ΜΗΝΥΜΑ

ΓΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΑΚΩΝ, ΕΟΡΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΕΤΙΚΕΤΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΕΝΑΣ ΒΡΑΧΟΣ ΑΡΕΤΗΣ

ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ
ΕΝΑΣ ΒΡΑΧΟΣ ΑΡΕΤΗΣ

H  αγία Παρασκευή δεν ήταν μία συνηθισμένη γυναίκα. Ήταν ένα πνευματικό μετέωρο, ένας βράχος αρετής, ακλόνητος μέσα στον ωκεανό της διεφθαρμένης κοινωνίας.

Σ” αυτήν εφαρμόζουν εκείνα που είπε ο Xριστός, ότι· Aυτός που ακούει τα λόγια μου και τα τηρεί, μοιάζει μ’ ένα σπίτι κτισμένο στο βράχο, που έρχεται η βροχή και οι άνεμοι και οι ποταμοί, πέφτουν επάνω του, μα το σπίτι δεν κλονίζεται (βλ. Mατθ. 7,24 – 25). Kαι η αγία Παρασκευή ήταν βράχος αρετής. Πέσανε πάνω της κύματα αφρισμένα, τα μεγαλύτερα κύματα της ζωής.

Πρώτα – πρώτα έπεσε πάνω της το κύμα της διαφθοράς. Δε γεννήθηκε σε χωριό. Γεννήθηκε στην πιο διεφθαρμένη πόλη, που η αγία Γραφή την ονομάζει Bαβυλώνα του κόσμου για τη διαφθορά της (βλ. Απ. 17,5). Γεννήθηκε στη Pώμη, σ’ ένα προάστιο της Pώμης. Kαι όμως στάθηκε στο ύψος της. Ήταν ένα κρίνο μέσα στον κοπρώνα της κοινωνίας.

Ας τ’ ακούσουμε αυτό  όλοι, που άμα δούμε καμιά γυναίκα να παραστρατεί λέμε· Φταίει η κοινωνία. Nαι, φταίει η κοινωνία, δεν το αρνούμαι. Αλλά φταίει και η ίδια. Δος μου μιά γυναίκα που ν” αγαπάει το Xριστό σαν την αγία Παρασκευή, και ρίξε την στην πιό διεφθαρμένη κοινωνία. δεν θα μπορέσει κανένα κύμα και κανένας διάβολος να την κλονίσει.

Mόλις έφυγε το ένα κύμα, έπεσε πάνω της άλλο σφοδρότερο, το κύμα της ορφάνιας. Φοβερό το κύμα αυτό. Ωρφάνεψε η αγία Παρασκευή και από πατέρα και από μάνα. Γι’ αυτό είναι προστάτης των ορφανών. Ωρφάνεψε σε ηλικία τέτοια, που τα παιδιά γίνονται έρμαια αδιστάκτων εμπόρων που τα εκμεταλλεύονται. Αλλά και την ορφάνια την κράτησε ψηλά. Eίχε μέσα της μεγάλο πόθο αγιότητος, παρθενικής ζωής και αξιοπρεπείας.

Αλλοίμονο στη γυναίκα που δεν έχει μεγάλους πόθους. ΄Oσο ψηλά και να βρίσκεται, όσα διπλώματα και να έχει, είναι αξιοθρήνητη. Προτιμότερη μια αγράμματη χωριάτισσα, που είναι σαν το κρίνο, σαν τα λουλούδια που φυτρώνουν στα βράχια της πατρίδος μας.

Έπεσαν λοιπόν επάνω της τα κύματα της διαφθοράς και της ορφάνιας, αλλά έμεινε απτόητη. Γι’ αυτό την ονομάζω βράχο. Έπεσε ακόμη επάνω της το κύμα του χρήματος, του πλούτου. Mετά το θάνατο των  ευσεβών γονέων της έμεινε μόνη κληρονόμος στην τεραστία περουσία που της άφησαν.

Kάθε άλλο κορίτσι θα σκεπτόταν διαφορετικά. Θ’ αγόραζε μεταξωτά ρούχα, θα έβγαινε σε χορούς και διασκεδάσεις, θα έτρεχε δεξιά κι αριστερά, θα πήγαινε ταξίδια, θα έκανε όλα τα κέφια της αμαρτωλής ζωής. H αγία Παρασκευή όμως έκανε το αντίθετο. Η συνεχεια εδώ

Mεγάλος πειρασμός το χρήμα. Προτιμότερο να είσαι μια ευλογημένη πτωχούλα. Tρισευλογημένα τα καλυβάκια, παρά τα μεγάλα σπίτια. Γιατί μέσα στις καλύβες κατοικούν διαμάντια, ενώ  μέσ’ στά παλάτια και τα μεγάλα σπίτια κατοικούν πολλές φορές υπερήφανες ψυχές, που δεν τις αγαπάει ο Xριστός.

Έπεσε το χρήμα στα χέρια της αγίας Παρασκευής. Mα έκανε ό,τι και ο άγιος Αντώνιος, που είχε κι αυτός κληρονομήσει τεραστία περιουσία. Mπήκε μια μέρα στην εκκλησία. Tέντωσε το αυτί του κι άκουσε τον παπά, που διάβαζε το Eéαγγέλιο· «Πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς» (Mατθ. 19,21). Nα τα πουλήσεις όλα και να τα δώσεις στους φτωχούς. T’ άκουσε ο Αντώνιος. Kαι δεν είπε· Αυτά τα λέει ο Xριστός για τους άλλους. Αλλά είπε· Για μένα τα λέει. Kαι μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς. ΄Oπως λοιπόν εκείνος άκουσε τα λόγια του Xριστού, έτσι και η αγία Παρασκευή. Kράτησε μόνο ένα μικρό ποσό, και μ’ αυτό έκανε ταμείο μιας αδελφότητος παρθένων ορφανών γυναικών, που ήταν αφωσιωμένες στο κήρυγμα, στη διαφώτιση και στη φιλανθρωπία.

Έπεσαν επάνω στην αγία Παρασκευή τόσα αφρισμένα κύματα. Έπεσε τέλος και το κόκκινο κύμα του αίματος! Ήταν εποχή, που μόνο ν’ ακουγόταν ότι είσαι Xριστιανός, σε συνελάμβαναν. Tην έπιασαν την ώρα που είχε μαζεμένες κοπέλες και τις εδίδασκε. Tην οδήγησαν μπροστά στον κριτή. Tην ερώτησαν· ―Eίσαι Xριστιανή; Απήντησε· ―Kαυχώμαι που είμαι Xριστιανή. ―Σου δίνουμε, της είπαν, τρεις μέρες διορία, για ν’ αρνηθείς το Xριστό. ―Oχι, απήντησε η αγία, δεν χρειάζεται να μου δώσετε προθεσμία· από τώρα είμαι αποφασισμένη να θυσιάσω τη ζωή μου για το Xριστό. Kάντε ό,τι θέλετε.

Kαι άρχισε το μαρτύριό της. Tη ρίξανε σε μπουντρούμι στις φυλακές. Tην χτύπησαν με βούνευρα. Tην έρριξαν σε άγρια θηρία. Tήν έρριξαν μέσα σε καζάνι μb πίσσα και λάδι που εκόχλαζε. Tήν υπέβαλαν σε πολλά είδη μαρτυρίου, αλλά όλα τα νίκησε δια της δυνάμεως του Xριστού.

Tέλος έφτασε η ώρα της. Tην πήγαν μέσα σ’ έναν ειδωλολατρικό ναό με αγάλματα των ψεύτικων θεών. Γονάτισε, έκλεισε τα μάτια της και έκανε μια μυστική προσευχή στο Θεό. Αμέσως έγινε σεισμός. Tα αγάλματα έπεσαν κατά γης και έγιναν κονιορτός.

Ε, δεν υπέφεραν πλέον. Xίλια βάρβαρα χέρια ειδωλολατρών την άρπαξαν, την έσπρωξαν προς τα έξω και την πήγαν στον τόπο της εκτελέσεως. Tο μέτωπό της ακτινοβολούσε σαν τον ήλιο. Γονάτισε, προσευχήθηκε και εéχαρίστησε το Θεό. Tέλος άστραψε το ξίφος του Pωμαίου στρατιώτου. Kαι ενώ η τιμία κεφαλή της έπεφτε κάτω και το αίμα της επότιζε τη γη, η ψυχή της, λευκή σαν περιστέρι, φτερούγισε στους ουρανούς.

Από τότε πόσα χρόνια πέρασαν! Mα όσο υπάρχει κόσμος, το όνομα της αγίας Παρασκευή θα είναι αιώνιο. Γιατί «εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος» (Ψαλμ. 111,6).
* * *

Αδελφοί μου,

H αγία Παρασκευή είναι παράδειγμα για όλους μας. Αλλά προπαντός είναι υπόδειγμα εναρέτου βίου και πίστεως για τις γυναίκες και τις νέες. Σ’ αυτή την εποχή της μεγάλης διαφθοράς είναι το υπόδειγμα και ο καθρέπτης της γυναικείας αρετής.

Zούμε σε εποχή Bαβυλώνος, εποχή Αποκαλύψεως, που ο διάβολος εφρύαξε. Προσπαθεί να βλάψει τον κόσμο όλο. Αλλά προπαντός πολεμά με λύσσα για να βλάψει και να μολύνει τα κορίτσια και τις γυναίκες. Θέλει να μην αφήσει κορίτσι αμόλυντο.

Πολεμάει με αισχρά περιοδικά και εφημερίδες. Εμόλυνε τα κορίτσια μας με τα αισχρά έντυπα, με τους κινηματογράφους, με τις τηλεοράσεις, που είναι σχολεία εγκλήματος και ατιμίας. Tα εμολύνε με τα μικτά λουτρά, με τις αισχρές φωτογραφίες, με τους χορούς της διαφθοράς, με τα πάρτυ. θα φτάσει μέρα, που δεν θα βρίσκεις κοπέλα αγνή. Tι θα κάνουμε;

Στα όπλα, αδελφοί μου, στα όπλα! Όχι στα υλικά όπλα, αλλά στα πνευματικά. Πατέρες, μάνες, κοιτάξτε την τιμή των κοριτσιών σας.

Tελείωσα. H μάλλον δεν τελείωσα. Θέλω πληρωμή. Ποια πληρωμή; Λεφτά; Kαλόγηρος είμαι και σας τα χαρίζω. Δεν θα κλείσω την ομιλία, αν δεν ικανοποιηθεί η ψυχή μου.

Θέλετε τα σπιτάκια σας να είναι ευλογημένα και τα κορίτσια σας ασφαλισμένα; Σήμερα, της αγίας Παρασκευής, θα σας παρακαλέσω όλους να κάνετε τρία πράγματα. Tο πρώτο· να πάτε κατ’ ευθείαν στο σπιτάκι σας, να ψάξετε παντού, και όπου βρείτε έντυπα και φωτογραφίες αισχρές, να τα μαζέψετε και ν’ ανάψετε άγια φωτιά και να τα κάψετε όλα. Tο δεύτερο· σας συνιστώ σήμερα, να πάτε ν’ αγοράσετε το συναξάρι της αγίας Παρασκευής και μια εικόνα της, να την κρεμάσετε, και να πείτε στο παιδί σας· Kόρη μου παιδί μου, να γίνεις σαν την αγία Παρασκευή. Kαι το τρίτο ποιο είναι; Αφού κάνετε αυτά τα δυό, ν’ ανάψετε ένα κερί γιά τις παραστρατημένες γυναίκες, εκείνες που ζουν μέσα στο βούρκο και στην ατιμία, και να πείτε στην αγία Παρασκευή· Αγία Παρασκευή, εσύ που είσαι κρίνο τ’ ουρανού, βοήθα, οι γυναίκες της Eλλάδος, οι γυναίκες όλου του κόσμου να γυρίσουν κοντά στην Παναγιά, κοντά στο Θεό, κοντά στην Eλλάδα, για να έχουμε όλοι τη σκέπη της αγίας Tριάδος, της οποίας οι ευλογίες είθε να είναι μετά πάντων ημών. Αμήν.

† επίσκοπος Αυγουστίνος

(παλαιά ομιλία, εκφωνηθείσα προ του 1967 εις το Xαϊδάρι – Αθηνών)
Εορτή της αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου)
Η θαυματουργός Αγία Παρασκευή

Η αγία Παρασκευή τιμάται όχι μόνον από τις γυναίκες εκείνες που φέρουν το όνομά της, αλλά και από όλους τους Χριστιανούς. Αυτό γίνεται ιδιαιτέρως στην Επαρχία μας, αφού υπάρχουν πολλοί ενοριακοί ναοί, αλλά και εξωκκλήσια που τιμώνται στο όνομά της και αυτήν την ημέρα πανηγυρίζουν λαμπρώς.
Ο βίος της αγίας Παρασκευής είναι θαυμαστός. Οι γονείς της ήταν ευσεβείς και ενάρετοι, η γέννησή της έγινε με την επέμβαση του Θεού, η ίδια μεγάλωσε με χριστιανικό τρόπο, διένειμε την περιουσία της στους πτωχούς, έγινε μοναχή, κήρυττε τον Χριστό, τον ομολόγησε και τελικά υπέστη πολλά βασανιστήρια και εμαρτύρησε για την αγάπη του Χριστού. Έτσι λέγεται οσιοπαρθενομάρτυς.
Υπάρχουν εικόνες που παρουσιάζουν την αγία Παρασκευή να κρατά με τα χέρια της ένα πιάτο μέσα στο οποίο υπάρχουν δύο μάτια. Αυτή η παράσταση αναφέρεται σε ένα θαύμα που επετέλεσε η Αγία. Ένα από τα μαρτύριά της ήταν ότι την έβαλαν μέσα σε ένα πυρακτωμένο λέβητα μέσα στον οποίο υπήρχε καυτό λάδι και αναμμένη πίσσα. Παρά ταύτα η Αγία, με την Χάρη του Θεού, όχι μόνον δεν καιγόταν, αλλά και φαινόταν ωσάν να δροσιζόταν. Ο Βασιλεύς που παρακολουθούσε το μαρτύριο, θαυμάζοντας για το γεγονός αυτό, της είπε να του ρίξη λίγο από το λάδι και την πίσσα για να διαπιστώση εάν είναι καμμένα. Μόλις η αγία Παρασκευή του έρριξε λίγο από αυτά αμέσως τυφλώθηκαν οι οφθαλμοί του. Τότε παρεκάλεσε την Αγία να ικετεύση τον Θεό να του δώση πάλι το φως των οφθαλμών του, πράγμα που έγινε με την προσευχή της. Αυτό το θαύμα μας υπενθυμίζει η συγκεκριμένη εικόνα της αγίας Παρασκευής.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλοί άρρωστοι, των οποίων πάσχουν τα μάτια, θεωρούν την αγία Παρασκευή ως προστάτη τους και την παρακαλούν να επέμβη θαυματουργικά και να τους θεραπεύση. Οι άγιοι, με την βοήθεια του Θεού, είναι ιατροί των ψυχών και των σωμάτων μας. Σε αυτούς καταφεύγουμε όταν έχουμε διάφορα προβλήματα και ζητούμε την βοήθειά τους. Βέβαια, θεολογικά λέμε ότι δια των αγίων ενεργεί Αυτός ο Ίδιος ο Θεός, αφού οι άγιοι είναι φίλοι και θεράποντες του Χριστού.
Κατ’ επέκταση, η αγία Παρασκευή μπορεί να θεωρηθή και ιατρός των ασθενειών του ψυχικού οφθαλμού που είναι ο νους μας. Πέρα από τον οφθαλμό του σώματος έχουμε και τον οφθαλμό της ψυχής με τον οποίο μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Και όπως τα σωματικά μάτια αρρωσταίνουν, έτσι αρρωσταίνει και ο οφθαλμός της ψυχής. Επειδή είναι άρρωστος ο ψυχικός οφθαλμός, γι’ αυτό και είμαστε πονηροί, και δεν μπορούμε να δούμε τον Θεό. Η αίρεση, η αθεΐα, η άγνοια του Θεού, και πολλές άλλες ψυχικές ασθένειες είναι αποτέλεσμα του ότι πάσχει ο πνευματικός οφθαλμός.
Ο Προφητάναξ Δαυίδ λέγει σε έναν ψαλμό: «φωτιείς μοι το σκότος». Μέσα μας υπάρχει σκότος γιατί τυφλωθήκαμε ψυχικά και δεν μπορούμε να δούμε την δόξα του Θεού. Γι’ αυτό και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς προσευχόταν στον Χριστό: «φώτισόν μου το σκότος».
Σήμερα εορτάζουμε και πανηγυρίζουμε την αγία Παρασκευή, που έζησε με τον Χριστό και μαρτύρησε για την δόξα Του. Είναι η προστάτης και όλων εκείνων που έχουν πρόβλημα στα σωματικά τους μάτια, αλλά και όλων μας που έχουμε πρόβλημα με τους ψυχικούς μας οφθαλμούς και δεν μπορούμε να δούμε την αγάπη του Θεού, δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε τα πάθη μας, την ανάγκη που έχουν οι διπλανοί μας, αλλά δεν μπορούμε να δούμε και τον τρόπο με τον οποίο θα σωθούμε. Κι αν παρακαλέσουμε την αγία Παρασκευή με πίστη θα μας θεραπεύση.
Εύχομαι σε όλους σας χρόνια πολλά και ευλογημένα. Η αγία Παρασκευή να σας προστατεύη σε όλη σας την ζωή, με την δύναμη και Χάρη του Χριστού.
Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΦΩΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Εν Πειραιεί 25-7-2013

πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς

Στις 26 Ιουλίου η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει την μνήμη της αγίας ενδόξου Οσιοπαρθενομάρτυρος του Χριστού Παρασκευής της αθληφόρου. Όπως είναι γνωστό, η αγία ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή έλαβε από τον Άγιο Τριαδικό Θεό το ιδιαίτερο χάρισμα της θεραπείας τόσο της σωματικής όσο κυρίως της πνευματικής οράσεως. Είναι η προστάτις των ματιών. Μας χαρίζει το φως. Βέβαια, το χάρισμα αυτό η αγία ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή δεν το έχει κατά φύσιν, αλλά κατά Χάριν, ως δωρεά, η οποία πηγάζει από την πηγή του φωτός, από το φυσικό φως, από το αυτοφώς, τον Ίδιο τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος εκήρυξε στεντορεία τη φωνή ότι «Εγώ ειμί το Φως του κόσμου»[1].

