινε καὶ μὲ τοὺς Φαρισαίους, ποὺ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ ἀνεχθοῦν τὸν Κύριον.  Καὶ στὸ σημερινὸν Εὐαγγέλιον αὐτὸ βλέπομεν.  Συκοφαντοῦν καὶ ἀντιδροῦν πεισμόνως καὶ κακοβούλως.  Καὶ μέχρι σήμερα τὸ ἴδιο γίνεται.
 Ὁ φθονερὸς σπέρνει ἔντεχνα νάρκες στὸ δρόμο του μισουμένου. Ἡ χαρὰ του εἶναι νὰ βλέπῃ ἐρείπια καὶ συντρίμματα.  Καὶ ὅταν, παρὰ τὸν ἀγῶνά του αὐτὸν, ἀντιλαμβάνεται, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνει τὴν συντριβὴν τοῦ ἄλλου, τὸτε προχωρεῖ καὶ πιὸ πέρα:
3.Κηρύσσει ἐξοντωτικὸν πόλεμον.

Παίζει πλεόν τότε ὁ φθονερὸς τὸ παιχνιδι του στ’ ἀνοιχτά. Ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς καὶ μὲ μανίαν θηρίου ἐπιτίθεται κατὰ τοῦ ἄλλου, χρησιμοποιῶν θεμιτὰ καὶ ἀθέμιτα μέσα, ἐχθροὺς καὶ φίλους, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πλήρη ἐξουθένωσίν του.
 Εἶναι ἡ ἴδια τακτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν διὰ τὸν Κύριον οἱ Φαρισαῖοι. Ἤρχισαν ἀπὸ τὸ σαράκι τοῦ φθόνου, ποὺ κρύπτεται μέσα στὴν ψυχή, ἐπροχώρησαν στὴν μυστικὴ ἀντίδρασι, στὴν συκοφαντία, καὶ τέλος ἔφθασαν στὴ φανερὴ καταδίωξί Του, ποὺ κατέληξε στὸ μαρτύριον τοῦ Γολγοθᾶ.
Καὶ ἐμφανίζεται τοῦτο τὸ παράξενον καὶ τραγικόν.
Εἰς τὰς στιγμὰς ἀτυχήματος, ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ λυποῦνται καὶ νὰ συμπονοῦν τὸν πάσχοντα· εἶναι, βλέπετε, τόσον φυσικὸν νὰ κλαίῃ κανεὶς μὲ τοὺς κλαίοντες!  Καὶ ὅμως! Ὁ φθονερὸς πανηγυρίζει καὶ ἀγάλλεται! Ἐκδηλώνει, μάλιστα, φανερὰ αὐτὴν του τὴν χαράν. Σκοπός του νὰ κάμῃ βαθύτερον τὸ τραῦμα τοῦ ἄλλου. Εὐχὴ του νὰ χορέψῃ σύντομα ἐπάνω στὸ μνῆμά του.
Ποῦ φθάνει, ἀδελφέ μου, τὸ πάθος τοῦ φθόνου!  Χειρότερος καὶ ἀπὸ τὸ θηρίον γίνεται ὁ ἄνθρωπος.  Χειρότερος!....
4.Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα.

Πιθανόν, βέβαια, νὰ νικήσῃ σὲ ὡρισμένες περιπτώσεις ὁ φθονερός.  Καὶ νὰ ἀδικηθῇ ὁ ἀθῷος.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις, ποὺ γίνεται αὐτό.  Χάνει τὴν θέσιν του ὁ φθονούμενος ἀδίκως.  Παραμερίζεται.  Ταπεινώνεται.  Γίνεται πτωχός. Ἀρρωσταίνει ἀπὸ τὸ μαράζι του. Ἡ νίκη τοῦ φθονεροῦ φαίνεται πλήρης.
Καὶ ὅμως ἡ πραγματικότης εἶναι ἄλλη.  Πρῶτα-πρῶτα, θὰ πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνει πάντα ὁ φθονερός.  Συχνά, πολὺ συχνά, ἀναλαμβάνει τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἀδικουμένου ὁ Θεός.  Καὶ ἐξευτελίζεται ὁ φθονερός.