Πως, όμως, η αγία ένδοξος Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή αξιώθηκε τοιούτου χαρίσματος;

Σύμφωνα με το συναξάριο, ο ειδωλολάτρης τότε βασιλιάς Αντωνίνος, θέλοντας να πείσει την Αγία να θυσιάσει στα είδωλα και βλέποντας την σταθερά και επίμονη άρνησή της, πρόσταξε να ανάψουν μια μεγάλη φωτιά και να βάλουν ένα καζάνι γεμάτο πίσσα και θειάφι να βράζει καλά και να ρίξουν μέσα στο καζάνι την Αγία, να καεί. Η Αγία χαρούμενη, επειδή επρόκειτο να αναχωρήσει από τον ψεύτικο αυτόν κόσμο και να πάει στον αληθινό και αιώνιο, έκανε τον σταυρό της και μπήκε μέσα. Περιμένοντας δυο και τρεις ώρες ο βασιλιάς, βλέπει ότι η Αγία δεν καίγεται και της λέει: «Παρασκευή, γιατί δεν καίγεσαι»; «Διότι, ο Χριστός μου δρόσισε το νερό», απαντά η Αγία. «Ράντισε κι εμένα, να δω αν καίει», της λέει ο βασιλιάς. Πήρε, λοιπόν, η Αγία με τα δυο της χέρια και του έρριξε στο πρόσωπο και ευθύς τυφλώθηκε και το πρόσωπό του γδάρθηκε. Φωνάζει τότε ο βασιλιάς: «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών! Πιστεύω κι εγώ σ’ Αυτόν και βγές να με βαπτίσεις». Βγαίνει η Αγία, τον βαπτίζει και του ξαναδίνει το φως των οφθαλμών του, λέγοντας: «Βασιλιά, ο Θεός των Χριστιανών σε απαλλάσσει από την δεινή αυτή μάστιγα». Μετά από αυτό το γεγονός η Αγία έλαβε την χάρι από τον Θεό να θεραπεύει τους πάσχοντας από τις παθήσεις των ματιών[2].

Ενώ η έλευση του πρώτου Φωτός, του Χριστού, και η εμφάνιση των τρίτων φώτων, των Αγίων  ανθρώπων (δεύτερα φώτα είναι οι άγιοι Άγγελοι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο) θα έπρεπε να σημαίνει ευλογία και σωτηρία, εντούτοις επικρατεί και απλώνεται το σκότος, η κατάπτωση, η διαφθορά και η τυφλότητα. Ακόμη και μέσα στην αγιοτόκο και ηρωοτόκο Ελλάδα μας. Μια χώρα, ένας τόπος αγίων και ηρώων, στον οποίο θα έπρεπε να κυριαρχεί και να λάμπει το Φως του Χριστού και των Αγίων, όπως έλαμπε επί αιώνες στη Ρωμιοσύνη του Βυζαντίου.

Ας μας επιτρέψει, σήμερα, η αγάπη σας να αναφέρουμε μερικά τέτοια δείγματα ελλείψεως φωτός, ακολουθώντας κατά πόδας το παράδειγμα της σήμερον εορταζομένης αγίας ενδόξου Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής.

Α) Αντιμετώπιση της ατεκνίας

Οι  γονείς της Αγίας Παρασκευής, Αγάθων και Πολιτεία, ήταν δίκαιοι και ευλαβείς˙ είχαν περάσει μια ζωή αφιερωμένη στον Θεό˙ ήταν «ολοτρόπω νεύσει προς Θεόν κεκλικότες»˙ είχαν κλίνει, είχαν νεύσει με όλους τους τρόπους προς τον Θεό˙ όλη η ζωή τους ήταν μια δοξολογία, μια εξύμνηση του Θεού και μια τήρηση των εντολών του. Δεν είναι εύκολο να τηρήσει κανείς τις εντολές του Θεού και να στρέψει όλη του τη ζωή προς τον Θεό. Πόσοι από’ μας, αγαπητοί μου, έχουμε στρέψει όλη τη ζωή μας προς τον Θεό; Να είναι όλες μας οι σκέψεις, όλες μας οι ενέργειες, όλες μας οι κινήσεις, όλη μας η ζωή αφιερωμένη στον Θεό; Μας κλέβει από’δω κι από’κεί ο διάβολος. Άλλοτε ένας φίλος, άλλοτε ένα συμπόσιο, άλλοτε μια ξεκούραση, ένα γλέντι, μια διασκέδαση και αφιερώνουμε τη ζωή μας πολλές φορές όχι στον Θεό, αλλά στον κόσμο, το κοσμικό φρόνημα, στο κακό, στην αμαρτία και σε ουδέτερα η ανάξια πράγματα. Το ζεύγος, η αγία ξυνωρίς, Αγάθων και Πολιτεία, είχαν στρέψει τη ζωή τους «ολοτρόπως» προς τον Θεό. Και θα περίμενε κανείς πως όλα τους τα αιτήματα θα εκπληρώνονταν αμέσως από τον Θεό. Εμείς μόλις κάνουμε κάποιο ευλαβικό αφιέρωμα, μόλις ψελλίσουμε κάποια προσευχή, απαιτούμε αμέσως ο Θεός να εκπληρώσει το αίτημα της προσευχής μας. Δεν έχουμε υπομονή και εμπιστοσύνη στη σοφία και την πρόνοια του Θεού, ο οποίος προς το συμφέρον μας πάντα ικανοποιεί τα αιτήματά μας. Μια ζωή, λοιπόν, αφιερωμένη στον Θεό, ο Αγάθων και η Πολιτεία. Και είχαν ένα μόνο αίτημα από τον Θεό. Να τους χαρίσει ένα παιδί. Πόσο λογικό και εύλογο αίτημα! Ήταν πολύ φυσικό να λυπούνται και να στενοχωριούνται, χωρίς, όμως, να χάνουν την εμπιστοσύνη προς τον Θεό, χωρίς να παροργίζονται και χωρίς να στρέφονται εναντίον του Θεού.

Στενοχωρούνταν τόσο διότι δεν θα υπήρχε κάποιος διάδοχος του γένους τους, όσο και γιατί δεν είχαν κάποιον κληρονόμο του πλούτου τους. Το ζεύγος, όμως, δεν το έβαλε κάτω, αλλά μιμούμενο τα προγενέστερα στείρα και άτεκνα ζεύγη της Παλαιάς Διαθήκης, την προφήτιδα Άννα, την μητέρα του αγίου προφήτου Σαμουήλ, τους Αγίους Ιωακείμ και Άννα, τους γονείς της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας και  τους Αγίους Ζαχαρία και Ελισσάβετ, τους γονείς του Τιμίου Προφήτου, Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, προσέτρεξε μέσω της αδιαλείπτου προσευχής στον Θεό. Τότε ο Θεός όχι απλώς ικανοποιήσε το αίτημά τους, αλλά τους έδωσε έναν εξαίσιο καρπό˙ την αγία ένδοξο Οσιοπαρθενομάρτυρα Παρασκευή. Τηρούμε εμείς, αγαπητοί μου, παρόμοια στάση σε ανάλογες περιπτώσεις; Μιμούμαστε το παράδειγμα της νηστείας, της προσευχής και της πλήρους εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού των γονέων της αγίας Παρασκευής προς απόκτηση παιδιών, η σπεύδουμε «αγαλλομένω ποδί» σε ιατρικές λύσεις, όπως αυτές της τεχνητής, ενδοσωματικής η εξωσωματικής γονιμοποίησης με απρόβλεπτες συνέπειες; Μήπως αντικαθιστούμε τον κύριο και πρωταρχικό σκοπό του μυστηρίου του Γάμου, που είναι η θέωση, εξαγιασμός και η ένωση του ανδρογύνου με τον Χριστό, και τον ταυτίζουμε με την τεκνογονία, πράγμα το οποίο αποτελεί περιορισμό του νοήματος του Γάμου στις σαρκικές σχέσεις; Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί να προτείνει την προσφυγή στην ούτως η άλλως προβληματική παρεμβατική αναπαραγωγή, παρά μόνο την εμμονή στα αιώνια και διαχρονικά πρότυπα, τους Αγίους.

Β) Πρότυπο αγιότητος γυναικών

Η ζωή της αγίας ενδόξου Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής υπήρξε υποδειγματική. Να πως μας τον περιγράφει ο εθνοϊερομάρτυς, Ισαπόστολος, φωτιστής του Γένους μας και μεγάλος διδάχος άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο οποίος αφιερώνει ολόκληρη την Δ΄ Διδαχή του στην ερμηνεία της παραβολής του σπορέως, παρουσιάζοντας την Αγία Παρασκευή ως παράδειγμα εκατονταπλασίονος καρποφορίας του σπόρου του Θεού.

«Η Αγία μετά την κοίμηση των γονέων της, ούσα δωδεκαετής, έμεινε σ’ένα πύργο υψηλό. Ο υψηλός και δυνατός αυτός πύργος είναι ο ουρανός, που μοίρασε δηλαδή όλα τα υπάρχοντα ελεημοσύνη και τα έστειλε με τους πτωχούς στον Παράδεισο. Με τι έβαφε τα μάτια της; Όχι με μαυράδι σαν μερικές ανόητες γυναίκες, που το βάζουν, για να φαίνονται όμορφες στους άνδρες, αλλά σηκωνόταν η Αγία κάθε αυγή και ενθυμουμένη τις αμαρτίες των χριστιανών έκλαιγε, χτυπώντας το πρόσωπό της και βρέχοντάς το με δάκρυα. Ποια είναι τα σκουλαρίκια; Είχε τα αυτιά της ανοικτά, στέκοντας με ευλάβεια, για να ακούει το Ιερόν και Άγιον Ευαγγέλιον. Με τι έβαφε τα χείλη της; Όχι με κοκκινάδι, αλλά λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν», είχε δηλαδή την ίδια την αλήθεια. Ποιο είναι το περιδέραιο, που είχε στο λαιμό της; Είναι από τις νηστείες, που έκανε, και έλαμπε ο λαιμός της σαν τον ήλιο. Ποια είναι τα δακτυλίδια; Είναι από τις πολλές μετάνοιες, που έκανε, και γίνονταν κόμποι-κόμποι τα δάκτυλά της. Ποιο είναι το ζωνάρι το μαλαματένιο; Είναι η παρθενία, που φύλαγε σ’όλη της την ζωή. Ποιο είναι το φόρεμα; Είναι η εντροπή, που είχε και ο φόβος του Θεού, που την σκέπαζε. Ποια είναι τα παπούτσια τα υψηλά; Είναι ο νους της, που τον είχε στον ουρανό και όχι στην γη, για να στοχάζεται αυτά τα μάταια, τα ψεύτικα, τα γήινα σαν τα άλλα κορίτσια. Έτσι στολιζόταν η Αγία. Αν ίσως είναι κανένα κορίτσι και θέλει να στολίζεται σαν την Αγία Παρασκευή, να στοχασθεί τι έκανε η Αγία, να κάνει κι αυτή, για να σωθεί»[3].

Ακούστε, όσες είστε παρθένες και μάθετε πως να παρθενεύετε˙ διότι όχι μόνο όποια με το σώμα παρθενεύει, αυτή λέγεται καθολικά παρθένος, αλλά εκείνη, η οποία είναι και κατά την ψυχή καθαρά και δεν έχει στον λογισμό της αισχρές ενθυμήσεις, αυτή είναι καθολικά παρθένος.

Ακούστε, όσες έχετε άνδρες, τι λέγει ο Απ. Παύλος: «Μετά αιδούς και σωφροσύνης κοσμείν εαυτάς, μη εν πλάσμασιν η χρυσώ η μαργαρίταις η ιματισμώ πολυτελεί, αλλ’ο πρέπει γυναιξίν, επαγγελλομέναις θεοσέβειαν δι’έργων αγαθών»[4]. Δηλαδή, να μην μακιγιάρεστε, ούτε να στολίζεστε με χρυσά φορέματα και με μαργαριτάρια, αλλά να είστε τιμημένες και σόφρωνες, καθώς ταιριάζει σε γυναίκες χριστιανών, οι οποίες θέλουν να αρέσουν στον Χριστό με έργα αγαθά και όχι με στολίδια.

Ακούστε, όσες έχετε κόρες ανύπανδρες, πως πρέπει να τις εκπαιδεύετε. Να μη γίνεστε εσείς το κακό παράδειγμα σ’αυτές, αλλά να είστε τύπος και παράδειγμα των θυγατέρων σας σε κάθε θεάρεστο έργο. Διότι, όταν εσείς λέτε λόγια, που μολύνουν τις ψυχές των απλών παρθένων, όταν δεν αγαπάτε την εργασία του οίκου, όταν αντιλέγετε στους ίδιους τους άνδρες σας, όταν βγαίνετε συχνά έξω απ’το σπίτι, όταν χορεύετε, όταν δεν πηγαίνετε στην Εκκλησία, όταν αγαπάτε το πολύ κρασί, όταν δεν έχετε καμμιά ευλάβεια, ούτε εγκράτεια γλώσσας, από που αλλού να εκπαιδευθούν οι μικρές κόρες, οι οποίες δεν βγαίνουν έξω απ’ το σπίτι;

Αλλά, η Αγία Παρασκευή δεν ήταν τέτοια, ούτε εκπαιδεύθηκε με τέτοιο τρόπο από τη μητέρα της, ούτε ξόδευε την ομορφιά και το κάλλος της σε ατάκτους έρωτες νέων, ούτε άγρευε τις ψυχές των ανδρών, αλλά πάντοτε ένα έργο είχε απαραίτητο˙ το να στολίζει την ψυχή της με νηστεία, με εγκράτεια, με σιωπή, με προσοχή, με παρθενία, με ελεημοσύνη και με κάθε θεάρεστο έργο»[5].

Θαυμάζει κανείς στο πρόσωπο της Αγίας Παρασκευής το ηθικό και πνευματικό μεγαλείο, που έχουν οι γυναίκες, οι οποίες, μερικές φορές, ξεπερνούν ακόμη και τους θεωρουμένους δυνατούς άνδρες σε αφοσίωση στο Θεό. Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας αναφερόμενοι, μερικές φορές, σε εύθραυστες και λεπτές γυναικείες μορφές, απορούν πως αυτές οι γυναίκες μ’αυτή την ευαίσθητη γυναικεία φύση, που θα νόμιζε κανείς ότι στην πρώτη δυσκολία θα κατέρρεαν, πως έδειξαν τέτοια αντοχή και τέτοια αφοσίωση στα μαρτύρια, αλλά και στην μοναχική άσκηση και αποδείχθηκαν ανώτερες από τους άνδρες.

Κι ας πούμε εδώ ότι η ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών δεν κρίνεται από το τι επαγγέλματα ασκεί ο καθένας, όπως πρεσβεύει το ανόητο φεμινιστικό κίνημα, το οποίο δημιουργεί ταραχή και αναστατώνει την κοινωνία. Γιατί, όπως η ανδρική φύση είναι φτιαγμένη από τον Θεό να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ορισμένες εργασίες, λόγω της φυσικής της κατασκευής, έτσι και η λεπτή και ευαίσθητη γυναικεία φύση είναι κατάλληλη από τον Θεό να ακολουθεί και να μετέρχεται ορισμένα επαγγέλματα και ιδίως το μεγάλο λειτούργημα της μητρότητος. Δεν υπάρχει ιερότερο λειτούργημα από το λειτούργημα της μητρότητος.

Η ισότητα, λοιπόν, δεν έγκειται στο τι επαγγέλματα μετέρχεται κανείς σ’αυτή εδώ τη ζωή. Ούτε στο αν μπορεί η όχι να γίνει η γυναίκα «ιερεύς»˙ που δεν μπορεί να γίνει, γιατί αυτό είναι ένα ξενόφερτο, αντιπαραδοσιακό, αντορθόδοξο, αντιχριστιανικό και ειδωλολατρικό αίτημα. Η ισότητα έγκειται στο αν η γυναίκα μπορεί να επιτύχει πνευματικά τα ίδια πράγματα, που επιτυγχάνουν οι άνδρες˙ στο αν υπάρχει ισότητα στην αγιότητα και στην αρετή˙ στο αν μπορούν οι γυναίκες να κατακτήσουν, με την Χάριν του Θεού, την επουράνιο Βασιλεία˙ στο αν μπορούν να κατανοήσουν το κήρυγμα και να αφοσιωθούν στον Θεό.

Τι είναι αυτή εδώ η ζωή μ’αυτές τις διαφοροποιήσεις και ανισότητες; Μήπως και ανάμεσα στους άνδρες δεν υπάρχουν του κόσμου οι ανισότητες;

Για την Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Ορθόδοξο Εκκλησία δεν υπάρχουν ανισότητες μεταξύ των δύο φύλων παρά μόνο διαφοροποιήσεις φυσικές και λειτουργικές. Αυτό, αλλωστε, λέγει και ο Απ. Παύλος : «Ουκ ένι άρσεν και θήλυ˙ πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού»[6]. Δηλαδή, μπροστά στον Θεό δεν είναι αρσενικό ούτε θηλυκό˙ δεν λογαριάζει ο Θεός ότι μόνο οι άνδρες θα σωθούν, ενώ οι γυναίκες θα κολασθούν, αλλά όλοι όσοι πιστεύουν σ’Αυτόν, είναι ίσοι μεταξύ τους. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύει και η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας μας, σύμφωνα με την οποία εξ ίσου άνδρες και γυναίκες μετέχουν στην μυστηριακή ζωή αυτής. Μπορούν και οι γυναίκες εξ ίσου να κατακτήσουν την αγιότητα και εδώ είναι ο μεγάλος στίβος. Όποια γυναίκα θέλει να ξεπεράσει τους άνδρες, ανοίγεται μπροστά της ο δρόμος της αγιότητος και της αρετής.

Αντιθέτως, όμως, σήμερα φωνές διαβολικές, φωνές του κακού εξωθούν τις γυναίκες σε άλλου είδους εξίσωση προς τους ανδρες˙ σε εξίσωση με την διαφθορά και την αμαρτία, μέσω των αισχρών και ατίμων σαρκικών παθών, της πορνείας, της μοιχείας και της ομοφυλοφιλίας, με τα οποία το γυναικείο φύλο ξεφτιλίζεται.

Αγαπητοί, το Φως είναι ο Ίδιος ο Χριστός, είναι η Ορθοδοξία, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Το Φως αυτό έχει έλθει στον κόσμο˙ «το Φως ελήλυθεν εις τον κόσμον»[7]. Και ο κόσμος αυτό το Φως έχει ανάγκη. Το Φως του Χριστού είναι το «ενός εστι χρεία»[8] του Ιερού Ευαγγελίου. Είναι ώρα, πλέον, να ξυπνήσουμε, πριν να είναι αργά˙ «Ώρα ημάς ήδη εξ ύπνου εγερθήναι»[9]. Ας παρακαλέσουμε γονυκλινώς, ικετευτικώς και εκ βάθους καρδίας την εορτάζουσα σήμερα αγία ένδοξο Οσιοπαρθενομάρτυρα του Χριστού Παρασκευή να κρατά πάντοτε τους πνευματικούς οφθαλμούς μας, «της ψυχής τα όμματα» ορθάνοικτα. Αμήν!

[1] Ιω. 8,12.

[2] Η Αγία Παρασκευή, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου στή σειρά Βίοι  Αγίων, Αθήνα 1984, σσ. 18-19.

[3] Πατερικόν Κυριακοδρόμιον,εκδ. Ι. Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος 2003, σσ. 331-332.

[4] Α΄ Τιμ. 2, 9-10.

[5]«Βίος καί πολιτεία της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος του Χριστού Παρασκευής»,  Ακολουθία της Αγίας Οσιοπαρθενομάρτυρος του Χριστού

  Παρασκευής, εκδ. Σχοινά, Βόλος, σσ. 35-36.

[6] Γαλ. 3, 28.

[7] Ιω. 3, 19.

[8] Λκ. 10, 42.

[9] Ρωμ. 13, 11.
Ἡ Ἁγία Παρασκευή. Ἡ παρθένος, ἡ ἀπόστολος καί μάρτυς.

Ἀρχιμ. π. Μάρκου Κ. Μανώλη

Οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι θά δεχθοῦν τήν παρθένο, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι θά δεχθοῦν τήν ἀπόστολο καί οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες θά ὑποδεχθοῦν τήν μάρτυρα.

Ὅλοι στό πρόσωπο τῆς ἐνδόξου ὁσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς, πού ἑορτάζομε, πρόκειται νά συνδυάσουν αὐτά τά τρία μεγάλα καί θαυμαστά, ὅτι δηλαδή ὑπῆρξε παρθένος καί ἀκόμη δέν κράτησε τόν θησαυρό τῆς πίστεως μόνο διά τόν ἑαυτόν της, ἀλλά ἐργάσθηκε μέσα σέ πολύ μεγάλες δυσκολίες τόν 2ο αἰώνα μετά Χριστόν, μέσα στό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας, διά νά λάμψη ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μας, τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου καί σέ ἄλλες ψυχές καί ἔτσι ἀνεδείχθη καί Ἀπόστολος καί ἐν τέλει ἐπεσφράγισε αὐτήν τήν ὡραία, τήν ἀγγελική, τήν καθαρά καί πνευματικότατη ζωή μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου, ὥστε νά ἀναδειχθῆ καί μάρτυρας.

Ἔτσι ἐξηγεῖται ὅλη αὐτή ἡ ἀγάπη, ὅλη ἡ ἀφοσίωση τῶν εὐσεβῶν καί ὀρθοδόξων χριστιανῶν πρός τό πρόσωπο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.Εἶναι ἀδύνατον νά μή συγκινηθῆ εὐσεβής ψυχή ἀπό τούς ἀγῶνες, ἀπό τήν παρθενία, ἀπό τόν ζῆλο γιά τήν διάδοση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου καί ἀπό τό μαρτύριο τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς καί ἐπειδή ἀξιώθηκε αὐτῶν τῶν μεγάλων δωρεῶν ἔλαβε ἡ Ἁγία Παρασκευή ἀπό τόν δίκαιο καί ἀπροσωπόληπτο Θεό τόσον ὅταν εὑρίσκετο σ᾽ αὐτήν τήν ζωή ὅσον καί μετά τήν κοίμησή της τήν χάρη τῶν ἰαμάτων, νά κάνη πλῆθος θαυμάτων καί ἰδιαιτέρως νά θεραπεύη τούς πάσχοντες ἀπό ἀσθένειες τῶν ὀφθαλμῶν.

 Ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός λέγει ὅτι ἡ Ἁγία Παρασκευή εἶναι παράδειγμα γιά ἐκεῖνες τίς ψυχές, πού ἔφεραν τά ἑκατό. Ὅπως δηλαδή ρίχνουμε ἕνα σπόρο μέσα στήν γῆ, ἕνα σιτάρι καί περιμένουμε νά βλαστήση νά φέρη, πολλαπλάσιο καρπό καί ἄλλος φέρει τά τριάκοντα, ἄλλος φέρει τά ἑξήκοντα καί ἄλλος φέρει τά ἑκατό, στήν προκειμένη περίπτωση ἡ εὐσέβεια, ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀφοσίωση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς στόν Κύριό μας ἔφερε τόν ἑκατονταπλασίονα καρπό. Εἶναι ἔξοχος πραγματικά ἡ περιγραφή, πού ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός διά τήν Ἁγία Παρασκευή, πῶς δηλαδή ἐκείνη ἀγωνίσθηκε. Ἦτο βεβαίως παρθένος, ἀλλά δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνα τυχαῖο γεγονός, ἀλλά καρπός τῆς ταπεινώσεως καί τῆς εὐλογίας τοῦ Θεοῦ.

“Μείνασα ὀρφανή”, μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, “ἐμοίρασε ὅλη της τήν περιουσία στούς φτωχούς καί μ᾽ αὐτά ἀγόρασε τόν παράδεισο καί μετεχειρίζετο ὡς φτιασίδια τά δάκρυα ἐνθυμουμένη τάς ἁμαρτίας της. Ὡς σκουλαρίκια εἶχε τά ὦτα της ἀνοικτά, διά νά ἀκούη τάς Ἁγίας Γραφάς. Ὡς κορδόνι εἶχε τάς πολλάς νηστείας, ὅπου ἔκαμνον τόν λαιμόν της καί ἔλαμπε ὡς ὁ ἥλιος. Ὡς δακτυλίδια τούς κόμβους τῶν δακτύλων της ἀπό τάς πολλάς μετανοίας, ὅπου ἔκαμνε. Ὡς χρυσοῦν ζωνάριον τήν παρθενίαν, ὅπου ἐφύλαξεν εἰς ὅλην της τήν ζωήν. Ὡς φόρεμα τήν ἐντροπήν, ὅπου εἶχε εἰς τόν ἑαυτόν της καί ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ὅπου τήν ἐσκέπαζε. Ἔτσι ἐστολίζετο ἡ ἁγία.

Ἀνίσως καί εἶναι κανένα κορίτσι καί θέλει νά στολίζεται, ἄς στοχασθῆ τί ἔκαμνε ἡ ἁγία καί νά κάμνη καί ἐκείνη ἄν θέλη νά σωθῆ». Αὐτή, ἀδελφοί μου, θά μποροῦσε νά πῆ κανείς εἶναι ἡ καλλιτέρα τιμή καί μίμηση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅτι δηλαδή, ὅπως ἐκείνη μέσα σέ δύσκολες, πάρα πολύ δύσκολες περιπτώσεις καί καιρούς ἐφύλαξε τήν παρθενία της, ἔζησε τόν ἁγνό καί παρθενικό βίο, ἔτσι καλούμεθα καί ἐμεῖς μέ τούς τρόπους, πού ἀκούσαμε προηγουμένως, τούς ἀσκητικούς τρόπους, πού ἀκούσαμε ἀπό τόν Ἅγιο Κοσμᾶ τόν Αἰτωλό νά ἀγωνισθοῦμε εἴτε μέσα στήν συζυγική ζωή εἴτε στήν μοναχική καί παρθενική ζωή, γιά νά φυλάξουμε σωφροσύνη, γιά νά φυλάξουμε καθαρότητα ζωῆς, γιά νά μποροῦμε νά δοῦμε τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου μας. Παράλληλα ὅμως, ὅπως ἡ ἁγία ἀγωνίσθηκε γιά νά δοθῆ, γιά νά μεταφερθῆ, γιά νά μεταλαμπαδευθῆ αὐτή ἡ πίστη σέ ἄλλες ψυχές, ἔτσι καλούμεθα καί σήμερα, πού μολονότι ἔχουν περάσει δέκα ὀκτώ αἰῶνες ἀπό τότε πού ἔζησε καί ἐμαρτύρησε ἡ Ἁγία Παρασκευή, ὅμως δυστυχῶς μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι μοιάζει πολύ μέ τήν ἐποχή της καί ἔχομε μιά ὀπισθοχώρηση καί ἀποχριστιανισμό καί νεοειδωλολατρία, ὅπως ἦταν κατά τήν ἐποχή τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς.

Δι᾽ αὐτό εἶναι ἐπιβεβλημένο καί μέ τό παράδειγμα καί μέ τόν λόγο νά φέρουμε τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου…

Ἔτσι, ἐάν ζοῦμε μέ αὐτές τίς προϋποθέσεις θά εἶναι πράγματι ἡ χάρη τοῦ Κυρίου μέσα μας πλούσια, γιά νά μᾶς ἐνισχύη καί στίς δύσκολες ὧρες τῆς καλῆς ὁμολογίας. Καί εἶναι ἀνάγκη καί στίς σημερινές ἡμέρες νά ἀκούγεται καί νά ἀντηχῆ ὁ λόγος ὁ πνευματικός, ὁ παρηγορητικός, νά δίδεται ἡ μαρτυρία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὅταν περνᾶμε ἀπό τίς Ἐκκλησίες, ἡ προσευχή μας, ὅταν καθώμαστε νά φᾶμε, ἡ προσευχή μας ὅταν σηκωνώμεθα ἤ ὅταν πρόκειται νά κατακλιθοῦμε, εἶναι πράγματι σημεῖα τῆς καλῆς ὁμολογίας.

Ἀκόμη οἱ ἀγῶνες γιά τήν ὑπεράσπιση τῆς πίστεώς μας στίς ἐπιθέσεις πού γίνονται ἀπό τούς ἀντιχρίστους, ἀπό τούς αἱρετικούς, ἀπό ὅλους ἐκείνους τούς ψευδομάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, τούς προτεστάντες, τούς παπικούς ἤ καί τούς γκουρού καί τίς ἄλλες ψευδοθρησκεῖες, πού μᾶς ἔρχονται ἀπό τήν Ἀνατολή, θά εἶναι μία βακτηρία πραγματικά κατάλληλος γιά τήν καλή ὁμολογία ἡ μίμηση τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς. Εἴθε καί ἐμεῖς νά ζηλέψουμε κατά κάποιο τρόπο αὐτό τό ὡραῖο τρίπτυχο, τό ὁποῖον εἶχε ἡ Ἁγ. Παρασκευή: τήν παρθενία, τόν ζῆλο γιά τήν διάδοση τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, τήν ἀποστολικότητα καί τήν καλή ὁμολογία τῶν μαρτύρων καί μέ τίς πρεσβεῖες της νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς καλοῦ τέλους, καλῆς ὁμολογίας καί τῆς Οὐρανίου Βασιλείας. Ἀμήν.

* Ὁμιλία εἰς τόν Ἱ. Ν. Ἁγίου Γεωργίου Διονύσου

Ὀρθόδοξος Τύπος ἀρ. φύλ. 1985 26 Ἰουλίου 2013

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

Ιωάννης Ξιφιλίνος- Κυριακή ΣΤ Ματθαίου
Κυριακή ΣΤ' Ματθαίου: Ομιλία περί του παραλύτου τον οποίον κατέβασαν από την στέγη (Ιωάννης Ξιφιλίνος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως)

(Ματθ. θ’ 1-8)

Οι ψυχές όσων μιμούνται θεοφιλώς την φιλοπονία και εργατικότητα των μελισσών, ελκύονται από την γλυκύτητα των θείων λόγων και δρέπουν από αυτούς χρήσιμα και ωφελιμότατα πράγματα, πετώντας όπως εκείνες επάνω από τους λειμώνες και συλλέγοντας από όλα τα αμάραντα βότανα και τα άνθη ό,τι χρησιμώτερον υπάρχει εκεί. Και από άλλους μεν λόγους συλλέγουν το άνθος της σωφροσύνης· από άλλους δε το της δικαιοσύνης· από άλλους το της φρονήσεως· από άλλους το της ανδρείας· από αλλούς το άνθος της συμπαθείας και της φιλανθρωπίας προς τους ομοδούλους· το της πραότητος και της επιεικείας από εδώ, το της υπομονής και της καρτερίας στα δεινά από εκεί. Και γενικώς, απανθίζοντας από παντού όλα όσα συντελούν στην σωτηρίαν της ψυχής, τα εναποθέτουν στην κυψέλη της καρδίας, τα κατεργάζονται και παρασκευάζουν εκεί το «υπέρ μέλι και κηρίον γλυκάζον» μέλι των αρετών.

Αυτούς, λοιπόν, ας μιμούμεθα και εμείς, αδελφοί μου, και όταν προσερχώμεθα στον θείο και περικαλλή αυτόν λειμώνα, την Εκκλησίαν, ας μη χρησιμοποιούμε την εδώ προσέλευσί μας σαν αφορμή για συζητήσεις μεταξύ μας, αλλά να περιεργαζώμεθα τις θείες Γραφές, οι οποίες αναγιγνώσκονται για την σωτηρία μας, και να ζητούμε το ψυχικόν όφελος που πηγάζει από αυτές, επιμελώς, με μεγάλην προσοχή και εξεταστικήν διάθεσι. Με τον τρόπον αυτόν, άλλοτε νουθετούμενοι περί αυτής της αρετής, άλλοτε διδασκόμενοι περί εκείνης, μίαν άλλη φορά ακούγοντας παραινέσεις για κάποιαν άλλη, και συνεχώς μέσα σ’ αυτό το κλίμα παιδαγωγούμενοι και γυμναζόμενοι, θα ημπορέσωμε να κατορθώσωμε κι εμείς τις αρετές και να προσφέρωμε στον Θεόν την γλυκύτητα και τον φωτισμόν που γεννάται από αυτές μέσα στις ψυχές μας, σαν μέλι και κηρήθρα. Διότι πάντοτε η Θεία Γραφή τα θεοφιλή και σωτήρια διδάσκει και προβάλλει, και τίποτε δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν που να μη συντελή στην ωφέλεια της ψυχής. Επειδή λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, ας μάθωμε από τα λόγια του σημερινού Ευαγγελίου πόσο μεγάλο κακόν είναι η αμαρτία, και ότι βλάπτει πάρα πολύ την ψυχή, αλλά είναι και η βασική αιτία των περισσοτέρων σωματικών νοσημάτων.


Η υπόθεσις έχει ως εξής: «Τω καιρώ εκείνω εμβάς ο Ιησούς εις πλοίον διεπέρασε, και ήλθε εις την ιδίαν πόλιν. Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον».

Εξέρχεται ο Κύριος από την χώρα των Γεργεσηνών, επειδή οι ίδιοι τον παρεκάλεσαν. Εφοβήθησαν οι Γεργεσηνοί, αφού έχασαν τους χοίρους, μην πάθουν και καμμίαν άλλη ζημία. Γι’ αυτό και παρακαλούν τον Χριστόν και ζητούν να απομακρυνθή από την περιοχή τους· άλλωστε δεν ήσαν άξιοι της Δεσποτικής διδασκαλίας. Ο δε Χριστός δεν αντεστάθη, αλλά με επιείκεια και πραότητα ανεχώρησε· διότι όπου ο βίος είναι χοιρώδης και απεξενωμένος από το καλό, ο Χριστός δεν παραμένει εκεί. Άφησε όμως αυτούς που ελευθερώθησαν από τα δαιμόνια και εκείνους που έβοσκαν τους χοίρους να ομι­λούν και να ανακηρύττουν οι ίδιοι τα θαυμαστά γεγονότα. «Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον». Επειδή εθεωρήθη ανίκανος η τέχνη των ιατρών να θεραπεύση την παράλυσι, μετέφεραν τον παράλυτο οι οικείοι του προς τον υψηλόν επισκέπτη και ουράνιον ιατρόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Πολλοί από αυτούς που διαβάζουν απλώς και ανεξετάστως τις Θείες Γραφές, νομίζουν ότι ο παράλυτος που αναφέρουν οι τέσσερις ευαγγελισταί είναι ένας και ο αυτός. Ωρισμένοι μάλιστα επικρίνουν τους Ευαγγελιστάς, ότι αντιμάχονται και διαφωνούν μεταξύ τους. Δεν συμβαίνει όμως αυτό· μη γένοιτο. Διότι μία είναι η χάρις του Αγίου Πνεύματος που ενήργησε μέσα τους· όπου δε η χάρις του Αγίου Πνεύματος, εκεί αγάπη, χαρά, ειρήνη· και όπου ειρήνη, φυγαδεύεται από εκεί κάθε μάχη και εναντίωσι, και εξαφανίζεται κάθε αμφιβολία και διαφωνία. Πράγματι και ο τόπος, και ο χρόνος και ο καιρός, και η ημέρα, και ο τρόπος της θεραπείας και ωρισμένα άλλα δεικνύουν σ’ εκείνους που κάπως προσέχουν ότι άλλος είναι αυτός ο παράλυτος και άλλος ο αναφερόμενος από τον Ιωάννη τον Ευαγγε­λιστήν και Θεολόγον. Επειδή εκείνος μεν θεραπεύεται στα Ιεροσόλυμα, ενώ αυτός στην Καπερναούμ· εκείνος κοντά στην κολυμβήθρα, αυτός σε κάποια μικράν οικία, όπως λέγουν ο Λουκάς και ο Μάρκος. Και εκείνος μεν ο παράλυτος έλαβε την ίασι κατά την διάρκεια μιας εορτής· αυτός όμως όχι σε εορτή, αλλά κάποιαν άλλην ημέρα. Εκείνος υπέφερε τριανταοκτώ έτη από την ασθένεια, ενώ γι’ αυτόν τίποτε παρόμοιο δεν λέγει ο Ευαγγελιστής. Και εκείνος μεν εθεραπεύθη την ημέρα του Σαββάτου, ενώ αυτός άλλην ημέρα. Διότι, εάν και αυτός είχε θεραπευθή την ημέρα του Σαββάτου, δεν θα το είχε αποσιωπήσει ο Ευαγγελιστής, ούτε οι Ιουδαίοι θα είχαν μείνει ήσυχοι. Αυτός μεν ο παράλυτος φέρεται στον Χριστόν βασταζόμε­νος· ενώ προς εκείνον έρχεται ο ίδιος ο Χριστός· και εκείνος μεν ο παράλυτος δεν είχε κανέναν να τον βοηθήση (διότι έλεγε, «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω»), ενώ αυτός είχε πολλούς γνωστούς, οι οποίοι τον εσήκωσαν και τον μετέφεραν. Αλλά και ο τρόπος της θεραπείας φαίνεται διαφορετικός στον καθένα. Εκείνου μεν ο Χριστός πριν από την ψυχήν εθεράπευσε το σώμα· διότι αφού πρώτα εθεράπευσε την παράλυσί του, τότε είπε: «Ίδε υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε». Δεν συνέβη όμως το ίδιο και εδώ, αλλά πρώτα του εχάρισε την υγεία της ψυχής, λέγοντας: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» και τότε διώρθωσε την σωματική του παράλυσι. Και σε αυτόν μεν τον πα­ράλυτον οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι εσιώπησαν στην άλλη περίπτωσι όμως αντέδρασαν, εκδιώκοντας και γογγύζοντας και κατη­γορώντας. Άλλος λοιπόν είναι ο παράλυτος αυτός, και άλλος εκείνος, όπως σαφώς απεδείχθη από όσα ελέχθησαν.

«Και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε τω παραλυτικώ». Έγινε όντως δεκτή από τον αγαθόν ιατρό και Σωτήρα μας η πίστις εκείνων που έφεραν τον παράλυτο, επειδή είναι γνώστης των καρ­διών. Λέγουν δε ωρισμένοι ότι ο Κύριος είδε την πίστι όχι του παραλυτικού αλλά των μεταφορέων του. Πράγματι, μερικές φορές θεραπεύονται κάποιοι από την πίστι των άλλων, όπως συμβαίνει με το βάπτισμα που δίδεται στα παιδιά· διότι εκεί ενεργεί η πίστις των γονέων που τα προσφέρουν. Όπως επίσης έγινε και με την Χαναναία· επειδή επίστευσεν αυτή, εθεραπεύθη η θυγατέρα της. Και με την πίστι του εκατοντάρχου ανέστη ο δούλος του. Με τον ίδιο τρόπο, λοιπόν, λέγουν ότι εθεραπεύθη και εδώ ο παράλυτος από την πίστι αυτών που τον έφεραν ενώπιον του Χριστού. Αλλά όχι, δεν συνέβη το ίδιο. Διότι λέγει: «Ιδών την πίστιν αυτών» όχι μόνον των μεταφορέων, αλλά και του παραλύτου. Διότι δεν σώζεται κάποιος με την πίστιν άλλου, εκτός εάν ευρίσκεται σε πολύ πρώιμον ηλικία, όπως συμβαίνει με τα παιδιά, όπως είπαμε, ή σε μία πολύ προχωρημένη ασθένεια, όταν οι προσβεβλημένοι από αυτήν δεν έχουν πλέον επικοινωνία με το περιβάλλον και γι’ αυτό αδυνατούν να πιστεύσουν, όπως συνέβη με την θυγατέρα της Χαναναίας. «Η θυγάτηρ μου», έλεγεν εκείνη, «κακώς δαιμονίζεται», και «πολλάκις μεν πίπτει εις το ύδωρ, πολλάκις δε εις το πυρ».

Η δαιμονιζομένη, λοιπόν, η οποία δεν είναι σε θέσι να έχη τον έλεγχο του εαυτού της, πώς θα ημπορούσε να πιστεύση; Το ίδιο και με τον εκατόνταρχο· ο δούλος του ευρίσκετο στην οικία κατάκοιτος, και ούτε καν εγνώριζε ποιος επί τέλους ήταν ο Χριστός. Πώς λοιπόν θα επίστευε σε κάποιον που αγνοούσε; Σε εκείνες λοιπόν τις περιπτώσεις σώζεται κάποιος και με την πίστιν άλλου, εδώ όμως δεν ημπορούμε να το ισχυρισθούμε αυτό, αλλά και ο παράλυτος επίστευσε αδιστάκτως, και αυτό γίνεται φανερό από πολλά. Αναλογίσου πόσο δύσκολον είναι κάποιος, ενώ είναι άρρωστος, να πάθη τόσα πολλά και να υπομένη. Γνωρίζετε οπωσδήποτε ότι οι ασθενείς είναι τόσο μικρόψυχοι και δυσανασχετούν τόσο, ώστε και στο κρεββάτι ευρισκόμενοι να προβάλλουν αντίστασι στις θεραπείες και να δακρύζουν και να θεωρούν πολλές φορές καλλίτερο να υποφέρουν τους πόνους των ασθενειών, παρά να υπομένουν την κακουχία και την αηδία που προξενούνται από τα διάφορα βοηθήματα. Αυτός δε ο παράλυτος και από την οικία του εδέχθη να εξέλθη, και μέσα από την αγορά να περάση σηκωτός εκαρτέρησε, και δεν απέφυγε να γίνη αντιληπτός από όλους. Διότι οι άρρωστοι συνήθως δεν θέλουν να έχουν μάρτυρες του νοσήματός τους, και πολλοί προετίμησαν να αποθάνουν καλλίτερα από την αρρώστια τους, παρά να αποκαλύψουν στους άλλους την συμφορά τους. Αλλά ο παράλυτος αυτός δεν έκαμε έτσι, ούτε είπε γογγύζοντας σ’ αυτούς που τον μετέφεραν: Τί είναι αυτό; Γιατί θορυβείσθε; Γιατί βιάζεσθε; Ας περιμένωμε με υπομονή να υποχωρήση το πλήθος και τότε να προσέλθωμε στον ιατρόν ιδιαιτέρως και να τον ενημερώσωμε για την φοβεράν ασθένειά μου. Διότι τί θα ωφελήση, την στιγμή που θα μας βλέπουν όλοι, να παρουσιάσωμε ενώπιον τους την συμφορά μου; Τίποτε από αυτά δεν είπε, αλλά εθεώρησε κόσμημα και καλλωπισμόν το να κάμη τόσους πολλούς μάρτυρες της ασθενείας και της θεραπείας του.

Δεν είναι μόνον αυτά που φανερώνουν την πίστι του παραλύτου, αλλά και τα λόγια του Χριστού. Διότι όταν του τον έφεραν και του είπε: «Τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», δεν ηγανάκτησε, δεν δυσανασχέτησε καθόλου, δεν είπε προς τον αγαθόν ιατρό: «τί είναι αυτό, Κύριε, από άλλο πάθος ήλθα εγώ να θεραπευθώ, και συ άλλο θεραπεύεις. Αυτό είναι υπεκφυγή και πρόφασις και ένδειξις αδυναμίας, την οποία προσπαθείς να αποκρύψης με αυτόν τον τρόπο. Συγχωρείς αμαρτίες που δεν φαίνονται;» Τίποτε παρόμοιο δεν είπε ούτε εσκέφθη, αλλ’ ανέμενε πιστεύοντας ότι η συμπάθεια του αγαθού ιατρού θα τον θεραπεύση και όλα θα τα διορθώση. Δεικνύοντας δε ο Κύριος ότι η πίστις είναι αυτή που αφανίζει την αμαρτία, είπε στον παράλυτο: «Θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».

Όπως βλέπουμε, δεν προχωρεί αμέσως ο Δεσπότης στην ίασι της παραλύσεως, αλλά θεραπεύει πρώτα αυτό που δεν φαίνεται, την ψυχήν δηλαδή, συγχωρώντας του τα αμαρτήματα, πράγμα που τον μεν παράλυτον έσωζε, ενώ στον Κύριο δεν προξενούσε πολλήν δόξα· διότι δεν ήθελε να κάμη κάτι για επίδειξι και ανθρωπαρέσκεια. Και πρώτα μεν συγχωρεί στον άρρωστο τις αμαρτίες του, μετά δε την συγχώρησι θεραπεύει το σώμα, διδάσκοντας έτσι ότι τα περισσότερα νοσήματα προξενούνται από τις αμαρτίες και πρέπει πρώτα να θεραπευθή το αίτιο. Παραλλήλως, με τον τρόπον αυτόν αποδεικνύει ότι είναι Θεός και ενεργεί τα πάντα εξουσιαστικώς, όπως θέλει. Διότι η θεραπεία των σωματικών ασθενειών ανήκει μόνον στον Θεό. Γι’ αυτό και στον παράλυτον εκείνον που ήταν κοντά στην κολυμβήθρα, έλεγε: «Ίδε, υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται». Πηγή και ρίζα και μητέρα όλων των κακών είναι η αμαρτία. Αυτή παραλύει τα σώματά μας, αυτή προκαλεί τις ασθένειες· και αυτό φανερώνοντας ο Κύριος, σ’ αυτόν μεν τον παράλυτον έλεγε: «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», σε εκείνον δε που ήταν τριανταοκτώ χρόνια κατάκοιτος έλεγε: «Ίδε υγιής γέγονας· μηκέτι αμάρτανε».

Από την αρχή της κτίσεως η νόσος αυτή επήλθε στο σώμα του Κάιν ως αποτέλεσμα των αμαρτιών. Διότι το σώμα του παρελύθη μετά την αδελφοκτονία και «ην στένων και τρέμων επί της γης». Και το να τρέμη κανείς δεν είναι τίποτε άλλο από την παράλυσι. Διότι όταν αδυνατίση η δύναμις που οικονομεί τον οργανισμό και δεν ημπορεί να βαστάζη πλέον όλα τα μέλη, τα αφήνει έρημα από την θεία πρόνοια, και έτσι εκείνα, αφού χαλαρώνουν, τρέμουν και αιωρούνται ανεξέλεγκτα. Αυτό εφανέρωσε και ο θείος Παύλος ελέγχοντας για κάποιες αμαρτίες τους Κορινθίους και λέγοντας: «διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς και άρρωστοι και κοιμώνται ικανοί». Και ο Χριστός γι’ αυτό είπε: «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», για να μάθο­με ότι ως Θεός επισκέπτεται σιωπηλώς και ανεπαισθήτως τα ανθρώπινα και παρακολουθεί την οδό της ζωής του καθενός. Διότι όπως έχει γραφή: «Ενώπιόν εισι των του Θεού οφθαλμών οδοί ανδρός, εις δε πάσας τας τροχιάς αυτού σκοπεύει». Επειδή δε ο Θεός είναι αγαθός και θέλει όλοι να σωθούν, πολλές φορές παραχωρεί να περιπέσουν οι άνθρωποι σε ασθένειες, ώστε οι κατεχόμενοι από αυτές με την συντριβή να καθαίρωνται από τις αμαρτίες. Έτσι έχει λεχθή και με το στόμα του Ιερεμίου: «Πόνω και μάστιγι παιδευθήση, Ιερουσα­λήμ». Και ο Παροιμιαστής λέγει: «Υιέ, μη ολιγώρει (περιφρονής) παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου (λιποψυχής) υπ’ αυτού ελεγχόμενος· ον γάρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν, ον παραδέχεται». Ο Χριστός λοιπόν κόπτει πρώτα την ρίζα του σωματικού πάθους, δηλαδή την αμαρτία. Διότι, όταν αυτή αφαιρεθή, κατ’ ανάγκην απομακρύνεται μαζί της και η νόσος. Και λέγοντας: «τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», εξυψώνει και το φρόνημα του παραλύτου και διεγείρει την καταβεβλημένη του ψυχή. Διότι ο λόγος έγινε έργον και εισερχόμενος στην συνείδησί του ήγγισε την ιδία την ψυχή του και εξέβαλε από αυτήν κάθε ίχνος αγωνίας. Επειδή τίποτε δεν προκαλεί τόσην δειλία και φόβο, όσον η συναίσθησις των αμαρτημάτων και πάλι τίποτε δεν παρέχει τόσην ηδονή και δεν προξενεί τόσο θάρρος, όσο το να μη σε ελέγχη για τίποτε η συνείδησις. Ονομάζει δε «τέκνον» ο Κύριος τον παράλυτο, ή επειδή είναι ο Δημιουργός του, ή επειδή επίστευσε, ή επειδή επρόκειτο να του δώση την άφεσι των αμαρτημάτων διότι όπου συμβαίνει άφεσις αμαρτημάτων, εκεί και υιοθεσία. Έτσι λοιπόν και εμείς, αδελφοί μου, δεν ημπορούμε να ονομάσωμε πατέρα τον Θεόν, έως ότου καθαρισθούμε από τα αμαρτήματα στην κολυμβήθρα του Βαπτίσματος. Όταν λοιπόν ανέλθωμε από εκεί, έχοντας αποθέσει το πονηρόν εκείνο φορτίο, τότε λέγομε το «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς».

«Και ιδού τινες των Γραμματέων είπον εν εαυτοίς· ούτος βλασφημεί». Εσκανδαλίζοντο οι Γραμματείς και εθορυβούντο, έλιωναν από φθόνο και βασκανία· διότι πολλές φορές είδαν τον Χριστό να φυγαδεύη εξουσιαστικώς ασθένειες και να εκδιώκη δαίμονες και να επιτιμά τους ανέμους και την θάλασσα, και να τα διαπράττη αυτά υπερανθρώπως. Αλλά εκείνοι οι απειθείς και αγνώμονες, ενώ ενόμιζαν ότι εκδικούνται προς χάριν του Θεού, το έκαμαν αυτό, επειδή προσεβάλοντο τα πάθη τους· και επιβουλευόμενοι τις ευεργεσίες των άλλων, ταράσσονται και αγανακτούν και γογγύζουν και επινοούν βλασφημίες κατά του Σωτήρος και Δεσπότου: «Ιδών δε ο Ιησούς τας ενθυμήσεις αυτών είπεν· ίνα τί υμείς ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών;». Ιδού ότι ο Χριστός εδώ δεικνύει και άλλο αναντίρρητο και φανερόν σημείο της θεότητός του και της ισότητος προς τον Πατέρα. Επειδή η γνώσις των διαλογισμών των καρδιών ανήκει μόνον στον Θεόν, ομοίως και η άφεσις των αμαρτιών. Διότι έχει γραφή: «Συ επίστασαι καρδίας μονώτατος»· και πάλιν: «Ετάζων καρδίας και νεφρούς ο Θεός», και αλλού: «Ο μεν άνθρωπος όψεται εις πρόσωπον, ο δε Θεός όψεται εις καρδίαν». Λέγει λοιπόν ο Χριστός στους Γραμματείς ως αναμφίβολον το «ίνα τί ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών» επειδή εθεώρησαν αδύνατον το να συγχωρή αμαρτίες, και δεν το εδέχθησαν.

Με αυτό που είπε επιβεβαίωσε και εκείνο, και τρόπον τινά είπε προς τους Γραμματείς ότι όντως κανείς δεν ημπορεί να συγχωρή αμαρτίες, εκτός μόνον από ένα, αυτόν που βλέπει τις ενθυμήσεις των ανθρώπων. «Τί γαρ ευκοπώτερον ειπείν, αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειραι και περιπάτει;». Επειδή με θεωρείτε βλάσφημο, λέγει, για το ότι συγχωρώ αμαρτίες και κάμνω τον εαυτόν μου ίσον με τον Θεόν, αποκριθήτε μου, ποίον είναι ευκολώτερο και ευχερέστερο στην πράξι, το να ειπώ αυτό, το «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου» ή να ειπώ «έγειραι και περιπάτει;». Ήσαν δε, και τα δύο αυτά για τα οποία τους ερώτησε, δυνατά μεν για τον Θεό, για δε τον άνθρωπον αδύνατα· διότι και το να συγχωρή αμαρτίες είναι μόνον του Θεού, ομοίως δε και το να εγείρη ως εξουσιαστής και να θεραπεύση πλήρως τον παράλυτο· επειδή η τιμωρία κάποιου δούλου που αμαρτάνει δεικνύει εξουσίαν Δεσποτική· όταν μάλιστα αυτός που τιμωρεί είναι ο Θεός, είναι επόμενο να στρέφεται πάλι προς φιλανθρωπίαν και να απαλλάσση από την μάστιγα· όταν δε απομακρύνεται η μάστιγα, οπωσδήποτε συγχωρείται και η αμαρτία εξ αιτίας της οποίας έχει παραχωρηθή η πληγή. Εάν δε ο Κύριος θεραπεύει, αυτός βεβαίως ήταν και που επαίδευσε· και εάν παιδεύη, είναι φανερόν ότι έχει την εξουσία να απαλλάξη από την παιδαγωγική μάστιγα, επομένως και από το πλημμέλημα για το οποίον αυτή παρεχωρήθη. «Ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας». Για να γνωρίσετε, λέγει, ότι αυτός που σας φαίνεται άνθρωπος, έχει εξουσίαν Θεϊκήν, παρατηρήσετε και αντιληφθήτε το κρυπτόν και αφανές από το φανερόν. Διότι ενώ είμαι Θεός Λόγος, έγινα άνθρωπος για λόγους οικονομίας, ζω δε και συναναστρέφομαι στην γη και χαρίζω άφεσιν αμαρτιών σε όσους με πιστεύουν. Γι’ αυτό είπε «επί της γης», για να δείξη ότι αν και εφάνη στην γη, είναι κατά φύσιν Θεός, και για να μάθωμε ότι οι αμαρτίες συγχωρούνται στην γη. Διότι όσον είμεθα ακόμη στην γη, αδελφοί μου, ημπορούμε να εξα­λείψομε τις αμαρτίες μας· όταν όμως φεύγωμε από εδώ, δεν έχουμε πλέον την δυνατότητα να εξομολογηθούμε στον Θεόν και να επιτύχωμε έτσι την άφεσι των αμαρτιών, διότι η θύρα πλέον έκλεισε οριστικώς. «Τότε λέγει τω παραλυτικώ· εγερθείς άρον την κλίνην σου και ύπαγε εις τον οίκον σου. Και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού». Επειδή η μεν συγχώρησις των αμαρτιών δεν ημπορούσε να αποδειχθή φανερώς, ενώ το να εγείρη εξουσιατικώς τον παράλυτον ήταν κάτι που αποτελούσε οφθαλμοφανή απόδειξι, καταφεύγει ο Χριστός σ’ αυτή την οφθαλμοφανή ως τεκμήριο και φανέρωσι της αφανούς. Πληροφορεί έτσι με αυτήν την φανεράν απόδειξι και περί εκείνης, ότι δηλαδή εκείνος που ημπόρεσε να κάμη αυτό, είναι σε θέσι να κάμη και εκείνο. Και για επιβεβαίωσι και πληροφορία της συσφίγξεως του παραλυμένου σώματος, τον προσέταξε να φορτωθή το κρεββάτι, για να μην νομίση κάποιος ότι αυτό που συνέβη ήταν φαντασία. Αποστέλλει δε ο Κύριος τον παράλυτο στον οίκο του, αφ’ ενός μεν για να μη προξενήση στον εαυτόν του έπαινο με την παρουσία και την θέαν εκείνου, αφ’ ετέρου δε για να έχη αυτόπτες μάρτυρες της θεραπείας αυτούς τους ίδιους που υπήρξαν και αναντίρρητοι μάρτυρες της ασθενείας, και έτσι να γίνη σ’ αυτούς αφορμή πίστεως. «Ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν, και εδόξασαν τον Θεόν, τον δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις». Εθαύμασαν μεν οι όχλοι για το ότι εθαυματούργησεν ως Θεός, ενόμιζαν όμως ότι είναι άνθρωπος, ο όποιος είχε υπερανθρώπινη εξουσία.

Και εμείς, αδελφοί μου, που είμεθα παράλυτοι και έχουμε τις δυνάμεις της ψυχής ανενέργητες, έχουμε την δυνατότητα να θεραπευθούμε και να σταθούμε όρθιοι, αρκεί μόνον να έχωμε την προαίρεσι και την θέλησι. Διότι και τώρα ευρίσκεται ο Χριστός στην ιδικήν του πόλι, την Καπερναούμ, εννοώ στον οίκο της παρακλήσεως, που είναι η Εκκλησία· διότι οίκος του Παρακλήτου είναι η Εκκλησία. Είμεθα δε και εμείς παράλυτοι ψυχικώς, ακίνητοι δηλαδή και ανενέργητοι προς το καλόν αλλ’ εάν η μετάνοια και η εξομολόγησις μας εγείρουν και μας οδηγήσουν στον Κύριον, τότε θα ακούσωμε την γλυκεία και παντοδύναμο φωνή του να μας λέγη: «Τέκνα, αφέωνται υμίν αι αμαρτίαι». Επειδή τότε γινόμεθα υιοί του Θεού, όταν επιστρέφωμε προς Αυτόν με καθαράν μετάνοια και εξομολόγησι. Τότε ακριβώς και θα θεραπευθούμε και θα «άρωμεν τον κράββατόν» μας, δηλαδή το σώμα και θα το κινητο­ποιήσομε προς εργασίαν των εντολών. Διότι δεν αρκεί μόνο να εγερθούμε από την αμαρτίαν ή και να καταλάβωμε ότι αμαρτάνουμε, αλλά πρέπει να «άρωμεν και τον κράββατον», δηλαδή το σώμα και να το ενεργοποιήσωμε στην εργασία του καλού και της αρετής.

 (11ος αιών - Migne, P.G., τόμ. 120, στ. 1245, Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον")
Κυριακή ΣΤ' Ματθαίου Ματθ. 9, 1-8 π. Χερουβείμ Βελέτζας
Ένα ακόμα θαύμα του Χριστού μάς περιγράφει σήμερα ο ευαγγελιστής Ματθαίος, το οποίο αποτελεί συνέχεια της διήγησης της περασμένης Κυριακής, όπου είχε θεραπεύσει τους δύο δαιμονισμένους στη χώρα των Γαδαρηνών, και οι κάτοικοι της πόλης εκείνης αντί να Τον υποδεχτούν Τον παρεκάλεσαν να φύγει. Μπήκε ο Κύριος πάλι στο πλοίο και επέστρεψε στη Γαλιλαία. Εκεί του έφεραν έναν παράλυτο, κατάκοιτο στο κρεβάτι, και καθώς είδε ο Ιησούς την πίστη των ανθρώπων, λέει στον παράλυτο “έχε θάρρος, παιδί μου, οι αμαρτίες σου έχουν συγχωρεθεί”. Κάποιοι από τους γραμματείς σκέφτηκαν ότι ο Χριστός βλασφημεί και ο Κύριος, γνωρίζοντας τις σκέψεις τους, ρωτά “γιατί έχετε πονηρούς λογισμούς μέσα σας; τί είναι άραγε ευκολότερο να πει κανείς, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου, ή σήκω και περπάτα; για να δείτε όμως ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί στη γη αμαρτίες”, λέει στον παράλυτο: “σήκω, και πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου”. Έτσι κι έγινε: σηκώθηκε ο ασθενής και επέστρεψε στο σπίτι του, ενώ ο κόσμος που είδε το θαύμα κυριευμένος από δέος δόξαζε τον Θεό, που δίνει τόσο μεγάλη εξουσία στους ανθρώπους.

Παρά το σύντομο της σημερινής διήγησης, τα μηνύματα που αντλούμε από αυτή είναι πολλά και πλούσια. Και πρώτα από όλα, αντιπαραβάλλονται η πίστη των απλών ανθρώπων με την αμφισβήτηση των γραμματέων. Όπως πολλές φορές έχουμε δει, σχεδόν σε κάθε θαύμα που έκανε ο Χριστός, απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η πίστη εκείνου που το ζητά. Τόσο ο παράλυτος της σημερινής περικοπής, όσο και οι άνθρωποι που τον μετέφεραν, είχαν πίστη μέσα τους, γι αυτό και ο Κύριος, πριν ακόμα εκφράσουν με λόγια την επιθυμία τους, σπεύδει να παράσχει την ίαση. Αυτή η πίστη, δυστυχώς, συχνά απουσιάζει από τις καρδιές μας, ακόμα και όταν παρακαλούμε στις προσευχές μας τον Θεό να επέμβει στη ζωή μας, να μας βοηθήσει, να κάνει ένα μικρό ή μεγαλύτερο θαύμα. Τα χείλη μας μπορεί να προσεύχονται, η καρδιά μας όμως διατηρεί αμφιβολίες ότι ο Θεός θα μας ακούσει ή ότι θα μας βοηθήσει. Και αυτό, άλλοτε μπορεί να αποτελεί δική μας πνευματική αδυναμία, και άλλοτε έναν από τους μεγαλύτερους πειρασμούς στη ζωή μας, που σκοπό έχει να αποδυναμώσει την προσευχή μας και ουσιαστικά να μας απομονώσει από τον Θεό. Πίστη όμως είναι η βεβαιότητα ότι για τον Θεό τα πάντα είναι δυνατά, ότι στο θέλημά Του τίποτα δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο, ότι ο Θεός νοιάζεται για τα πλάσματά Του και συντρέχει σε όσους Τον επικαλούνται με ταπείνωση και συντριβή καρδίας. Πίστη είναι η σιγουριά για πράγματα που δεν είναι ορατά με το ανθρώπινο μάτι, όπως η άφεση των αμαρτιών την οποία παρέχει σήμερα ο Κύριος στον παράλυτο.
Ένα άλλο μήνυμα είναι ότι ο Χριστός είναι ο ιατρός όχι μόνο των σωμάτων, αλλά και των ψυχών μας. Θεωρεί τον άνθρωπο στο σύνολό του, και δεν περιορίζεται μόνο στη σωματική ασθένεια, γι αυτό και πρώτα ασχολείται με τη θεραπεία της ψυχής, με την συγχώρεση των αμαρτιών. Για τον Θεό δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία η σωματική μας ακεραιότητα, όσο η πνευματική μας υγεία. Το κάθε θαύμα, ακόμα και όταν πρόκειται για αποκατάσταση μιας σωματικής ασθένειας, στοχεύει στην πνευματική μας προκοπή και τελείωση. Κι εδώ συχνά κάνουμε ένα μεγάλο σφάλμα, όταν παρακαλούμε στις προσευχές μας τον Κύριο να μας βοηθήσει σε πράγματα που έχουν σχέση είτε με την καθημερινότητά μας είτε με την σωματική μας υγεία. Καλά κάνουμε βέβαια και παρακαλούμε τον Θεό για όλα αυτά, όμως πρωτίστως οφείλουμε να ενδιαφερόμαστε και να Τον παρακαλούμε για την ψυχική μας θεραπεία, για τη συγχώρεση των αμαρτιών μας, για την καλλιέργεια των αρετών. Γι αυτό και σε αρκετές περιπτώσεις που νιώθουμε ότι ο Θεός δεν εισακούει τις προσευχές μας, αυτό οφείλεται στο ότι τα αιτήματά μας είτε δεν απευθύνονται με την δέουσα πίστη, είτε δεν ωφελούν την πνευματική μας υγεία, ειδικά όταν πρόκειται για υλικά αγαθά ή σωματική υγεία.
Τέλος, το τρίτο μήνυμα που αντλούμε από τη σημερινή περικοπή είναι ότι ο Θεός δίνει την εξουσία στους ανθρώπους και της αφέσεως των αμαρτιών, και της σωματικής θαυματουργίας. Βέβαια, ο Χριστός δεν είναι ένας απλός άνθρωπος, είναι ο σαρκωθείς Υιός και Λόγος του Θεού, και δεν χρειάζεται να Του δοθεί η εξουσία αυτή. Τόσο όμως στην Παλαιά Διαθήκη, όσο και στην ιστορία της Εκκλησίας, αυτή η εξουσία έχει δοθεί στους ανθρώπους: οι Προφήτες, οι Απόστολοι, οι Άγιοι, αποτελούν τέτοια παραδείγματα, τα οποία δεν έχουν εκλείψει μέχρι τις μέρες μας. Ο Θεός θαυματουργεί στη ζωή μας, τόσο μέσα από ανθρώπους χαρισματικούς, όσο και μέσα από τα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, κυρίως δε με την Εξομολόγηση και την Θεία Ευχαριστία, που αποτελούν το θεραπευτήριο της ψυχής μας.
Πίστη επομένως στον Θεό, καρδιά χωρίς αμφιβολίες και μέριμνα πρωτίστως για τα πνευματικά αγαθά είναι αυτά που χρειαζόμαστε όλοι μας. Και ακόμη, ζωή Μυστηριακή, όχι ατομική θρησκευτικότητα, αλλά συνδεδεμένη με την Εκκλησία, η οποία αποτελεί το σώμα του Χριστού και προσφέρει στον καθένα μας το διαρκές θαύμα της σωτηρίας
Κυριακή Στ’ Ματθαίου – Χαρίσματα και ενότητα
Χαρίσματα και ενότητα
Τα χαρίσματα
Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο απόστολος Παύλος μας διδάσκει ότι όλοι οι πιστοί έχουμε «χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα». Έχουμε διάφορα χαρίσματα ανάλογα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε. Γι’ αυτό ας αρκούμαστε σ’ αυτά κι ας μη ζητούμε εγωιστικά εκείνα που δεν έχουμε. Όποιος δηλαδή έχει το χάρισμα της προφητείας, ας διδάσκει σύμφωνα με το βαθμό του χαρίσματος, που του δόθηκε ανάλογα με την πίστη του. Όποιος έχει χάρισμα διακονίας, ας μένει στο χάρισμα αυτό της διακονίας· κι όποιος είναι διδάσκαλος των θείων αληθειών, ας αρκείται να εξηγεί τις αλήθειες που περιλαμβάνονται στο λόγο του Θεού. Κι εκείνος που έχει το χάρισμα να προτρέπει στην αρετή και στην εφαρμογή των θείων αληθειών, ας μένει στο έργο της προτροπής. Εκείνος που έχει κλίση να μοιράζει από τα αγαθά του στους φτωχούς, ας το κάνει αυτό με απλότητα, χωρίς επίδειξη ή άλλα εγωιστικά ελατήρια. Εκείνος στον οποίο ανατέθηκε η φροντίδα και η επιμέλεια οποιουδήποτε καλού έργου, ας επιστατεί με προθυμία και δραστηριότητα. Κι εκείνος που κάνει ελεημοσύνη, ας ελεεί με χαρά και καταδεκτικότητα.
Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού όλοι οι πιστοί έχουμε πολλά και διαφορετικά χαρίσματα. Συχνά όμως παρατηρείται το φαινόμενο κάποιοι πιστοί να κάνουν συγκρίσεις, να ζηλεύουν και να γογγύζουν. Γιατί εγώ να έχω λιγότερα χαρίσματα και ο άλλος περισσότερα; Μας απαντά λοιπόν ο απόστολος Παύλος ότι ο Θεός δεν έδωσε τυχαία και άδικα στον καθένα μας τα διάφορα χαρίσματα. Αλλά μας τα έδωσε ανάλογα με τη δεκτικότητα και την πίστη του καθενός μας. Ο καθένας από μας γίνεται αίτιος να λάβει μεγαλύτερο ή μικρότερο χάρισμα. Διότι τα χαρίσματα μας τα έδωσε ο Θεός ανάλογα με τη χωρητικότητα του σκεύους που προσφέρουμε στον Θεό, ανάλογα δηλαδή με τη δεκτικότητα και την πίστη μας.
Αυτό τι έχει να πει για μας; ότι ο καθένας μας θα πρέπει να αρκείτε στα χαρίσματα που του δόθηκαν και να τα καλλιεργεί όσο μπορεί περισσότερο, χωρίς να παρασύρεται από τη φιλαυτία και τη ζήλεια. Άλλοι είναι αξιοθαύμαστοι στη διδασκαλία και άλλοι όχι. Κάποιοι έχουν χάρισμα στην επικοινωνία κι άλλοι είναι ψυχροί και αδέξιοι. Και από την άλλη πλευρά: Κάποιος έχει ανάγκη να διδαχθεί από κάποιο φωτισμένο διδάσκαλο, κάποιος άλλος επιζητεί να παρηγορηθεί από μια θερμή καρδιά. Τα χαρίσματα δεν συγκεντρώνονται όλα σ’ ένα πρόσωπο, αλλά είναι κατανεμημένα σε διάφορα πρόσωπα. Έτσι το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας επιτελείται καλύτερα με μια σωστή κατανομή του έργου της. Και όλοι απαρτίζουμε μια ενότητα, μια οικογένεια, όπου όλοι είμαστε απαραίτητοι, όλοι πρέπει να επιτελούμε το έργο, που μας ανέθεσε ο Θεός.
Αγάπη έμπρακτη
Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι ανεξάρτητα από τα διαφορετικά χαρίσματα που έχει ο καθένας μας, κοινό χάρισμα και καθήκον όλων μας είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Η αγάπη μας, λέει, ας είναι ειλικρινής και ελεύθερη από υποκρισία. Και στη συνέχεια αναφέρει κάποιες πρακτικές συμβουλές εφαρμογής αυτής της αγάπης. Η αγάπη σας αυτή να μην έχει πονηρία, τονίζει. Να είστε φιλόστοργοι μεταξύ σας. Να προλαβαίνει ο καθένας τους άλλους και να τους αποδίδει πρώτος την τιμή. Να μην είστε δυσκίνητοι στα θεάρεστα έργα αλλά πρόθυμοι. Οι πνευματικές σας δυνάμεις να είναι γεμάτες αφοσίωση και ζέουσες από την πνευματική φλόγα του Αγίου Πνεύματος. Και μ’ όλα αυτά να υπηρετείτε τον Κύριο ως αφοσιωμένοι δούλοι του. Η ελπίδα σας στα αιώνια αγαθά να σας γεμίζει χαρά και να σας ενισχύει για να δείχνετε υπομονή στις θλίψεις. Να επιμένετε στην προσευχή, από την οποία θα παίρνετε μεγάλη βοήθεια. Να βοηθάτε στις ανάγκες των χριστιανών και να επιδιώκετε τη φιλοξενία χωρίς να σας τη ζητήσουν. Να εύχεστε για εκείνους που σας καταδιώκουν· και ποτέ να μην τους καταριέσθε.
Όπως γίνεται αντιληπτό, κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των προτροπών του αποστόλου Παύλου είναι η ανυπόκριτη αγάπη. Αγάπη όχι πλασματική αλλά ειλικρινής. Αγάπη που δεν περιορίζεται σε ωραία λόγια χωρίς ουσία. Μια αγάπη θερμή και διάπυρη, αυθόρμητη και εγκάρδια και όχι αναγκαστική. Και αυτή η αγάπη μας πρέπει να είναι το κύριο έργο μας. Όποια διακονία κι αν κάνουμε, όταν την κάνουμε με ανυπόκριτη αγάπη, τότε επιδιώκουμε με όλες μας τις δυνάμεις να την κάνουμε άρτια· δεν την επιτελούμε πρόχειρα, με χλιαρότητα και ραθυμία, ούτε δυσκολευόμαστε να θυσιάσουμε την άνεση και την ανάπαυσή μας. Όταν έχουμε αγάπη ανυπόκριτη, τότε όλα γίνονται με πνευματική θερμότητα και ζέση. Με θερμό πόθο προς τον Θεό και τα του Θεού. Η θερμότητα της αφοσιώσεώς μας αυτής μας προσφέρει ασύγκριτη χαρά στη διακονία μας. Αυτή μας τελειοποιεί και μας ανοίγει τις πύλες του Παραδείσου.
Περιοδικό «Ο Σωτήρ», αριθ. 2004
Το κήρυγμα της Κυριακής ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Η αξία της Εξομολογήσεως και η πρόνοια του Εξομολόγου



Τo μυστήριον της ιεράς εξομολογήσεως, προβάλλει ο Κύριος δια του θαύματος της θεραπείας του Παραλύτου. Το συνέστησεν ο ίδιος, μετά την τριήμερον Ανάστασίν Του ενώπιον των μαθητών δια των λόγων: «Λάβετε πνεύμα άγιον αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς αν τινών κρατήτε κεκράτηνται» (Ιω. 20, 22 - 23).

Συνεπώς, το μυστήριον είναι θεοσύστατον και ο πιστός καθαρίζει την ψυχήν του μετά συντριβής ενώπιον του εξομολόγου - ιερέως και αξιούται, της χάριτος των αχράντων μυστηρίων. Η συντριβή και η ταπείνωσις, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του θεοσυστάτου αυτού μυστηρίου, άνευ των οποίων είναι αδύνατος η άφεσις των αμαρτιών.

Ο εξομολόγος, είναι αυτός ο οποίος ενστάζει εις την ασθενούσα ψυχήν του αμαρτωλού ανθρώπου, βάλσαμον παρηγορίας και νουθεσίας.

Ο εξομολογούμενος εναποθέτει εις το επιτραχήλιόν του πάσαν αμαρτίαν, οδύνην, στενοχωρίαν, θλίψιν, χαράν, προβληματισμόν και όταν η ψυχή του φθάσει εις το έσχατον όριον της μετανοίας και ταπεινώσεως και κινηθεί εις όλα τα στάδια της διεξαγωγής του μυστηρίου, λαμβάνει την άφεσιν των αμαρτιών και αναγεννάται εν Χριστώ, πλειστάκις δε λαμβάνει το «επιτίμιον» δια τας πράξεις του, το οποίον και θεωρείται ως παιδαγωγικόν μέσον, προς τελειοποίησιν της ψυχής.

Ο εξομολόγος, είναι ο πνευματικός καθοδηγητής του χριστιανού, ο χειραγωγών και μυών αυτόν εις την ορθόδοξον πνευματικότητα.

Πολλοί χριστιανοί, προσέρχονται εις τους εξομολόγους ιερείς και ζητούν να τους αναγνώσουν την συγχωρητικήν ευχήν χωρίς προηγουμένως να έχουν εξομολογηθεί, νομίζουν ότι αυτό και μόνον αρκεί. Αυτό είναι λανθασμένον και επ' ουδενί πρέπει να γίνεται· αντιθέτως πρέπει ο ιερεύς να πείση τον πιστόν ότι θα προηγηθή η εξομολόγησις και μετά ταύτην, θα αναγνωσθή η συγχωρητική ευχή. Πρέπει να δίδωμεν εκκλησιαστικήν αγωγήν εις τους πιστούς, οι οποίοι ενίοτε την αγνοούν.

Ο εξομολόγος - ιερεύς, δια του ειδικού χαρίσματος το όποιον έχει - του λύειν και δεσμείν αμαρτίας - πρέπει να αναγεννά υγιείς σχέσεις, εντός της εν Χριστώ αδελφότητος. Να γνωρίζη δε και ο ίδιος ότι έχει κοινόν πατέρα μετά του εξομολογουμένου τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και να αναγεννά δια του μυστηρίου αυτού, τον πεπτωκότα άνθρωπο δια του ευαγγελίου και όχι δια του εαυτού του.

Έχομεν λοιπόν ανάγκην αξίων και ικανών εξομολόγων ποιμένων δια να προσερχώμεθα μετά παρρησίας «τω θρόνω της χάριτος του αγαθοδότου Θεού» και να λαμβάνομεν παρ’ αυτών την ίασιν της ασθενούσης ημών ψυχής και να ακούωμεν δια των χειλέων των την απόφασιν του Θεού, «Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος δια της εμής ελαχιστότητος, έχει σε λελυμένον και συγκεχωρημένον».
ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. 9, 1-8 εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Κωνσταντίας και Αμμοχώστου


Η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη από το κατά Ματθαίον Ιερό Ευαγγέλιο και συνέχεια της διήγησης της θεραπείας των δαιμονισμένων στα Γάδαρα. Μετά την απαλλαγή των δύο εκείνων βασανισμένων ανθρώπων από τα δαιμόνια και το καταγκρέμισμα των χοίρων που ακολούθησε, οι κάτοικοι της περιοχής ζητούν από τον Ιησού Χριστό να απομακρυνθεί από τον τόπο τους. Ο Κύριος, σεβόμενος την ελευθερία τους, επιστρέφει «εις την ιδίαν πόλιν».
Τότε έρχονται κάποιοι κρατώντας ένα παράλυτο ξαπλωμένο στο κρεβάτι του. «Καί προύθηκαν τω Χριστώ τον κάμνοντα, λέγοντες μεν ουδέν, αυτώ δε το παν επιτρέποντες. Εν αρχή μεν γαρ και αυτός περιήγε, και ου τοσαύτην παρά των προσιόντων ήτει την πίστιν˙ ενταύθα δέ και προσήεσαν, και πίστην απητούντο» (Αγ. Ιωάννη του Χρυσοστόμου,Υπόμνημα στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, Ομιλία 29).  Είναι λοιπόν ολοφάνερη η πίστη τόσο των ανθρώπων που βαστάζουν τον παράλυτο, αφού δεν λογαριάζουν καθόλου τον κόπο τους, όσο και του ίδιου του παράλυτου, αφού δέχεται χωρίς γογγυσμό την ταλαιπωρία της μεταφοράς. Έτσι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δεν τον υποβάλλει σε «εξέταση πίστεως» όπως π.χ. στην περίπτωση της Χαναναίας, αλλά αμέσως του δίδει την άφεση των αμαρτιών του. Με την άφεση που δίνει ο Κύριος στον παράλυτο προβαίνει πρώτα στη θεραπεία της ψυχής που δεν είναι ορατή και φανερώνει τη θεότητά Του και την ισοτιμία Του με τον Πατέρα.
Τότε αρχίζουν οι γραμματείς και συλλογίζονται πως αυτό που λέει ο Κύριος είναι βλασφημία, αλλά δεν το εκφράζουν δημόσια επειδή φοβούνται το πλήθος. Εντούτοις ο Ιησούς, φανερώνοντας και πάλι τη θεότητά Του, αποκαλύπτει τα κρύφια των καρδιών τους και προβαίνει στη θεραπεία και του σώματος του παραλύτου. Με τον τρόπο αυτό γίνεται ορατή από όλους η θεία δύναμη και εξουσία Του, καθώς και κατά κάποιον τρόπο αποδεικνύεται και η μη ορατή συγχώρηση που προηγουμένως  ο ασθενής είχε λάβει.
 «Θάρσει, τέκνον∙ αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου»
Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι ο Κύριος προσφωνεί τον παράλυτο «τέκνον», δηλαδή «παιδί μου». Αλήθεια! Με τέτοια προσφώνηση, ποιος να μην αναθαρρεύει, ποιος να μην ελπίζει; «Ο παραλυτικός ακούει τη λέξη «τέκνον» και υιοθετείται από τον ουράνιο πατέρα και προσκολλάται στον αναμάρτητο Θεό και γίνεται και ο ίδιος χωρίς αμαρτίες με την άφεση των παραπτωμάτων του. Παντού μέσα στην Καινή Διαθήκη φαίνεται το χάρισμα της υιοθεσίας. Όλοι εκείνοι που έφεραν τα σημάδια της αμαρτίας, βρήκαν το θεραπευτή τους. Ο Χριστός είναι ο μεγαλύτερος αδελφός μας, που μας έκανε παιδιά του Θεού...» (Μητροπολίτου Εδέσσης κ. Ιωήλ, Ο Επιούσιος Άρτος, Εκδ. 2009, σ.458).
Ο παράλυτος της περικοπής συναντάται προσωπικά με το Χριστό διά της  μεγάλης πίστης που επιδεικνύει και μετέχει στη νέα πραγματικότητα που προσφέρει ο Μεσσίας και Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός. Ο Κύριος ενεργεί και αποκαλύπτεται με τη δύναμη της αγάπης και της αγαθότητάς του, ο παράλυτος αποκτά πραγματική σχέση με το Θεό, ανακαινίζεται, ξαναγεννιέται και σώζεται μέσα στα όρια της πίστης.
Ο Κύριος προσφέρει στον άνθρωπο μια ολοκληρωμένη και βαθιά θεραπεία, που δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη ασθένεια. Ο Σωτήρας Χριστός είναι ο ανακαινισμός και η μεταμόρφωσή μας, το πρόσωπο που μας βγάζει από τη φθορά και το σκοτάδι και μας εισάγει στην αιωνιότητα. Όποιος δεν αποδέχεται την προοπτική αυτή, είναι εύκολο να καμφθεί από την οδύνη μιας σωματικής ασθένειας και να παραιτηθεί από κάθε αγώνα και προσπάθεια, απολυτοποιώντας τη σωματική υγεία και την παρούσα ζωή.
Ο Ιησούς Χριστός, ο ανά τους αιώνες παρών στην Εκκλησία Του ως η κεφαλή του σώματός της, προσφέρει πάντοτε την νέα πραγματικότητα που πιο πάνω αναφέραμε. Έτσι κι εμείς ας εμπιστευθούμε τον εαυτό μας στην πατρική Του αγάπη, ας μετέχουμε ενσυνείδητα και με θείο φόβο στα Ιερά Μυστήρια και τότε θα ακούσουμε τη σωτήρια φωνή: «θάρσει, τέκνον∙ αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».
Το κήρυγμα της Κυριακής: Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου
Του Αρχιμανδρίτου Παϊσίου Λαρεντζάκη
Ιεροκήρυκος της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κρήτης
Τα θαύματα του Κυρίου που μάς περιγράφουν οι ιεροί Ευαγγελιστές είναι αναρίθμητα. Όλα μεγάλα, καταπληκτικά και ευεργετικά για τους ανθρώπους. Ποιο πρώτο και ποιο δεύτερο να θαυμάσει κανείς. Το καθένα εκφράζει το μεγαλείο της θείας δύναμης και αγάπης. Μαρτυρεί με τον πιο εύγλωττο τρόπο την θεία αποστολή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αλλά μέσα στο πλήθος των θαυμάτων υπάρχει και ένα, μεγάλο πραγματικά, το οποίο διαλαλεί όχι απλά την θεία αποστολή του Χριστού, αλλά την θεότητά του. Αυτό το ομολόγησαν και μάλιστα πάνω στο φθόνο τους οι γεμάτοι μοχθηρία  γραμματείς των Ιουδαίων.
Έπειτα από το θαύμα της θεραπείας του δαιμονιζόμενου στη πόλη των Γεργεσηνών, ο Κύριος επέστρεψε στην Καπερναούμ και μπήκε σε ένα σπίτι. Αμέσως πλήθη λαού κατέκλυσαν το σπίτι αυτό, ώστε να μην μπορεί κανείς να μπει μέσα. Τότε, έφεραν στον Κύριο ένα παράλυτο για να τον θεραπεύσει. Επειδή όμως ήταν αδύνατο να περάσουν ανάμεσα από το πλήθος του κόσμου, οι τέσσερεις καλοί και πιστοί άνθρωποι που τον είχαν μεταφέρει μέχρι την είσοδο του σπιτιού, τον κατέβασαν από τη στέγη μπροστά στον Κύριο, όπως μάς διηγείται άλλος Ευαγγελιστής. Ο παράλυτος αντίκρισε τον Κύριο με βαθειά πίστη, ίσως όμως και με κάποιο αίσθημα φόβου και αγωνίας. Πιθανόν εκείνη την ώρα να θυμήθηκε τις αμαρτίες του και ίσως να δείλιασε, μήπως οι αμαρτίες του αυτές παρεμβληθούν τώρα ως εμπόδιο για την θεραπεία του σώματός του.
Ο παντογνώστης Κύριος είδε πολύ καθαρά την ψυχική κατάσταση του παραλύτου, την αποθάρρυνση που τον είχε καταλάβει και γι’ αυτό, ασφαλώς, πριν του χαρίσει την θεραπεία θέλησε να του αναπτερώσει το φρόνημα, να του δώσει θάρρος. «Θάρσει, τέκνον», του είπε. Του μίλησε γλυκά, στοργικά, ενθαρρυντικά. Τον ονόμασε «τέκνον του», διότι αυτός ήταν ο πλάστης και δημιουργός του, ο πατέρας του και ο χορηγός της ζωής. Αυτός που ήρθε να αναζητήσει με αγάπη και σώσει τα απολωλότα τέκνα του. Η λέξη «τέκνον» δεν ήταν μια απλή φιλοφρόνηση, αλλά συγκινητική έκφραση πατρικής αγάπης και συμπάθειας. Ο παράλυτος που την άκουσε και είδε να συνοδεύεται από ένα βλέμμα βαθιάς καλοσύνης και στοργής, κατάλαβε την σημασία της και πλημμύρισε από χαρά και αγαλλίαση. Ο Κύριος «ἰδών τήν πίστιν» του παραλύτου και των τεσσάρων ανθρώπων που τον μετέφεραν, πρόσθεσε «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι». Την ώρα εκείνη πραγματοποιήθηκε το μεγάλο θαύμα. Διαγράφηκαν αμέσως και εξαφανίσθηκαν οι αμαρτίες του παραλύτου. Θαύματα, θεραπείες ασθενειών και αναστάσεις νεκρών είχαν κάνει οι προφήτες και οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης. Κανείς όμως από αυτούς δεν συγχώρησε και δεν εξάλειψε αμαρτίες. Διότι αποκλειστικό δικαίωμα και μόνο στην εξουσία του Θεού είναι η άφεση των αμαρτιών. 
Αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι παρόντες εκεί γραμματείς και φαρισαίοι, οι οποίοι, πωρωμένοι καθώς ήταν, δεν πίστευαν τον Χριστό ως Θεό. Γι’ αυτό σκεπτόταν στις πονηρές τους καρδιές και έλεγαν· «οὗτος βλασφημεῖ». «Τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας, εἰ μή εἷς ὁ Θεός;». Το μεγάλο λάθος των γραμματέων και όλων αυτών που τους ακολουθούσαν ήταν ότι δεν πίστευαν στην θεότητα του Χριστού, ότι ο Χριστός ήταν Θεός και ως Θεός έχει την απόλυτη εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες.
Ο παντογνώστης Κύριος, τους έλεγξε για τις πονηρές τους σκέψεις και για να τους αποστομώσει και να πιστοποιήσει ενώπιον όλων ότι είναι ο σαρκωθείς Θεός, λέει σ’ αυτούς· «ἳνα εἰδῆτε ὃτι ἐξουσίαν ἒχει ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπί τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθείς ἇρόν σου τήν κλίνην καί ὓπαγε εἰς τόν οἶκόν σου». Ο λόγος του Κυρίου έγινε έργο. Ο παράλυτος απέκτησε αυτοστιγμεί την υγεία του. Θεραπεύθηκε ψυχικά και σωματικά. Οι όχλοι είδαν το θαύμα και χωρίς να μπορέσουν να καταλάβουν το βαθύτερο νόημά του, δόξασαν τον Θεό.
Ποιο ήταν όμως το βαθύτερο και συγκλονιστικό νόημά του; Ήταν η άμεση απόδειξη για τους γραμματείς ότι ο Χριστός είχε, ως Θεός, το δικαίωμα και τη δύναμη να συγχωρεί αμαρτίες. Και αυτό είναι το μεγάλο θαύμα της θείας αγαθότητος και δυνάμεως, το οποίο από την ημέρα εκείνη και μετά επαναλαμβάνεται συνεχώς. Διότι, τι άλλο είναι η μετάνοια και η εξομολόγηση παρά η επανάληψη, για κάθε πιστό, του μεγάλου θαύματος της αφέσεως των αμαρτιών; Το δίδαξε και το διαβεβαίωσε ο Χριστός. Το διέδωσαν οι Απόστολοι, οι οποίοι κήρυξαν «τοῖς ἀνθρώποις πᾶσι πανταχοῦ μετανοεῖν». Το παρέλαβε η Εκκλησία ως ένα από τα μυστήρια της χάριτος και το τελεί δια μέσου των αιώνων προς σωτηρία των πιστών. Χιλιάδες πιστοί έλαβαν και θα λαμβάνουν μέχρι συντελείας των αιώνων την άφεση των αμαρτιών με την μετάνοια.
Ο καθένας απ’ αυτούς προσωπικά λαμβάνει πείρα του θαύματος. Το αισθάνεται σαν αναντίρρητη, λυτρωτική και χαρμόσυνη πραγματικότητα. Προσέρχεται στον ιερέα καμπτόμενος από το βάρος της ενοχής, θλιμμένος από τις τύψεις της συνείδησης, με ντροπή ενώπιον Θεού και ανθρώπων για όσα έπραξε. Δεν τολμά, όπως ο Τελώνης, να υψώσει το κεφάλι του προς τον ουρανό. Κι όλα αυτά μετά την εξομολόγηση χάνονται, σβήνουν. Το ασήκωτο βάρος, που τον συνέθλιβε, διαλύεται και εξαφανίζεται. Οι τοίχοι της ανήλιας φυλακής, μέσα στην οποία έμενε κατάκλειστος ο αμαρτωλός, κονιορτοποιούνται. Κι αυτός, λυτρωμένος και χαρούμενος απολαμβάνει το φως του ήλιου, αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας, αισθάνεται ότι αναγεννάται, ότι εισέρχεται σε μια νέα ζωή. Και γεμάτος χαρά και ευγνωμοσύνη δοξολογεί τον Θεό για το θαύμα που έγινε.
Κυριακή ΣΤ΄ Ματθαίου - Η άφεση των αμαρτιών μας.


Απόστολος: Ιακ. ε΄ 10-20
Ευαγγέλιο: Ματθ. θ΄ 1-8
Η άφεση των αμαρτιών μας.
 Η μεγαλύτερη δωρεά του Κυρίου προς τους ανθρώπους είναι η άφεση των αμαρτιών τους. Ο ίδιος έδινε την άφεση και στην συνέχεια μεταβίβασε την εξουσία αυτή στους αποστόλους, οι οποίοι την μεταβίβασαν στους επισκόπους-διαδόχους τους και οι επίσκοποι στη συνέχεια στους εντεταλμένους ιερείς-πνευματικούς. «Όσα εάν  δήσητε επί της γης έσται δεδεμένα εν ουρανώ και όσα εάν λυσητε επί της γης έσται λελυμένα εν ουρανώ» τους είπε. Από τότε η άφεση των αμαρτιών δίδεται με το μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως.
Θέμα σημαντικό και θεμελιώδες για την πνευματική ζωή των χριστιανών. Οφείλομαι οι εξομολογούμενοι να μάθουμε πως να εξομολογούμεθα και να ωφελούμεθα από το ιερό μυστήριο-δώρο της αγάπης του Δημιουργού στα πλάσματά του.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες μας δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά η εξομολόγηση. Δεν συγχωρούνται οι αμαρτίες, ούτε κάνοντας μετάνοιες, ούτε διαβάζοντας την «Αγία Επιστολή», ούτε με την προσευχή μπροστά στην εικόνα, αλλά ενώπιον του πνευματικού μας.
Για να γίνει σωστή και καλή εξομολόγηση χρειάζεται προηγουμένως να μελετήσουμε να εξετάσουμε τον εαυτό μας, να ανακαλύψουμε τις αμαρτίες που κάνουμε «εν λόγω, εν έργω ή κατά διάνοια» και να τις καταγράψουμε σε ένα χαρτί επιγραμματικά.
Στην εξομολόγηση πηγαίνουμε να πούμε αμαρτήματα δικά μας και όχι των άλλων, ούτε για να εξιστορήσουμε τα βάσανα της ψυχής μας.
Κάποιοι πηγαίνουν στην εξομολόγηση για να τους διαβαστεί η συγχωρητική ευχή χωρίς εξομολόγηση. Απλά λένε ότι είναι αμαρτωλοί. Οφείλουμε την ομολογία των αμαρτιών. Η ευχή είναι η τελευταία φάση της εξομολογήσεως.
Μερικοί αρχίζουν την εξομολόγηση ως εξής: «δεν σκότωσα, δεν έκλεψα, δεν ορκίστηκα». Λάθος μεγάλο. Στην εξομολόγηση θα πούμε τις αμαρτίες μας, όχι αυτά που δεν κάμαμε. Και βέβαια, δεν είναι μόνον αυτές οι αμαρτίες. Εξετάσαμε άραγε τον εαυτό μας πόσες αμαρτίες όπως το ψέμα, οι αισχρές λέξεις, βλασφημίες, κατάκριση, κατηγορίες, θυμό, οργή, ολιγοπιστία, φθόνο, ανηθικότητα, υπερηφάνεια, εγωισμός, και άλλα διαπράττουμε στην καθημερινότητά μας;
Στην εξομολόγηση δεν χρειάζονται πολυλογίες και άσχετες ιστορίες με τις αμαρτίες μας. Είναι τάση για συγκάλυψη της ενοχής μας.
Με ειλικρίνεια και παρρησία να ομολογούμε τις αμαρτίες μας. Να είμαστε αντικειμενικοί. Μόνο έτσι θα έρθει η χάρις του θεού διαφορετικά εμπαίζουμε τον εαυτό μας, τον πνευματικό μας, και το Θεό. Ο Θεός όμως ούτε εμπαίζεται ούτε μυκτηρίζεται. Όταν νοιώθουμε την ανάγκη, όσες φορές κινδυνεύει η ψυχή μας να τρέχουμε στον πνευματικό μας, όπως όταν κινδυνεύει το σώμα μας τρέχουμε στον προσωπικό μας γιατρό.
Η ιερά εξομολόγηση είναι για όλους. Είναι περισσότερο για τους νέους, οι οποίοι αντιμετωπίζουν πολλούς πειρασμούς και έχουν ανάγκη από καθοδήγηση πέρα από την άφεση των αμαρτιών. Ας κάμουμε την αρχή! Η λύτρωση της ψυχής, του πνεύματος και του σώματος, είναι τα μεγαλύτερα δώρα που θα αποκομίσουμε.  

Μ.Φ.Ν.Θ
Ομιλία Μητρ. Αντινόης κ. Παντελεήμονος στον Προφήτη Ηλία

Σεβ. Μητροπολίτης  Αντινόης κ.κ. ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ


ΣΤΟΝ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ ΤΟΝ ΘΕΣΒΙΤΗ
20 Ιουλίου

Ένας από τους μεγαλύτερους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης υπήρξε ο Προφήτης Ηλίας.  Έζησε και προφήτευσε στις μέρες των βασιλέων Αχαάβ (873-854 π.Χ.) και Οζία (854-853 π. Χ.) (Γ΄ Βασιλειών 17:1- Δ΄ Βασιλειών 2:18). Ο ζήλος του για την αληθινή πίστη στον ένα και μόνον Θεό του Ισραήλ τον οδήγησε να αντισταθεί στην πονηρά βασίλισσα Ιεζάβελ, που εγκατέλειψε τον αληθινό Θεό και διάταξε τους Ισραηλίτες να λατρεύσουν και να προσκυνήσουν τον ψευδή θεό Βάαλ (Γ΄ Βασιλειών 16:29-33).

Ο βασιλιάς Αχαάβ και η πονηρά βασίλισσα Ιεζάβελ καταδίωξαν τους αληθινούς προφήτες και ιερείς του Θεού, πολλούς φυλάκισαν και άλλους θανάτωσαν.  Ο Θεός προείπε στον Προφήτη Ηλία, ότι η Ιεζάβελ τον αναζητά για να τον θανατώσει και εκείνος έφυγε στην έρημο Χωράθ (σήμερα: Badi Jiambis), κοντά στον Ιορδάνη ποταμό.  Ο Θεός φρόντιζε και έστελνε ένα κόρακα για να ταΐζει τον Προφήτη Του• και το πρωί του έστελνε ψωμί και το βράδυ κρέας (Γ΄ Βασιλειών 17:2-6).  Αλλά, όταν το ποτάμι Χωράθ ξηράθηκε, ο Ηλίας έφυγε στα Σέραπτα της Σιδωνίας.  Εκεί τον υποδέχθηκε μία χήρα και διά των προσευχών του ευλογήθηκε το βάζο ελαίου και αλεύρου και ουδέποτε εξαντλήθηκαν.  Την περίοδο εκείνη ο υιός της χήρας απέθανε και ο Ηλίας προσευχήθηκε στο Θεό και ανάστησε τον νέο (Γ΄ Βασιλειών 17:7-24).