Καὶ ταπεινώνεται ἰσοβίως.  Καὶ λάμπει ἡ ἀλήθεια.  Καὶ δικαιώνεται ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ τιμιότης.  Καὶ ἀνεβαίνει ἀκόμη περισσότερο ὁ καλός, ὁ ἀδικημένος. Ἄπειρα τέτοια παραδείγματα. Ἀλλὰ ἄς πάρωμεν πρὸς στιγμὴν τὴν ἄλλην πλευράν.
 Ὁ φθονερὸς φαίνεται ὅτι ἐνίκησεν. Ὁ πολεμούμενος ἀθῷος ἐταπεινώθη.  Καὶ ὅμως τὸ ἀρχαῖον ρητὸν «μηδένα πρὸ τοῦ τέλους μακάριζε», ἔχει καὶ εἰς τὰς ἡμέρας μας τὴν ἐφαρμογήν του. Τὸ σύνηθες εἶναι νὰ μὴ διαρκῇ πολὺ αὐτὴ ἡ νίκη.
Ἐπιτρέπει πολλὲς φορὲς ὁ Θεὸς καὶ μερικὲς τέτοιες ἐπιτυχίες.  Διὰ νὰ δοκιμάσῃ τὸν ἀθῶον.  Νὰ τὸν κάμῃ καλύτερον.  Νὰ τὸν προφυλάξῃ ἴσως ἀπὸ ἄλλα, ποὺ θὰ ἐδημιουρογῦσαν μεγαλύτερον φθορά.  Δὲν ἀργεῖ ὅμως νὰ κάμῃ τὰς ἀποκαλύψεις Του, νὰ ἀποδώσῃ «ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ».
Καὶ μὲ τρόπους, ποὺ γνωρίζει ἡ σοφία Του ἡ ἄπειρος καὶ ἡ ἀγάπη Του ἡ ἀπέραντος, ἀμείβει καὶ ἀποκαθιστᾷ τὸ δίκαιον.  Πανηγυρικά.  Εἰς ὄνειδος τοῦ κακοῦ, εἰς δόξαν τοῦ ἐναρέτου: «Δίκαιος Κύριος καὶ δικαιοσύνης ἠγάπησεν».
Καὶ ὁ φθονερός; Ἀπὸ τοῦ ὕψους του πίπτει εἰς τὸ βάραθρον.  Ταπεινωμένος, φαρμακωμένος βλέπει τὴν δικαίωσιν τοῦ ἄλλου καὶ μαραζώνει.  Διότι ἄς μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ φθόνος εἶναι φίδι δηλητηριῶδες, ποὺ κατατρώγει πρῶτα τὰ σπλάχνα του φθονεροῦ.  Τοῦ κλέβει τὴν ἡσυχία.  Τοῦ ἀφαιρεῖ τὴν χαρά. Τοῦ ματαιώνει διαρκῶς τὴν εὐτυχία.
Ψυχὴ, ποὺ φθονεῖς, τὶ ἐκατάλαβες μὲ τὸ νὰ κρύβῃς μέσα σου αὐτὸ τὸ συχαμερὸ ἑρπετὸ, τὸ φθόνο!  Τί ἐκατάλαβες; Ἔκρυψες τὸν ἥλιο ἀπὸ τὴν ζωήν σου καὶ περιπατοῦσες στὰ σκοτεινά. Ἔσπασες τὴν βρύση καὶ ἡ ψυχή σου διψοῦσε φοβερά.
Ἔκαμες κακὸ στοὺς ἄλλους καὶ ἐπλήθυνες ἔτσι τὰ καρφιὰ ποὺ σ’ ἐκάρφωσαν στὸ σταυρὸ τῆς καταδίκης σου.  Δὲν ἦταν καλύτερα νὰ χαίρεσαι καὶ σύ στὴν χαρὰ τῶν ἄλλων; Δὲν ἦταν προτιμότερο νὰ πίνῃς ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς εὐτυχίας τῶν ἄλλων καὶ σύ; Δὲν ἀκοῦμε τὴν φωνὴν τοῦ Θεοῦ; «Ἀποθέμενοι», λέγει, «πᾶσαν κακίαν... καὶ φθόνους καὶ πάσας καταλαλιάς...» (Α΄ Πέτρου β΄ 1).