Ο Προφήτης Ηλίας εμφανίσθηκε μπροστά στον Βασιλέα Αχαάβ και προκάλεσε τους ψευδείς προφήτες να αποδείξουν ποίος Θεός είναι ο αληθινός, ο Θεός του Ισραήλ ή ο Βάαλ (Γ΄ Βασιλειών 18:16-40).  Τετρακόσιοι και πενήντα ιερείς του Βάαλ συγκεντρώθηκαν στο όρος του Καρμήλου (Γ΄ Βασιλειών 18:22).  Ο Ηλίας πρόσταξε να κτισθούν δύο θυσιαστήρια και να θυσιαστούν δύο βόδια. Όποιος Θεός θα έστελνε φωτιά εξ ουρανού και έκαιγε την προσφορά, αυτός θα είναι ο αληθινός Θεός.  Όλοι συμφώνησαν.

Οι ιερείς του ψευδούς θεού Βάαλ από την ανατολή μέχρι τη δύση του ηλίου προσευχήθηκαν, αλλά τίποτε δεν συνέβη.  Ο Ηλίας διάταξε να χύσουν νερό επάνω στο θυσιαστήριο τρεις φορές και μόλις προσευχήθηκε φωτιά από τον ουρανό κατέβηκε και κατέκαυσε όχι μόνον την προσφορά, αλλά και τα ξύλα, τις πέτρες και το χώμα (Γ΄ Βασιλειών 18:36-38).  Τίποτε δεν έμεινε.  Μετά απ’ αυτό το θαύμα ο Προφήτης Ηλίας διάταξε τον λαό να κατασφάξουν τους ιερείς και τους ψευδείς προφήτες του Βάαλ (Γ΄ Βασιλειών 18:40).

Νέοι διωγμοί επακολούθησαν και ο Ηλίας καταφεύγει στο όρος Χωρήβ.  Εκεί έζησε την παρουσία του Θεού μέσα από την λεπτή αύρα αέρος (Γ΄ Βασιλειών 19:11-12).

    Ο Προφήτης Ηλίας πάρθηκε στον Ουρανό πάνω σε πύρινο άρμα (Δ΄ Βασιλειών 2:11) και άφησε στο μαθητή του Ελισσαιέ διπλή την ευλογία του (Δ΄ Βασιλειών 2:9).

    Ο Προφήτης Ηλίας είναι ένας από τους πιο αγίους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.  Δεν άφησε κανένα σύγγραμμα, αλλά ο ζήλος του για την αληθινή πίστη στον Θεό τον ανάδειξε ως ένα από τους πιο γνωστούς και μεγαλύτερους Προφήτες του Θεού μέχρι σήμερα.

Ο Προφήτης Μαλαχίας (4:4) και η Σοφία Σειράχ (48:1-15)  μιλούν για την Δευτέρα έλευσή του και την προετοιμασία της υποδοχής του Μεσσία (Mαλαχίας 4:4). 

Στην Καινή Διαθήκη ο Προφήτης Ηλίας εμφανίστηκε κατά την μεταμόρφωση του Κυρίου μαζί με τον Μωϋσή στο όρος Θαβώρ (Ματθ. 17:1-8; Μάρκ. 9:2-13; Λουκ. 9:28-36).  Σύμφωνα με το βιβλίο της Αποκαλύψεως, πριν από την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, οι δύο Προφήτες, Ενώχ και Ηλίας, θα έρθουν και θα προφητεύσουν για τριάμισι χρόνια (Αποκ. 11:3).  Και τότε θα φονευθούν από το θηρίο (Αποκ. 11:7).  Μετά από τρεις μέρες θα αναστηθούν.  Φόβος μέγας θα κυριεύσει όλους που φόνευσαν τους Προφήτες του Θεού και οι δύο Προφήτες θα αναληφθούν στους ουρανούς (Αποκ. 11:12).  

Στην Καινή Διαθήκη ο Κύριος χρησιμοποίησε τον Ηλία σαν παράδειγμα για να περιγράψει τον ζήλο του Προφήτη Ιωάννη του Βαπτιστή (Λουκ. 1:17). Όταν ο Κύριος ερωτήθηκε, γιατί πρέπει ο Ηλίας νάρθει πρώτα;  Εκείνος απάντησε, ότι ο Ηλίας έχει ήδη έρθει (Mατθ. 11:13-14 και 17:12).  

Σήμερα η Αγία μας Ορθόδοξο Εκκλησία σ’ όλο τον κόσμο εορτάζει τον Προφήτη του Θεού Ηλία τον Θεσβίτη.  Με την απλή του την καρδιά και αγάπη προς τον αληθινό Θεό ο Ηλίας αντιστάθηκε εναντίον πονηρών ανθρώπων που άλλαξαν την αληθινή Πίστη σε ψεύδος και λάτρευσαν τον Βάαλ. 

Στις μέρες μας ο Προφήτης Ηλίας συνεχίζει να κηρύττει στο λαό του Θεού και καλεί όλους να μετανοήσουμε και να εγκαταλείψουμε κάθε είδωλο και ψευδή θεότητα.  Σήμερα,  ο Προφήτης Ηλίας μας κηρύττει, να επιστρέψουμε με αγνότητα και αληθή πίστη στον Κύριο και να μη επιτρέπουμε ψευδείς διδασκαλίες να μολύνουν την καρδιά μας.  Σήμερα, ο Προφήτης του Θεού μας φωνάζει λέγοντας, μη λατρεύετε ψευδείς θεούς!  Μη προσκυνάτε τα είδωλα του 21ου αιώνα!  Μη προσκυνάτε το χρήμα, τις απολαύσεις της σάρκας, τις μάταιες δόξες και τα υλικά πλούτη!  Σήμερα, ο Προφήτης μας φωνάζει λέγοντας, ότι ζει Κύριος ο Θεός και θα κρίνει τον λαό Του κατά τα έργα του!  Μετανοήσατε και επιστρέψατε στον Κύριο της αγάπης και θα δείτε τα μεγαλεία Του!

 Αγαπητά μου παιδιά,

    Ας μιμηθούμε την φλογερή πίστη του Προφήτη Ηλία.  Ας τον έχομε παράδειγμα προς μίμηση.  Ας δεχθούμε στις καρδιές μας, σαν σε άρματα φωτιάς, τον Χριστό και Σωτήρα μας.  Ας αφήσουμε τις φλόγες της θείας Χάριτος να καίουν μέσα στις καρδιές μας.

    Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη εποχή ο Προφήτης Ηλίας μας κηρύττει, ζει και η φωνή του ακούγεται παντού.  Ας στραφούμε προς τον Θεό.  Ας εγκαταλείψουμε την ασθενή μας φύση.  Ας δοξάσουμε τον Χριστό και με αρετές, ας αναφωνήσουμε: Πράγματι, Κύριε, είσαι ο Θεός μας, ο μόνος αληθινός Θεός.

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

 Ἡ θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ (Ματθ θ, 1-8) Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος


«Καὶ ἀφοῦ μπῆκε στὸ πλοῖο πέρασε διὰ μέσου τῆς λίμνης στὸ ἀπέναντι μέρος καὶ ἦλθε στὴ δική του πόλη. Καὶ νὰ ἔφεραν σ’ αὐτὸν ἕνα παραλυτικὸ πάνω στὸ κρεβάτι. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὅταν εἶδε τὴν πίστη τους, εἶπε στὸν παραλυτικό· Ἔχε θάρρος, παιδί μου, σοῦ ἔχουν συγχωρηθεῖ οἱ ἁμαρτίες σου»

Δική του πόλη ὀνομάζει ἐδῶ τὴν Καπερναούμ. Ἡ Βηθλεὲμ τὸν ἔφερε στὴ ζωή, ἡ Ναζαρὲτ τὸν μεγάλωσε, ἡ Καπερναοὺμ τὸν εἶχε μόνιμο κάτοικό της. Ὁ παραλυτικὸς ἐδῶ εἶναι ἄλλος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης. Ἐκεῖνος ἦταν κατάκοιτος στὴν κολυμβήθρα, αὐτὸς ἦταν στὴν Καπερναούμ. Ἐκεῖνος ἦταν ἄρρωστος τριάντα ὀκτὼ χρόνια· γι’ αὐτὸν ἐδῶ δὲ λέγεται τίποτα τέτοιο. Ἐκεῖνος δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατέψει, αὐτὸς ὅμως εἶχε αὐτοὺς ποὺ τὸν φρόντιζαν, ποὺ τὸν σήκωσαν κιόλας καὶ τὸν ἔφεραν. Καὶ σ’ αὐτὸν λέει, «παιδί μου, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου» σ’ ἐκεῖνον, «θέλεις νὰ βρεῖς τὴν ὑγεία σου»; Κι ἐκεῖνον τὸν θεράπευσε τὸ Σάββατο, αὐτὸν ὅμως ὄχι. Γιατί βέβαια θὰ τὸν κατηγοροῦσαν ἂν τὸ ἔκανε· καὶ γι’ αὐτὸ οἱ Ἰουδαῖοι σ’ αὐτὸν σιώπησαν, σ’ ἐκεῖνον ὅμως ἐπιτέθηκαν καὶ τὸν καταδίωκαν. Αὐτὰ τὰ εἶπα ὄχι χωρὶς λόγο ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανένας πὼς ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδὴ σχημάτισε τὴν ὑποψία πὼς ἦταν ὁ ἴδιος παραλυτικός.

Ἐμεῖς ἂς προσέξουμε τὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Γιατί καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ ἀπέφυγε τὸν κόσμο· κι ὅταν τὸν ἔδιωξαν οἱ Γαδαρηνοί, δὲν ἀντιστάθηκε. Ἔφυγε καὶ μόνο ποὺ δὲν πῆγε μακρυά. Καὶ πέρασε ἀφοῦ ξαναμπῆκε στὸ πλοῖο, ἐνῶ μποροῦσε νὰ πάει περπατώντας. Δὲν ἤθελε νὰ πραγματοποιεῖ πάντα θαύματα, ὥστε νὰ μὴν καταστρέψει τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας.

Ὁ Ματθαῖος λοιπὸν γράφει ὅτι τὸν ἔφεραν κοντὰ στὸν Κύριο. Οἱ ἄλλοι εὐαγγελιστές, ὅτι ἀφοῦ ἄνοιξαν καὶ τὴ σκεπὴ τὸν κατέβασαν. Κι ἔβαλαν μπροστὰ στὸ Χριστὸ τὸν ἄρρωστο χωρὶς νὰ τοῦ ποῦν τίποτα ἀλλὰ ἀφήνοντάς τα ὅλα στὴ διάθεσή του. Στὴν ἀρχὴ τοῦ ἔργου του ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο, καὶ δὲ ζητοῦσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ ὅσους τὸν πλησίαζαν. Ἐδῶ καὶ τὸν πλησίασαν καὶ φανέρωσαν τὴν πίστη τους. Ὅταν εἶδε, γράφει, τὴν πίστη τους, δηλ. ἐκείνων ποὺ ἄνοιξαν τὴ σκεπή. Δὲν γυρεύει παντοῦ τὴν πίστη ἀπὸ τοὺς ἀρρώστους μονάχα, π.χ. ὅταν παραφέρονται ἢ τὰ ἔχουν χαμένα ἀπὸ τὴν ἀρρώστια. Ἐδῶ φαίνεται, πὼς ἡ πίστη ἦταν καὶ τοῦ ἀρρώστου• δὲ θὰ δεχόταν νὰ τὸν κατέβαζαν ἀπὸ τὴ σκεπή, ἂν δὲν πίστευε.

Ἀφοῦ αὐτοὶ ἔδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αὐτὸς τὴ δύναμή του, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες μὲ πλήρη ἐξουσία, καὶ μὲ ὅλη του τὴ συμπεριφορὰ δείχνοντας ὅτι εἶναι ἰσότιμος μ’ ἐκεῖνον ποὺ τὸν γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως τὸ ἔδειξε αὐτὸ μὲ τὴ διδασκαλία του, ὅταν τοὺς μιλοῦσε σὰν ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἐξουσία· μὲ τὸν λεπρό, ὅταν εἶπε θέλω, καθαρίσου· μὲ τὸν ἑκατόνταρχο, ποὺ τὸν θαύμασε καὶ τὸν ἀνέβασε ψηλότερα ἀπ’ ὅλους· μὲ τὴ θάλασσα, ὅταν τὴν ὑπόταξε μὲ τὸ λόγο μόνο· μὲ τοὺς δαίμονες, ὅταν τὸν παραδέχονταν ὡς κριτή, καὶ τοὺς ἔδιωξε μὲ πολλὴ ἐξουσία. Ἐδῶ πάλι μὲ ἄλλο ἀνώτερο τρόπο τοὺς ἴδιους τοὺς ἐχθροὺς ἀναγκάζει νὰ παραδεχτοῦν τὴν ἰσοτιμία καὶ μὲ τὸ στόμα τους τὸ κάνει φανερό. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος φανερώνει ὅτι δὲν ἀγαποῦσε τὶς τιμὲς -ἦταν πολλοὶ θεατὲς ποὺ ἔκλειναν τὴν εἴσοδο, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν κατέβασαν ἀπὸ ψηλὰ – δὲν βιάστηκε νὰ θεραπεύσει ἀμέσως τὸ σῶμα ποὺ εἶναι ὁρατὸ ἀλλὰ παίρνει τὴν ἀφορμὴ ἀπ’ αὐτοὺς καὶ θεραπεύει τὸ ἀόρατο πρῶτα, τὴ ψυχή, συγχωρώντας τὶς ἁμαρτίες. Τοῦτο τὸν ἄρρωστο τὸν ἔσωζε, στὸν ἴδιο ὅμως δὲν προξενοῦσε μεγάλη δόξα. Ἐκεῖνοι κινημένοι ἀπὸ πονηρία καὶ θέλοντας νὰ ἐπιτεθοῦν ἔκαναν τὸ θαῦμα νὰ λάμψει παρὰ τὴ θέλησή τους. Γιατί ἔτσι ὅπως ἦταν ἐκεῖνος ἐφευρετικός, χρησιμοποίησε τὸ φθόνο τους γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ θαύματος. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι ἔλεγαν «Αὐτὸς βλασφημεῖ· ποιὸς μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός;». Ἂς δοῦμε τί λέει ὁ ἴδιος. «Ἄραγε διέλυσε τὴν ὑποψία;». Καὶ βέβαια ἂν δὲν ἦταν ἴσος μὲ τὸν Πατέρα ἔπρεπε νὰ πεῖ· Γιατί μοῦ ἀποδίδετε δύναμη ποὺ δὲν μοῦ ταιριάζει; Πολὺ ἀπέχω ἐγὼ ἀπὸ τὴ δύναμη αὐτή. Τώρα ὅμως δὲν εἶπε κάτι τέτοιο. Ἴσα -ἴσα βεβαίωσε καὶ ἐπικύρωσε τὸ ἀντίθετο καὶ μὲ τὸ λόγο του καὶ μὲ τὸ θαῦμα. Ἐπειδὴ ἡ περιαυτολογία φαινόταν ὅτι στενοχωροῦσε τοὺς ἀκροατές, μὲ τὸ στόμα τῶν ἄλλων βεβαιώνει ὅ,τι τὸν ἀφορᾶ. Καὶ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι τὸ κάνει ὄχι μόνο μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων ἀλλὰ καὶ τῶν ἐχθρῶν. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὸ πλῆθος τῆς σοφίας του.




Μὲ τὸ στόμα τῶν φίλων του ἐπιβεβαιώθηκε, ὅταν εἶπε «θέλω, καθαρίσου» καὶ ὅταν εἶπε «οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἑβραίους δὲ βρῆκα τόση πίστη». Μὲ τὸ στόμα τῶν ἔχθρων του τώρα. Ἐπειδὴ εἶπαν κανένας δὲν μπορεῖ νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες παρὰ μόνο ὁ Θεός, συμπλήρωσε: «Γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ ἀκοῦστε». Γυρίζει τότε καὶ λέει στὸν παράλυτο. Σήκω πάρε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου. Κι ὄχι ἐδῶ μονάχα ἀλλὰ κι σὲ ἄλλη περίπτωση, ὅταν ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲ σὲ λιθοβολοῦμε γιὰ μία καλή σου πράξη, ἀλλὰ γιὰ τὴ βλασφημία σου κι ὅτι ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν ἑαυτό σου Θεό, οὔτε ἐκεῖ δὲν ἀνέτρεψε τὴ γνώμη αὐτή, ἀλλὰ τὴν ἐπικύρωσε λέγοντας· «Ἂν δὲν κάνω τὰ ἔργα τοῦ πατέρα μου, μὴ μὲ πιστεύετε· ἂν ὅμως τὰ ἐκτελῶ, κι ἂν δὲν πιστεύετε σὲ μένα, πιστέψτε στὰ ἔργα.

Ἐδῶ ὡστόσο παρουσιάζει κι ἄλλο σημάδι τῆς θεότητάς του -ὄχι μικρὸ – καὶ τῆς ἰσοτιμίας μὲ τὸν Πατέρα. Ἐκεῖνοι ἔλεγαν ὅτι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων ἀνήκει μόνο στὸ Θεό. Αὐτὸς ὅμως ὄχι μόνο τὰ ἁμαρτήματα συγχωρεῖ ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὸ κάνει κάτι ἄλλο ποὺ εἶναι ἀποκλειστικὸ προνόμιο τοῦ Θεοῦ· ἀποκαλύπτει τὰ μυστικὰ ποὺ εἶναι κρυμμένα στὴν καρδιά. Δὲν εἶχαν ἐκφράσει αὐτὸ ποὺ σκέφτηκαν. Μερικοὶ γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους· Αὐτὸς βλασφημεῖ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἤξερε τὶς σκέψεις τους εἶπε· «Γιατί κάνετε μὲ τὸ νοῦ σας πονηρὲς σκέψεις;». Ὅτι μόνο στὸ Θεὸ ἀνήκει νὰ γνωρίζει τὰ μυστικά, ἄκουσε τί λέει ὁ προφήτης· «Σὺ μόνος ἀπ’ ὅλους γνωρίζεις τὶς καρδιές»· καὶ πάλι· «σὺ ὁ Θεὸς ποὺ ἐξετάζεις τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο». Καὶ ὁ Ἱερεμίας λέει· «Βαθύτερη ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου· καὶ ποιὸς θὰ τὸν κατανοήσει;»

Καὶ τοῦτο· «ὁ ἄνθρωπος κοιτάζει τὸ πρόσωπο, ὁ Θεὸς βλέπει τὴν καρδιά». Καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ χωρία τῆς Γραφῆς μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι ἀνήκει στὸ Θεὸ νὰ γνωρίζει τὴ ψυχή. Ἀποδεικνύοντας λοιπὸν ὅτι εἶναι Θεὸς ἴσος μὲ τὸν Πατέρα τοῦ ἀποκαλύπτει καὶ φανερώνει αὐτὰ ποὺ συλλογίζονταν. Γιατί αὐτοὶ ἐπειδὴ φοβοῦνταν τὸν κόσμο, δὲν τολμοῦσαν νὰ διατυπώσουν μπροστὰ σ’ ὅλους τὴ γνώμη τους. Κι ἐδῶ δείχνει πολλὴ πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στὴν καρδιὰ σας πονηρὲς σκέψεις; Καὶ βέβαια, ἂν ἔπρεπε κάποιος ν’ ἀγανακτήσει, αὐτὸς ἦταν ὁ ἄρρωστος, ἐπειδὴ εἶχε ξεγελαστεῖ. Μποροῦσε νὰ πεῖ· «γιὰ ἄλλο ἦρθα νὰ μὲ θεραπεύσεις κι ἄλλο σὺ διορθώνεις; Ἀπὸ ποῦ εἶναι φανερὸ ὅτι συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες μου;». Τώρα ὡστόσο αὐτὸς τίποτα τέτοιο δὲ λέει ἀλλὰ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὴ διάκριση ἐκείνου ποὺ τὸν θεραπεύει. Ἐνῶ ἐκεῖνοι, ὑπερβολικοὶ καὶ φθονεροὶ καθὼς εἶναι, ὑπονομεύουν τὴ φιλάνθρωπη δράση τῶν ἄλλων. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐπιπλήττει βέβαια ἀλλὰ μὲ ὅλη τὴν ἐπιείκεια. Ἂν δὲν σᾶς φαίνεται πιστευτὸ τὸ πρῶτο καὶ νομίζετε εἶναι μεγάλα λόγια ὅ,τι εἶπα, ὁρίστε προσθέτω σ’ αὐτὸ καὶ κάτι ἀκόμα· θ’ ἀποκαλύψω τὰ μυστικά σας. Κι ἄλλο πάλι ἔπειτα ἀπ’ αὐτό. Τὸ ὅτι θὰ σφίξω τὶς ἀρθρώσεις τοῦ παραλυτικοῦ.

Κι ὅταν μίλησε στὸν παράλυτο δὲν φανέρωσε καθαρὰ τὴν ἐξουσία του μὲ τοὺς λόγους του. Δὲν εἶπε «συγχωρῶ τὶς ἁμαρτίες σου», ἀλλὰ «συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου». Κι ὅταν αὐτοὶ τὸν ἀνάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα τὴν ἐξουσία του, λέγοντας· «Καὶ γιὰ νὰ μάθετε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔχει ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ ἁμαρτίες πάνω στὴ γῆ». Βλέπετε πόσο ἤθελε νὰ θεωρεῖται ἴσος μὲ τὸν πατέρα; Οὔτε εἶπε ὅτι ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὅτι τοῦ ἔδωσε ἐξουσία, ἀλλὰ ὅτι ἔχει ἐξουσία, καὶ δὲν τὸ λέει αὐτὸ γιὰ ἐπίδειξη ἀλλὰ «γιὰ νὰ σᾶς πείσω», λέγει, «ὅτι δὲ βλασφημῶ κάνοντας τὸν ἑαυτό μου ἴσο μὲ τὸ Θεό». Παντοῦ θέλει νὰ δίνει ἀποδείξεις σαφεῖς, ἀναντίρρητες, ὅπως ὅταν λέει• «Πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτό σου στὸν ἱερέα». Κι ὅταν δείχνει τὴν πεθερὰ τοῦ Πέτρου νὰ ὑπηρετεῖ. Κι ὅταν ἐπιτρέπει νὰ κατακρημνιστοῦν οἱ χοῖροι. Ἔτσι λοιπὸν κι ἐδῶ.

Τὴ σύσφιξη τῶν ἀρθρώσεων τὴν κάνει ἀπόδειξη τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων. Καὶ τὸ σήκωμα τοῦ κρεβατιοῦ ἀπόδειξη τῆς σύσφιξης. Ὥστε νὰ μὴ νομισθεῖ ὅτι εἶναι φαντασία αὐτὸ ποὺ εἶχε γίνει. Καὶ δὲν τὸ ἔκανε αὐτὸ παρὰ ἀφοῦ τοὺς ρώτησε· «Τί εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πεῖς συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου ἢ νὰ πεῖς σήκωσε τὸ κρεβάτι σου καὶ πήγαινε στὸ σπίτι σου». Αὐτὸ ποὺ λέει εἶναι τὸ ἑξῆς. «Τί σᾶς φαίνεται εὐκολότερο νὰ σφίξετε χαλαρωμένες ἀρθρώσεις ἢ νὰ συγχωρήσετε ἁμαρτίες; Φανερὸ ὅτι νὰ σφίξετε τὶς ἀρθρώσεις». Ὅσο ἡ ψυχὴ εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὸ σῶμα τόσο ἀνώτερη εἶναι ἡ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἕνα εἶναι ἀόρατο καὶ τὸ ἄλλο φανερό, γι’ αὐτὸ προσθέτω καὶ τὸ κατώτερο ἀλλὰ φανερότερο. Ἔτσι τὸ μεγαλύτερο κι ἀόρατο νὰ λάβει μ’ αὐτὸ τὴν ἀπόδειξη. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὥρα φανέρωνε προκαταβολικὰ μὲ τὰ ἔργα του αὐτὸ ποὺ ὁ Ἰωάννης εἶχε πεῖ, ὅτι αὐτὸς σηκώνει τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου.

Ἀφοῦ τὸν θεράπευσε, τὸν στέλνει στὸ σπίτι. Καὶ πάλι ἐδῶ δείχνει μετριοφροσύνη κι ὅτι δὲν ἦταν φαντασία ὅ,τι εἶχε γίνει. Τοὺς μάρτυρες τῆς ἀρρώστιας, τοὺς κάνει καὶ τῆς ὑγείας μάρτυρες. Ἐγὼ θὰ ἤθελα, λέει, μὲ τὴ δική σου ἀσθένεια, νὰ θεραπεύσω κι αὐτοὺς ποὺ νομίζουν πὼς εἶναι ὑγιεῖς ἐνῶ τὸ πνεῦμα τους νοσεῖ. Ἐπειδὴ ὅμως δὲ θέλουν πήγαινε στὸ σπίτι, γιὰ νὰ διορθώσεις τοὺς δικούς σου. Βλέπετε πῶς δείχνει ὅτι εἶναι δημιουργὸς καὶ ψυχῆς καὶ σωμάτων; Τοῦ καθενὸς ἀπ’ αὐτὰ θεραπεύει τὴν παράλυση καὶ κάνει φανερὸ τὸ ἀόρατο ἀπὸ τὸ ὁρατό. Σέρνονται ὅμως ἀκόμα στὴ γῆ. «Ὅταν εἶδε ὁ κόσμος θαύμασαν καὶ δόξασαν τὸ Θεὸ ποὺ ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στοὺς ἀνθρώπους». Τοὺς ἐμπόδιζε ἡ σάρκα.

Αὐτὸς ὅμως δὲν τοὺς κατηγόρησε ἀλλὰ προχωρεῖ ἀνεβάζοντάς τους μὲ τὰ ἔργα καὶ κάνοντας ψηλὸ τὸ φρόνημά τους. Ἐπὶ τέλους δὲν ἦταν μικρὸ νὰ θεωρεῖσαι πὼς εἶσαι μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ὅτι ἔρχεσαι ἀπὸ τὸ Θεό. Ἂν εἶχαν ἀποκτήσει γι’ αὐτὰ σὲ σημαντικὸ βαθμὸ βεβαιότητα, προχωρώντας θὰ καταλάβαιναν, ὅτι ἦταν καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὰ συνέλαβαν ὅμως αὐτὰ καθαρὰ γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μποροῦν νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἔλεγαν πάλι· αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔρχεται ἀπὸ τὸ Θεό. Πῶς εἶναι αὐτὸς ἀπὸ τὸ Θεό; Καὶ συνεχῶς ἔλεγαν τὰ ἴδια, σὰν προκαλύμματα τῶν παθῶν τους. Τὸ ἴδιο κάνουν πολλοὶ καὶ τώρα, παρόλο ποὺ νομίζουν ὅτι ὑπερασπίζουν τὸ Θεό, ἱκανοποιοῦν δικά τους πάθη, ἐνῶ πρέπει σ’ ὅλα νὰ εἴμαστε μετριοπαθεῖς.

Πρέπει λοιπὸν νὰ θεραπεύουμε τὸ πάθος μὲ μετριοπάθεια. Γιατί αὐτὸς ποὺ γίνεται καλύτερος ἀπὸ φόβο ἀνθρώπων, γρήγορα θὰ γυρίσει πάλι στὴν κακία. Γι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀφεθοῦν τὰ ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μιὰ προθεσμία γιὰ μετάνοια. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς λοιπὸν μετάνιωσαν κι ἔγιναν σπουδαῖοι ἀπὸ κακοὶ ποὺ ἦσαν ὅπως ὁ Παῦλος, ὁ τελώνης, ὁ ληστής. Αὐτοὶ ἦσαν ζιζάνια, ἔγιναν ὅμως σιτάρι μεστωμένο. Στοὺς σπόρους φαίνεται τοῦτο δύσκολο· εἶναι ὅμως εὔκολο καὶ κατορθωτὸ σχετικὰ μὲ τὴ θέληση· δὲν ἔχει αὐτὴ δεθεῖ μὲ τοὺς φυσικοὺς νόμους ἀλλὰ ἔχει τιμηθεῖ μὲ ἐλευθερία.

Ὅταν συναντήσεις λοιπὸν ἐχθρό της ἀλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερέ τον στὴν ἀρετὴ δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ἀκατηγόρητο, γίνε προστάτης καὶ κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο γιὰ διόρθωση ὅπως κάνουν οἱ ἄριστοι γιατροί. Οὔτε αὐτοὶ δὲν θεραπεύουν μὲ ἕνα τρόπο μόνο· ὅταν δοῦν ὅτι δὲν ὑποχωρεῖ ἡ πληγὴ μὲ τὸ πρῶτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι ἔπειτα τρίτο. Κάνουν ἐγχειρήσεις, χρησιμοποιοῦν ἐπιδέσμους. Καὶ σὺ λοιπὸν ποὺ εἶσαι γιατρὸς τῶν ψυχῶν, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικὸ τρόπο κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ λάβεις μισθὸ καὶ τῆς δικῆς σου καὶ τῆς ὠφέλειας τῶν ἄλλων. Πράξε τα ὅλα γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι θὰ δοξαστεῖς καὶ σύ. «Θὰ δοξάσω», λέει, «ὅποιους μὲ δοξάσουν. Κι ὅποιοι μὲ περιφρονοῦν θὰ τοὺς περιφρονήσω».

Ἂς τὰ πράττουμε λοιπὸν ὅλα γιὰ τὴ δόξα του, γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὸ τὸ μακάριο τέλος. Αὐτὸ μακάρι ὅλοι μας νὰ τὸ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δική του ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες.

Ἀμήν.
 Κυριακή ΣΤ Ματθαίου Ἡ κοινωνικὴ διάσταση τῆς πίστεως (Ματθ θ, 1-8) Ἀρχιμανδρίτης Νικάνωρ Καραγιάννης
Τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τὴν ξαναδιαβάσαμε τὴ δεύτερη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν μὲ περισσότερες χαρακτηριστικὲς λεπτομέρειες, ἔτσι ὅπως τὴ διασώζει ὁ εὐαγγελιστὴς Μάρκος. Σ' αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ἡ σύνδεση τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἀρρώστια καὶ τῆς θεραπείας μὲ τὴ σωτηρία εἶναι θεμελιώδης ὡς σχέση αἰτίας καὶ ἀποτελέσματος. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ὅμως, μᾶς παρουσιάζει τὸ ἴδιο θαῦμα μὲ λιτότητα καὶ συντομία. Μπροστὰ στὸν Χριστὸ ποὺ διδάσκει σὲ ἕνα σπίτι στὴν Καπερναοὺμ φέρνουν ἕναν παράλυτο ἐπάνω σὲ κρεβάτι. Οἱ συνοδοὶ δὲν μποροῦν νὰ φτάσουν τὸν Χριστὸ ἐξαιτίας τοῦ πλήθους ποὺ ἀκούει τὴ διδασκαλία Του, γι' αὐτὸ ἀνοίγουν μία ὀπὴ στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ κατεβάζουν τὸν παράλυτο μπροστὰ στὸν Χριστό. Ὁ Ἰησοῦς ἐντυπωσιάζεται ἀπὸ τὴν ἐφευρετικότητα τῆς πίστης τους καὶ τὴν ἐπαινεῖ. Ἀξίζει, λοιπόν, νὰ προσεγγίσουμε τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ μήνυμα μέσα ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτικὴ καὶ νὰ σταθοῦμε στὴν κοινωνικὴ διάσταση τῆς πίστεως.



Ἡ πίστη, κίνηση πρὸς τὸν ἄλλο ἄνθρωπο

Ἡ χριστιανικὴ πίστη καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἀτομικότητάς του. Καλεῖ διαρκῶς τὸν ἄνθρωπο νὰ σπάει τὸ κέλυφος τοῦ ἐγωισμοῦ του καὶ νὰ μεταμορφώνεται ἀπὸ ἄτομο σὲ πρόσωπο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος-ἄτομο μεταβάλλεται σὲ πρόσωπο, σημαίνει ὅτι ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν ἐγωπαθῆ φυλακὴ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅπου εἶναι ἐγκλωβισμένος, καὶ ἔρχεται νὰ συναντήσει μὲ κατανόηση, σεβασμὸ καὶ ἀγάπη τὸν συνάνθρωπο. Ἔτσι γίνεται τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μάρτυρας πίστεως καὶ ἀφορμὴ σωτηρίας γιὰ τοὺς ἄλλους. Γιατί ὁ πιστὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐφησυχάζει καὶ νὰ ἐπαναπαύεται κλεισμένος στὸν ἑαυτό του, ἀγνοώντας τὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων, ἀδιάφορος στὸ νὰ βρίσκει τρόπους θεραπείας.

Ἡ ἐφευρετικότητα τῆς πίστης τῶν συνοδῶν τοῦ παραλύτου, μᾶς λέει ξεκάθαρα ὅτι ἡ γνήσια καὶ πραγματική, ἡ δυνατὴ καὶ θερμὴ πίστη, δὲν κάμπτεται ἀπὸ ἐμπόδια, δὲν σταματᾶ μπροστὰ σὲ δυσκολίες. Ἐπινοεῖ, ἐφευρίσκει, ἀγωνίζεται καὶ ἀγωνιᾶ προσευχόμενη νὰ βρεῖ τρόπους καὶ δρόμους συμπαράστασης καὶ ἐνίσχυσης, παρηγοριᾶς καὶ ἀνακούφισης μέσα ἀπὸ ἐκδηλώσεις καὶ ἔργα ἀγάπης. Βέβαια, ὅταν γυρίζουμε τὸ βλέμμα μας γύρω μας «εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου», μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας, κάποτε ἀπογοητευόμαστε, ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο μας τὸν ἑαυτό. Συνειδητοποιοῦμε πόσο μακριὰ εἴμαστε ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμαστε ἤ, τέλος πάντων, ἀπὸ αὐτὸ ποὺ καλούμαστε νὰ γίνουμε· ἄνθρωποι μὲ ἐμπειρία «πίστεως δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης» (Γαλ. 5,6). Ἀναρωτηθήκαμε ἆραγε ποτέ, πόσο συχνὰ τὸ Εὐαγγέλιο, μὲ τὸ συνεχὲς κάλεσμα γιὰ τελείωση καὶ ὑπέρβαση, σηκώνει ψηλὰ τὸν πήχη στὸ στίβο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καὶ ἐμεῖς περνᾶμε ἀπὸ κάτω; Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀλληλεγγύης, δυστυχῶς, εἶναι σπάνια ἀκόμη κι ἐκεῖ ὅπου θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτονόητη, στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.


Δεδομένα καὶ ζητούμενα στὸν ἀγώνα τῆς πίστεως

«Θάρσει, τέκνον» εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀπευθύνει ὁ Χριστὸς στὸν παράλυτο καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν καὶ στὸ σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος, ταλαιπωρημένος, ἀπογοητευμένος καὶ προδομένος, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐλπίδα καὶ στήριξη ψυχική. Ὄχι, βέβαια, ἀπὸ φθηνὲς παρηγοριές, θολὰ καὶ ἐπικίνδυνα συνθήματα, σὰν αὐτὰ ποὺ περισσεύουν στὶς μέρες μας καὶ κυκλοφοροῦν μέσα στὴν ἐλευθερία τοῦ κόσμου ἀσύδοτα καὶ ἀχαλίνωτα ὁδηγώντας πολλοὺς σὲ ἀδιέξοδα. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ σώζουσα ζωντανὴ πίστη, ποὺ ὅταν ὑπηρετεῖ τὸν πληγωμένο ἄνθρωπο, ἀποδεικνύει μὲ τὸν πλέον χειροπιαστὸ τρόπο ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὑπόθεση τοῦ μυαλοῦ μας, ἀλλὰ τῆς καρδιᾶς μας. Αὐτό, βέβαια, δὲν σημαίνει ἕναν πρόχειρο συναισθηματισμὸ ποὺ ἀφορᾶ τοὺς ἀφελεῖς καὶ γραφικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸ μερικῶν, ζοῦν στὸ περιθώριο τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι γνώρισμα τῶν ἀγωνιστῶν ποὺ ἀνακάλυψαν τὴν οὐσία τῆς ὕπαρξής τους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ νικητὲς τῆς παρούσας ζωῆς καὶ οἱ κληρονόμοι τῆς αἰώνιας.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅταν μελετᾶμε, στοχαζόμαστε καὶ ἑρμηνεύουμε τὸν διαχρονικὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν καθοδήγηση τῶν Πατέρων μέσα στὴν Ἐκκλησία, θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι πολλὰ ἀπὸ ὅσα διαβάζουμε δὲν εἶναι δεδομένα τῆς δικῆς μας ζωῆς, ἀλλὰ ζητούμενα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας ἀγώνα. Πολλὰ ἀπὸ ὅσα μᾶς συγκινοῦν καὶ ἀγγίζουν τὴν ψυχή μας δὲν εἶναι ἐμπειρίες ποὺ φθάσαμε, ἀλλὰ μιὰ πνευματικὴ κατάσταση ποὺ ἀκόμη προσπαθοῦμε νὰ κατακτήσουμε, ἐν μέσω προκλήσεων, παγίδων καὶ πειρασμῶν πολλῶν. Γι' αὐτὸ ἂς προσπαθοῦμε μέσα στὸ περιβάλλον ὅπου ζοῦμε, μὲ τὴ στάση τῆς ζωῆς μας καὶ τὴ συμπεριφορά μας, νὰ ἐνισχύουμε τὴν πίστη τὴ δική μας καὶ τῶν ἄλλων. Ἀμήν.