Ἀδελφέ μου! Ἀγάπα. Ἀγάπα ἁπλόχερα, χωρὶς κρατούμενα, χωρὶς ἰδιοτέλειαν, χωρὶς φραγμούς.  Χτύπα τὸ ἀπαίσιον ἐρπετὸ τοῦ φθόνου στὸ κεφάλι.  Σκότωσέ το. Πέταξέ το μακρυά.
Ἄς δώσωμεν ὅλοι τὸ χέρια. Ἄς τὰ δέσῃ αἰώνια ἡ χρυσῆ ἁλυσίδα τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι ὡραιότερη δύναμις, ἡ δυνατώτερη ὀμορφιά.
Εἶναι ἐμορφιὰ καὶ δύναμις, διότι τὴν ἔφερε στὸν κόσμον ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὸ Γολγοθᾶ!
Ἀγαπητοί μου,
Ἦταν κάποτε ἕνας βασιλιᾶς.  Σοφὸς καὶ ἐνάρετος. Ἐπληροφορήθη μίαν ἡμέραν, ὅτι ἕνας ἀπὸ τοὺς αὐλικοὺς του ἐφθονοῦσε τρομερὰ κάποιον ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἔχαιρε τῆς βασιλικῆς ἐκτιμήσεως. Ὁ βασιλιᾶς ἠθέλησε νὰ ἐξακριβώσῃ μέχρι ποίου σημείου ἔφθανεν ὁ φθόνος τοῦ αὐλικοῦ του. Τὸν καλεῖ, λοιπὸν, μίαν ἡμέραν εἰς τὸ γραφεῖον του·
-Θέλω, τοῦ λέγει, νὰ σοῦ χαρίσω κάτι. Ὅ,τι θέλεις. Ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ὅτι θὰ προσφέρω εἰς τὸν τάδε –καὶ ὠνόμασε τὸν αὐλικὸν ποὺ ἐφθονουσε- τὰ διπλάσια. Σκέψου ἀπόψε καὶ ἔρχεσαι αὔριον τὸ πρωΐ νὰ δώσῃς τὴν ἀπάντησιν.
Ὁ αὐλικὸς ἔφυγεν ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα. Τὸ βράδυ ἀδύνατον νὰ κοιμηθῇ.  Τί νὰ ζήτήσῃ; Ἀξιώματα, σπίτια, τιμητικὰς διακρίσεις; Θὰ ἐδίδοντο εἰς τὸν ἄλλον διπλάσια.  Καὶ ἡ σκέψις αὐτὴν τὸν ἔκαιε. Αἴφνης πετάχτηκε χαρούμενος ἀπὸ τὸ κρεββάτι του.
-Τό βρῆκα, εἶπε.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν παρουσιάσθη εἰς τὸν βασιλέα.
-Λοιπὸν, σκέφθηκες; Τί ἀπεφάσισες νὰ ζητήσῃς; Τοῦ εἶπε.
-Νὰ μοῦ βγάλετε, Μεγαλειότατε, τὸ ἕνα μάτι. Ἔτσι θὰ ἔβαζε τοῦ ἄλλου καὶ τὰ δύο.
Ὁ βασιλιᾶς ἔμεινεν ἄναυδος... Δὲν ἐφαντάζετο τόσην κακινα εἰς τὸν φθονερόν..
Χρειάζεται, ἆρα γε, νὰ σχολιασθῆ τὸ γεγονός;

Ἐπισκόπου Γεωργίου Παυλίδου
Μητροπολίτου Νικαίας
Λύχνος τοῖς ποσί μου
Λόγοι εἰς τὰ Εὐαγγέλια τῶν Κυριακῶν
(σελ.79-84)
Ἐκδόσεις Β΄
Ἀποστολική διακονία
τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος